Η Ελληνική Επανάσταση ή Επανάσταση του 1821 ήταν η ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρωτεργάτες της επαναστατικής ιδέας είχαν επηρεαστεί από το έργο του εθνεγέρτη Ρήγα Φεραίου, ο οποίος οραματίστηκε μια πανβαλκανική εξέγερση όλων των λαών της χερσονήσου για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και για αυτό τον λόγο επέλεξαν να ξεκινήσουν την επανάσταση από τις παραδουνάβιες αυτόνομες ηγεμονίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου διαβίωναν διάφορες χριστιανικές, κατά ομιλούσα γλώσσα "εθνότητες".
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017
Τετάρτη 20 Μαΐου 2015
Παπαφλέσσας, η Μάχη στο Μανιάκι (20 Μαΐου 1825)
Στη Μάχη στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου 1825, βρήκε τον θάνατο προβάλλοντας ηρωική αντίσταση μαζί με τους λίγους άνδρες που του είχαν μείνει. Μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε από τους στρατιώτες του να αναζητήσουν και να βρουν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα. Όταν εκείνοι το βρήκαν, τους διέταξε να τοποθετήσουν πάνω στο ακέφαλο πτώμα το κεφάλι και να τον στήσουν σε μια βελανιδιά που βρισκόταν εκεί. Τότε ο Ιμπραήμ πλησίασε τον νεκρό Παπαφλέσσα και τον φίλησε στο μέτωπο σε ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητας και του ανιδιοτελούς θάρρους του.

Ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας (το κανονικό του όνομα ήταν Γεώργιος Δημ. Δικαίος. Το επώνυμο "Φλέσσας" θεωρείται προσωνύμιο της οικογένειας των Δικαίων) (1788-1825) ή περισσότερο γνωστός ως Παπαφλέσσας ή Γρηγόριος Δικαίος ή Μπουρλοτιέρης των ψυχών ήταν κληρικός, πολιτικός και αγωνιστής, ήρωας της Eλληνικής Επανάστασης του 1821.
Ι. Βιογραφία
Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας το 1788, και ήταν υστερότοκος γιος από δεύτερο γάμο του Δημήτριου Δικαίου, ο οποίος είχε συνολικά 28 παιδιά. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Δικαίος του Δημητρίου. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, την οποία δεν την τελείωσε και μόνασε, το 1816, στο μοναστήρι της Παναγιάς της Βελανιδιάς, στην Καλαμάτα, όπου πήρε το όνομα Γρηγόριος (παπάς Φλέσσας εξ ού και το Παπαφλέσσας). Εξαιτίας του επαναστατικού χαρακτήρα του, ήλθε σε σύγκρουση με τον επίσκοπο Μονεμβασιάς, έφυγε από τη μονή του και πήγε σε άλλο μοναστήρι, της Ρεκίτσας. Νέα σύγκρουσή του με Τούρκο αξιωματούχο για τα περουσιακά της μονής τον παρώθησε να αφήσει την Πελοπόννησο περνώντας στη Ζάκυνθο, όπου γνώρισε τον Κολοκοτρώνη και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄.
ΙΙ. Η μύησή του στη Φιλική Εταιρεία
Στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τον Αναγνωσταρά ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία στις 21 Ιουνίου 1818. Στα έγγραφα της Εταιρείας υπέγραφε με το όνομα Αρμόδιος και ως διακριτικά έβαζε τα αρχικά Α.Μ. Η μύησή του έγινε στον οικία των Αινιάνων στα Θεραπειά και η παρουσία του στους κόλπους της θα προσέδιδε «ένα νέο δυναμικό τόνο» σε αυτήν. Στο Βουκουρέστι όμως επειδή ο Αναγνωστόπουλος δεν αποκάλυψε την δομή της Φιλικής Εταιρείας, ο Αρχιμανδρίτης «μ΄ένα μαχαίρι στο χέρι επετήθηκε του Παν. Αναγνωστόπουλου φοβερίζοντάς τον, ότι θα τον σφάξει και θα προδώσει στη Σουλτανική εξουσία όλα τα Εταιρικά». Τον Μάιο του 1820 συντάσσει μαζί με τον Γεώργιο Λεβέντη στο Βουκουρέστι το Σχέδιον Γενικόν. Στο Ισμήλιο της Βεσσαραβίας συγκαλλείται σύσκεψη των στελεχών της Φιλικής Εταιρείας από τον Υψηλάντη. Συμμετείχε και ο Δικαίος, ο οποίος τόσο πριν τη σύγκληση της σύσκεψης με επιστολές που έστειλε προς τον Υψηλάντη από την Κωνσταντινούπολη, όσο και στις εργασίες της σύσκεψης υποστήριξε την άποψη για επίσπευση της έναρξης της Επαναστάσεως, παρουσιάζοντας πλαστά έγγραφα που εμφάνιζαν την Πελοπόννησο πανέτοιμη για επανάσταση.
Τελικά η σύσκεψη του Ισμαηλίου αποφάσισε -αναφορικά με τον Παπαφλέσσα- την αποστολή του στην Πελοπόννησο ως εκπρόσωπο του Αρχηγού.
ΙΙΙ. Στην Πελοπόννησο
Ο Παπαφλέσσας τέλη Νοεμβρίου του 1820 αγοράζει καράβι από την Κωνσταντινούπολη στο όνομα του Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή και αφού λαμβάνει το ποσό των 90.000 γροσίων από την τοπική Εφορία της Εταιρείας, αναχωρεί για Πελοπόννησο. Το δρομολόγιό του είναι διαδοχικά οι Κυδωνιές, όπου φορτώνει ένα πλοίο πυρομαχικά με προορισμό τη Μάνη, η Ύδρα όπου συναντά μια αμφιθυμική κατάσταση (οι Φιλικοί Οικονόμου, Γκίκας, Κυριαζής ενθουσιάζονται μαζί του, ενώ ο Κουντουριώτης και οι άλλοι προύχοντες είναι επιφυλακτικοί), οι Σπέτσες, όπου κι εκεί συνάντησε την ίδια αμφιθυμική κατάσταση μεταξύ των προκρίτων. Προεστοί της Πελοποννήσου έστειλαν τον Παναγιώτη Αρβάλη με σκοπό να τον βολιδοσκοπήσει και τελικά ασπάσθηκε τις απόψεις του. Αυτό τον έκανε στα μάτια των προκρίτων «πιο επικίνδυνο (και) αποφάσισαν να τον απομονώσουν». Γι'αυτό κυκλοφορούσε με ενόπλους σωματοφύλακες όταν πέρασε στην Πελοπόννησο.
1) Η Συνέλευση της Βοστίτσας
Στις εργασίας της Συνέλευσης της Βοστίτσας συμμετείχε και ο Παπαφλέσσας, ο οποίος παρουσίασε τις εντολές του Αλέξανδρου Υψηλάντη σχετικά με την έναρξη της Επανάστασης στο Μοριά. Αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη, δισταγμό και ανοιχτή εχθρότητα: κυρίως συγκρούστηκαν μαζί του οι Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης. Προτάθηκε η απόσυρσή του στο μοναστήρι της Σιδηρόπορτας προκειμένου να μην θέσει σε κίνδυνο την Επανάσταση. Ο Δικαίος απείλησε όμως τους προκρίτους πως θα ξεκινούσε μόνος του την επανάσταση μισθώνοντας 1000 Πελοποννήσιους χωρικούς και άλλους τόσους Μανιάτες, λέγοντας «κι όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι ας τον θανατώσουν».
2) Η δράση του Παπαφλέσσα μετά τη σύσκεψη της Βοστίτσας και μέχρι το τέλος του 1821
Στη συνέχεια κινήθηκε στην Γορτυνία και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου προκειμένου να έλθει σε επαφή με σημαίνοντα πρόσωπα (προύχοντες και οπλαρχηγούς): έτσι στα Λαγκάδια στις 2/14 Φεβρουαρίου συναντήθηκε με τους Δεληγιανναίους οι οποίοι ήταν δύσπιστοι για όσα έλεγε και τον φυγαδεύουν στο μικρό μοναστήρι Γαρδίκι της Πολιανής. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης τον αποκαλεί αγύρτη παλιοκαλόγερο στα απομνημονεύματά του. Η αντίδραση των προκρίτων απέναντι του δεν ερμηνεύεται μόνο ως αποτέλεσμα της αρνητικής στάσης τους απέναντι στην επανάσταση. Ο καθηγητής της Νεώτερης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Στέφανος Παπαγεωργίου, λέει χαρακτηριστικά, «Οι έμπειροι προύχοντες έβλεπαν στο πρόσωπο του Δικαίου τον εκπρόσωπο μιας κατώτερης κοινωνικής τάξης, ο οποίος επιδίωκε εκτός από την εκδίωξη των Τούρκων και την απελευθέρωση των Ελλήνων,την ανατροπή της προεπαναστατικής κοινωνικής και πολιτικής πυραμίδας...». Από τη μονή Γαρδικίου όπου βρίσκεται στέλνει επιστολή στον Υψηλάντη και του ζητά να επισπεύσει τον ερχομό του. Έπειτα συναντά τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις Κυτριές και προκειμένου να κάμψει του δυσταγμούς του του υπόσχεται μεταπελευθερωτικά την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Η παρακίνησή του σε κάποια πρόσωπα βρίσκει ανταπόκριση: στις 14 Μαρτίου ο Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης ταχυδρόμος σκοτώνει μαζί με άλλους τρεις Τούρκους εισπράκτορες. Ο Παπαφλέσσας έρχεται σε επαφή με τους Κολοκοτρώνη και Νικηταρά, μοιράζει μικρούς και μεγάλους στρατιωτικούς βαθμούς σε σημαντικούς οπλοφόρους με εντολή να μαζέψουν και να εξοπλίσουν χωρικούς. Επίσης μετά την άφιξη των πολεμοφοδίων που οι Φιλικοί της Σμύρνης είχαν στείλει, αναθέτει την μεταφορά στους Νικηταρά και Αναγνωσταρά, ενώ με «τέχνασμα» εξασφαλίζει άδεια εκτελωνισμού αυτού του φορτίου από τον Πετρόμπεη. Η εμφάνισή του με κράνος προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση αφού «...η επί το ευρωπαϊκότερον εμφάνισις εξασκούσεν αλλόκοτον επίδρασιν» Στις 23 Μαρτίου εισέρχεται με το σώμα του και με άλλους οπλαρχηγούς υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στην Καλαμάτα. Μετά κινήθηκε στην Ανδρίτσαινα , στην Καρύταινα, στα Βέρβαινα, στο Άργος, όπου πήγε προς ενίσχυση των πολιορκημένων Ελλήνων του κάστρου με 15 άνδρες και τέλος στην Κόρινθο για να ανακόψει τις τουρκικές δυνάμεις που κινούνταν προς τα εκεί επειδή ο Μουσταφά μπέης έκαιγε τα χωριά απ' όπου περνούσε, ο Δικαίος διέταξε «για αντίποινα να πυρπολύσουν –αρχές Μαΐου– τα ονομαστά σεράγια του Κιαμήλ μπέη [...] καθώς και τα τουρκικά σπίτια της Κορίνθου». Τον Ιούλιο του 1821 βρέθηκε στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδος προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και τον Δεκέμβριο στην Κορινθία όταν παραδόθηκε το κάστρο της Ακροκορίνθου στους Έλληνες. Όταν εκδηλώθηκε η ρήξη ανάμεσα στον Υψηλάντη και τους προκρίτους –τον καλοκαίρι του 1821– ως αποτέλεσμα της πρότασης που έκανε ο πρώτος στους δεύτερους σχετικά με την κατάργηση κάθε πολιτικής αρχής που δεν είχε διοριστεί από τον ίδιο, και μετά την άρνηση των δεύτερων να αποδεχθούν τις προτάσεις αυτές και αφού αποχώρησε από τα Βέρβενα ο Υψηλάντης, μαζί με τον Δικαίο, ο οποίος ήταν ένας από αυτούς που διαφώνησαν με τους προκρίτους και που –φαίνεται– να υποκίνησε και τη στάση των στρατιωτών απέναντί των συγκεντρωμένων προκρίτων στα Βέρβενα. Στη Συνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος του 1821) συμμετέχει ως πληρεξούσιος και ονομάζεται γερουσιαστής.
3) Η δράση του το 1822
Συμμετέχει, επίσης, τον Ιούνιο του 1822 σε επιτροπή για την εφαρμογή της συνθήκης παράδοσης του Ναυπλίου. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς μαζί με τον Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς προσπαθούν να αποκλείσουν τον Δράμαλη στην Κορινθία με την κατάληψη επίκαιρων θέσεων και τη συμμετοχή του στη μάχη του Αγιονορίου.
4) Η δράση του το 1823
Η Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος της Κυνουρίας τον εκλέγει Υπουργό των Εσωτερικών, θέση στην οποία θα παραμείνει μέχρι τον θάνατό του. Στη διάρκεια της υπουργείας του εντέλλεται από την κυβέρνηση να συντάξει εγκύκλιο επιστολή ‘’προς τους Έλληνας της Δυτικής Εκκλησίας’’ με σκοπό την ευαισθητοποίησή τους στον κοινό αγώνα.
5) Η δράση του το 1824
Αρχικά τάχθηκε με την παράταξη του Κολοκοτρώνη και αποδείχθηκε «αμφίρροπος εις τας κομματικάς του πεποιθήσεις κατά τον εμφύλιον πόλεμον». Την ίδια χρονιά οπότε η κυβέρνηση Κουντουριώτη διέταξε την εκλογή παραστατών για την γ΄ περίοδο της διοικήσεως προκλήθηκαν αντιθέσεις σχετικά με την εκλογή παραστάτη της επαρχίας Λεονταρίου: οι ντόπιοι ήθελαν τον Πέτρο Σαλαμονό, ενώ οι κυβερνητικοί, μεταξύ αυτών και ο Παπαφλέσας, Υπουργός των Εσωτερικών και της Αστυνομίας, ο οποίος παρενέβη, τον Νικόλαο Μιλιάνη.
IV. Η μάχη στο Μανιάκι και ο θάνατός του
Η Μάχη στο Μανιάκι ήταν μια από τις πολεμικές συμπλοκές της επανάστασης του '21 με νικηφόρα έκβαση για τους Αιγύπτιους και ήττα των Ελλήνων. Στην μάχη αυτή που έγινε τον Μάιο του 1825 σκοτώθηκε ο Παπαφλέσσας.

Όταν το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς εισέβαλε στην Πελοπόννησο, πρώτος ο Παπαφλέσσας ζήτησε να ελευθερωθούν οι φυλακισμένοι πολεμιστές, αλλά δεν εισακούστηκε. Έτσι αναγκάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος: αφού διορίστηκε από το Εκτελεστικό Σώμα στις 27 Απριλίου 1825, περιέρχεται από την επόμενη μέρα την κεντρική και νοτιοδυτική Πελοπόννησο με σκοπό τη στρατολόγηση ανδρών. Το δρομολόγιό του ήταν αναχώρηση από Ναύπλιο, και μετάβαση διαδοχικά σε Τρίπολη, Λεοντάρι. Ο Παπαφλέσσας με συνεχείς του εκκλήσεις ζητά την απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη και των άλλων αγωνιστών που κρατούνταν στην Ύδρα. Στις 19 Μαΐου όταν φάνηκαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα, πολλοί από τους άνδρες του Παπαφλέσσα διασκορπίστηκαν και έμεινε με 300 (ή κατά άλλους 600) πολεμιστές.
Η πορεία της μάχης
Στις αρχές του 1825 η Ελληνική Επανάσταση διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, όχι μόνο από τον Ιμπραήμ, αλλά και εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Ο Aιγύπτιος πολέμαρχος, μετά την κατάληψη του Νεόκαστρου (κάστρου της Πύλου), γρήγορα έγινε κυρίαρχος σχεδόν όλης της Μεσσηνίας και ετοιμαζόταν να βαδίσει κατά της Τριπολιτσάς, διοικητικού κέντρου της Οθωμανικής Πελοποννήσου, που κατείχαν οι Έλληνες από το 1822.
Στις απελευθερωμένες περιοχές κυβερνούσε το «Εκτελεστικό» υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη, ενώ οι αρκετοί οπλαρχηγοί (Κολοκοτρώνης κ.ά.) βρίσκονταν στις φυλακές, θύματα της εμφύλιας διαμάχης. Ο Παπαφλέσσας, που ασκούσε καθήκοντα Υπουργού Στρατιωτικών, διείδε τον κίνδυνο που διέτρεχε η Επανάσταση και παρότι πολιτικός φίλος του Κουντουριώτη και αντίπαλος του Κολοκοτρώνη, εισηγήθηκε με συνεχείς εκκλήσεις την απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη και των άλλων αγωνιστών που κρατούνταν στην Ύδρα. Έτσι, σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τους Έλληνες, αναγκάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος: αφού διορίστηκε από το Εκτελεστικό Σώμα στις 27 Απριλίου 1825, περιέρχεται από την επόμενη μέρα την κεντρική και νοτιοδυτική Πελοπόννησο με σκοπό τη στρατολόγηση ανδρών,αλλά συναντούσε απροθυμία να συγκροτήσει ένα επαρκές στράτευμα για την αντιμετώπιση του Ιμπραήμ. Με λίγους άνδρες αναχώρησε από το Ναύπλιο και αφού διέσχισε την Πελοπόννησο κατέλαβε την ανατολική πλευρά του όρους Μάλα στο Μανιάκι της Μεσσηνίας, μία ορεινή περιοχή που «βλέπει» όλη την περιοχή μέχρι το Νεόκαστρο και από όπου θα είχε καλύτερη εποπτεία των κινήσεων του εχθρού.
Ο Ιμπραήμ με τις υπηρεσίες πληροφοριών που διέθετε εντόπισε εύκολα τις θέσεις των ανδρών του Παπαφλέσσα και κινήθηκε εναντίον του με 6.000 πεζούς και ιππείς. Ο Παπαφλέσσας μόλις και μπόρεσε να παρατάξει 1.300 άνδρες, αν και σύμφωνα με τις υποσχέσεις των οπλαρχηγών η ελληνική δύναμη θα έπρεπε να αγγίζει τους 10.000 άνδρες. Κατασκεύασε πρόχειρα προχώματα και παρέταξε τους άνδρες τους σε άμυνα τριών σειρών. Κάποιοι από τους οπλαρχηγούς του πρότειναν να δώσουν αλλού τη μάχη, επειδή η περιοχή ήταν ακατάλληλη και ότι τα ταμπούρια που είχαν κατασκευάσει θα ήταν εύκολη υπόθεση για το αιγυπτιακό ιππικό. Ο Παπαφλέσας επέμεινε να δώσει τη μάχη στο Μανιάκι, υπολογίζοντας στις ενισχύσεις που περίμενε.
Στις 19 Μαΐου, όταν φάνηκαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα και με τη θέα των ορδών του Ιμπραήμ, αρκετοί από τους Έλληνες καταλήφθηκαν από φόβο και αρνήθηκαν να πολεμήσουν και διασκορπίστηκαν στις γύρω περιοχές. «Είχε μαυρίσει ο κάμπος από τον πολύν στρατόν» γράφει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος (Φώτιου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου: «Βίος Παπαφλέσσα», 1868). Το σύνθημα της αποχώρησης έδωσε ο μανιάτης οπλαρχηγός Σταυριανός Καπετανάκης με δέκα άνδρες και στη συνέχεια η φυγή γενικεύτηκε. Το ελληνικό στρατόπεδο δεν αριθμούσε πάνω από 300 (ή κατά άλλους 600) πολεμιστές.
Η μάχη άρχισε το πρωί της 20ης Μαΐου 1825 και κράτησε περίπου οκτώ ώρες. Για τους πεπειραμένους Αιγύπτιους και τους Γάλλους αξιωματικούς τους δεν ήταν δύσκολο να κάμψουν την αντίσταση των λιγοστών Ελλήνων, παρότι πολέμησαν με υπέρμετρη γενναιότητα. Εισέβαλαν στα ταμπούρια τους και τους σκότωσαν σχεδόν όλους, ανάμεσά τους και τον Παπαφλέσσα. Ήταν μια άνιση μάχη από όλες τις πλευρές και έφερε στη μνήμη πολλών τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη θυσία των 300 του Λεωνίδα. Οι ενισχύσεις έφθασαν σχεδόν κατόπιν εορτής. Οι 1.300 άνδρες του Δημητράκη Πλαπούτα μόλις που πρόλαβαν να ρίξουν μερικές τουφεκιές, ενώ ο αδελφός του Παπαφλέσσα, Νικήτας Φλέσσας, με 700 άνδρες προτίμησε να αποσυρθεί μόλις έμαθε την καταστροφή.

Στη Μάχη στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου, βρήκε τον θάνατο προβάλλοντας ηρωική αντίσταση μαζί με τους λίγους άνδρες που του είχαν μείνει. Σύμφωνα με την ιστορία, που αναφέρουν και ορισμένοι ιστορικοί της επανάστασης, μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε από τους στρατιώτες του να αναζητήσουν και να βρουν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα. Όταν εκείνοι το βρήκαν, τους διέταξε να τοποθετήσουν πάνω στο ακέφαλο πτώμα το κεφάλι και να τον στήσουν σε μια βελανιδιά που βρισκόταν εκεί. Τότε ο Ιμπραήμ πλησίασε τον νεκρό Παπαφλέσσα και τον φίλησε στο μέτωπο σε ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητας και του ανιδιοτελούς θάρρους του. Μετά τη νίκη του στο Μανιάκι, ο Ιμπραήμ ολοκλήρωσε την κατάληψη της Μεσσηνίας με την πυρπόληση της Καλαμάτας και στη συνέχεια στράφηκε κατά της Τριπολιτσάς, την οποία κατέλαβε στις 11 Ιουνίου 1825.
| Προτομή του Παπαφλέσσα στο Πεδίο του Άρεως, Αθήνα |
V. Η πρόσληψη του Παπαφλέσα από τους συγχρόνους του και τους μεταγενεστέρους του
Ο Παναγιώτης Σέκερης σε επιστολή του στον Ξάνθο τον χαρακτηρίζει ‘’ορμητικό’’, «…τούτος είναι ορμητικός, τον εγνώρισα πολλά καλά». Σε επιστολή του ο Παναγιώτης Σέκερης προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο υπαινίσσεται για την προσωπικότητα του Δικαίου, «Περί δε του ‘’Αρμοδίου’’ (Γρηγ. Δικαίου) δεν έπρεπε να πιστεύσετε όσα ακούσατε. Εγώ ως τόσον δεν έχω διδόμενα να τον κατακρύνω αλλά μάλλον τον επαινώ έως τώρα επειδή εδιόρθωσε πολλάς καταχρήσεις…».
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στα Απομνημονεύματά του, «…έφθασεν εις την νήσον Πετζών Γρηγόριος τις, Δικαίος λεγόμενος, και εκείθεν μετέβη εις Πελοπόννησον…», «…ο δε Δικαίος,άνθρωπος απαταιών και εξωλέστατος» «Είχον φθάσει εις τον Πόρον προ καιρού τινός ογδοήκοντα βαρέλια μπαρούτη…η πρώτη και η μόνη συνδρομή όπου απεστάλη εις την Ελλάδα…αλλά και αυτή εις μάτην,επειδή με το να ήτον διωρισμένη εις παραλαβήν του Δικαίου Παπά Φλέσια,ούτος την παρέλαβεν και την επώλησεν,όθεν ήθελεν και εχρηματολόγει ενώ η Πατρίς εκινδύνευε …»
Ο ιστορικός Τάσος Γριτσόπουλος χαρακτηρίζει τους προσδιορισμούς αυτούς ως ‘’αυστηρούς’’ και ‘’υπερβολικούς’’ και εξηγεί τους χαρακτηρισμούς αυτούς του Γερμανού, «…δεν ανταποκρίνονται εις την πραγματικότητα εις όλην την έκτασιν…αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι περί του χαρακτήρος του Γρηγορίου …πολλά εγνώριζαν οι Πελοποννήσιοι και πλην αυτού …διάφοροι φήμαι τον παρουσίαζαν υπεράγαν ορμητικόν,ψευδολόγον, αδίστακτον, επικίνδυνον, και εις τους λογαριασμούς όχι εύτακτον.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης σε επιστολή του προς τον Αμβρόσιο Φραντζή, «Το όνομα του Παπαφλέσσα τον οποίον αναφέρετε ως αναφανέντα επωφελώς κατά την εποχήν εκείνην μετά του Κολοκοτρώνη, κατέστη επομένως ένδοξον και σημαντικόν εις την Ελλάδα, αλλά τις εδύνατο να δώση πίστιν εις τους λόγους αγνώστου και ασημάντου καλογήρου κατά πρώτον εις την σκηνήν παρουσιαζόμενον». Πρόκειται για επιστολή που έστειλε ο Κανέλλος Δεληγιάννης στον Φραντζή αμέσως μετά την έκδοση των δύο πρώτων τόμων της ιστορίας του και ύστερα από πρόσκληση του Φραντζή να συμπληρώσει και να κάνει επισημάνσεις πάνω στο έργο του.
Ο Schhrebian γράφει για τον Παπαφλέσσα, «Αυτός ο εξαιρετικός άνδρας ήταν ανάμεσα στους πρώτους που ξεσήκωσαν το Μοριά. Ήταν τότε περίπου σαράντα χρονών. Είχε χαρακτηριστικά αρχοντικά, μάτια φλογερά, σώμα γεμάτο δύναμη και ζωή, χαρακτήρα ακέραιο. Κάθε του πράξη υποκινούσε ένας αγνός πατριωτισμός. Το πνεύμα του ήταν περισσότερο καλλιεργημένο από το πνεύμα των άλλων συναδέλφων του. Μια μακριά μαύρη γεννιάδα τον ξεχώριζε απ΄όλους τους άλλους καπεταναίους. Στεκόταν πολύ ψηλά από τους άλλους καπεταναίους. Στεκόταν πολύ ψηλά στη συνείδηση όλων. Οι συμπατριώτες του έτρεφαν τόση εκτίμηση στο πρόσωπό του, ώστε τυφλά των υπάκουαν. Η παρουσία του μόνο ήταν αρκετή για να δώσει τέλος στις φιλονικιές που ξεσπόυσαν πολύ συχνά ανάμεσα στους χωρικούς και στους στρατιώτες. Ο Πουκεβίλ δυσαρεστημένος από τις κομματικές διενέξεις του 1823 θεωρεί τον Παπαφλέσσα ως έναν από τους ‘’ένοχους κομματικούς αρχηγούς’’’
Ο Τάσος Γριτσόπουλος, «Ο Δικαίος ήτο πρόσωπον ανωμάλου φύσεως. Η επιπολαιότης του έφερνε συχνά εις δύσκολον θέσιν τους αρχηγούς της Εταιρείας. Δια τούτο η περί αυτού γνώμη των Φιλικών δεν ήτο κολακευτική. […] ο αρχιμανδρίτης ήρχετο ορμητικός και υπέράγαν ενθουσιώδης να κηρύξη τον κατά της Τουρκίας πόλεμον.Το άλογον πάθος,η επικίνδυνος ορμητικότης, το ψεύδος, το παράτολμον μένος, η ανάμνησις των δεινών τεσσάρων αιώνων υπό δουλείαν […] εκπροσωπεί (ο Παπαφλέσσας) το απαραίτητον, αλλά έις πάσαν ενέργειαν επικίνδυνον, παράλογον πάθος».
Ετικέτες
20 μαΐου 1825,
ελληνική επανάσταση,
ήττα ελλήνων,
ιμπραήμ,
μάχη στο μανιάκι,
παπαφλέσσας,
σκοτώθηκε
Τρίτη 12 Μαΐου 2015
Η Μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821)
Η μάχη του Βαλτετσίου στις 12-13 Μαΐου του 1821 αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες νίκες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η επιτυχία της οφείλεται στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη, που επέμενε να δοθή η μάχη στην τοποθεσία εκείνη, και στον ηρωϊσμό των υπερασπιστών τών οχυρωμάτων, κυρίως των Μαυρομιχαλαίων και του του γέρου Μητροπέτροβα.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα
Η μάχη του Βαλτετσίου στις 12-13 Μαΐου του 1821 αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες νίκες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η επιτυχία της οφείλεται στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη, που επέμενε να δοθή η μάχη στην τοποθεσία εκείνη, και στον ηρωϊσμό των υπερασπιστών τών οχυρωμάτων, κυρίως των Μαυρομιχαλαίων και του του γέρου Μητροπέτροβα.
![]() |
| Ο ηρωϊκός Μητροπέτροβας, οπλαρχηγός της Ανδρούσας και του Λεονταρίου (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο) |
Αν και οι πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό και τη θέση των ταμπουριών, την αριθμητική δύναμη του τουρκικού στρατού, καθώς και τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της μάχης, είναι ως ένα βαθμό συγκεχυμένες, γεγονός παραμένει ότι οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς υπό τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά ξεκίνησαν με μεγάλο αριθμό στρατευμάτων με κατεύθυνση τη Μεγαλόπολη για να καταπνίξουν την επανάσταση στον Μοριά. Ισχυρό τμήμα του τουρκικού στρατού υπό την αρχηγία του Βαρδουνιώτη Ρουμπή έφθασε πριν από τα χαράματα στο Βαλτέτσι κατευθείαν από την Τριπολιτσά, ενώ άλλα τμήματα κατευθύνθηκαν λίγο αργότερα προς το Καλογεροβούνι, το Φραγκόβρυσο και τους Αραχαμίτες, κυρίως για να εμποδίσουν τυχόν βοήθεια από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, για να εξοντώσουν τους Έλληνες που θα εγκατέλειπαν, όπως πίστευαν, το Βαλτέτσι για να σωθούν, και ακόμη για να βοηθήσουν σε περίπτωση ανάγκης το κύριο εκστρατευτικό σώμα του Ρουμπή.
| Θεόδωρος Κολοκοτρώνης |
Ο Κολοκοτρώνης, ξεκινώντας από το Χρυσοβίτσι έφθασε πρώτος στη βόρεια ράχη του Βαλτετσίου, προκαλώντας αντιπερισπασμό στον Ρουμπή, ενώ λίγες ώρες αργότερα έφθανε ΒΑ του Βαλτετσίου και ο Πλαπούτας από το στρατόπεδο της Πιάνας. Η μάχη συνεχίστηκε αδιάκοπα όλη τη νύκτα ενώ έφθαναν ενισχύσεις στους Έλληνες από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, πρώτα υπό τον Π.Βαρβιτσιώτη και Α.Μαυρομιχάλη και ύστερα υπό τον Π.Γιατράκο.
Τελικά, οι Τούρκοι, βλέποντας ότι και άλλα ελληνικά σώματα υπό τον Νικηταρά και άλλους έσπευδαν προς το πεδίο της μάχης, άρχισαν να υποχωρούν προς την Τριπολιτσά. Στην υποχώρηση υπέστησαν μεγάλη φθορά, κυρίως από το σώμα του Πλαπούτα. Έτσι, μετά από 23 ώρες γενναία και από τις δύο πλευρές μάχη, έμειναν οι Έλληνες, αν και μειονεκτούσαν αριθμητικά, αδιαφιλονίκητοι νικητές στο Βαλτέτσι. Η σημασία της νίκης τους εκτός από τα άμεσα αποτελέσματά της, είχε και γενικώτερο αντίκτυπο για τον Αγώνα. Γεμάτοι αυτοπεποίθηση πλέον είχαν και άλλες επιτυχίες που οδήγησαν στην άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου.
Η Μάχη
Όταν πληροφορήθηκε ο κεχαγιάμπεης τη σύσταση του νέου στρατοπέδου στο Βαλτέτσι, αποφάσισε να κινηθή με μεγάλη δύναμη εναντίον του, να το διαλύση και να συντρίψη κατόπιν την επανάσταση στη Μεσσηνία και στη Λακωνία. Υπολόγιζε ότι γυρνώντας νικητής στη Μεγαλόπολη θα μπορούσε να υποτάξη ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Πριν από τα χαράματα της 12ης Μαΐου ξεκίνησε από την Τριπολιτσά το πρώτο και κυριώτερο σώμα των Τούρκων υπό την αρχηγία του Βαρδουνιώτη Ρουμπή και έφθασε κατευθείαν προς βορράν του Βαλτετσίου, με σκοπό να εμποδίση την αποστολή βοήθειας από τα στρατόπεδα της Πιάνας και του Χρυσοβιτσίου και να υπερκεράση συγχρόνως τα οχυρώματα των Γορτυνίων. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά άλλο σώμα με κατεύθυνση το Καλογεροβούνι, μιά ώρα περίπου νότια του Βαλτετσίου, για να ενισχύση σε περίπτωση ανάγκης το σώμα του Ρουμπή ή να εμποδίση μαζί με τα σώματα που κατευθύνονταν προς το Φραγκόβρυσο και την Κανδρέβα (σημερινή Ασέα) την πιθανή άφιξη βοήθειας από τα Βέρβαινα στους Έλληνες και επιπλέον να αποκόψη τον δρόμο υποχωρήσεως των Ελλήνων από το Βαλτέτσι και να τους αιχμαλωτίση. Το τουρκικό ιππικό κατέλαβε τους Αραχαμίτες, ΝΔ του Βαλτετσίου, με ανάλογη αποστολή, ενώ ακολουθούσε και πέμπτο σώμα 3.000 ανδρών με πολεμοφόδια, κανόνια κ.λπ.
| Πλαπούτας |
Ο Κολοκοτρώνης, μόλις πληροφορήθηκε την πορεία των Τούρκων, έτρεξε από το Χρυσοβίτσι με το εκεί ελληνικό τμήμα στο Βαλτέτσι, αφού ειδοποίησε και τον Πλαπούτα που βρισκόταν στην Πιάνα, καθώς και τους άλλους οπλαρχηγούς, να σπεύσουν. Πρόλαβε και κατέλαβε ένα ύψωμα βόρεια από το χωριό και άρχισε να κτυπά το σώμα του Ρουμπή, που προσπαθούσε με κυκλωτική κίνηση να συντρίψη τους οχυρωμένους στον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Κατά το μεσημέρι έφθασε και ο Πλαπούτας με τους άνδρες του στα ΒΑ του Βαλτετσίου και επιτέθηκε και εκείνος κατά του σώματος του Ρουμπή, που βαλλόταν συγχρόνως και από τους κλεισμένους στα ταμπούρια. Βλέποντας ο κεχαγιάμπεης τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει ο Ρουμπής, έστειλε δυνάμεις από το Καλογεροβούνι για να κτυπήσουν το ταμπούρι των Μανιατών και να ανακουφίσουν έτσι τον στρατό του Ρουμπή. Και αυτή η έφοδος όμως αποκρούσθηκε και τότε στήθηκαν κανόνια απέναντι από τον κεντρικό προμαχώνα. Το έδαφος όμως ήταν ανώμαλο και τα βλήμματα των πυροβόλων άλλοτε κτυπούσαν τους άνδρες του Ρουμπή και άλλοτε αστοχούσαν πέφτοντας στη γη.
Ήδη είχε βραδιάσει, αλλά η μάχη συνεχιζόταν με πείσμα και από τις δύο πλευρές. Ο Κολοκοτρώνης έτρεξε τότε σε ένα ύψωμα, που μέχρι σήμερα ακόμη λέγεται "του Κολοκοτρώνη το βουνό", και φωνάζοντας στον γέρο Μητροπέτροβα, που ακούραστος αντιμετώπιζε τις επιθέσεις του ιππικού, "έρχεται ο Κολοκοτρώνης με 10.000 έρχεται και ο Πετρόμπεης με όλους τους Μανιάτες, βαστάτε", του έδωσε κουράγιο. Κάνοντας μάλιστα και αιφνιδιαστική έφοδο το ίδιο βράδυ, ο Κολοκοτρώνης διέσπασε τον κλοιό και έφερε τροφές και πολεμοφόδια στους κλεισμένους στους προμαχώνες, όπως αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Φωτάκου. Βαθιά νύκτα η μάχη σταμάτησε και οι δύο αντίπαλοι έμειναν ακλόνητοι στις θέσεις τους, ελπίζοντας από τη μιά οι Τούρκοι ότι οι Έλληνες τη νύκτα θα διασκορπίζονταν, κι από την άλλη οι Έλληνες ότι μετά από την τόσο σθεναρή τους αντίσταση θα υποχωρούσαν οι εχθροί στην Τριπολιτσά.
Γύρω στα μεσάνυκτα έφθασαν από τα Βέρβαινα στο Καλογεροβούνι ενισχύσεις υπό τον Π.Βαρβιτσιώτη και τον Αντ. Μαυρομιχάλη, ενώ άλλο σώμα 400 ανδρών έφθασε τη χαραυγή υπό τους Π.Γιατράκο, Α.Κονδάκη και άλλους. Το επόμενο πρωί συνεχίσθηκε η μάχη. Έγινε και δεύτερη προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν τα πυροβόλα εναντίον του μανιάτικου προμαχώνος, αλλά και αυτή κατέληξε σε αποτυχία. Βλέποντας ο κεχαγιάμπεης ότι το σώμα του Ρουμπή κυκλωνόταν όλο και πιό πολύ, διέταξε γενική υποχώρηση - άλλωστε οι τουρκικές φρουρές στο Καλογεροβούνι είχαν διακρίνει και άλλη βοήθεια που ερχόταν από τα Βέρβαινα για να ενισχύση τους αμυνόμενους. Ήταν ο Νικηταράς, ο Ιω. Κολοκοτρώνης και άλλοι που επέστρεφαν από το Άργος, μεταφέροντας μολύβι για τις πολεμικές ανάγκες. Αυτοί έσπευσαν προς το Ζέλι και από εκεί στη λίμνη Τάκκα, αλλά όταν έφθασαν στη Μπολέτα οι Τούρκοι είχαν ήδη τραπή σε άτακτη φυγή. Σημαντική φθορά υπέστησαν στην υποχώρηση από τους κλεισμένους ως τότε στα ταμπούρια, από τα οποία βγήκαν για να τους κυνηγήσουν, αλλά κυρίως από το σώμα του Πλαπούτα. Τριακόσιοι νεκροί έμειναν στο πεδίο της μάχης και πάνω από 500 τραυματίες μεταφέρονταν όλη τη νύκτα στην Τριπολιτσά.
Η μάχη του Βαλτετσίου, που κράτησε 23 ώρες, και κατά την οποία για πρώτη φορά οι Έλληνες αγωνίστηκαν άρτια οργανωμένοι, είχε μεγάλο αντίκτυπο στο ηθικό τους. Συνειδητοποίησαν την υπεροχή τους και πήραν νέο θάρρος, πολύτιμο για τις μελλοντικές επιχειρήσεις εναντίον των εχθρών. Έκπληκτοι οι Τούρκοι από την έκβαση της μάχης άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η επανάσταση δεν ήταν μιά απλή εξέγερση λίγων ραγιάδων, όπως ήθελαν να πιστεύουν ως τότε.
Ελένη Δραμπάλα
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Αθήνα 2000.
Τετάρτη 6 Μαΐου 2015
Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν
Ο πλοίαρχος Τόμας Κόχραν του HMS Speed, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1801, καταλαμβάνει την ισπανική φρεγάτα El Gamo.
Θεωρείται ένας από τους φιλέλληνες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Διορίστηκε, από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, με διάταγμά της, αρχιναύαρχος του Ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.

Ο Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν θεωρείται ένας από τους φιλέλληνες της ελληνικής επανάστασης του 1821. Η καταγωγή του ήταν από την Μεγάλη Βρετανία. Αποτέλεσε αρχηγό του ελληνικού στόλου στη θέση του Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.
Ι. Βιογραφικά στοιχεία
Ο Τόμας-Αλεξάντερ Κόχραν (Thomas Alexander Cochrane) γεννήθηκε στο Annsfield της Μεγάλης Βρετανίας, κοντά στο Χάμιλτον, South Lanarkshire, Σκωτία το 1775 και απεβίωσε σε ηλικία 85 ετών το 1860. Ήταν 1ος Μαρκήσιος του Maranhão, Σκωτσέζος ναύτης, αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού και ριζοσπάστης πολιτικός. Καθώς ήταν στρατιωτικός και ναύαρχος, τέθηκε επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδας κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν ένας τολμηρός και επιτυχημένος καπετάνιος στους Ναπολεόντειους Πολέμους, οδηγώντας τους Γάλλους με το παρατσούκλι του Le Loup des Mers («Το Sea Wolf»). Απολύθηκε από το Βασιλικό Ναυτικό το 1814, μετά από την καταδίκη για απάτη στο χρηματιστήριο. Οργάνωσε και οδήγησε τις επαναστάσεις του πολεμικού ναυτικού της Χιλής, της Βραζιλίας και της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων πολέμων της ανεξαρτησίας τους. Στο τέλος του πολέμου της Χιλής, ο Κόχραν συνέβαλε στην περουβιανή ανεξαρτησία. Το 1832, του δόθηκε ξανά η θέση, όπου ο Βασιλιάς τον επανέφερε στο Βασιλικό Ναυτικό με το βαθμό του μπλε υποναυάρχου. Πέθανε το 1860 με το βαθμό του ναυάρχου του Κόκκινου, και τον τιμητικό τίτλο του υποναυάρχου του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ζωή του και τα κατορθώματά του ενέπνευσαν την ναυτική φαντασία μυθιστοριογράφων του 19ου και του 20ου αιώνα. Ο Κόχραν πέρασε τα νιάτα του στην Culross Fife, όπου η οικογένειά του είχε ένα κτήμα. Μέσα από την επιρροή του θείου του, Αλέξανδρου Κόχραν, ο ίδιος είχε εγγραφεί ως μέλος του πληρώματος στα βιβλία των τεσσάρων πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού, η εγγραφή του σε αυτά άρχισε από όταν ήταν πέντε χρόνων. Αυτή η γνωστή και παράνομη τακτική, ήταν ένα μέσο για την αύξηση των ετών υπηρεσίας που απαιτείται για την προώθηση ένταξης στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο πατέρας του , τον εξασφάλισε σε μια επιτροπή στο βρετανικό στρατό σε νεαρή ηλικία, αλλά ο Κόχραν προτίμησε το Πολεμικό Ναυτικό. Το 1793 κατατάχτηκε στο βρετανικό ναυτικό, αναδείχτηκε κυβερνήτης καταδρομικών πλοίων και έδρασε με επιτυχία στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Το 1806 εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στη Βουλή των Κοινοτήτων, αλλά λόγω της ανάμειξής του σε χρηματιστηριακή απάτη διαγράφτηκε από το ναυτικό και έχασε τη βουλευτική του ιδιότητα. Το 1807 εκλέχτηκε μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων, ως ριζοσπάστης. Το 1818 ανέλαβε την αρχηγία του χιλιανού στόλου στους αγώνες του εναντίον των Ισπανών αποικιοκρατών. Το 1820 πέρασε στην υπηρεσία του Περού και το 1823 τέθηκε επικεφαλής του στόλου στη Βραζιλία. Η συμβολή του στους απελευθερωτικούς αγώνες των χωρών αυτών εδραίωσε τη φήμη του ως ικανού ναυάρχου. Το 1823 αναδιοργάνωσε το βραζιλιάνικο στόλο και πέτυχε το συμβιβασμό μεταξύ Βραζιλίας - Πορτογαλίας. Το 1825 υπέγραψε συμφωνητικό με την ελληνική επιτροπή που τότε διαπραγματευόταν στο Λονδίνο τη σύναψη δανείου για να αναλάβει την αρχηγία του ελληνικού στόλου.
ΙΙ. Η στρατιωτική και πολιτική του δράση πριν την επανάσταση
Ο Τόμας Κόχραν, το 1793, σε ηλικία 18 ετών διορίστηκε στο Βρετανικό Ναυτικό και σημείωσε πολλές επιτυχίες. Παράδειγμα αποτελεί η καταστολή της πειρατείας στη Μεσόγειο με την αιχμαλωσία πεντακοσίων πειρατών σε διάστημα 15 μηνών. Την περίοδο του πολέμου μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, ωστόσο, φυλακίστηκε αλλά κατάφερε να διασωθεί και διορίστηκε πλοίαρχος, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλη περιουσία από πειρατικές λείες. Το 1806, εξελέγη βουλευτής στο Χόνιτο και έπειτα στο Γουεστμίνστερ, φτάνοντας στο αποκορύφωμα της δόξας του μετά την αποκάλυψη καταχρήσεων που γίνονταν στο ναυτικό. Αποφάσισε να τα αποκαλύψει εκείνη την περίοδο λόγω του γεγονότος ότι το ναυαρχείο σταμάτησε να προμηθεύεται πίσσα και βερνίκι από τον ίδιο. Μάλιστα, εκείνα τα χρόνια, ο Τόμας είχε αρχίσει να ασχολείται με την εφεύρεση και επινόηση νέων τεχνικών μεθόδων, κύριως στον τομέα των ναυτιλιακών. Είχε πάρει την εφευρετικότητα από τον πατέρα του, ο οποίος είχε δική του βιοτεχνία και ασχολούνταν με την παραγωγή υποπροϊόντων του άνθρακος. Παράδειγμα του ταλέντου του στον τομέα αυτό ήταν το 1812, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, η πρότασή του για επίθεση με έναν συνδυασμό βομβαρδιστικών, εκρηκτικών και εκτοξεύσεως χημικών αερίων πλοίων. Επιπλέον, το 1818 δημιούργησε σε συνεργασία με τον μηχανικό Marc Isambard μια πατέντα για την ενίσχυση της σήραγγας Blackwall, κάτω από τον ποταμό Τάμεση. Το 1809, ορίστηκε κυβερνήτης μιας φρεγάτας και, κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με την Γαλλία, κατέστρεψε τέσσερα γαλλικά πλοία, στο λιμάνι του Εξ. Το 1814, όσο αποτελούσε μέλος του Αγγλικού Κοινοβουλίου, κατηγορήθηκε για συκοφαντία. Η κατηγορία του, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Ηλία Μεταξά «Βίος και Πολιτεία του Κόχραν», ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος διέδωσε ψευδείς φήμες για τον θάνατο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη με απότερο σκοπό την άνοδο των μετοχών του χρηματιστηρίου προκειμένου να πουλήσει χρεόγραφα που ο ίδιος είχε αγοράσει. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο, είχε συμμετάσχει και σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού με θέμα την κατασκευή ενός προηγμένου φαναριού νηοπομπής, ώστε να μην χάνονται τα πλοία τη νύχτα, και, λόγω της χρηματιστηριακής του απάτης, οι οργανωτές απέρριψαν την προτασή του. Βέβαια, όταν ξανασυμμετείχε με άλλο όνομα κέρδισε στον διαγωνισμό και πήρε το βραβείο των 50 λιρών. Παρ’ όλα αυτά, η φήμη του στην Αγγλία είχε καταρρεύσει και αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Το 1818, ωστόσο, κλήθηκε από τους Χιλιανούς, προκειμένου να οργανώσει τον στόλο τους εναντίον των Ισπανών, και διορίστηκε ναύαρχος, σημειώνοντας πολλές επιτυχίες. Την περίοδο αυτή, και πιο συγκεκριμένα το 1820, σχέδιασε το πρωτοποριακό πλοίο «Rising sun» ή «star» προορισμένο για τον στόλο το Χιλίων, το οποίο, όμως, κατέφθασε μετά την λήξη του πολέμου. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1823, λόγω της αγνωμοσύνης που κατά τη γνώμη του διακατείχε τους συμπολεμιστές του παραιτήθηκε. Το 1820 πέρασε στην υπηρεσία του Περού και, στη συνέχεια, κλήθηκε απο την Βραζιλία, προκειμένου να επιτελέσει ναύαρχος στο πόλεμο εναντίον της Πορτογαλίας. Μετά την λήξη των συγκρούσεων και την γνωστοποίηση των στρατιωτικών επιτυχιών του από τον ίδιο με στομφώδους ύφους ομιλίες, που εκφωνούσε, επέστρεψε στην Αγγλία, έχοντας πια ανακτήσει την καλή φήμη του.
ΙΙΙ. Χρηματηστηριακή απάτη
Η χρηματιστηριακή απάτη του Τόμας Κόχραν αποτελεί μια από τις χειρότερες σελίδες στην επιτυχή σταδιοδρομία του. Ο Τόμας, μαζί με τον θείο του Andrew Cochrane-Johnstone , ο οποίος ήταν Βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια του Grampound, τον Richard Gathorne Butt, που ήταν κερδοσκόπος χρηματιστής, τον Charles Random de Berenger και τον John Peter Holloway είχαν αγοράσει, μια εβδομάδα πριν την αποκάλυψη της γνωστής απάτης τους, κρατικά χρεόγραφα‘’Omniun’’ αξίας 1.100.000 λίρων και μέσω των ψευδών φημών που έβγαλαν, είχαν ως σκοπό να ανεβούν οι μετοχές στο Χρηματιστήριο, ώστε να τα πουλήσουν σε μεγαλύτερη τιμή. Εκτός από το προφανές κέρδος που θα έβγαζαν από αυτό , ήθελαν να ξεχρεώσει και ο θείος του Κόχραν, ο οποίος ήταν καταχρεωμένος λόγω συνεχών αποτυχιών στο Χρηματιστήριο, έπειτα από τον διωγμό του από τον στρατό. Το συνωμοτικό τους σχέδιο, παρ’ όλα αυτά, ανακαλύφθηκε και τα κέρδη που έβγαλαν από την ‘’κομπίνα’’ τους δόθηκαν σε δωρεές από το Χρηματιστήριο. Πιο αναλυτικά, στις 21 Φεβρουαρίου του 1814, ξημερώματα Κυριακής, ο Random de Berenger κατέφθασε στο λιμάνι του Dover, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον αντισυνταγματάρχη Du Bourg, και άρχισε να διαδίδει την εξής φήμη : «Οι συμμαχικές δυνάμεις νίκησαν και εισήλθαν στο Παρίσι και σκότωσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Επομένως, επίκειται άμεση ειρήνη με φιλοβασιλική Κυβέρνηση του Οίκου των Βourbons». Η επαλήθευση των γεγονότων αυτών ήταν αρκετά δύσκολη να πραγματοποιηθεί καθώς στην Μάγχη επικρατούσε ομίχλη, τα πλοία δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν με αποτέλεσμα την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ των δύο ακτών. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, ο de Berenger συνέχισε να διαδίδει τις ψευδείς φήμες του. Προκειμένου να ενημερωθεί και ο ανώτατος διοικητής της ναυτικής φρουράς «Deal», έστειλε γράμμα με το οποίο τον ενημέρωσε για τις υποτιθέμενες εξελίξεις. Έπειτα, αναχώρησε για το Λονδίνο με προορισμό την οικεία του Κόχραν, συνεχίζοντας να διαδίδει τα ‘’χαρμόσυνα νέα’’. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1814, ημέρα Δευτέρα, λόγω των καλών νέων περί επικείμενης ειρήνης, επιτεύχθηκε άνοδος των τιμών στο Χρηματιστήριο, και ειδικότερα των χρεογράφων ‘’Omnium’’ που είχαν αγοράσει, τα οποία είχε εκδώσει η ασταθής Κυβέρνηση των Tories. Από 27,5 ανήλθαν σε 32 (κλίμακα χρηματιστηρίου), μέσα σε ένα απόγευμα. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, κατέφθασε μια άμαξα με τρεις υποτιθέμενους ‘Γάλλους Βασιλόφρονες Αξιωματικούς’, οι όποιοι συνέβαλαν στην διάδοση της ψευδής φήμης. Στην πραγματικότητα, αυτοί ήταν οι Ralf Sandom, Alexander Macrae και Henry Lyte. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε τα αντίθετα και απέστειλε έναν αγγελιαφόρο να το αναγγείλει επίσημα μέσα στο Χρηματιστήριο. Έτσι, οι τιμές επανήλθαν στα φυσιολογικά τους επίπεδα. Στην συνέχεια, οργανώθηκε μια Υπό-επιτροπή, προκειμένου να ερευνήσει την απάτη. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι την στιγμή της ανόδου των τιμών στο Χρηματιστήριο οχτώ άνδρες είχαν πουλήσει υπέρογκα ποσά κρατικών χρεογράφων. Και αποδείχθηκε ότι αυτά τα άτομα διέδωσαν την ψευδή φήμη, καθώς το κίνητρο ήταν πειστικό. Στις 7 Μαρτίου του 1814 η Υπό-Επιτροπή του Χρηματιστηρίου προσέφερε αμοιβή 250 λιρών σε όποιον κατάφερε να βρει τον υποτιθέμενο "αντισυνταγματάρχη du Bourg" . Τελικά, ένας βαρκάρης βρήκε την κόκκινη στολή που φορούσε, όταν είχε μεταμφιεστεί σε Du Bourg και ο ράφτης Solomon, που του την είχε πουλήσει, τον αναγνώρισε. Στις 8/03/1814, ενώ προσπαθούσε να καταφύγει στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον συνέλαβαν με μια άλλη κατηγορία καθώς δεν είχαν αρκετές αποδείξεις για τη χρηματιστηριακή απάτη του. Στις 8 Ιουνίου, έγινε το δικαστήριο και με τους οχτώ άνδρες παρευρισκόμενους. Οι ένορκοι τούς κατέστησαν ένοχους και οι δύο από τους οχτώ άνδρες κατάφεραν να καταφύγουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά την απόφαση των ενόρκων περί ενοχής τους, υποστηρίζεται ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου Edward Law κράτησε ιδιαίτερα μεροληπτική στάση κατά τη διάρκεια της δίκης και επηρέασε σημαντικά την απόφαση των ενόρκων καθώς δεν τους έθετε απλώς τις ερωτήσεις αλλά τις απαντούσε κιόλας χωρίς να τους αφήνει το περιθώριο κρίνουν από μόνοι τους. Επιπλέον, στο δικαστήριο παραβρέθηκαν ο Νομικός Σύμβουλος του Ναυαρχείου, Ger-main Lavie, ως δικηγόρος του Χρηματιστηρίου, ο οποίος και ήταν αντίδικος του Κόχραν στο Ναυτοδικείο εναντίον του Gambier. Ο Κόχραν ισχυρίζονταν ότι οργανωτής αυτών των άδικων –ως προς αυτόν- διορισμών ήταν ο γραμματεύς του Ναυαρχείου John Wilson Crocker, ο οποίος ήταν παλιός εχθρός του, μέσα και έξω από το κοινοβούλιο. Ήταν, επομένως, λογικό οι δυο αυτοί άνδρες να επιθυμούν να καταστρέψουν την σταδιοδρομία του Κόχραν. Άδικο για αυτόν ήταν, επίσης, το γεγονός ότι οι μάρτυρες κατηγορίας, μερικοί από αυτούς δωροδοκημένοι, είχαν το προνόμιο από τον εισαγγελέα να καταθέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με τους μάρτυρες υπερασπίσεως, που δεν τους δίνονταν το ίδιο χρονικό περιθώριο. Τέλος, τα στοιχεία για την κατηγορία του ήταν επουσιώδη. Στηρίζονταν μόνο στην δοσοληψία των χρεογράφων και στην σχέση του Κόχραν με τους διαπιστωμένους συνωμότες. Αυτό που απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα το δικαστήριο ήταν το χρώμα της στολής του De Berenger, την ημέρα που επισκέφθηκε την οικεία του Κόχραν. Ο ίδιος, καθώς και οι υπηρέτες της οικείας του Κόχραν, υποστήριξαν ότι φορούσε πράσινη στολή, αλλά ο αμαξάς (William Crane) , ο οποίος τον μετέφερε στην οικεία, ορκίστηκε ότι η στολή που φορούσε ήταν κόκκινη. Εν τέλει, την δεύτερη ημέρα της δίκης, ο Πρόεδρος υποστήριξε ότι ο De Berenger έλεγε ψέματα και ότι η στολή ήταν κόκκινη. Ο Κόχραν προσέλαβε την καλύτερη και πιο έμπειρη ομάδα υπερασπίσεως. Αυτή αποτελούνταν από τον Ηenry Peter Brougham, που αργότερα έγινε Πρόεδρος Εφετών και πολιτικός, William Draper Best, βαρόνο του Wynford, που αργότερα έγινε Αρχιδικαστής πολιτικών δικαστηρίων και πολιτικός και James Scarlett, βαρόνο του Abinger, που αργότερα έγινε Υπουργός Δικαιοσύνης. Παρ’ όλα αυτά, λόγω λαθών τακτικής, όπως το γεγονός ότι τον συμβούλευσαν να μην πηγαίνει στο δικαστήριο, πυροδότησε νέες αφορμές για κατηγορίες εις βάρος του, κρίνοντας τον, τελικά, ένοχο. Στις 20 Ιουνίου του 1814, το δικαστήριο εξέδωσε την ποινή τους, η οποία συνοψίζεται στο παρακάτω κείμενο: «Όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 12 μηνών. Ο Κόχραν και ο BUTT σε πρόστιμο 1.000 λιρών. O Holloway σε πρόστιμο 500 λιρών. Επιπρόσθετα, ο Κόχραν, ο De Berenger και ο Butt να υποστούν την εξευτελιστική τιμωρία να σταθούν μία φορά και επί μία ώρα μόνον επάνω στο ικρίωμα του ‘Pillory’». Μετά, όμως, την υποστήριξη του Κόχραν από τον Βουλευτή Sir Francis Βurdett και την προθυμία του να επιτελέσει και αυτός την ποινή του ‘Pillory’ μαζί με τον Κόχραν, καθώς και από φόβο οχλαγωγικών εκδηλώσεων συμπάθειας προς τον αυτόν, το δικαστήριο απέσυρε την εξευτελιστική ποινή του ‘Pillory’, όχι μόνο για τον Κόχραν αλλά και για κάθε ένοχο που θα δικαζόταν.
Στις 5 Ιουλίου του 1814, παρά την παθιασμένη ομιλία του εκδιώχθηκε από την Βουλή με 144 ψήφους εναντίον και 44 υπέρ του και ακολούθησαν επαναληπτικές εκλογές με στόχο την αναπλήρωση της έδρας του, που κατείχε στην εκλογική περιφέρεια του Westminster. Με την υποστήριξη του λαού, παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να ανακτήσει την θέση του στο κοινοβούλιο, στις 16 Ιουλίου.
Παρ’ όλα αυτά, δεν γλίτωσε την διαμονή του στην πολυτελής φυλακή ‘King’s Bench’. Μετά την παραμονή των εννιά μηνών του εκεί, λόγω της παρότρυνσης του φίλου του Cobbett, επιχείρησε να αποδράσει και τα κατάφερε. Δυο εβδομάδες μετά, εμφανίστηκε στο Κοινοβούλιο και συλλήφθηκε από την Αστυνομία, ξαναστάλθηκε στην φυλακή όπου και επιτέλεσε ολόκληρη την ποινή του. Εκεί, αρρώστησε παρουσιάζοντας συμπτώματα τύφου και αναγκάστηκε να πληρώσει το πρόστιμο των 1000 λιρών προκειμένου να βγει (3/07/1815). Όταν βγήκε, το μόνο που ήθελε ήταν να μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του. Τον Αύγουστο του1815, τον κάλεσαν να μεταβεί στην επαρχιακή πόλη Guildford, για να παρουσιαστεί ενώπιον του μεταβατικού ποινικού δικαστηρίου (Court of Assize), με την κατηγορία της αποδράσεως. Τον έστειλαν εκεί μακριά έτσι ώστε να αποφύγουν οχλοκρατικές διαδηλώσεις. Τελικά, αποφασίστηκε ότι η αρχική ποινή ήταν αρκετή και ο δικαστής του επέβαλε απλά ένα πρόστιμο 100 λιρών. Ο ίδιος αρνήθηκε να το πληρώσει αλλά οι ψηφοφόροι του κατάφεραν να μαζέψουν με έρανο το προαναφερόμενο ποσό. Το θέμα περί ενοχής ή αθωότητας του Τόμας Κόχραν απασχόλησε πολλούς νομικούς. Κατά τον 19ο αιώνα, τρεις Lord Chancellors, που σημαίνει είτε «Πρόεδροι Βουλής των Λόρδων» είτε «Πρόεδροι Εφετών», κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι βάση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ο Κόχραν δεν έπρεπε να καταδικαστεί. Ο ίδιος, σε όλη την μετέπειτα ζωή του, έκανε προσπάθειες να αποδείξει την αθωότητα του και να αποκαταστήσει την τιμή και την φήμη του.
IV. Η ανάμειξή του σε δάνειο της Ελλάδας
Η κυβέρνηση της Ελλάδας αποφάσισε να συναφτούν δυο εσωτερικά δάνεια, το ένα για 5.000.000 τουρκικά πιάστρα, και το δεύτερο για 2.000.000 πιάστρα. Επειδή όμως κανείς δεν έδειξε προθυμία ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, με διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1822, το πρώτο, των πέντε εκατομμυρίων, κηρύχτηκε αναγκαστικό δάνειο και υποχρεώθηκαν να το καλύψουν ο κλήρος, οι έμποροι, όσοι είχαν ακίνητα και γενικά όλοι οι πλούσιοι. Αλλά όταν αποδείχτηκε ότι και το αναγκαστικό αυτό δάνειο δεν επαρκούσε για να καλυφτούν οι άμεσες ανάγκες, αποφασίστηκε στις 9 Μαρτίου 1822 να συναφτεί ένα εξωτερικό δάνειο από 1.000.000 ισπανικά τάληρα. Μόνον όμως ύστερα από δυο χρόνια, επί κυβερνήσεως Γεωργίου Κουντουριώτη και με τη μεσολάβηση του φίλου του Μαυροκορδάτου, οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σ' ένα αποτέλεσμα. Πήγε στο Λονδίνο μια επιτροπή, από το γαμπρό του Κουντουριώτη, Ιωάννη Ορλάνδο, και δυο άλλους ανθρώπους του Μαυροκορδάτου, τον Ανδρέα Λουριώτη και τον Ιωάννη Ζαΐμη, και όταν αποτραβήχτηκε ο Ζαΐμης τον αντικατέστησε ο Σπανιολάκης. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, η επιτροπή έκλεισε συμφωνία για δύο δάνεια, το ένα πίσω απ' τ' άλλο, το πρώτο με 59% και το δεύτερο με 55%. Εκτός του ότι τα δάνεια αυτά συνομολογήθηκαν με τόσο δυσμενείς όρους, καταβλήθηκαν επιπλέον πρωτάκουστα ποσά για προμήθειες. Από τα δάνεια αυτά, το κράτος βρέθηκε χρεωμένο με 2.400.000 λίρες στερλίνες, ενώ η Αμερική πήρε 700.000 ισπανικά πιάστρα για μια μοναδική φρεγάτα, για ένα ατμόπλοιο όπου ξοδεύτηκαν 150.000 λίρες στερλίνες ενώ 36.000 λίρες στερλίνες πήρε ο λόρδος Κόχραν.
Ανάγκη υπήρξε ακόμα να μοιραστούν δώρα σε φιλέλληνες να κρατηθούν οδοιπορικά, ναύλοι και να πληρωθούν εφημερίδες. Ο λόρδος Κόχραν προσλήφθηκε ναύαρχος των Ελλήνων με μισθό. Και μόνο η πρόσληψή του, επειδή είχε πολεμικές περγαμηνές στη Βραζιλία, έφτασε για να υψωθούν οι τιμές των ελληνικών χρεογράφων και να κερδοσκοπήσουν οι Ρίκορντ. Ο Κόχραν πήρε 37.000 λίρες και άφησε σ' ένα ναυπηγείο έξι βραδυκίνητα ατμόπλοια, που τα είχε παραγγείλει η Αιγυπτιακή κυβέρνηση και αρνήθηκε να τα παραλάβει εξ αιτίας της κακής κατασκευής τους. Οι τιμές που συμφωνήθηκαν ήταν 130.000 λίρες, με τον όρο να βρίσκονται στην Ελλάδα στα τέλη του 1825. Όμως ένα μόνο κατάφερε να καταπλεύσει, η «Καρτερία», το φθινόπωρο του 1826· άλλα δυο έφτασαν στα 1827 και τα τρία υπόλοιπα, διαλύθηκαν για παλιοσίδερα στα ναυπηγεία του Λονδίνου. Ο Κόχραν μόλις την άνοιξη του 1827 έφθασε στην Ελλάδα. Εκτός τούτου στάλθηκε στην Αμερική ένας Γάλλος στρατηγός του ιππικού ονομαζόμενος Παλεμάν, ο οποίος έλαβε εντολή, αφού πληρώθηκε, να παραγγείλει εκεί δυο φρεγάτες για λογαριασμό της Ελληνικής κυβερνήσεως. Αν και η τιμή τους ορίστηκε σε 160.000 λίρες, οι ληστρικοί οίκοι που ανέλαβαν την κατασκευή τους απαίτησαν τα διπλά κι έτσι άρχιζαν να ετοιμάζουν τα πλοία. Επειδή μάλιστα ο ένας οίκος κινδύνευε να χρεοκοπήσει οι αντιπρόσωποι Παλεμάν και Κοντόσταυλος ευχαριστήθηκαν παραλαβαίνοντας μόνο τη μία, που ονομάστηκε «Ελλάς» και κατέπλευσε στην Ελλάδα τέλη του 1826.
Αλλά ούτε και το υπόλοιπο των δανείων παραδόθηκε έγκαιρα και πρόθυμα στην Ελλάδα. Η πρώτη δόση του δανείου από 80.000 λίρες έμεινε στη Ζάκυνθο και δεν παραδινόταν στην Κυβέρνηση, γιατί ο Μπάϋρον, που απαιτούνταν η εντολή του, είχε πια πεθάνει, η κυβέρνηση παρενέβαλε προσκόμματα για την εξαγωγή του. Μόλις στα τέλη του 1824 στάλθηκε από το Λονδίνο η εντολή να παραδοθεί.
V. Οι εφευρέσεις του
Ο Τόμας Κόχραν υπήρξε υποστηρικτής των νέων τεχνολογικών μέσων και μεθόδων. Ως απόρροια αυτού, ο ίδιος αποφάσισε να εφεύρει πολλά από αυτά. Το κίνητρο για την επινόηση αυτών δόθηκε από τον πατέρα του, ο οποίος κατείχε μία βιοτεχνία που πραγματοποιούσε έρευνες και παραγωγή διαφόρων υποπροϊόντων του άνθρακος και προμήθευε πίσσα και βερνίκι στο Ναυτικό μέχρι που η αγορά του σταμάτησε. Έτσι, η πλειονότητα των ιδεών του Κόχραν αφορούσαν τη ναυτιλία. Εκείνη την εποχή, στις νηοπομπές τα προπορευόμενα καράβια χρησιμοποιούσαν φανάρια με σκοπό την ακολουθία τους από τους επόμενους. Το 1805 ο Κόχραν έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού για την κατασκευή ενός εξειδικευμένου και προηγμένου φαναριού με στόχο την αποφυγή του διασκορπισμού των πλοίων κατά τις νυχτερινές ώρες. Έστειλε την επιστολή με όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία, όμως καθώς είχε προηγηθεί μία απάτη στο Χρηματιστήριο της οποίας υπεύθυνος ήταν ο Κόχραν, η αίτησή του απορρίφθηκε. Λίγες μέρες μετά ξανά έστειλε την επιστολή του, αλλάζοντας το όνομα, και τελικά κέρδισε τον διαγωνισμό και το βραβείο των 50 λιρών.
Το 1812 πρότεινε να επιτίθενται σε λιμένες οχυρωμένους και μη με συνδυασμό βομβαρδιστικών, εκρηκτικών πλοίων και εκτοξεύσεων χημικών αερίων. Μετά το νυχτερινό βομβαρδισμό και έκρηξη του λιμένος θα ακολουθούσε η απόβαση των στρατευμάτων. Παρά τη συνεχή προώθηση των ιδεών του από τον ίδιο, το Ναυαρχείο αρνούνταν να τις υλοποιήσει. Ταυτοχρόνως, μία άλλη από τις ιδέες του ήταν το προπέτασμα καπνού, το οποίο και διατηρήθηκε κρυφό μέχρι το 1914. Το 1818 μαζί με τον μηχανικό Marc Isambard Brunel ανέλαβαν την ενίσχυση της σήραγγος στο Blackwall κάτω από τον ποταμό Τάμεση. Το 1820 έφτασε στη Χιλή το πρωτοποριακό πλοίο Rising Star ή Sun, το οποίο είχε κατασκευασθεί υπό τις οδηγίες του Κόχραν. Διέθετε πλήρη ιστιοφορία, 2 μηχανές 45 ιππών, 2 τσιμινιέρες και ανασυρρόμενο εσωτερικό τροχό.
Κατά τη δεκαετία του 1830 ο Κόχραν πειραματιζόταν με την περιστροφική μηχανή και την έλικα. Το 1851 έλαβε την πατέντα ατμοπλοίων με κάυσιμο την άσφαλτο, για την οποία βελτίωσή τους δαπάνησε περίπου 15.000 λίρες. Παρά τις επιτυχίες του με το πλοίο "Καρτερία" ο Υπουργός Ναυτικών δεν ενέκρινε τη διάδοση της ιδέας του Κόχραν. Ένα άλλο σχέδιο πάνω στο οποίο δούλευε ο Κόχραν και αναζητούσε πελάτες ήταν το Mosquito Fleet, το οποίο συνδύαζε μία πρώιμη μορφή των μελλοντικών ταχέων τορπιροβόλων και κανονιοφόρων.
Στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856) το Ναυαρχείο Το 1857 έγινε επίτιμο μέλος στο Ίδρυμα Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας. Συνέχισε με τη γραφή μελετών και χάραξη σχεδίων τα οποία δεν κατείχαν απαραίτητα ναυτικό ή στρατιωτικό χαρακτήρα. Μερικά παραδείγματα αυτών αποτελούν οι ιδέες του για πολιτικές εφαρμογές όπως ο φωτισμός των δρόμων και η εγκατάσταση σωληνώσεων μεταφοράς υγρών.
Μερικές από τις ιδέες του υλοποιήθηκαν από κάποιους άλλους ακόμη και δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Ένα γνωστό σε όλους παράδειγμα είναι η χρήση πεπιεσμένου αέρος, τα σημερινά κομπρεσέρ, η οποία και χρησιμοποιήθηκε για τη διάνοιξη της σήραγγος κάτω από τον ποταμό Hudson στη Νέα Υόρκη.
VI. Ο γάμος και τα παιδιά του
Το 1812, παντρεύτηκε την Katherine Cochrane Frances Corbet Barnes, μια ορφανή κοπέλα, η οποία ήταν περίπου είκοσι χρόνια νεότερή του.Ο Κόχραν νυμφεύθηκε με πολιτικό γάμο, λόγω διαφωνιών που εξέφρασε ο θείος του Τόμας Κόχραν. Εξαιτίας της καταγωγής της κοπέλας, ο πλούσιος θείος του, Βασίλειος, αποκλήρωσε τον ανιψιό του λόγω της απόφασής του να παντρευτεί κοπέλα τέτοιας καταγωγής.Η Katherine αποκαλούνταν από τον Κόχραν, συχνά, «Kate», «Kitty» ή «ποντικάκι» σε επιστολές του προς αυτή. Ο Cochrane και η Katharine ξαναπαντρεύτηκαν σε Αγγλικανική Εκκλησία το 1818, και στην Εκκλησία της Σκωτίας το 1825. Απέκτησαν έξι παιδιά :
Thomas Burns Cochrane, 11ος Κόμης του Dundonald
William Horatio Bernardo Cochrane, αξιωματικός, 92η Gordon Highlanders
Elizabeth Katharine Cochrane, πέθανε στα πρώτα της γενέθλια
Katherine Elizabeth Cochrane
Sir Arthur Oklant Leopold Pedro Cochrane KCB (Διοικητής του HMS Νίγηρα )
Captain Ernest Gray Lambton Cochrane RN ( υψηλός σερίφης Donegal )
VII. Ο διορισμός του ως αρχηγού του ελληνικού στόλου
Ο Τόμας Κόχραν διορίζεται, από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, με διάταγμά της την 3η Απριλίου, αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη. Αρχιστράτηγος, για τον στρατό της ξηράς, ορίζεται ο Άγγλος στρατηγός Ρίτσαρντ Τσάρλς στη θέση του Καραϊσκάκη. Η τετραρχία έπεισε την ελληνική αντιπροσωπεία να υπογράψει συμβόλαιο με τον Κόχραν, σύμφωνα με το οποίο θα εισέπραττε αμοιβή 57.000 λιρών.Ο Κόχραν δέχτηκε την πρόσκληση από την Ελλάδα για την ανάληψη της διοίκησης των θαλάσσιων δυνάμεών της, αποβλέποντας σε μια επικερδή σταδιοδρομία. Έτσι διορίστηκε ναύαρχος όλου του ξένου επικουρικού στόλου. (ο όρος επικουρικός αποδόθηκε για διπλωματικούς λόγους, καθώς ο στόλος περιλάμβανε ατμοκίνητα πλοία τα οποία ναυπηγούνταν στην Αγγλία.)

Το 1827 ο Κόχραν κατέπλευσε στον Πόρο, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Αφού ορκίστηκε, ανέλαβε τα καθήκοντα του στολάρχου, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να σημειώσει αξιόλογες επιτυχίες κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα.
Η συμπεριφορά του, εξάλλου, προς την ελληνική κυβέρνηση υπήρξε ανάρμοστη και αλαζονική, αφού δεν συμμορφωνόταν με τις διαταγές της και δε λάμβανε υπόψη του τη γνώμη των άλλων ναυάρχων. Επιπλέον, έφυγε τελείως απρόοπτα από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1827 και επέστρεψε έπειτα από έξι μήνες, προκειμένου να τακτοποιήσει τις οικονομικές υποθέσεις του.
Για τους δύο Άγγλους στρατιωτικούς γράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας: Οι δύο ούτοι διορισθέντες αρχηγοί επί των κατά ξηράν και θάλασσαν ελληνικών δυνάμεων, αντί να επιφέρουν όφελος, έφεραν βλάβην, μάλιστα ο του στόλου (εννοεί τον Κόχραν) έγινεν αίτιος της φθοράς τόσου στρατού και τόσων αρχηγών, ώστε τοσούτοι δεν εχάθησαν εν όλη την επαναστάσει…
Ο Καραϊσκάκης μετά των Ελλήνων ήξευρε να πολεμή τους εχθρούς. Αυτός εδείχθη παντού νικητής, αλλ’ ατυχώς την εξουσία αυτού την ανέθεσαν εις άλλον, και απ’ αυτόν πάλιν την εσφετερίσθη θαλάσσιον άπειρος των μαχών των Οθωμανών, και ούτως απωλέσθησαν τόσοι άριστοι αρχηγοί της Ελλάδος, το άνθος του στρατού, και η Ακρόπολις αυτή.
VIII. Η δράση του στην ελληνική επανάσταση
Μετά το σπάσιμο των αλυσίδων της τουρκικής σκλαβιάς και τη διαμόρφωση των κομμάτων, αποφασίστηκε από τους αρχηγούς των κομμάτων (γαλλικό, αγγλικό, ρωσικό), μετά από οξύτατες αντιπαραθέσεις να συνεδριάσει η Εθνοσυνέλευση στο χωριό Δαμαλά της Τροιζήνας (Γ' Εθνοσυνέλευση ή Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας 19 Μαρτίου- 5 Μαΐου 1827). Μία από τις πρώτες πράξεις της νέας συνέλευσης υπήρξε η ανάθεση της αρχιναυαρχίας στο λόρδο Κόχραν. Ο Μιαούλης του παρέδωσε τη φρεγάτα «Ελλάδα» και πρώτος τάχθηκε υπό τις διαταγές του Άγγλου ναυάρχου.
Στις 15 Απριλίου διορίστηκε αρχιστράτηγος ο Τσωρτς, αλλά ο Κολοκοτρώνης δεν υποτάχθηκε με την ίδια προθυμία του Μιαούλη. Στο μεταξύ, είχαν ανατείλει ταραχώδεις ημέρες, γιατί πρόβαλε στη μέση το ζήτημα της εκλογής του Κυβερνήτη και ο φατριασμός αναρριπίστηκε. Μόλις ακούστηκε το όνομα του Καποδίστρια , οι Υδραίοι πρώτοι σηκώθηκαν και εγκατέλειψαν το χώρο των συνεδριάσεων. Ωστόσο, χάρη στις ενέργειες του Κολοκοτρώνη, τόσο ο Άγγλος ναύαρχος Χάμιλτον, όσο και οι Κόχραν και Τσωρτς εκφράστηκαν υπέρ της εκλογής του Καποδίστρια. Έτσι, στις 11 Απριλίου 1827 η Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Καποδίστρια αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβερνήτης) για επτά χρόνια.
Μία από τις πρώτες του ενέργειες μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ελληνικού στόλου ήταν να συγκροτήσει εκστρατεία στην Αίγυπτο, για να καταστρέψει τον στόλο του Μοχάμετ Άλι. Πίστευε ότι, αν το επιτύγχανε, θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον Ιμπραήμ, που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων στην Πελοπόννησο. Η αφορμή δόθηκε από μια ανώνυμη επιστολή, γραμμένη στα ιταλικά, που έφθασε στην Ύδρα από την Αλεξάνδρεια και προειδοποιούσε ότι στα τέλη Μαΐου τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία θα ένωναν τις δυνάμεις τους, για να καταλάβουν την Ύδρα. Ο ανώνυμος επιστολογράφος καλούσε τους Έλληνες να μην πτοηθούν, αλλά να δράσουν άμεσα, γιατί ο αιγυπτιακός στόλος παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα. Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε ο παρορμητικός Κόχραν για μια εντυπωσιακή επιχείρηση, που θα αναστήλωνε το γόητρό του μετά τις καταστροφικές για τους Έλληνες μάχες του Φαλήρου (23 Απριλίου 1827) και Αναλάτου (24 Απριλίου 1827).
Οι πρώτες του ενέργειες μετά την εκλογή του
Αρχικά ασχολήθηκε εντατικά με το στόλο του. Θέλησε να επέμβει στην κατασκευή των πλοίων , εφαρμόζοντας σε αυτά ένα νέο σύστημα μηχανών που είχε εφεύρει ο ίδιος. Κάτι τέτοιο, όμως, προϋπέθετε τροποποιήσεις στα ήδη ημιτελή σκάφη τα οποία, όπως αποδείχτηκε από το αποτέλεσμα, δεν έγιναν καθόλου ή δεν έγιναν όπως έπρεπε. Συνολικά δαπανήθηκαν 160.000 λίρες για έξι πλοία (μαζί με την αμοιβή του Κόχραν), από τα οποία μόνο το ένα πρόλαβε να πολεμήσει .
Η πολιορκία της Ακρόπολης
Το ενδιαφέρον της νέας κυβέρνησης απορρόφησε η δοκιμαζόμενη Αττική. Η νικηφόρα έκβαση των τελευταίων μαχών του Καραϊσκάκη είχε εμπνεύσει εμπιστοσύνη δημιουργώντας ελπίδες για την απελευθέρωση της Ακρόπολης. Η συνέλευση διακήρυξε ότι το αδιαίρετο ελληνικό κράτος επρόκειτο να αποτελέσουν όλες οι επαρχίες που σήκωσαν τα όπλα. Ο Κόχραν και ο Τσωρτς πρότειναν αμέσως μεγάλη εκστρατεία για τη λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης. Ο Κόχραν έβγαλε προκήρυξη που διαβεβαίωνε ότι ο πόλεμος θα μεταφερόταν γρήγορα σε τουρκικό έδαφος και ότι η σημαία του σταυρού θα κυμάτιζε και πάλι στην Αγία Σοφία. Έτσι, έχοντας πεποίθηση στα λόγια του Κόχραν, άρχισαν από παντού να μαζεύονται οι εθελοντές (Μέχρι τα τέλη Απριλίου ο ελληνικός στρατός στην Αττική είχε φτάσει τους 10000 άνδρες.) Ωστόσο, μεγάλη έριδα είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους Έλληνες αρχηγούς και στους δύο ανώτατους φιλέλληνες ως προς το σχέδιο της εκστρατείας. Ο Καραϊσκάκης είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να παρατήσουν τα σχέδια περί λύσης της πολιορκίας της Ακρόπολης και να δράσουν στα νώτα του Κιουταχή από τις Θερμοπύλες ή τον Ωρωπό, ώστε να αποκόψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να τους αναγκάσουν σε λιμοκτονία (σκόπευε να περικυκλώσει τον εχθρό με ταμπούρια και επιδρομές , διότι γνωρίζοντας ότι το έδαφος από την παραλία ως την Ακρόπολη ήταν άδενδρο και ομαλό, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια βιαστική ενέργεια θα άφηνε το στράτευμα εκτεθειμένο στο τουρκικό πυροβολικό και ιππικό, για πάνω από οχτώ χιλιόμετρα και μια πανωλεθρία τέτοιου μεγέθους θα ήταν το τέλος της Ακρόπολης, αλλά και της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα.) Ο Άγγλος αρχιστράτηγος όμως ζητούσε κατά μέτωπο επίθεση και επέμενε απειλώντας με αποχώρηση από την Ελλάδα, οπότε ο Καραϊσκάκης δέχθηκε, τελικά, η κίνηση του στρατεύματος από την παραλία προς την πεδιάδα των Ελαιώνων και το λόφο των Μουσών να γίνει το βράδυ μεταξύ 23 και 24 Απριλίου.
Ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε θανάσιμα σε μια τυχαία αψιμαχία με ένα απόσπασμα τουρκικού ιππικού την 21 Απριλίου και πέθανε δύο μέρες αργότερα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε βγει με το επιτελείο του για να κάνουν αναγνώριση του εδάφους πριν τη μεγάλη επίθεση.
Όπως είχε προβλέψει, ο Καραϊσκάκης, τα ελληνικά στρατεύματα, ακάλυπτα στο ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν βαριές απώλειες πριν καν αποκτήσουν επαφή με τις οχυρώσεις της Ακρόπολης. Το σχέδιο των Κόχραν-Τσωρτς οδήγησε σε μια από τις μεγαλύτερες ήττες της ελληνικής επανάστασης. Αποτέλεσμα της ήττας στη μάχη του Ανάλατου-Φαλήρου ήταν η εκκένωση της Αττικής από τα επαναστατικά στρατεύματα και η τελική παράδοση της Ακρόπολης, παρά τη 10μηνη άμυνα και τις τόσες απώλειες πολεμιστών.
Η εκστρατεία στο Φάληρο
Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη που έφερε γενικό πένθος στο στρατό, ο Κόχραν κάλεσε συμβούλιο (5 Μαΐου) με τους παρευρίσκοντες να μην επιθυμούν την επίθεση. Ο Κόχραν θύμωσε και απείλησε ότι θα έφευγε με το στόλο, αν δεν αποτολμούσαν την επίθεση και έτσι η επιχείρηση ορίστηκε τελικά στις 6 Μαΐου. Το βράδυ της 5ης Μαΐου άρχισε η επιβίβαση στο Φάληρο των σωμάτων των Νοταρά, Μακρυγιάννη και Βάσου, ενώ ο Τζάβελλας θα βάδιζε από τον ελαιώνα στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι, «οι δύο άγγλοι αρχηγοί λησμονώντας τα ηχηρά λόγια τους, έμειναν στα καράβια και δεν ντράπηκαν να αφήσουν στην τύχη τους τους αποβιβασθέντες.»
Περί την ανατολή του ηλίου, το σώμα της προφυλακής των Ελλήνων είχε φτάσει μπροστά στο λόφο του Μουσείου, ενώ οι γραμμές του έφτασαν ως το Φάληρο σε έκταση 8 χιλιομέτρων. Ο Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι αναφέρει χαρακτηριστικά : «Ο Κιουταχής, που δεν μπορούσε στην αρχή να πιστέψει τη βλακεία του σχεδίου των άγγλων Κόχραν και Τσωρτς, δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την περίσταση και όρμησε εναντίον των ελληνικών προφυλακών ανάμεσα στο λόφο Μουσείου και το ναό του Ολυμπίου Διός.» Φοβερή καταστροφή επακολούθησε και οι έλληνες τράπηκαν σε φυγή διωκόμενοι από το εχθρικό ιππικό. Ο Κόχραν και ο Τσωρτς μόλις πρόλαβαν να πηδήξουν στις βάρκες, ενώ το πλήθος του στρατού συνωθούνταν στην παραλία και μόλις μετά βίας κατορθώθηκε, με την προστασία των πυροβόλων, να το επιβιβάσουν στα πλοία. Η ήττα αυτή ήταν από τις πιο αιματηρές απ’ όσες υπέστησαν οι έλληνες κατά τη διάρκεια του αγώνα, δεδομένου ότι χάθηκαν 1500 μαχητές, μεταξύ αυτών οι Νοταράς, Βέικος, Τζαβέλλας, Φωτομάρας και Ιγγλέσης.
Η εκστρατεία στην Αλεξάνδρεια
Ενώ ο πόλεμος του Κολοκοτρώνη μαινόταν στο Μοριά, ο Κόχραν θέλησε να εξαλείψει την αποτυχία του στην Αττική μ’ ένα τολμηρό κατόρθωμα, σύμφωνα με τον Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι. Αποφάσισε λοιπόν να πλεύσει στην Αλεξάνδρεια και να χτυπήσει το ναύσταθμο του Μεχμέτ Αλή. Συγκέντρωσε 22 πλοία και 8 πυρπολικά και με ναυαρχίδα την «Ελλάδα» ανοίχτηκε στις 10 Ιουνίου. Το βράδυ της 16ης έφτασε στην Αλεξάνδρεια και ύψωσε την αυστριακή σημαία για να ξεγελάσει τη φρουρά της βάσης. Στην αρχή το στράτευμα πέτυχε, αλλά μόλις μπήκε πια στο λιμάνι και είδε ότι δεν τον ακολουθούσαν τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία, δείλιασε και ανέκρουσε πρύμαν για τον Πόρο, καταδιωκόμενος από τον αιγυπτιακό στόλο. Ύστερα από την αποτυχία του αυτή, ο Κόχραν έχασε, σύμφωνα με τον ιστορικό, «και το τελευταίο ίχνος υπόληψης και οι βραζιλιανές του δάφνες φυλλορρόησαν εντελώς.
Η εκστρατεία για τον ξεσηκωμό της Δ.Ελλάδας και την ανακατάληψη του Μεσολογγίου που εμποδίστηκε
Στο Φθινόπωρο της επανάστασης άρχισαν να αναθάλλουν οι ιδέες που βλάστησαν κατά την άνοιξη της. Οι Έλληνες θέλησαν να επεκταθούν σε μεγαλύτερο μέρος της χώρας, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν διάφορες εκστρατείες για το σκοπό αυτό. Ο Κόχραν ξεκίνησε με 23 πλοία για την πραγμάτωση της εκστρατείας που αφορούσε τον ξεσηκωμό της Δ. Ελλάδας και την ανακατάληψη του Μεσολογγίου, αλλά ο Κόδριγκτον τον εμπόδισε. Έτσι αφού κανονιοβόλησε το Βασιλάδι, ο Άγγλος ναύαρχος επέστρεψε στη Σύρο .
Τελικός απολογισμός των μαχών που έλαβε μέρος ο Κόχραν
Τελικός απολογισμός της δεκάμηνης παραμονής του στην Ελλάδα: Εκτός από το μισθό του, τις τριάντα επτά χιλιάδες λίρες που του δόθηκαν, άφησε πίσω του πάνω από 3.000 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους, ανυπολόγιστες υλικές ζημίες, στάχτη και αίμα. «Απ' αυτόν περίμεναν πολλά, αν και μέχρι τέλους δεν έκαμε τίποτε».
IX. Μετά την Ελληνική Επανάσταση
Έξι μήνες μετά, οκτώ ημέρες πριν έρθει ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τέλος Δεκεμβρίου 1827, αποφάσισε να φύγει, χωρίς να ειδοποιήσει την Κυβέρνηση, αφού είχε λάβει 37.000 λίρες. Προκειμένου να μην του ζητήσει το ελληνικό δημόσιο πίσω τα λεφτά, αφού "έσπασε" το συμβόλαιο, προσποιήθηκε ότι παραιτείται από τις υπόλοιπες 20.000 λίρες. Ο Καποδίστριας χειρίστηκε διπλωματικά το θέμα, ώστε να αποφύγει τη διηνεκή ανάμειξη του Κόχραν στα ναυτικά ζητήματα της Ελλάδας. Ο Καποδίστριας ανακοίνωσε στους αξιωματικούς του Ελληνικού Ναυτικού ότι «εγκατέλειψε την Ελλάδα άνευ διαταγής ή αδείας της Κυβερνήσεως, αυτός ό άδρώς μισθωθείς και τους μισθούς λαβών εκ προκαταβολής...».
Ο φόρος τιμής που δόθηκε στον Κόχραν από το ελληνικό κράτος
Ο Δήμος Αθηναίων αφιέρωσε δρόμο με το όνομα του, όπως και του Τσωρτς.
X. Η οικογένεια του
Ο Κόχραν έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Culross,
όπου ζούσε η οικογένειά του
|
Ο Κόχραν ήταν γιος του Archibald Cochrane, ο οποίος ήταν 9ος κόμης του Dundonald, και της Άννας Gilchrist, η οποία ήταν κόρη του Τζέιμς Gilchrist και της Άννας Ρόμπερτον. Ο Κόχραν είχε έξι αδέλφια. Οι δύο υπηρέτησαν με διάκριση στο στρατιωτικό. Αυτοί ήταν ο William Erskine Cochrane της 15ης φρουράς Dragoon, ο οποίος υπηρέτησε κάτω από το Sir John Moore και έφτασε το βαθμό του ταγματάρχη και ο Archibald Cochrane, ο οποίος έγινε καπετάνιος στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο Κόχραν καταγόταν από την Σκωτία. Και οι δύο γονείς του προέρχονταν από αριστοκρατική οικογένεια, με στρατιωτική θητεία. Ο Κόχραν έχει συνονόματο ξάδελφο τον έκτο γιο του θείου του ( Sir ναυάρχων Αλέξανδρος Cochrane), τον Sir Thomas John Cochrane. Thomas Cochrane είχε μια ναυτική σταδιοδρομία [4] και διορίστηκε ως Κυβερνήτης της Νέας Γης και αργότερα Αντιναύαρχος του Ηνωμένου Βασιλείου. Το 1793, η οικογενειακή περιουσία είχε δαπανηθεί και το οικογενειακό κτήμα είχε πωληθεί για την κάλυψη των χρεών.
XI. Ταφή και μνημόσυνο
Ο Λόρδος Κόχραν, ως 10ος κόμης του Dundonald και 1ος Μαρκήσιος του Maranhão, κηδεύτηκε στο Westminster Abbey. Ο επιτάφιος του, γραμμένος από τον Sir Lyon Playfair, έχει ως εξής: «Εδώ έγκειται στο 85ο έτος Thomas Cochrane Δέκατη του κόμη του Dundonald του Paisley και του Ochiltree στο σώμα ευπατριδών της Σκωτίας Μαρκήσιος του Marenham στην Αυτοκρατορία της Βραζιλίας ΕΚΒ και ναύαρχος του στόλου, που με την εμπιστοσύνη και την ευφυΐα του, την επιστήμη του και εξαιρετική τόλμη εμπνευσμένη από ηρωική προσπάθεια του για την υπόθεση της ελευθερίας και splended τις υπηρεσίες του όσο για την ίδια του τη χώρα, την Ελλάδα, τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού πέτυχε όνομα επιφανούς σε όλο τον κόσμο για το θάρρος, ο πατριωτισμός και των ηρώων. Γεννήθηκε 14 Δεκεμβρίου 1775. Πέθανε 31 Οκτωβρίου του 1860 »
XII. Με έμπνευση τη ζωή του
Για πρώτη φορά εμφανίζεται σε ένα μυθιστόρημα, στο GA Henty 's, με τίτλο Με τον Ατρόμητο With Cochrane the Dauntless(1897). Ακόμη πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα "Ο Κύριος Θάλασσα" (αρχικά Ο Αντιπλοίαρχος ) του Showell Styles, πρωταγωνιστεί ο Λόρδος Κόχραν. Επίσης είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος του Sharpe's Devil του Bernard Cornwell, που ανήκουν στη εποχή του 1821 και περιγράφεται η επίθεση του Κόχραν στο λιμάνι της Χιλής, Valdivia. Ένα ακόμη μυθιστόρημα στο οποίο έχει δευτερεύοντα ρόλο και το οποίο μιλάει για τις επαναστάσεις της Νότιας Αμερικής είναι το Manuela του Gregory Kauffman Ένα άλλο μυθιστόρημα το Flashman and the Seawolf, του Robert Brightwell, βασίζεται στην αρχή της σταδιοδρομίας του Κόχραν. Και η συλλογή του 1967 με ποιήματα του Pablo Nerouda με τίτλο "Λόρδος Cochrane de Chile", είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του. Η καριέρα του, όμως, ενέπνευσε και μια σειρά από συγγραφείς ναυτικών ιστοριών φαντασίας. Η πρώτη τέτοια ιστορία ήταν του καπετάνιου Frederick Marryat, ο οποίος είχε υπηρετήσει κάτω από αυτόν ως δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού και δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1829. Τον 20ο αιώνα, το μυθιστορήματα του CS Forester με πρωταγωνιστή τον Horatio Hornblower και το μυθιστόρημα του Patrik O'Brin με πρωταγωνιστή τον Jack Aubrey στη σειρά μυθιστορημάτων Aubrey-Maturin είχαν ως βασικό κορμό τα κατορθώματα.
Ετικέτες
1801,
1821,
αλεξάντερ,
αρχιναύαρχος,
ελληνική επανάσταση,
σαν σήμερα,
στόλος,
τόμας κόχραν,
φιλέλληνας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










