Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Κάρλ Γιούνγκ, εισηγητής της Σχολής της Αναλυτικής Ψυχολογίας

Μιλούσε πέντε γλώσσες και στο τέλος της ζωής του, άφησε πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, που αριθμούσε 300 τόμους, ενώ περίπου 100 άρθρα του είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα, προϊόν της δίψας του για μελέτη και μακράς εμπλοκής του στην κλινική παρατήρηση, ενώ παράλληλα άνοιξε νέους δρόμους παρατήρησης και έρευνας για την ανθρώπινη ψυχή.

Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (γερμανικά: Carl Gustav Jung, 26 Ιουλίου 1875 - 6 Ιουνίου 1961), ήταν Ελβετός γιατρός και ψυχολόγος ενώ υπήρξε ο εισηγητής της σχολής της αναλυτικής ψυχολογίας.

Βίος
Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1875 στο Κέσβιλ αμ Μπόντενζεε (Kesswil am Bodensee), κοντά στη λίμνη Κόνσταντς του καντονίου Τουργκάου (Thurgau) της Ελβετίας. Καταγόταν από σχετικά φτωχή και δίχως ιδιαίτερη μόρφωση οικογένεια, αλλά για τον ίδιο φρόντισαν το καλύτερο. Γιος ιερέα, βίωσε αρκετές ταραχές, εσωτερικές και εξωτερικές, κατά την παιδική του ηλικία, με αποτέλεσμα κατά την ηλικία των 12 ετών περίπου να υποφέρει από νεύρωση και κρίσεις λιποθυμίας. Ξεπερνώντας το πρόβλημα με δικές του προσπάθειες συνειδητοποίησε για πρώτη φορά όπως εξομολογείται ο ίδιος στο Αναμνήσεις, Όνειρα, Σκέψεις το τι σημαίνει νεύρωση. Αν και τελικά τούτη η εμπειρία υπήρξε καθοριστική για τις αναζητήσεις του στο χώρο της Ιατρικής δεν του έλειψε η επαφή με τις κλασικές σπουδές εξαιτίας του πατέρα του. Από τα χρόνια του δημοτικού άρχισε μαθήματα λατινικών και πολύ γρήγορα επέδειξε ιδιαίτερη έφεση στην εκμάθηση γλωσσών, φτάνοντας να γίνει γνώστης πολλών σύγχρονων ευρωπαϊκών όσο και αρχαίων, συμπεριλαμβανομένης και της σανσκριτικής. Ήταν μοναχικό και εσωστρεφές παιδί, κάτι που τα χρόνια της εφηβείας του επιτάθηκε, σε βαθμό να μη δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σχολείο και να μη θέλει να πηγαίνει, προσποιούμενος πολύ συχνά τον άρρωστο. Τελικά τελείωσε το Ανθρωπιστικό Γυμνάσιο της Βασιλείας κάτω από μεγάλη πίεση.

Carl-Jung-mod.jpg
Αν και αρχικά σκεφτόταν να γίνει αρχαιολόγος, σε ηλικία 20 ετών άρχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας κάτω από εξαιρετικά αντίξοες οικονομικές συνθήκες. Περιθωριακή φυσιογνωμία από πεποίθηση στα φοιτητικά του χρόνια, διέθετε εντούτοις σημαντική διανοητική δύναμη που τον έκανε πόλο έλξης της φοιτητικής αδελφότητας της Ζοφίνγκια, στην οποία από νωρίς άρχισε να δίνει διαλέξεις για θεολογικά και ψυχολογικά θέματα. Σε αυτή την εποχή συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Άλμπερτ Έρι.

Στην περίοδο 1895-1899 ο Γιουνγκ έκανε πειράματα πνευματισμού με την εξαδέλφη του Έλεν Πράσβερκ - διόλου ασυνήθιστο για την εποχή του. Ακολουθώντας τη συμβουλή του καθηγητή Όιγκεν Μπλέλερ έκανε τα πειράματα και τις παρατηρήσεις του θέμα της διδακτορικής του διατριβής με τίτλο Ψυχολογία και Παθολογία των Αποκαλούμενων Απόκρυφων Φαινομένων (1902). Επηρεασμένος από τον διάσημο νευρολόγο Κραφτ-Έμπινγκ επέλεξε ως ειδικότητα την Ψυχιατρική.

Το Ιούλιο του 1900 και έχοντας αποφασίσει να γίνει ψυχίατρος, ξεκίνησε ως βοηθός γιατρού με την εποπτεία του Όιγκεν Μπλέλερ, καθηγητή της Ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και διευθυντή του Νοσοκομείου Ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλτσλι. Κλειδώθηκε από μόνος του για μισό χρόνο περίπου πίσω από τους τοίχους του ασύλου ψυχασθενών, προκειμένου να "συνηθίσει την ατμόσφαιρα". Τον απορρόφησε ιδιαίτερα η έρευνα της ψυχωσικής συμπεριφοράς και του λόγου και εξερεύνησε τα πρωτόγονα λεκτικά σχήματα και τις στερεότυπες χειρονομίες των ασθενών. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών αργότερα του έδωσαν το έναυσμα για την διαμόρφωση της μεθόδου λεκτικού συνειρμού, σύμφωνα με την οποία μετρούσε με τη βοήθεια γαλβανόμετρου. Καθώς η μέθοδος λεκτικού συνειρμού χρησιμοποιήθηκε για τον νομικό καθορισμό γεγονότων, το πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης του απένειμε το 1909 τιμητικό διδακτορικό Νομικής.

Παρόλο που το ενδιαφέρον του για τα παραψυχολογικά φαινόμενα - όπως αποκαλούνται σήμερα - έμεινε αμείωτο ως το τέλος της ζωής του, στη συγκεκριμένη περίοδο η προσοχή του μετατοπίστηκε στα συγχρονιστικά φαινόμενα. Αποτέλεσμα της έρευνάς του υπήρξε το Συγχρονικότητα: Μια μη αιτιατή συνεκτική αρχή, (1952), που εκδόθηκε μαζί με ένα δοκίμιο του Βόλφγκανγκ Πάουλι (Wolfgang Pauli), μια θεωρία που εφάρμοσε για την ερμηνεία των αποκαλούμενων μαντικών μεθόδων. Στην ίδια περίοδο συνδέθηκε με τον σινολόγο Ρίχαρντ Βίλχελμ (Richard Wilhelm), με τον οποίο συζητούσε τους πειραματισμούς του πάνω στο Ι Τσινγκ.

Σίγκμουντ Φρόυντ
Η αποφασιστικότερη πιθανώς εμπειρία στη ζωή του Γιουνγκ υπήρξε η επαφή του με τον Σίγκμουντ Φρόυντ (Βλ. Φρόυντ ΕΔΩ) και κυρίως η επαφή του με την ψυχολογία της υστερίαςκαι τα όνειρα. Αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο φαίνεται πως ήταν το έργο του Φρόυντ πάνω στην Ερμηνεία των Ονείρων, το οποίο θεωρούσε την πληρέστερη προσπάθεια που έγινε για να κατακτηθεί το αίνιγμα της ασυνείδητης ψυχής πάνω στο φαινομενικά στέρεο έδαφος του εμπειρισμού. 

Σίγκμουντ Φρόυντ
Η καρποφόρα φιλία τους δεν κράτησε πολύ. Αν και στενός φίλος και συνεργάτης του Φρόυντ, ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ διαφώνησε μαζί του (1913) και αποχώρησε από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρία που είχαν ιδρύσει μαζί. Συγκεκριμένα, η δημοσίευση του έργου του Γιουνγκ Μεταμορφώσεις και Σύμβολα της Λίμπιντο οδήγησε στην οριστική ρήξη της σχέσης τους, μια ρήξη η οποία είχε ξεκινήσει από τις προσωπικές τους διαφωνίες πάνω σε θέματα σεξουαλικότητας και ερμηνείας των ονείρων αλλά και πάνω σε διαφορές τους ως προς το θέμα της θρησκείας.

"Η εποχή μας έχει ανάγκη από αγίους", συνήθιζε να λέει ο Καρλ Γιουγκ, πιστός στις ιδεαλιστικές θεωρίες που τον έφεραν πολύ μακρύτερα από τον Φρόυντ. Ο Γιουνγκ πίστευε βαθιά πως αν δεν έχει κανείς με τι να αντικαταστήσει το θρησκευτικό ένστικτο θα πρέπει να το αφήνει άθικτο, καθώς αποτελεί θεμέλιο του ατομικού κόσμου. Η κατάρρευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ακολουθείται συχνά από κατάρρευση της προσωπικότητας, κάτι που ο Γιουνγκ παρατηρούσε συχνά στους ασθενείς του. Επίσης, θεωρούσε παραφορτωμένη τη θεωρία του Φρόυντ για τη σεξουαλικότητα, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σε μια αχρονολόγητη και αδημοσίευτη σημείωσή του για τον Άλφρεντ Άντλερ, που είχε επίσης διατελέσει μέλος του κύκλου του Φρόυντ αλλά ίδρυσε εντέλει τη δική του σχολή ατομικής ψυχολογίας. Σε αυτή τη σημείωση φαίνεται να εκτιμά τον Άντλερ, για το γεγονός ότι έφερε στην επιφάνεια το θεμελιακό γεγονός της ανάγκης του ατόμου για σπουδαιότητα, η οποία ερμηνεύει σημαντικές όψεις της νεύρωσης, μη ερμηνεύσιμες από την σεξουαλικότητα.

Αντίθετα από τον Φρόυντ, ο οποίος μετά τη ρήξη απέφευγε να αναφέρει το όνομά του, ο Γιουνγκ δεν θέλησε να χαράξει μια απόλυτα διαχωριστική γραμμή στους καρπούς της σχέσης τους και έτσι τα έργα και οι επιστολές του είναι γεμάτες αναφορές στο έργο του διδασκάλου του.



Ασυνείδητο
Οι απόψεις του Γιουνγκ για το ασυνείδητο διαμορφώθηκαν βάσει των νέων αναζητήσεών του που προέκυψαν από τη ρήξη του με τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Αναζήτησε μια έγκυρη ψυχολογική βάση τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους ασθενείς του. Πειραματίστηκε με τον εαυτό του και σταμάτησε να διδάσκει, προσπαθώντας να κατανοήσει τις φαντασιώσεις και άλλα ατομικά του περιεχόμενα. Το πείραμά του τελείωσε μετά από 6 χρόνια. Τις εσωτερικές του εμπειρίες τις μετέφερε στο Κόκκινο Βιβλίο, έναν τόμο δεμένο με κόκκινο δέρμα και πλούσια εικονογράφηση σε τεχνοτροπία Αρ Νουβώ (art nouveau). Ο ίδιος ποτέ δεν θεώρησε τους πίνακές του ως τέχνη, αλλά ως εξωτερίκευση των βιωμάτων του.

Με τον όρο ασυνείδητο ο Γιουνγκ εννοούσε εκείνη την περιοχή του αγνώστου στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια ό,τι συνειδητοποιούμε και το έχουμε ξεχάσει, ό,τι συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις, αλλά δεν σημειώνουμε στο συνειδητό νου, όσα νιώθουμε, σκεπτόμαστε, θυμόμαστε, επιθυμούμε και πράττουμε ακούσια ή δίχως ιδιαίτερη προσοχή, όλα τα μελλοντικά πράγματα που παίρνουν σχήμα και αναδύονται κάποτε στη συνείδηση, όλα αυτά αποτελούν περιεχόμενο του ασυνείδητου. Πέραν αυτών στο ασυνείδητο περιλαμβάνονται απωθημένες οδυνηρές σκέψεις και συναισθήματα. Ονόμασε το σύνολο αυτών των περιεχομένων ατομικό ασυνείδητο, αλλά αναγνώρισε ιδιότητες που δεν βιώνει ο άνθρωπος ατομικά αλλά τις κληρονομεί από μια βαθύτερη και ευρύτερη επικράτεια την οποία ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο. Τα ένστικτα και τα αρχέτυπα είναι εκείνα που διαμορφώνουν το συλλογικό ασυνείδητο και παρουσιάζουν μια κανονικότητα στην εμφάνισή τους.

Κανονικότητα στην εμφάνισή της για το ασυνείδητο του Γιουνγκ κατά τη διάρκεια των πειραματισμών του είχε η μορφή ενός γέροντα, τον οποίο ο Γιουνγκ ονόμαζε Φιλήμονα, με τον οποίο είχε μακρές συζητήσεις. Ψυχολογικά ο Φιλήμων αντιπροσώπευε την ύψιστη ενόραση για τον Γιουνγκ και ήταν δύναμη per se, διακριτή από τα ατομικά περιεχόμενα του ασυνείδητου. Ανήκε σε εκείνες τις φαντασιώσεις που δεν προκαλούσε το ατομικό ασυνείδητο αλλά παράγονταν από μόνα τους και είχαν τη δική τους ζωή.

Αλχημεία
Σχολιάζοντας το αρχαίο κινεζικό κείμενο Το μυστικό του Χρυσού Λουλουδιού, ο Γιουνγκ άρχισε να ενδιαφέρεται για την Αλχημεία. Το πρώτο έργο που προμηθεύτηκε ήταν το Artis Auriferae, (Περί της χρυσοποιητικής τέχνης), μια συλλογή 20 δοκιμίων στα Λατινικά, που δημοσιεύθηκαν στην Βασιλεία το 1593. Έγινε μανιώδης συλλέκτης αλχημικών έργων με αποτέλεσμα τα αλχημικά κείμενα να καταλάβουν το μεγαλύτερο κομμάτι της εξαιρετικά μεγάλης βιβλιοθήκης του. Στο έργο του η Ψυχολογία της Μεταβίβασης σχολίασε εκτεταμένα το Rosarium Philosophorum, (Το κομποσχοίνι των φιλοσόφων), ένα από τα δοκίμια του Artis Auriferae.

Όσον αφορά στην αλχημεία, ο ίδιος πίστευε ότι το αλχημικό opus (έργο) δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως φυσική ή χημική διαδικασία, αλλά ως διαδικασία ψυχικού μετασχηματισμού. Ο αλχημιστής του παρελθόντος, στην προσπάθειά του να αποσπάσει τα μυστικά της χημικής μεταστοιχείωσης, προχωρούσε παράλληλα σε μια διαδικασία ψυχικής μετουσίωσης. Το άγνωστο του εξωτερικού κόσμου συνδεόταν με το άγνωστο του εσωτερικού κόσμου, προκαλώντας αλλαγές στον ασυνείδητο κόσμο. Τούτη η συνειδητοποίηση έγινε το κλειδί για την εξέταση του ασυνείδητου, αλλά και για τη σχέση του με τον εξωτερικό κόσμο.

Η έρευνα του τον οδήγησε τον Παράκελσο, τον οποίο εκτιμούσε ιδιαίτερα, καθώς τον θεωρούσε πρωτοπόρο πνεύμα και ιατρό της εποχής του. Για τον Γιουνγκ ο Παράκελσος είχε τη γνώση και τη δυνατότητα να βλέπει τον άνθρωπο ως ολότητα πέρα από το φυσικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον ψυχικό παράγοντα, μέσω της θεωρίας του για την ψυχικά ζωογονημένη ύλη.

Ψυχοθεραπεία
Βάσει της εμπειρίας που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με το ασυνείδητο, ο Γιουνγκ ανεπτυξε τη δική του ψυχαναλυτική πρακτική, την τεχνική της ενεργητικής φαντασίας. Ουσιαστικά η διαδικασία της συνειδητοποίησης των εικόνων είναι το γενικό αποτέλεσμα της ερμηνείας των ονείρων, αλλά μπορεί να αγγίξει βαθύτερες όψεις του εαυτού, μέσω της ενεργητικής φαντασίας.

Η μέθοδος απαιτεί συνειδητή εμβάθυνση στο ασυνείδητο, παρατήρηση, απεικόνιση και στοχασμό επί των περιεχομένων του. Τα περιεχόμενα ζωγραφίζονται μορφοποιούνται ενίοτε χορεύονται, δραματοποιούνται ή καταγράφονται σε μια φανταστική σειρά, ως δράση ή διάλογος με εσωτερικές μορφές.

Η ενεργητική φαντασία ξεκινά τη θεραπεία μιας νεύρωσης χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στη συνείδηση και τα περιεχόμενα του ασυνείδητου. Οι εικόνες του ασυνείδητου είναι αυτοαπεικονίσεις διαδικασιών της ψυχικής ζωής, που μπορούν να απελευθερωθούν από την παράλυση και την παθητικότητα μέσω του δημιουργικού οραματισμού. Όλα τα παραπάνω βέβαια απαιτούν μια εξατομικευμένη μεταχείριση για κάθε διαφορετικό ασθενή. Φαίνεται πως ο Γιουνγκ δεν πίστευε σε γενικές μεθόδους θεραπείας, καθώς θεωρούσε ότι για κάθε άτομο αποδίδει μόνον η ατομική κατανόηση

Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου "καλό θα ήταν όποιος επιθυμεί να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή να αποχαιρετήσει τις μελέτες του και να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει πλουσιότερες σοδειές γνώσης από αυτές που μπορούν να του προσφέρουν τα βιβλία και θα γνωρίσει πώς να συμπεριφέρεται ως γιατρός στον ασθενή, με αληθινή γνώση της ανθρώπινης ψυχής".

Ταξίδια
Η επαφή με άλλους πολιτισμούς και τα μακροχρόνια ταξίδια άσκησαν σημαντική επιρροή στον Γιουνγκ. Τον Μάρτιο του 1920 συνοδεύοντας έναν φίλο του στην Τυνησία ταξίδεψε νότια προς το Σφαξ, στην όαση πόλη του Τοζέ. Εκεί αναζήτησε ασυνείδητα ένα κομμάτι της προσωπικότητάς του μη-ευρωπαϊκό και επηρεάστηκε από το άχρονο της ερήμου και την συναισθηματική ευθύτητα των Βορειοαφρικανών.

Τον Ιανουάριο του 1925 επισκέφθηκε μαζί με φίλους του τους Ινδιάνους του Νέου Μεξικού, τους Πουέμπλο ή "χτίστες των πόλεων". Εκεί φαίνεται πως τον συγκλόνισε η συνάντησή του με τον αρχηγό των Πουέμπλο του Ταός τον Αντόνιο Μιραμπάλ ή Οκιάι Μπιάνο (Ορεινή λίμνη), ο οποίος του έδειξε ένα άλλο πρόσωπο της εικόνας που παρουσιάζουν οι λευκοί για τους άλλους πολιτισμούς, το πρόσωπο του αρπακτικού. Τέτοια είναι η ενόραση που αποκόμισε ο Γιουνγκ από τούτη τη συνάντηση που επηρέασε βαθιά τον μεταγενέστερο τρόπο σκέψης του, όπως αφηγείται στο Αναμνήσεις Όνειρα Σκέψεις.

Την ίδια χρονιά ταξίδεψε στην Κένυα και την Ουγκάντα, με τελικό προορισμό τους πρόποδες του όρους Ελγκόν, όπου ήλθε σε επαφή με τους Μασάι και τη σημασία της λατρείας του ήλιου και της αέναης πρωινής του γέννησης για τους Αφρικανούς. Η εξερευνητική του αποστολή στην Αφρική συνεχίστηκε στην Κοιλάδα του Νείλου στην λίμνη Βικτώρια, το Σουδάν και το Χαρτούμ.

Το 1938 έλαβε πρόσκληση από την ινδική κυβέρνηση να παραστεί στο 25ο ιωβηλαίο του Ινδικού Επιστημονικού Συνεδρίου. Αν και στη συγκεκριμένη περίοδο η ενασχόλησή του με την αλχημική σκέψη και τις προσωπικές του αναζητήσεις ουσιαστικά τον εμπόδισε να αποτυπώσει βαθιά την αίσθηση του ινδικού πολιτισμού, εντούτοις κατανόησε τη σημαντική διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη της πραγματικότητας των Ινδών και των Ευρωπαίων, που κατά την άποψή του είχαν περιορίσει ζωή στον θύλακα του κεφαλιού τους.

Πέθανε στο σπίτι του, στο Κύσναχτ, σε ηλικία 86 ετών. Ο θάνατός του, γλυκός, ήρεμος και ανώδυνος, έστεψε μία ζωή βυθισμένη στη μελέτη της ανθρώπινης φύσης, της φιλοσοφίας, των θρησκειών και των πολιτισμών. Μιλούσε πέντε γλώσσες και στο τέλος της ζωής του, καθότι πολυγραφότατος, άφησε πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, που αριθμούσε 300 τόμους, ενώ περίπου 100 άρθρα του είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα, προϊόν της δίψας του για μελέτη και μακράς εμπλοκής του στην κλινική παρατήρηση, ενώ παράλληλα άνοιξε νέους δρόμους παρατήρησης και έρευνας για την ανθρώπινη ψυχή.

Οι απόψεις του για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν την ανθρώπινη ψυχή συνοψίζονται πιθανώς στα παρακάτω:

«Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, να αποχαιρετήσει τις μελέτες του και να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει πλουσιότερες σοδειές γνώσης από αυτές που μπορούν να του προσφέρουν τα βιβλία και θα γνωρίσει πώς να συμπεριφέρεται ως γιατρός στον ασθενή, με αληθινή γνώση της ανθρώπινης ψυχής». (CW, 10, 177).

Κριτική
Οι δραστηριότητες και οι ιδέες του Κ. Γκ. Γιουνγκ υπέστησαν έντονη κριτική, ακόμη και από πρώην μαθητές του, όπως ο Μαξ Νολ. Την ίδια στιγμή, όμως, το ίδιο έντονη υπήρξε και η υπεράσπισή του από εκείνους που κατανόησαν τη φύση της σκέψης και της πρακτικής του. Παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι δέχθηκε τα πυρά τόσο της επιστήμης όσο και της θρησκείας, δηλαδή των δύο όψεων που προσπάθησε να γεφυρώσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Μία από τις βασικές κατηγορίες είναι ο υποθετικός αντισημιτισμός του και ο εκθειασμός του Αδόλφου Χίτλερ. Οι κατηγορίες αυτές προέρχονται κυρίως από την κοινότητα των μεταγιουγκιανών και κατόπιν από φροϋδικούς κύκλους μετά τη ρήξη του με τον Φρόιντ.

Ο ίδιος απαντά: «Πρέπει να είναι ήδη σαφές για οποιονδήποτε έχει διαβάσει οποιαδήποτε από τα βιβλία μου ότι δεν υπήρξα ποτέ υποστηρικτής των Ναζί και δεν υπήρξα ποτέ αντισημίτης. Επίσης καμία παρανόηση, μεταφραστικό λάθος, ή παρουσίαση αυτών που έχω γράψει δεν μπορεί να αλλάξει την αληθινή μου άποψη».

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Maria Tecla Artemisia Montessori, η πρώτη γυναίκα γιατρός στην Ιταλία, ψυχολόγος και παιδαγωγός

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1952.
Επινόησε το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό σύστημα, γνωστό και ως «μοντεσσοριανή μέθοδος», το οποίο αποτέλεσε πρωτοπορία για την εποχή του και εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα σε αρκετά σχολεία, τα επονομαζόμενα «μοντεσσοριανά» ή «μοντεσσοριανές σχολές».

Maria Montessori: η μέθοδος της παιδαγωγικής πέρα από τα όρια του εκπαιδευτικού συστήματος.


Η Μαρία Μοντεσσόρι, της οποίας η προσωπικότητα και το έργο αποτελούν σημαντικό σταθμό στη μελέτη της σύγχρονης παιδαγωγικής σκέψης, γεννήθηκε στην επαρχία Chiaravalle της Ιταλίας το 1870.

Σπούδασε ιατρική, της οποίας αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1896. Η επιθυμία και η ανάγκη της για βαθύτερη παιδαγωγική μόρφωση την οδήγησαν να εγγραφεί το 1902 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης, όπου σπούδασε Παιδαγωγική, Φιλοσοφία και Ψυχολογία.


Στην ψυχιατρική κλινική του Πανεπιστημίου είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με παιδιά με νοητική υστέρηση. Τότε διαπίστωσε ότι η Παιδαγωγική πρέπει να συνεργαστεί με την Ιατρική για την θεραπεία αυτών των παιδιών γιατί, ακόμα και αυτά τα άτυχα παιδιά, όταν ενθαρρύνονταν κατάλληλα, αποκτούσαν ένα αυθόρμητο ενδιαφέρον στη μάθηση και μία αυθόρμητη αυτοπειθαρχία.

Η Μοντεσσόρι ίδρυσε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για τη μελέτη των προβλημάτων των τροφίμων του φρενοκομείου της Ρώμης. Στο ινστιτούτο αυτό δίδαξε και η ίδια και εφάρμοσε τη μέθοδό της, την οποία ύστερα θέλησε να εφαρμόσει και στα ομαλώς αναπτυσσόμενα άτομα. Η Μ. Μοντεσσόρι αναρωτιέται : «ενώ όλοι θαύμαζαν τα καθυστερημένα παιδιά του σχολείου μου, εγώ αναζητούσα τις αιτίες που κρατούσαν τόσο πίσω τα γερά και ευτυχισμένα παιδιά των κανονικών σχολείων που στα τεστ νοημοσύνης ήταν ίσα με τους δικούς μου δύστυχους μαθητές».

Όσο περισσότερο εμβάθυνε στην ανώμαλη αυτή κατάσταση, τόσο περισσότερο δυνάμωνε η πεποίθησή της ότι η αιτία βρισκόταν σε κάποια διαφορά στις εκπαιδευτικές αρχές.

Έτσι το 1909, όταν η Μοντεσσόρι εγκατέλειψε τη δουλειά της με τα παιδιά στο επανορθωτικό σχολείο της Ρώμης, δούλευε κιόλας στο μυαλό της την ιδέα μιας διαφορετικής εκπαιδευτικής αγωγής των παιδιών στα σχολεία. Έτσι, σαν υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Ρώμης επέτεινε τη δράση της στην ίδρυση και οργάνωση κέντρων προσχολικής αγωγής, τα οποία ονόμασε «σπίτια του παιδιού» και στο συγγραφικό της έργο, το οποίο την κατέστησε διεθνώς γνωστή, ιδιαίτερα το περίφημο επιστημονικό της σύγγραμμα «η μέθοδος της επιστημονικής παιδαγωγικής και το σπίτι των παιδιών».

Οι εμπνευσμένες εκπαιδευτικές ιδέες της Μ. Μοντεσσόρι έπιασαν βαθιές ρίζες σε όλο τον κόσμο και αποδείχτηκε ότι μπορούν να έχουν καθολική εφαρμογή, ανεξάρτητα από χώρα και φυλή. Με το σύστημά της απέβλεψε στο σεβασμό της αναπτύξεως του παιδιού, στη βοήθεια να εκδηλώσει τις ικανότητές του και στην εδραίωση, μέσω της υγιούς, δίκαιας και δημοκρατικής αγωγής, μιας ειρηνικής ανθρωπότητας, στην οποία ο εγωισμός, οι ανισότητες, οι πόλεμοι και η άσκηση βίας, με οποιοδήποτε τρόπο, δε θα έχουν θέση.

Το Μοντεσσοριανό σύστημα κυρίως αναφέρεται στην αγωγή των αισθήσεων, στην αγωγή των μυών, στην αγωγή της ευφυΐας και στην αγωγή των κοινωνικών συναισθημάτων και της ηθικής βουλήσεως.

Επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, από χώρα σε χώρα, σε ειρηνικούς και εμπόλεμους καιρούς, η Μοντεσσόρι δε σταμάτησε ούτε στιγμή τις εκπαιδευτικές περιοδείες και τις έρευνές της. Ήταν τόσες πολλές οι προσκλήσεις από την Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία, που μη μπορώντας να τις αποδεχτεί όλες έλεγε: «έχω τόση πρακτική δουλειά να κάνω που δεν μπορώ να μιλώ όλη την ώρα». Η Μοντεσσόρι είδε ότι η μέθοδός της θα εκτεινόταν πέρα από τα όρια του εκπαιδευτικού συστήματος και θα έφερνε αλλαγές και στο σπίτι και τελικά και μέσα στην κοινωνία. Καταλάβαινε ότι αυτό έκρυβε τον κίνδυνο παρανόησης και κακής εφαρμογής των αρχών της μεθόδου της. Έτσι, για τα επόμενα σαράντα χρόνια της ζωής της αφοσιώθηκε στο συγγραφικό έργο. Τόσο τεράστιο και πολύμορφο είναι το παραγωγικό της έργο, που θα χρειαστούν πολλά χρόνια μέχρι να γίνει καθολικά γνωστό και να εφαρμοστεί στο χώρο της εκπαίδευσης. Ενώ θα χρειαστούν πολλαπλάσια χρόνια για να εφαρμοστούν στη ζωή της οικογένειας και στην κοινωνία. Ένα τεράστιο μέρος των γραπτών της παραμένουν ατακτοποίητα και αδημοσίευτα.

Η παιδαγωγική της Μοντεσσόρι βασίζεται σε επιστημονικές αρχές, οι οποίες αναφέρονται στη γνώση της φύσης και της εξέλιξης του παιδιού. Η φιλοσοφική και ψυχολογική βάση στη μέθοδό της είναι το άτομο, σαν πυρήνας της κοινωνίας και η ελευθερία του. Εδώ το παιδί θα εκφράσει τις ανάγκες του, θα εκδηλώσει τις κλίσεις του, θα αναπτύξει τις ικανότητές του. Από την ελεύθερη συνάντηση με το περιβάλλον θα προέλθει η ελεύθερη ενέργεια και δράση του παιδιού και η ελεύθερη αυτοέκφρασή του. Η αυταξία της παιδικής ηλικίας συνδέεται με την αυτοανάπτυξη και την αυτοαγωγή του παιδιού, πράγμα που σημαίνει αυτοδιδασκαλία. Σύμφωνα με αυτά, η μάθηση στο σύστημα της Μοντεσσόρι δεν έχει την έννοια της διδασκαλίας, αλλά της δημιουργίας ενός παιδευτικού περιβάλλοντος κατάλληλα οργανωμένου για τις ανάγκες του πειραματισμού, της δράσης και της εξέλιξης του πνεύματος του μαθητή.

Η μέθοδος της Μοντεσσόρι βασίστηκε στην υπομονετική παρατήρηση της φύσης του παιδιού και αποκάλυψε ότι τα παιδιά έχουν το δικό τους ρυθμό ανάπτυξης μέσα από μία σειρά από αισθητήριες περιόδους, όπου αποκτούν έντονη επίγνωση της γλώσσας, της τάξης, των δικών τους αισθήσεων και της κοινωνίας. Επίσης αναδείχτηκε η ακατανίκητη ανάγκη του παιδιού να μάθει με την άσκηση, δοκιμάζοντας στην πράξη τις δυνάμεις του. Αποκάλυψε την κλίση και αγάπη του παιδιού για δουλειά που το απασχολεί σωματικά και πνευματικά και τη μεγάλη του ικανότητα για συγκέντρωση. Η χαρά που νιώθει το παιδί από τη δουλειά που αναλαμβάνει να κάνει είναι απροσμέτρητη. Έτσι, μέσα από τη μοντεσσοριανή μέθοδο, οι αίθουσες των σχολείων μεταμορφώθηκαν από ανιαρούς πειθαρχημένους χώρους σε ζωηρόχρωμες, απλές και ανεπίσημες παιδικές εστίες. Η μέθοδος της Μοντεσσόρι, ενώ προσφέρει στα παιδιά το μάξιμουμ του αυθορμητισμού, δεν παύει να τα κάνει ικανά να φθάσουν ακόμη και σε υψηλά επίπεδα ακαδημαϊκής μόρφωσης.


Στα τελευταία χρόνια της ζωής της συνήθιζε να περιγράφει τη λειτουργία της εκπαίδευσης σαν «βοήθεια στη ζωή». Η εκπαίδευση, όπως και η ιατρική, είναι μία τέχνη που συνεπάγεται τη συνεργασία με τη φύση. Πραγματικά όσο πιο βαθιά εισχωρεί κανείς στις ιδέες της τόσο περισσότερο βρίσκεται μπροστά στην παρουσία του μυστηρίου και των κρυφών και δημιουργικών δυνάμεων της φύσης. Σύμφωνα με την Μοντεσσόρι, είναι απαραίτητο να δώσουμε στο παιδί την ευκαιρία να αναπτυχθεί σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Όλα τα άλλα έρχονται σαν συνέπεια κυριαρχεί πάνω στο σώμα του , κινείται όπως θέλει και ξέρει να παρατηρεί τον εαυτό του. Μπορούμε να δούμε ότι έφθασε στην κυριαρχία αυτή από το γεγονός ότι είναι ικανό να έχει απόλυτη ηρεμία. Η κυριαρχία που μπορεί να κατακτήσει ένα παιδί είναι συχνά ανώτερη από αυτή του ενηλίκου. Τα παιδιά που είναι αυτοπειθαρχημένα είναι προς το δρόμο της φυσικής ψυχικής ανάπτυξης. Μπορούν να υπακούσουν στη θέληση κάποιου, επειδή έχουν υποτάξει τη δική τους θέληση πρώτα: Η υπακοή και η πειθαρχία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μορφή ψυχικής επιδεξιότητας που προϋποθέτει ψυχική ισορροπία.

Τα παιδιά στα πειραματικά σχολεία της Μοντεσσόρι, που ήταν τόποι όπου μπορούσαν να εργάζονται ήρεμα, να αποκαλύπτουν τον εαυτό τους και να απελευθερώνουν το καταπιεσμένο τους πνεύμα, εκδήλωναν τρόπους συμπεριφοράς και δράσης ξένους προς την παιδική ηλικία. Αυτό στάθηκε αφορμή για σκέψη πάνω σε σοβαρά εκπαιδευτικά λάθη πάνω στα πιο λεπτά και εύπλαστα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας. Τα παιδιά στα σχολεία αυτά δεν έδειχναν ενδιαφέρον για παραμύθια και ιστοριούλες . Εκείνο που διαρκώς επιζητούσαν ήταν να απελευθερωθούν από τους ενήλικες και να δράσουν μόνα τους, εκδηλώνοντας την αντίθεσή τους σε κάθε προσπάθεια βοήθειας που τους προσφέρονταν. Ήταν ήρεμα, απορροφημένα από τη δουλειά τους, φτάνοντας σε ένα εκπληκτικό επίπεδο παιδικής γαλήνης. Όταν τα παιδιά ολοκλήρωναν κάποια δουλειά, φαίνονταν ήρεμα, ξεκούραστα και βαθύτατα ευχαριστημένα.

Σημαντική διαπίστωσή της ήταν ότι το παιδί χρησιμοποιεί αυτά που μαθαίνει για λογαριασμό άλλων παιδιών που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά. Επιπλέον δε θεωρεί τη δουλειά που έκανε ανταμείψιμη. Είναι η ίδια η δουλειά που ανταμείβει το παιδί.

Η έρευνα για την ανακάλυψη του πραγματικού παιδιού, που κρύβεται πίσω από αυτό που διαμόρφωσαν οι μεγάλοι, αποτελούσε πάντα το κέντρο των προσπαθειών της Μοντεσσόρι. Για αυτήν κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι τόσο παγκόσμιο και τόσο καθολικό όσο το πρόβλημα της καταπίεσης του παιδιού.

Το παιδί που ζει σε ένα περιβάλλον που δημιούργησαν οι μεγάλοι με το δικό τους τρόπο ζωής δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις δικές του φυσικές και ψυχικές ανάγκες. Καταπιεσμένο από έναν πανίσχυρο ενήλικα που του λυγίζει τη θέληση και το υποχρεώνει να προσαρμοστεί σε ένα εχθρικό περιβάλλον, δεν μπορεί να αναπτυχθεί διανοητικά και ηθικά.

Θέση της Μοντεσσόρι είναι ότι οι μεγάλοι θα πρέπει να εγκαταλείψουν το ρόλο τους σαν δεσμοφύλακες και να περιορίσουν την εξαντλητική για το παιδί παρουσία τους, την επιτήρηση και την καθοδήγηση.

Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το έργο της Μοντεσσόρι θα μπορούσε να συνοψιστεί στην προσπάθειά της να τερματίσει τον προαιώνιο αγώνα που εξακολουθεί να μαίνεται ανάμεσα στο παιδί και τον ενήλικα, ένας αγώνας που δεν είναι λιγότερο πραγματικός, επειδή διεξάγεται στο υποσυνείδητο.

Αρχή και βάση του έργου της Μοντεσσόρι είναι η απελευθέρωση της εσωτερικής ζωής του παιδιού. Η ελευθερία είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί πολυδιάστατα ένα παιδί, και το πείραμα η βασική μεθοδολογία. Μία από τις θεμελιώδεις αρχές της ήταν η εμπιστοσύνη στο αυθόρμητο ενδιαφέρον του παιδιού σαν βασικό κίνητρο για τη μάθηση.

Η Μοντεσσόρι έβλεπε σαν στόχο της ελευθερίας, την τάξη της εσωτερικής ζωής του παιδιού και την ισορροπία ανάμεσα στις πιο υψηλές δραστηριότητες του μυαλού του και τις πρωτόγονες δραστηριότητες των αισθήσεών του.
Η μέθοδός της αναπτύσσει στο σύνολό της την προσωπικότητα του παιδιού, όχι μόνο τις διανοητικές λειτουργίες του αλλά και τις δυνάμεις συλλογισμού, της πρωτοβουλίας και της ανεξάρτητης εκλογής, με τα συναισθηματικά τους συμπληρώματα.

Για τη Μοντεσσόρι, η εκπαίδευση απαιτεί την αξιοποίηση των εσωτερικών δυνάμεων του παιδιού για τη δική του καθοδήγηση. Η προσοχή πρέπει να διεγερθεί προοδευτικά, για να αναπτυχθούν οι δυνάμεις της συγκέντρωσης.
Το πιο δύσκολο πράγμα για το δάσκαλο είναι να κατανοήσει ότι, επειδή το παιδί προοδεύει, αυτός πρέπει να συγκρατείται και να αποφεύγει να δίνει οδηγίες. Πρέπει να στηρίξει την πίστη του στις λανθάνουσες δυνάμεις του παιδιού.

Ο δάσκαλος πρέπει να αφιερωθεί στην καλυτέρευση της ανθρωπότητας. Πρέπει να είναι σαν την Εστιάδα που κρατούσε την ιερή φλόγα, που άλλοι είχαν ανάψει, καθαρή και αμόλυντη. Ο δάσκαλος πρέπει να τάξει τον εαυτό του στη διατήρηση της φλόγας της εσωτερικής ζωής, σε όλη την καθαρότητά της. Αν αυτή η φλόγα εγκαταλειφθεί, θα σβήσει και ποτέ δε θα ανάψει ξανά.

Η Μοντεσσόρι ανακάλυψε ότι το παιδί διαθέτει διαφορετικές και ανώτερες ιδιότητες από αυτές που συνήθως του αποδίδουμε εμείς. Το παιδί αναζητεί να εναρμονιστεί με τον τύπο των ανθρώπινων υπάρξεων που το περιβάλλουν, και το κατορθώνει. Υπάρχουν όμως εσωτερικές ανάγκες, για τις οποίες το παιδί χρειάζεται απόλυτη μοναχικότητα και εσωτερική απομόνωση. Αν κάποιος άλλος παρέμβει, όλα καταστρέφονται. Αυτό το βαθμό σκέψης μπορούν να τον φτάσουν μόνο απελευθερώνοντας τον εαυτό τους από τον εξωτερικό κόσμο, και χρειάζεται να τραφεί με το εσωτερικό πνεύμα, που με τη σειρά του απαιτεί ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον. Βρίσκουμε στα παιδιά αυτή τη δύναμη της σκέψης, αυτό το βύθισμα του πνεύματος μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Για τη Μοντεσσόρι, υπάρχει μία αυστηρή σχέση ανάμεσα στη χειρωνακτική εργασία και τη συγκέντρωση του πνεύματος. Η ζωή του πνεύματος προετοιμάζει την ενεργό δύναμη για την καθημερινή ζωή, και από τη μεριά της η καθημερινή ζωή ενθαρρύνει τη σκέψη μέσα από την καθημερινή εργασία. 

Ανάπαυση δε σημαίνει ολοκληρωτική νωθρότητα. Τα νεύρα μας δεν αναπαύονται, αν παραμείνουμε ακίνητοι. Η ανάπαυση έρχεται όταν βραδύνουμε το ρυθμό της δουλειάς. Με τον τρόπο αυτό, βρίσκουμε ανάπαυση στη διανοητική απασχόληση που δυναμώνει το πνεύμα. Τα παιδιά που έχουν φτάσει σε αυτό το επίπεδο προσανατολίζονται τόσο πολύ προς τη δουλειά, χειρωνακτική ή διανοητική, που δεν ξέρουν πώς να υπάρξουν, αν δεν έχουν κάτι να κάνουν.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η Μαρία Μοντεσσόρι έθεσε τις βάσεις για μία νέα αγωγή, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ελευθερία στην έκφραση, ανανέωσε και επαναστατικοποίησε τις εκπαιδευτικές αντιλήψεις, μιλώντας για τη δυνατότητα του παιδιού να διδάσκεται μόνο του. Κατάφερε να μετατρέψει τη διδασκαλία σε παιχνίδι ενδιαφέροντος ανάμεσα στο διδάσκοντα και το διδασκόμενο. Τελικά, έδωσε στο παιδί τη θέση που του αξίζει στην κοινωνία των ανθρώπων μαζί με τη βεβαιότητα ότι τέτοια παιδιά μπορούν να υποσχεθούν ένα μέλλον καλύτερο για τον εαυτό τους και για την ανθρωπότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΑΓΩΓΗΣ, Μαρία Μοντεσσόρι, Εκδόσεις Γλάρος

- ΝΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΟΥΜΕ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ, Μαρία Μοντεσσόρι, Εκδόσεις Γλάρος

- ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ, Μαρία Μοντεσσόρι, Εκδόσεις Γλάρος

- Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης τ.β΄(17ος - 20ος αι.), Αντώνης Δανασσής Αφεντάκης, Αθήνα 1980





Η Μαρία σε ηλικία τριών ετών μετακόμισε με την οικογένειά της στη Φλωρεντία και το 1875 στη Ρώμη, λόγω της δουλειάς του πατέρα της. Τον επόμενο χρόνο πήγε στο δημοτικό σχολείο, από το οποίο αποφοίτησε το 1883 με ιδιαίτερες επιδόσεις στο μάθημα των Οικιακών. Το 1883 γράφτηκε στο Τεχνικό Σχολείο «Μικελάντζελο Μπουοναρότι», όπου διδάχτηκε ιταλικά, μαθηματικά, λογιστικά, ιστορία και γεωγραφία. Το 1886 συνέχισε τις σπουδές της στο Τεχνικό Σχολείο «Λεονάρντο Ντα Βίντσι», όπου διδάχθηκε ιταλικά, μαθηματικά, ιστορία, γεωγραφία, γεωμετρία, γραμμικό και ελεύθερο σχέδιο, φυσική, χημεία, ζωολογία, φυτολογία και ξένες γλώσσες.

Αποφοίτησε το 1890 με δίπλωμα στη φυσική και τα μαθηματικά και τον ίδιο χρόνο επιχείρησε να γραφτεί στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου «Λα Σαπιέντσα» της Ρώμης, μία ασυνήθιστη επιλογή για γυναίκα της εποχής της. Δεν έγινε δεκτή αμέσως και παρακολούθησε ένα πρόγραμμα σπουδών που περιελάμβανε φυτολογία, ζωολογία, πειραματική φυσική, ιστολογία, ανατομία, χημεία, Ιταλικά και Λατινικά. Το 1893 πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις και δεν μπόρεσαν να της αρνηθούν την εγγραφή της στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης.

Από την αρχή αντιμετώπισε την εχθρότητα μερίδας των συμφοιτητών της, αλλά και των καθηγητών, γρήγορα όμως τους κέρδισε με τις επιδόσεις της. Το 1896 αποφοίτησε με τις ειδικότητες του παιδιάτρου και της ψυχιάτρου, έχοντας κλινική εμπειρία κατά τη διάρκεια των σπουδών της. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε πτυχίο ιατρικής από Ιταλικό Πανεπιστήμιο. Την ίδια χρονιά διορίστηκε βοηθός στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου της Ρώμης, όπου της κίνησαν το ενδιαφέρον τα εκπαιδευτικά προβλήματα των παιδιών με νοητική καθυστέρηση. Από το 1900 έως το 1907 δίδαξε παιδαγωγική στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου κατείχε και την έδρα της ανθρωπολογίας από το 1904 έως το 1908. Στο διάστημα αυτό συνέχισε τις σπουδές της στη Φιλοσοφία, την Ψυχολογία και σε θέματα αγωγής.

Στα τέλη του 1906 προσκλήθηκε να αναλάβει την εκπαίδευση μιας ομάδας παιδιών σε μια φτωχογειτονιά της Ρώμης, το Σαν Λορέντζο. Η Μοντεσόρι το θεώρησε ως χρυσή ευκαιρία για την εφαρμογή των εκπαιδευτικών της μεθόδων σε παιδιά με φυσιολογική νοημοσύνη. Στις 6 Ιανουαρίου 1907 άνοιξε το πρώτο Σπίτι των Παιδιών (Casa dei Bambini). Έδινε ιδιαίτερη έμφαση στα εποπτικά διδασκαλίας δικής της εμπνεύσεως και κατασκευής για να γίνονται μέσω των αισθήσεων κατανοητά τα μαθήματα του σχολείου. Οι μαθητές μάθαιναν στην αυτοπειθαρχία μέσα από διάφορες δραστηριότητες, όπως το ξεσκόνισμα και το σκούπισμα της τάξης και την περιποίηση του κήπου.

Στην πρώτη αυτή πειραματική σχολική τάξη η Μοντεσόρι παρακολουθούσε καθημερινά τις αντιδράσεις των παιδιών, για να διαμορφώσει την εκπαιδευτική της μέθοδο, η οποία αποτυπώνεται στο βιβλίο της Η μέθοδος της επιστημονικής παιδαγωγικής (Il Metodo della Pedagogia Scientifica Applicato All' Educazione Infantile Nelle Casa Dei Bambine), που εκδόθηκε το 1909. Η Μοντεσόρι εμπνεύστηκε τη μέθοδό της από τα νηπιαγωγεία του Φρέμπελ, την ψυχολογία των αισθήσεων των Ιτάρ και Σεγκέν και τις εκπαιδευτικές θεωρίες του Πεσταλότσι.

Σύμφωνα με τη μέθοδο Μοντεσόρι, το παιδί συμμετέχει στη γνώση και με τις πέντε αισθήσεις του και εκπαιδεύεται χωρίς σχολικούς καταναγκασμούς. Διάφορα αντικείμενα το βοηθούν να κατανοήσει τις έννοιες του βάρους, τα χρώματα, τα ποσοτικά μεγέθη και τα σχήματα, ενώ διάφορες κατασκευές αξιοποιούν τη δημιουργική και καλλιτεχνική του έφεση. Η παιδαγωγός δεν επιβάλλεται ποτέ με τον φόβο ή με την ένταση της φωνής της. Ένα «μάθημα σιωπής» ασκεί στον αυτοέλεγχο και την αυτοσυγκράτηση τα παιδιά.

Το εκπαιδευτικό της σύστημα αρχίζει να αναγνωρίζεται πρώτα στην Ιταλία και στη συνέχεια στον υπόλοιπο κόσμο. Τα επόμενα σαράντα χρόνια ταξιδεύει αδιάκοπα σε όλη την Ευρώπη, την Ινδία και τις ΗΠΑ, ανοίγοντας σχολεία που φέρουν το όνομά της. Το πρώτο μοντεσοριανό νηπιαγωγείο στην Ελλάδα άνοιξε το 1936 στην Αθήνα από την ελληνορωσίδα εκπαιδευτικό Μαρία Εντελστάιν-Γουδέλη (1906-1991), με τη βοήθεια του παιδαγωγού Δημήτρη Γληνού. Είναι η σημερινή Μοντεσοριανή Σχολή Αθηνών «Μαρία Γουδέλη», που εδρεύει στη Νέα Φιλοθέη.

Το 1922, η Μαρία Μοντεσόρι διορίζεται κυβερνητικός επιθεωρητής των Σχολείων στην Ιταλία, αλλά θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα της το 1934, εξαιτίας της φασιστικής διακυβέρνησης Μουσολίνι. Μετακομίζει στην Ισπανία, αλλά μετά τον Εμφύλιο και την επικράτηση της δικτατορίας του Φράνκο εγκαθίσταται στην Ολλανδία. Το 1939 μεταναστεύει στην Ινδία, όπου θα παραμείνει καθ’ όλη τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1949 επιστρέφει στην Ολλανδία, όπου θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής της. Στις 6 Μαΐου 1952, εξαιτίας ενός εγκεφαλικού επεισοδίου, αφήνει την τελευταία της πνοή στην πόλη Νόρντβαικ της Δυτικής Ολλανδίας, σε ηλικία 81 ετών.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/