Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Η Μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821)

Η μάχη του Βαλτετσίου στις 12-13 Μαΐου του 1821 αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες νίκες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η επιτυχία της οφείλεται στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη, που επέμενε να δοθή η μάχη στην τοποθεσία εκείνη, και στον ηρωϊσμό των υπερασπιστών τών οχυρωμάτων, κυρίως των Μαυρομιχαλαίων και του του γέρου Μητροπέτροβα.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Η μάχη του Βαλτετσίου στις 12-13 Μαΐου του 1821 αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες νίκες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η επιτυχία της οφείλεται στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη, που επέμενε να δοθή η μάχη στην τοποθεσία εκείνη, και στον ηρωϊσμό των υπερασπιστών τών οχυρωμάτων, κυρίως των Μαυρομιχαλαίων και του του γέρου Μητροπέτροβα. 
Ο ηρωϊκός Μητροπέτροβας, οπλαρχηγός της Ανδρούσας και του Λεονταρίου
(Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
Αν και οι πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό και τη θέση των ταμπουριών, την αριθμητική δύναμη του τουρκικού στρατού, καθώς και τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της μάχης, είναι ως ένα βαθμό συγκεχυμένες, γεγονός παραμένει ότι οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς υπό τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά ξεκίνησαν με μεγάλο αριθμό στρατευμάτων με κατεύθυνση τη Μεγαλόπολη για να καταπνίξουν την επανάσταση στον Μοριά. Ισχυρό τμήμα του τουρκικού στρατού υπό την αρχηγία του Βαρδουνιώτη Ρουμπή έφθασε πριν από τα χαράματα στο Βαλτέτσι κατευθείαν από την Τριπολιτσά, ενώ άλλα τμήματα κατευθύνθηκαν λίγο αργότερα προς το Καλογεροβούνι, το Φραγκόβρυσο και τους Αραχαμίτες, κυρίως για να εμποδίσουν τυχόν βοήθεια από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, για να εξοντώσουν τους Έλληνες που θα εγκατέλειπαν, όπως πίστευαν, το Βαλτέτσι για να σωθούν, και ακόμη για να βοηθήσουν σε περίπτωση ανάγκης το κύριο εκστρατευτικό σώμα του Ρουμπή. 
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Κολοκοτρώνης, ξεκινώντας από το Χρυσοβίτσι έφθασε πρώτος στη βόρεια ράχη του Βαλτετσίου, προκαλώντας αντιπερισπασμό στον Ρουμπή, ενώ λίγες ώρες αργότερα έφθανε ΒΑ του Βαλτετσίου και ο Πλαπούτας από το στρατόπεδο της Πιάνας. Η μάχη συνεχίστηκε αδιάκοπα όλη τη νύκτα ενώ έφθαναν ενισχύσεις στους Έλληνες από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, πρώτα υπό τον Π.Βαρβιτσιώτη και Α.Μαυρομιχάλη και ύστερα υπό τον Π.Γιατράκο. 

Τελικά, οι Τούρκοι, βλέποντας ότι και άλλα ελληνικά σώματα υπό τον Νικηταρά και άλλους έσπευδαν προς το πεδίο της μάχης, άρχισαν να υποχωρούν προς την Τριπολιτσά. Στην υποχώρηση υπέστησαν μεγάλη φθορά, κυρίως από το σώμα του Πλαπούτα. Έτσι, μετά από 23 ώρες γενναία και από τις δύο πλευρές μάχη, έμειναν οι Έλληνες, αν και μειονεκτούσαν αριθμητικά, αδιαφιλονίκητοι νικητές στο Βαλτέτσι. Η σημασία της νίκης τους εκτός από τα άμεσα αποτελέσματά της, είχε και γενικώτερο αντίκτυπο για τον Αγώνα. Γεμάτοι αυτοπεποίθηση πλέον είχαν και άλλες επιτυχίες που οδήγησαν στην άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου.

Η Μάχη  

Όταν πληροφορήθηκε ο κεχαγιάμπεης τη σύσταση του νέου στρατοπέδου στο Βαλτέτσι, αποφάσισε να κινηθή με μεγάλη δύναμη εναντίον του, να το διαλύση και να συντρίψη κατόπιν την επανάσταση στη Μεσσηνία και στη Λακωνία. Υπολόγιζε ότι γυρνώντας νικητής στη Μεγαλόπολη θα μπορούσε να υποτάξη ολόκληρη την Πελοπόννησο. 

Πριν από τα χαράματα της 12ης Μαΐου ξεκίνησε από την Τριπολιτσά το πρώτο και κυριώτερο σώμα των Τούρκων υπό την αρχηγία του Βαρδουνιώτη Ρουμπή και έφθασε κατευθείαν προς βορράν του Βαλτετσίου, με σκοπό να εμποδίση την αποστολή βοήθειας από τα στρατόπεδα της Πιάνας και του Χρυσοβιτσίου και να υπερκεράση συγχρόνως τα οχυρώματα των Γορτυνίων. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά άλλο σώμα με κατεύθυνση το Καλογεροβούνι, μιά ώρα περίπου νότια του Βαλτετσίου, για να ενισχύση σε περίπτωση ανάγκης το σώμα του Ρουμπή ή να εμποδίση μαζί με τα σώματα που κατευθύνονταν προς το Φραγκόβρυσο και την Κανδρέβα (σημερινή Ασέα) την πιθανή άφιξη βοήθειας από τα Βέρβαινα στους Έλληνες και επιπλέον να αποκόψη τον δρόμο υποχωρήσεως των Ελλήνων από το Βαλτέτσι και να τους αιχμαλωτίση. Το τουρκικό ιππικό κατέλαβε τους Αραχαμίτες, ΝΔ του Βαλτετσίου, με ανάλογη αποστολή, ενώ ακολουθούσε και πέμπτο σώμα 3.000 ανδρών με πολεμοφόδια, κανόνια κ.λπ. 
Πλαπούτας
Ο Κολοκοτρώνης, μόλις πληροφορήθηκε την πορεία των Τούρκων, έτρεξε από το Χρυσοβίτσι με το εκεί ελληνικό τμήμα στο Βαλτέτσι, αφού ειδοποίησε και τον Πλαπούτα που βρισκόταν στην Πιάνα, καθώς και τους άλλους οπλαρχηγούς, να σπεύσουν. Πρόλαβε και κατέλαβε ένα ύψωμα βόρεια από το χωριό και άρχισε να κτυπά το σώμα του Ρουμπή, που προσπαθούσε με κυκλωτική κίνηση να συντρίψη τους οχυρωμένους στον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Κατά το μεσημέρι έφθασε και ο Πλαπούτας με τους άνδρες του στα ΒΑ του Βαλτετσίου και επιτέθηκε και εκείνος κατά του σώματος του Ρουμπή, που βαλλόταν συγχρόνως και από τους κλεισμένους στα ταμπούρια. Βλέποντας ο κεχαγιάμπεης τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει ο Ρουμπής, έστειλε δυνάμεις από το Καλογεροβούνι για να κτυπήσουν το ταμπούρι των Μανιατών και να ανακουφίσουν έτσι τον στρατό του Ρουμπή. Και αυτή η έφοδος όμως αποκρούσθηκε και τότε στήθηκαν κανόνια απέναντι από τον κεντρικό προμαχώνα. Το έδαφος όμως ήταν ανώμαλο και τα βλήμματα των πυροβόλων άλλοτε κτυπούσαν τους άνδρες του Ρουμπή και άλλοτε αστοχούσαν πέφτοντας στη γη. 

Ήδη είχε βραδιάσει, αλλά η μάχη συνεχιζόταν με πείσμα και από τις δύο πλευρές. Ο Κολοκοτρώνης έτρεξε τότε σε ένα ύψωμα, που μέχρι σήμερα ακόμη λέγεται "του Κολοκοτρώνη το βουνό", και φωνάζοντας στον γέρο Μητροπέτροβα, που ακούραστος αντιμετώπιζε τις επιθέσεις του ιππικού, "έρχεται ο Κολοκοτρώνης με 10.000 έρχεται και ο Πετρόμπεης με όλους τους Μανιάτες, βαστάτε", του έδωσε κουράγιο. Κάνοντας μάλιστα και αιφνιδιαστική έφοδο το ίδιο βράδυ, ο Κολοκοτρώνης διέσπασε τον κλοιό και έφερε τροφές και πολεμοφόδια στους κλεισμένους στους προμαχώνες, όπως αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Φωτάκου. Βαθιά νύκτα η μάχη σταμάτησε και οι δύο αντίπαλοι έμειναν ακλόνητοι στις θέσεις τους, ελπίζοντας από τη μιά οι Τούρκοι ότι οι Έλληνες τη νύκτα θα διασκορπίζονταν, κι από την άλλη οι Έλληνες ότι μετά από την τόσο σθεναρή τους αντίσταση θα υποχωρούσαν οι εχθροί στην Τριπολιτσά. 


Γύρω στα μεσάνυκτα έφθασαν από τα Βέρβαινα στο Καλογεροβούνι ενισχύσεις υπό τον Π.Βαρβιτσιώτη και τον Αντ. Μαυρομιχάλη, ενώ άλλο σώμα 400 ανδρών έφθασε τη χαραυγή υπό τους Π.Γιατράκο, Α.Κονδάκη και άλλους. Το επόμενο πρωί συνεχίσθηκε η μάχη. Έγινε και δεύτερη προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν τα πυροβόλα εναντίον του μανιάτικου προμαχώνος, αλλά και αυτή κατέληξε σε αποτυχία. Βλέποντας ο κεχαγιάμπεης ότι το σώμα του Ρουμπή κυκλωνόταν όλο και πιό πολύ, διέταξε γενική υποχώρηση - άλλωστε οι τουρκικές φρουρές στο Καλογεροβούνι είχαν διακρίνει και άλλη βοήθεια που ερχόταν από τα Βέρβαινα για να ενισχύση τους αμυνόμενους. Ήταν ο Νικηταράς, ο Ιω. Κολοκοτρώνης και άλλοι που επέστρεφαν από το Άργος, μεταφέροντας μολύβι για τις πολεμικές ανάγκες. Αυτοί έσπευσαν προς το Ζέλι και από εκεί στη λίμνη Τάκκα, αλλά όταν έφθασαν στη Μπολέτα οι Τούρκοι είχαν ήδη τραπή σε άτακτη φυγή. Σημαντική φθορά υπέστησαν στην υποχώρηση από τους κλεισμένους ως τότε στα ταμπούρια, από τα οποία βγήκαν για να τους κυνηγήσουν, αλλά κυρίως από το σώμα του Πλαπούτα. Τριακόσιοι νεκροί έμειναν στο πεδίο της μάχης και πάνω από 500 τραυματίες μεταφέρονταν όλη τη νύκτα στην Τριπολιτσά. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, που κράτησε 23 ώρες, και κατά την οποία για πρώτη φορά οι Έλληνες αγωνίστηκαν άρτια οργανωμένοι, είχε μεγάλο αντίκτυπο στο ηθικό τους. Συνειδητοποίησαν την υπεροχή τους και πήραν νέο θάρρος, πολύτιμο για τις μελλοντικές επιχειρήσεις εναντίον των εχθρών. Έκπληκτοι οι Τούρκοι από την έκβαση της μάχης άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η επανάσταση δεν ήταν μιά απλή εξέγερση λίγων ραγιάδων, όπως ήθελαν να πιστεύουν ως τότε. 

Ελένη Δραμπάλα


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Αθήνα 2000. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον