Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνοϊταλικός πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνοϊταλικός πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Η Κατάληψη της Κλεισούρας (6-11 Ιανουαρίου 1941)

Η Κατάληψη της Κλεισούρας ή Κατάληψη της στενωπού της Κλεισούρας, ήταν μια στρατιωτική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στις 6 με 11 Ιανουαρίου 1941 στην Βόρεια Ήπειρο κοντά στην πόλη Κλεισούρα της Επαρχίας Πρεμετής της Αλβανίας και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μάχες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ομάδα Ελλήνων στρατιωτών κατευθύνεται προς τη στενωπό της Κλεισούρας.
Μετά από δύο εβδομάδες συγκρούσεων από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στα ελληνοαλβανικά σύνορα, η Ελλάδα καταφέρνει να αποκρούσει την ιταλική εισβολή μετά την θετική έκβαση για αυτήν των μαχών της Πίνδου και της Ελαίας-Καλαμά. Η μεγάλη αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων αρχίζει στις 9 Νοεμβρίου. Ο Ελληνικός Στρατός εισχωρεί βαθιά στο αλβανικό έδαφος και αναγκάζει τα ιταλικά στρατεύματα να οπισθοχωρήσουν. Οι ελληνικές επιχειρήσεις κορυφώθηκαν με την κατάληψη του στρατηγικού περάσματος της Κλεισούρας τον Ιανουάριο του 1941.


Ένας στρατιώτης σαλπιγγιστής δίνει 
το πρόσταγμα για την επίθεση.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ι. Υπόβαθρο
Η προέλαση του Ελληνικού Στρατού συνεχίζεται και μετά την επιτυχή αντεπίθεση του κατά τη μάχη του Μοράβα-Ιβάν. Η ήττα του Ιταλικού Στρατού αναγκάζει την Ιταλία να εγκαταλείψει σημαντικές θέσεις στο αλβανικό έδαφος. Ο Ελληνικός Στρατός είχε τώρα υπό τον έλεγχό του σημαντικά αστικά κέντρα της Βορείου Ηπείρου τον Δεκέμβριο του 1940, όπως το Αργυρόκαστρο και η Κορυτσά. Στο πολεμικό συμβούλιο της 5ης Δεκεμβρίου, ο διοικητής των επιχειρήσεων Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για την πιθανότητα παρέμβασης την Γερμανίας με σκοπό την στήριξη των Ιταλών στο αλβανικό μέτωπο, επέμενε στην εντατικοποίηση της προέλασης. Επιπλέον, ο διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου Αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκαςκαι ο διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου πρότειναν την άμεση κατάληψη του περάσματος της Κλεισούρας, έτσι ώστε να διασφαλιστούν οι ελληνικές θέσεις.

Κατά την περίοδο της ελληνικής αντεπίθεσης, οι ελληνικές δυνάμεις απείχαν πολύ από τις βάσεις ανεφοδιασμού και το οδικό δίκτυο ήταν σημαντικά ελλιπές σε σχέση με τις ιταλικές δυνάμεις. Η στενωπός της Κλεισούρας ήταν μια ιδιαιτέρως σημαντική στρατηγική θέση για την κατάληψη της πόλης Μπεράτι και η τοπογραφία της περιοχής σε συνδυασμό με την κακοκαιρία που επικρατούσε, έκανε την όλη επιχείρηση εξαιρετικά δύσκολη.

Ιταλικό τάνκ στη στενωπό της Κλεισούρας 
μετά την ιστορική μάχη.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
ΙΙ. Μάχη
Η επίθεση στο κεντρικό τομέα των επιχειρήσεων του ελληνοαλβανικού μετώπου έγινε υπό την ηγεσία των επιτελών του Β' Σώματος Στρατού, και χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα από την 1η και η 11η Μεραρχία Πεζικού. Κατά τη διάρκεια της μάχης, οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά το νέο M13, ένα μεσαίας κατηγορίας τεθωρακισμένο όχημα, της 131ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας "Κένταυρος" (Centauro). Χρησιμοποιήθηκαν από τον Ιταλικό Στρατό για τη μετωπική επίθεση που ακολούθησε, αλλά το αποτέλεσμα της επιχείρησης για την Ιταλία ήταν καταστροφικό, καθώς αποδεκατίστηκαν από το ελληνικό πυροβολικό. Στις 10 Ιανουαρίου, μετά από τέσσερις ημέρες σκληρών μαχών, οι ελληνικές μεραρχίες πεζικού κατέλαβαν τελικά το πέρασμα. Η επίθεση της 5ης Μεραρχίας Πεζικού, που αποτελούνταν από Κρητικούς, με την κατάληψη στρατηγικών πλεονεκτικών θέσεων, υπήρξε καθοριστική για την έκβαση της μάχης για τον Ελληνικό Στρατό.
Πολιτικός χάρτης με τις επιχειρήσεις της ελληνικής 
αντεπίθεσης. Διακρίνεται η γραμμή του μετώπου 
την Πρωτοχρονιά του 1941.
Το ιταλικό επιτελείο ξεκίνησε αμέσως αντεπιθέσεις προκειμένου να καταλάβει εκ νέου το πέρασμα. Ο Ιταλός Αρχιστράτηγος Ούγκο Καβαλέρο (Ugo Cavallero) διέταξε την ιταλική 7η Μεραρχία Πεζικού "Λύκων της Τοσκάνης" (Lupi di Toscana) που ήρθε προς ενίσχυση να υποστηρίξει στην επιχειρούμενη επίθεση την επίλεκτη 3η Ταξιαρχία Αλπινιστών "Τζούλια", αλλά η επιχείρηση ήταν ελλιπέστατα προετοιμασμένη. Παρόλο που αντιμετώπισαν μόνο τέσσερα ελληνικά τάγματα, έχασαν πολύ σύντομα ένα ιταλικό τάγμα επειδή περικυκλώθηκε. Στις 11 Ιανουαρίου, οι ιταλικές δυνάμεις είχαν απωθηθεί, η Μεραρχία των Λύκων αποδεκατίστηκε και το πέρασμα πέρασε τελικά στους Έλληνες.

ΙΙΙ. Συνέπειες
Η κατάληψη της στρατηγικής στενωπού από τον Ελληνικό Στρατό, θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία από τις Συμμαχικές Δυνάμεις. Ο Αρχιστράτηγος των βρετανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και Στρατάρχης Αρτσιμπαλντ Γουέιβελ (Archibald Wavell) έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Αλέξανδρο Παπάγο για την επιτυχία του Ελληνικού Στρατού.

To B' Σώμα Στρατού, μετά την κατάληψη του περάσματος της Κλεισούρας και της ομώνυμης πόλης προωθήθηκε με κατεύθυνση του Βεράτι και κατέλαβε έπειτα από μάχες τα υψώματα Τρεμπεσίνα, Μπουμπέσι και Μάλι Μανταρίτ. Η προέλαση διακόπτεται λόγω των καιρικών συνθηκών στις 25 Ιανουαρίου. Την επόμενη μέρα, οι Ιταλικές δυνάμεις προσπαθούν να επανακαταλάβουν το πέρασμα της Κλεισούρας, δείχνοντας ακόμα μια φορά την στρατηγική σημασία της περιοχής. Στην μάχη της Τρεμπεσίνας χρησιμοποιούν την Μεραρχία "Λελιάνο", το Τάγμα Αλπινιστών "Τζούλια", τμήματα της Τεθωρακισμένης Μεραρχίας "Κένταυρος" και σημαντική αεροπορική υποστήριξη. Ο Ιταλικός Στρατός μέχρι τις 30 Ιανουαρίου που σταματούν οι επιχειρήσεις, καταφέρνει πολύ μικρά αποτελέσματα.

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, η γραμμή του μετώπου σταθεροποιήθηκε, από την λίμνη Οχρίδα και το Πόγραδετς μέχρι την Χειμάρρα στο Ιόνιο Πέλαγος, με τον Ελληνικό Στρατό να προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κακή υλικοτεχνική του υποδομή, που οφείλονταν στον προβληματικό ανεφοδιασμό του, και τον αντίστοιχο ιταλικό να προσπαθεί να αυξήσει τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, προκειμένου να ανακοπεί η οπισθοχώρηση του.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Η πρώτη σοβαρή εμπλοκή ελληνικών ναρκαλιευτικών στον πόλεμο

Η πρώτη σοβαρή εμπλοκή ελληνικών ναρκαλιευτικών στον πόλεμο



Περί Αλός

Του Θεόδωρου Γιούργα
Υποναυάρχου ΠΝ ε.α.

Απόσπασμα από  το άρθρο του Θεόδωρου Γιούργα «Η συμμετοχή
του Βασιλικού Ναυτικού στο ναρκοπόλεμο του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου». Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τ. 586, σελ. 102, ΣΕΠ – ΝΟΕ 2013. Αναδημοσίευση στο Περί Αλός
με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως»

 


Νάρκη Carbonit. ΦΩΤΟ:
http://www.history.navy.mil/
Στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 6 Δεκεμβρίου του 1940, ο Ελληνικός Στρατός μπήκε νικητής στην πόλη των Αγ. Σαράντα. Με το αποτέλεσμα αυτό και οι δυο ακτές του στενού της Κέρκυρας ευρίσκονταν πλέον στα ελληνικά χέρια. Έτσι θεωρήθηκε αναγκαίο όπως το λιμάνι της Πρέβεζας που μέχρι τότε χρησιμοποιούταν ως βάση για τον εφοδιασμό του προελαύνοντος στρατού μας, να αντικατασταθεί με αυτό των Αγ. Σαράντα, λόγω της εγγύτητάς του με τις περιοχές των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Επειδή όμως αυτό ήταν σε άμεσο κίνδυνο προσβολής από τους Ιταλούς, επιβαλλόταν η από θαλάσσης προστασία του. Ως πρώτο μέτρο αμύνης, αποφασίστηκε καταρχάς, η εκτός αρχικού πολεμικού σχεδιασμού πόντιση μιας γραμμής ναρκών, μεταξύ του ακρωτηρίου Αγ. Αικατερίνη, της βορείου ακτής της Κέρκυρας και της άκρας Κεφαλή της ηπειρωτικής ακτής. Για το σκοπό αυτό, ο διοικητής της Ναυτικής Διοίκησης Κέρκυρας (Ν.Δ.Κ.), διετάχθη από το Γ.Ε.Ν. να εκτελέσει με τα μέσα που θα του διατεθούν, γρίπιση και εκκαθάριση κατά το δυνατόν, της εν λόγω περιοχής. Παράλληλα, στον Διοικητή της Διεύθυνσης Τορπιλών Ναρκών (Δ.Τ.Ν.), έφεδρο πλοίαρχο Ι. Χαλκιόπουλο, δόθηκε η εντολή να μελετήσει την όλη επιχείρηση ποντίσεως του εν λόγω ναρκοπεδίου. Στη μελέτη που στη συνέχεια ο Δ.Τ.Ν. υπέβαλε στο Γ.Ε.Ν., μεταξύ των άλλων πρότεινε όπως:

- Για τη ναρκογραμμή μεταξύ των δύο παραπάνω σημείων, μήκους 10.180 μέτρων, να διατεθούν, 174 αγκυροβολημένες νάρκες (Βίκερς, Καρμπόνιτ και Αρλέ), τοποθετούμενες σε απόσταση 59 μέτρων μεταξύ τους. Με τον αριθμό αυτό των ναρκών, η πιθανότητα να κτυπήσει σε νάρκη ένα αντιτορπιλικό που θα προσπαθούσε να περάσει κάθετα τη ναρκογραμμή, θα ήταν 13,5%.

- Ο ναρκογραμμή να αφορά μόνο σε πλοία επιφάνειας και όχι σε υποβρύχια.

- Οι νάρκες να ποντιστούν από τις ναρκοθέτιδες «Νέστος», «Αλιάκμων», «Στρυμών», «Πάραλος», το δε επίτακτο ναρκαλιευτικό «Αγ. Ιωάννης», για ασφάλεια των ναρκοθέτιδων να εκτελέσει προηγουμένως γρίπιση της περιοχής που θα πέσουν οι νάρκες.

- Να υπάρχει προστασία στη περιοχής, κατά τη διάρκεια της όλης επιχείρησης, από πιθανή επίθεση ιταλικών ναυτικών μονάδων και αεροσκαφών.

Τη μελέτη του πλοιάρχου Ι. Χαλκιόπουλου ενέκρινε το Γ.Ε.Ν. και στις 10 Δεκεμβρίου, έδωσε εντολή για προετοιμασία υλοποίησής της. Παράλληλα ειδοποίησε και τον Άγγλο ναύαρχο διοικητή Μεσογείου, ο οποίος, σε σχετικό αίτημα του Γ.Ε.Ν. για προστασία των ελληνικών πλοίων, απάντησε θετικά, υπό την προϋπόθεση, ότι η πόντιση των ναρκών θα εκτελείτο την νύχτα της 18ης προς την 19η Δεκεμβρίου. Το Γ.Ε.Ν. συμφώνησε με την πρόταση του Άγγλου ναυάρχου και ταυτόχρονα έκρινε ότι ήταν πλέον περιττή η διάθεση ελληνικών αντιτορπιλικών για την προστασία των πλοίων της επιχείρησης. Στη διαταγή υλοποίησης του ναρκοφραγμού που εκδόθηκε, το Γ.Ε.Ν. ζητούσε να εγκατασταθούν και στα δυο άκρα του ναρκοφραγμού, ελεύθεροι δίαυλοι πλάτους 1/2 μιλίου.

Με τον τρόπο αυτό, το μήκος του θα περιοριζόταν στα 8.348 μέτρα και επομένως, το μεταξύ των ναρκών διάστημα, αντί για 59 θα ήταν 50 μέτρα περίπου.



Το βοηθητικό/ναρκοθέτις «ΠΑΡΑΛΟΣ» (1925-1941). ΦΩΤΟ:
http://www.hellasarmy.gr/hn_unit.php?id=AUX-5

Το μεσημέρι της 15ης Δεκεμβρίου, πρώτο απέπλευσε από τον ναύσταθμο το ναρκαλιευτικό «Αγ. Ιωάννης», με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Πολυχρονιάδη. Το ναρκαλιευτικό κατέπλευσε στην Κέρκυρα το απόγευμα της 17ης Δεκεμβρίου και το επόμενο πρωινό απέπλευσε για την περιοχή των Αγ. Σαράντα. Την ίδια ημέρα απέπλευσαν διαδοχικά από τον ναύσταθμο και οι τέσσερις ναρκοθέτιδες. Πρώτο το «Πάραλος» με 30 νάρκες «Καρμπόνιτ» και κυβερνήτη τον πλωτάρχη Ι. Δαμασκηνό, δεύτερο το «Αλιάκμων» με 34 νάρκες «Αρλέ» και κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Ν. Γρηγοράκη, τρίτο το «Στρυμών» με 54 νάρκες «Αρλέ» και κυβερνήτη τον εφ. Αντιπλοίαρχο Α. Στασινόπουλο και τελευταίο το «Νέστος» με 50 νάρκες «Βίκερς/Αργοναύτης», επί του οποίου επέβαινε και ο Δ.Τ.Ν. πλοίαρχος Χαλκιόπουλος. Κατά τον πλου, λόγω σοβαρής βλάβης του «Πάραλος», σε συνδυασμό με τις άσχημες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στον Πατραϊκό, το πλοίο διετάχθη από τον Δ.Τ.Ν. να παραμείνει στο Μεσολόγγι. Τα άλλα τρία πλοία, συνέχισαν κανονικά την αποστολή τους. Τελικά, το απόγευμα της 18ης Δεκεμβρίου και αφού προηγουμένως είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τον καιρό στο Ιόνιο, κατάφεραν να συγκεντρωθούν στην άκρα Δουκάτο της Λευκάδας. Η μη συμμετοχή του «Πάραλος» στη ναρκοθέτηση που ακολούθησε, είχε ως αποτέλεσμα οι νάρκες του ναρκοφραγμού να πέσουν σε διαστήματα 60 μέτρων μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον καιρό που είχαν συναντήσει στο Ιόνιο, η ναρκοθέτηση έγινε κάτω από καλές καιρικές συνθήκες και τελείωσε στις 04.25 της 19ης Δεκεμβρίου. Μετά την ολοκλήρωση της αποστολής τους, αυτά κινήθηκαν μεμονωμένα πλέον προς Ν.Σ. Κατά τον πλου, το «Νέστος» εντόπισε στο ύψος της Λευκίμμης μια επιπλέουσα ιταλική αγκυροβολημένη νάρκη. Ήταν ένα εύρημα που μαρτυρούσε τη βέβαιη ύπαρξη σε εκείνη περιοχή, κάποιου άγνωστου μέχρι τότε ιταλικού ναρκοπεδίου. Αλλά και τα «Αλιάκμων», «Στρυμών» είχαν την δική τους περιπέτεια. Στο ύψος της Πρέβεζας υπέστησαν ανεπιτυχή επίθεση από τρικινητήριο ιταλικό υδροπλάνο, την όποια και αντιμετώπισαν με βολές των αντιαεροπορικών πολυβόλων που διέθεταν.

Τα τρία πλοία αφού στη συνέχεια συνενώθηκαν με το «Πάραλος», το οποίο εξακολουθούσε μέχρι τότε να βρίσκεται στο Μεσολόγγι, κατέπλευσαν τις βραδινές ώρες της 20ής Δεκεμβρίου στον ΝΣ.

Ένα δεύτερο αξιόλογο γεγονός συνέβη αργότερα, όταν το Γ.Ε.Ν. αποφάσισε να χρησιμοποιηθεί ο όρμος Πανόρμου της Χειμάρας, για ανεφοδιασμό. Για το σκοπό αυτό, η Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ηπείρου διέταξε τον σημαιοφόρο Σπυρομήλιο να εκτελέσει ναρκαλιεία με δυο μικρά επίτακτα πετρελαιοκίνητα πλοιάρια. Στο ένα επέβη ο Σπυρομήλιος με έναν υπαξιωματικό και ένα ναύτη και στο δεύτερο ο αρχικελευστής Καλαμποκίδης. Τα μεσάνυχτα και κατά τη διάρκεια της ναρκαλιείας, σε απόσταση 5 ναυτικών μιλίων από τον Πάνορμο, αναδύθηκε κοντά τους ένα ιταλικό υποβρύχιο. Ο Σπυρομήλιος, αφού διέταξε την ταχεία αποκοπή των γρίπων, άρχισε να βάλει εναντίον του υποβρυχίου με ένα φορητό πολυβόλο που μόνο εκείνος διέθετε. Ταυτόχρονα κινήθηκε για να παρεμβληθεί μεταξύ του άοπλου σκάφους του Καλαμποκίδη και του υποβρυχίου. Οι Ιταλοί ανταπάντησαν με τα πυροβόλα τους και τελικά, η άνιση αυτή μονομαχία σταμάτησε μετά από 10 περίπου λεπτά, με την κατάδυση του ιταλικού υποβρυχίου.

 

Απώλειες πλοίων ναρκοπολέμου το 1941
Η αδυναμία της ηγεσίας του Ναυτικού να προβλέψει μια ασφαλή μετακίνηση των πλοίων ναρκοπολέμου στην Αλεξάνδρεια, αποδείχθηκε ότι ήταν ένα μεγάλο λάθος. Πολλοί ήσαν εκείνοι που αμφισβητούσαν την αξία των υπηρεσιών που θα μπορούσαν να προσφέρουν στον αγώνα των Συμμάχων μικρά πλοία, όπως τα ναρκαλιευτικά.



Νάρκη Sautter-Harlé H5AR.
(Sketch courtesy of Gary Cartwright) ΦΩΤΟ:
http://www.navweaps.com/Weapons/WAMFR_Mines.htm

Αν όμως αναλογιστούμε, ότι από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι κι ολόκληρο το 1942, υπήρχε μεγάλη ανάγκη και του τελευταίου πλεούμενου για την εκτέλεση κάποιας αποστολής, αποδεικνύεται περίτρανα το μέγεθος του λάθους της εκτίμησης που είχε γίνει. Άλλωστε, αυτό φάνηκε έντονα και από το ότι φτάσαμε στο σημείο να χρησιμοποιούμε για ναρκαλιευτικά στη Μ. Ανατολή, ακόμα και γερασμένα καΐκια, όπως το «Θάλεια» και το «Τασία».

Έτσι, με την προέλαση των Γερμανών στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των πλοίων της Δ.Τ.Ν., το άφησαν να βυθιστεί, έρμαιο των αλλεπάλληλων γερμανικών αεροπορικών επιδρομών.

Πιο συγκεκριμένα :

Ν/Α «Αλιάκμων»: βυθίστηκε στις 22 Απρίλιου 1941 στην Τριζόνια του Κορινθιακού κόλπου, αφού προηγουμένως είχε καταρρίψει ένα γερμανικό αεροσκάφος.

Ν/Α «Νέστος»: βυθίστηκε στις 23 Απριλίου

1941 στον Ψαθόπυργο του Κορινθιακού κόλπου, μετά από γερμανική αεροπορική προσβολή.

Ν/Α «Αξιός»: Καταστράφηκε στη Σύρο στις 28 Απριλίου 1941, μετά από γερμανική αεροπορική προσβολή.

«Τένεδος» (ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ): βυθίστηκε στον Σαρωνικό στις 23 Απριλίου 1941. Οι Γερμανοί όμως, στη συνέχεια το ανέλκυσαν και το χρησιμοποίησαν σαν περιπολικό με στοιχεία «UJ2106». Τελικά, στις 10 Ιουνίου του 1944, βυθίστηκε από το αγγλικό Υ/Β «Unsparing».

«Παλάσκας» (ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ - ΝΑΡΚΟΘΕΤΗΣ): βυθίστηκε στις 23 Απριλίου 1941 στο Βόλο.

«Πάραλος» (ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ - ΝΑΡΚΟΘΕΤΙΣ): βυθίστηκε στον όρμο Βουλιαγμένης μετά από γερμανική αεροπορική επιδρομή. Στη συνέχεια ανελκύστηκε από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε σαν περιπολικό με στοιχεία «UJ2103». Στις 16 Ιανουαρίου 1943, βυθίστηκε λόγω προσαράξεως στην Εύβοια.

«Πλειάς» (ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ - ΥΔΡΟΓΡΑΦΙΚΟ): βυθίστηκε από γερμανικά αεροσκάφη στις 25 Απριλίου 1941, στον όρμο Βασιλικά του Πατραϊκού κόλπου.

Ν/Α «Αξιός»: καταστράφηκε στη Σύρο στις 28 Απριλίου 1941, μετά από γερμανική αεροπορική προσβολή.
http://perialos.blogspot.gr/2014/06/blog-post_16.html
 

Βιβλιογραφία

Αλεξανδρής Κων., ναύαρχος Αναφορά πεπραγμένων πολέμου 1942

Γιαννόπουλος Α., αντιναύαρχος Η Ναρκαλιεία στις Ελληνικές Θάλασσες (1944 - 1949)

Διοίκηση ναρκοπολέμου 130 χρόνια δράση πλοίων ναρκοπολέμου 1880 - 2010

Καββαδίας Επ., αντιναύαρχος Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα, εκδ. Πυρσός, Αθήνα 1950.

Πετρόπουλος Ν.Δ. Αναμνήσεις και σκέψεις ενός παλαιού ναυτικού.

Φωκάς Δ., Έκθεσις επί της δράσεως του Βασιλικού Ναυτικού κατά τον Πόλεμο 1940 – 1945.

ΠΗΓΗ: http://perialos.blogspot.gr/2014/06/blog-post_16.html