Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Άγγελος Σικελιανός: "Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια" της ποίησής του

«Καρδιά, παιδιά ... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα ...»
Έφυγε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 19 Ιουνίου 1951. Ο Άγγελος Σικελιανός έδρασε μέσα από το ΕΑΜ Διανοουμένων - Καλλιτεχνών και γι' αυτή τη δράση του, στη συνέχεια, υπονομεύτηκε τρεις φορές στην υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ. Διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Image result for αγγελος σικελιανος φωτογραφιες


«Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια» της ποίησής του
Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού
Ο Άγγελος και η Εύα Σικελιανού
«Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια/ εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος/ Εδώ σηκώνετ' όλ' η γη με τους αποθαμένους/ και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.

Κι απάνω - απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους,/ φωτάει με μιας Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος./ Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες/ - χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια,- / κ' είν' οι νεκροί στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες».

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται από τη μέρα που η Ελλάδα, η Εθνική Αντίσταση και η Ποίηση στερήθηκαν έναν από τους μέγιστους δημιουργούς του 20ού αιώνα. Τον Αγγελο Σικελιανό. Το εκτυφλωτικής πνευματικής και ανθρώπινης λάμψης «αστέρι» του έσβησε στις 19 του Ιούνη του 1951. Ο Σικελιανός έφυγε πικραμένος και παραγκωνισμένος από την επίσημη μετεμφυλιακή Ελλάδα, συκοφαντημένος και σαν επίτιμος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, επειδή είχε το σθένος να συμπορευτεί με το ΕΑΜ, και μάλιστα σαν επικεφαλής του ΕΑΜ Διανοουμένων -Καλλιτεχνών. Να μην απαρνηθεί, μετά την απελευθέρωση, τα ιδανικά της Εθνικής Αντίστασης. Να μη «συνδράμει» τις προσπάθειες της αγγλοκρατίας και της άρχουσας τάξης για κατασυκοφάντηση του ΕΑΜ. Να μη «συμφωνήσει» για τις διώξεις των εκατοντάδων χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Είναι γι' αυτό διπλό το χρέος μας για μια τιμητική αναφορά στον κορυφαίο αυτό δημιουργό - ποιητή της ζωής.

«Αστέρι» των αντρειωμένων

«Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια,/ εμένα με νανούρισαν,/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που 'χε τα ουράνια ανοίξει,/ εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!/ Μάνα φωτιά με βύζαξες/ κ' είναι η καρδιά μου αστέρι;».

Στις 15 του Μάρτη του 1884, γεννιέται στη Λευκάδα το έβδομο και τελευταίο παιδί της Χαρίκλειας και του Ιωάννη Σικελιανού, δασκάλου των Γαλλικών. Το όνομα αυτού Αγγελος. Το αγόρι αυτό, που γεννήθηκε με προσωπίδα, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία ήταν «σημάδι» ιδιαίτερης «προίκας» και «μοίρας», έγινε ένας από τους κορυφαίους οραματιστές δημιουργούς, όχι μόνον της Ελλάδας, μα του κόσμου όλου. Γι' αυτό και προτάθηκε για το «Νόμπελ» της Ποίησης, το οποίο, όμως, δεν του δόθηκε λόγω της ύπουλης παρέμβασης «πνευματικών», λεγόμενων, φερεφώνων της επίσημης Ελλάδας, η οποία «τρώει τα καλύτερα παιδιά της», όταν αυτά - όπως ο Σικελιανός που αντιστάθηκε στην εμφυλιοπολεμική και ψυχροπολεμική πολιτική της - δεν υποτάσσουν το πνεύμα και το όραμά τους στις επιδιώξεις και πρακτικές της αντιλαϊκής εξουσίας της.

Εκτός από την επέτειο του θανάτου του, φέτος συμπληρώθηκαν και 117 χρόνια από τη γέννησή του. Μα καθώς σήμερα χρειάζεται η ποίησή του να ξαναφυσήξει στα σταυροδρόμια του κόσμου, χρειάζεται και η ...αναζωπύρωση της μνήμης του.

Από την αριστοκρατία, στο λαό

Ρίζα σικελική - εξ ου και το επίθετό του - από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, που στα τέλη του 19ου αιώνα ξεπέφτει οικονομικά, ο Σικελιανός αναθρέφεται μέσα σε ένα πνευματικό οικογενειακό περιβάλλον. Δεκατριάχρονος, ακόμα, μαθητής, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Στα 1901 εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζεται με τον πρωτοπόρο ανανεωτή του νεοελληνικού θεάτρου Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, στου οποίου τη «Νέα Σκηνή» παίζει σε αρχαίες τραγωδίες, ποθώντας να γίνει ηθοποιός. Πόθος που απέτυχε, αλλά γονιμοποίησε τη δραματουργία του Σικελιανού και τη μεγαλοφυή σύλληψή του για αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις «Δελφικές Εορτές» (χρονιά έναρξής τους το 1927).

Το 1902 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Διόνυσος» και «Παναθήναια». Ακολουθούν ποιήματα στο «Νουμά» και σε άλλα περιοδικά. Ψηλός και απολλώνιας ομορφιάς ο Σικελιανός, υπερηφανεύεται για την αριστοκρατική καταγωγή του. Νιώθει ημίθεος. Σχεδόν ένας αρχαίος θεός. Ενας σύγχρονος Ορφέας. Ενας νιτσεϊκός υπεράνθρωπος, που ίπταται στα ουράνια, αλλά και στη γη, υπεράνω, όμως, των απλών ανθρώπων. Ενας γητευτής - προσωποποίηση της ποίησης, αλλά και του σαρκικού έρωτα.

Με τη «θεϊκότητά» του μάγεψε το 1905 την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, την πρώτη γυναίκα του, η οποία του αφοσιώθηκε ψυχή τε και πνεύματι, στηρίζοντας - και οικονομικά - όλα τα πνευματικά πετάγματα - οράματά του. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση, οι «Δελφικές Εορτές» του. Το «ημιθεϊκό» αίσθημα του Σικελιανού, ίσως, δε θα κρατούσε τόσο πολύ, αν η Εύα Σικελιανού δε σαγηνευόταν από την - όντως ημιθεϊκή - πνευματική και σαρκική μορφή του, τόσο που να υποκλίνεται και στις ερωτικές απιστίες του. Λέγεται, μάλιστα, ότι μια μέρα, που ο Σικελιανός στο σπίτι τους στους Δελφούς είχε περιπτύξεις με άλλη γυναίκα, κάποιος ζήτησε επειγόντως να του μιλήσει. Η Εύα Πάλμερ, με τη γνωστή σ' όσους ήξεραν το ζεύγος Σικελιανού λατρεία της για τον ποιητή, χωρίς ίχνος ιδιοκτησιακής πικρίας, απάντησε στον επισκέπτη: «Ο θεός κάνει έρωτα! Δεν μπορεί να σας δεχτεί τώρα». Το ίδιο μεγαλόψυχα αντιμετώπισε η Πάλμερ και τον έρωτά του με την Αννα Καραμάνη (1938). Εδωσε γενναιόδωρα τη συγκατάθεσή της για το γάμο τους (1940) και εξακολούθησε - όλα τα χρόνια μετά το χωρισμό τους - να τον βοηθά οικονομικά από τις ΗΠΑ και να προβάλλει διεθνώς την ποίησή του και τον ΕΑΜικό αγώνα του.

«Ποιητής πλούσια προικισμένος, μ' εξαιρετική δύναμη, πάνοπλος τεχνίτης, που άνοιγε τολμηρά καινούριους δρόμους, μια ποίηση με τόνους μεγαλόπρεπους και πλατιούς κυματιστούς ρυθμούς, με πρωτόφαντη αισθησιακή ευφορία, ορμητική μαζί και εκστατική», ο Σικελιανός στα νιάτα του είχε μια ολότελα δική του εξωπραγματική, ουτοπική ιδεολογία. Κι εκείνον τον είχε συνεπάρει η αναγεννητική δύναμη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αλλά μη έχοντας κατανοήσει πραγματικά τον ταξικό της χαρακτήρα και προορισμό, το 1920, με το πεζογραφικό του «Υπόμνημα στη Μεγαλειότητά του», στον βασιλιά Κωνσταντίνο, του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία των Ελλήνων και των Μπολσεβίκων, για έναν «καθαρτήριο θρησκευτικό πόλεμο κατά της αμαρτωλής Ευρώπης».

Αργότερα, ο Σικελιανός συνειδητοποίησε το λάθος του, αποκήρυξε αυτό το κείμενό του και δεν το περιέλαβε στην έκδοση των Απάντων του. Επί σαράντα περίπου χρόνια, γράφοντας πολλά αριστουργηματικά ποιήματα, παραπλανήθηκε με τον ιδεαλισμό του. Και ντρεπόταν γι' αυτό, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Τα στερνά τιμούν τα πρώτα...

Η φλόγα του ΕΑΜ

Βλέποντας ο Σικελιανός το φασισμό να απλώνει πάνω από την Ευρώπη και να αρπάζει στα βρόγχια του τον χιλιοβασανισμένο ελληνικό λαό, πετά τον ιδεαλισμό, τον εγωτισμό, την ωραιοπάθειά του και στρέφει την καρδιά και το πνεύμα του στη ζωή και το λαό. Σμίγει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα και τους σοσιαλιστικούς πόθους του λαού. Το 1941 εντάσσεται στο ΕΑΜ και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», τα οποία, εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, κυκλοφορούν παράνομα. Σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής, υποφέρει όπως όλοι οι αγωνιστές του λαού, γυρίζοντας την πλάτη στη δυνατότητα να ζήσει με άνεση και ασφάλεια. Δημοσιεύει συνεχώς ποιήματά του σε ΕΑΜίτικα έντυπα για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ, στο επίγραμμά του «Ανάσταση» (25/3/1942):

«Τα χελιδόνια του θανάτου Σου μηνάν μιαν άνοιξη/ καινούρια, Ελλάδα, κι από τον τάφο Σου γιγάντια γέννα.../ Μάταια βιγλίζει των Ρωμαίων η κουστωδία τριγύρω Σου.../ Ακόμα λίγο, κι ανασταίνεσαι σε νέο Εικοσιένα».

Παράλληλα γράφει τα σπουδαία, επίσης αντιστασιακής πνοής, θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων η «Σίβυλλα» και το κορυφαίο του «Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα». Εργο εμπνευσμένο από τη δημοτική μας ποίηση, που υμνεί τους νέους «Ακρίτες» του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και την απελευθέρωση κάθε ανθρώπου και λαού:

«Σηκώθη η λεβεντογενιά/ φρεγάδα μ' ανοιχτά πανιά/ στο νιον αγέρα,/ για ν' αρμενίσει το ντουνιά/ κι ακόμη πέρα...

Με το Νοτιά, με το Βοριά,/ ν' ανοίξει απέραντη ποριά/ στη Λευτεριά, στη Λευτεριά...

Με τ' άργανα ελαφριά, βαριά,/ με το Νοτιά, με το Βοριά,/ λαλάτε την τη Λευτεριά,/ για να γιομόσει τον αγέρα,/ πριν έβγει ο ήλιος να 'μαστ' έτοιμοι/ τη νέα να δούμε μέρα...».

Ο Σικελιανός προφητεύει ότι «Σιμώνει ένας αχός/ της Ιεριχώς σα να γκρεμίζονται τα κάστρα». Κι αφουγκράζεται:

«Απ' την αντιβίγλα των λαών κι από τα δάση/ χυμά μια απέραντη πνοή,/ πο 'χει βουή κι αντιβουή:

"Τόπο στη ζωή!... Τόπο στη Ζωή!..."

Δεν αποπαίδισεν η Πλάση!».

Ο ποιητής δε θεώρησε ότι επιτελούσε το καθήκον του με το να υμνεί απλώς τον ΕΑΜικό αγώνα κλεισμένος στο σπίτι του. Τον υμνούσε και δημόσια. Διακινδυνεύοντας. Εφτασε να «χτυπήσει» με τους στίχους του, την καμπάνα του αγώνα και στην κηδεία του Παλαμά. Εβγαζε εγερτήριους λόγους σε διάφορες εκδηλώσεις. Τόλμησε σε εκδήλωση στο Ηρώδειο (Αύγουστος του 1944) να απαγγείλει με τη βροντώδη φωνή του τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του. Αλλά και σε εκδήλωση μετά την απελευθέρωση (1946) ύμνησε τον αγώνα και τις ιδέες του ΕΑΜ.

Και καθώς είχε, ήδη, πει το μεγάλο «ΝΑΙ» και το μεγάλο «ΟΧΙ» του, στην πρώτη μεταπολεμική εκδήλωση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, ως πρόεδρός της, έκανε μια μεγαλόπνοη προγραμματική ομιλία με θέμα «Προς μια αποφασιστική πνευματική στροφή». Οι ΕΑΜικές ιδέες του Σικελιανού δε λύγισαν ούτε με τον Δεκέμβρη, ούτε στα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου. Γιατί, όπως έβαζε τον Μακρυγιάννη να λέει, «Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο, και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι, γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ' αυτό να ξαναμπούμε πίσω, μα εγίναμε πουλιά, και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».

Ο Σικελιανός βλέποντας τη νέα, μετά το Δεκέμβρη, σκλαβιά των αγωνιστών, τοποθετούσε υπεράνω όλων των αγαθών τη Λευτεριά, βάζοντας τον Βλαχογιάννη να λέει:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,/ τη Λευτεριά ως το θάνατο,/ τη Λευτεριά ως τον Αδη,/ κι απέκει τ' άλλα είναι καλά, απάνου ή κάτου κόσμος!».

Και στο επίγραμμά του «25 Μάρτη 1821 - 25 Μάρτη 1946» έλεγε:

«Του αγώνα μας πρωτόφλεβα, καρδιά του Εικοσιένα,/ για να σε χαιρετίσουνε ορθό είναι σηκωμένοι/ γυναίκες, γέροντες,/ παιδιά κ' εγώ στη σύναξή τους/ για βιαστικό αντροκάλεσμα, για σημερινό σημάδι.

Τι τώρα σμίγει το αίμα Σου στην πιο πλατιά του κοίτη/ μ' όσο αίμα χύθηκεν εχτές, και δες το, ξεχειλίζει/ να μπει ποτάμι ακράταγο με τα ποτάμια τ' άλλα/ των Λαών ορμάν στη Λευτεριά π' ανοίγεται μπροστά τους/ Ανθρωποθάλασσα της Ζωής, σ' Εσέ, Δημοκρατία!».

Τιμωρημένος αλλά περήφανος

Δεν του τα συγχώρεσε όλα αυτά η μεταπολεμική σκοταδιστική εξουσία. Γι' αυτό και σαμποτάρισε τρεις φορές την υποψηφιότητά του για το Νόμπελ, την οποία έθεσε η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών. Τον πολέμησε και για έναν ακόμα λόγο. Επειδή η ΕΑΜοθραφείσα ΕΕΛ το 1947 τον ανακήρυξε τιμητικά ως επίτιμο πρόεδρό της. Το αντιδραστικό κατεστημένο κατηγόρησε την ΕΕΛ ότι προπαγανδίζει το δεύτερο αντάρτικο. Το «επιχείρημα» ήταν ότι στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή της ΕΕΛ (Γενάρης του '48), την ώρα που ο επίτιμος πρόεδρος της εταιρίας έκοβε την πρωτοχρονιάτικη πίτα, ο Μάρκος Αυγέρης του ευχήθηκε «Να ζήσει σαν τα Ψηλά Βουνά», προπαγανδίζοντας, υποτίθεται, έτσι, τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Με αυτήν την κατηγορία μπήκε μπροστά η «μηχανή» τρομοκράτησης του πνευματικού κόσμου. «Μηχανή», που χώρισε τους λογοτέχνες σε «εθνοπροδότες» και «εθνικόφρονες» και διέσπασε το παλαιότερο σωματείο της χώρας, την ΕΕΛ, με τη δημιουργία της «Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών».

«Απόγονος» του Σολωμού και του Κάλβου

Ποιητής «απόγονος» του Σολωμού και του Κάλβου. «Θηλασμένος» με τους μύθους και το απολλώνιο κάλλος της αρχαιοελληνικής ποίησης. «Μεθυσμένος» με τον ήλιο και τη φύση της υπαίθρου. «Ανδρωμένος» με την κυριαρχούσα την εποχή της νιότης του νιτσεϊκή φιλοσοφία. «Γητεμένος» από την ποιητική μεγαλαυχία του Ντ' Ανούστσιο και τον εκθαμβωτικό αισθητισμό του Κλωντέλ, αλλά και «ομοαίματος» του Παλαμά, ο Σικελιανός νιώθοντας σαν ημίθεος - Ηνίοχος, άνοιξε με το μεγαλόπνοο, οραματικό, επικολυρικό «άρμα» της ποίησης και της «Δελφικής Ιδέας» του για αδελφοσύνη και ειρήνη των λαών, νέους δρόμους στα Ελληνικά Γράμματα του 20ού αιώνα.

«Δρόμοι», που όσο κι αν κατά την πρώτη και δεύτερη δημιουργική του περίοδο δεν οδηγούσαν κατευθείαν στο λαό και για την προκοπή του λαού (όπως, αντίθετα, καθυστερημένα βέβαια, αλλά αταλάντευτα μέχρι το τέλος της ζωής του, συνέβη με την τρίτη και τελευταία δημιουργική του περίοδο), προικοδότησαν όμως - και αυτοί - για πάντα την πνευματική μας κληρονομιά.

Ο Σικελιανός παραμένει αθάνατος και κατατάσσεται στην κορυφαία τετράδα των δημιουργών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα -Παλαμάς, Βάρναλης, Σικελιανός, Καζαντζάκης - ιδιαίτερα με το έργο της τρίτης δημιουργικής περιόδου του. Περίοδος, που μετρά από το 1941, αφ' ότου, ιδεολογικά ξεκάθαρος και συνειδητοποιημένος πια, απαλλαγμένος από τον ουτοπικό ιδεαλισμό του, τον απόμακρο από την κοινωνική πραγματικότητα και το λαό εγωτικό «αριστοκρατισμό» του και το μότο του «αρχά των αρίστων», δεμένος πια αταλάντευτα με το λαό και τα απελευθερωτικά και σοσιαλιστικά του οράματα, εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Το λαμπρής τέχνης, πολύμορφο συλλαβικά και διεγερτικού ιαμβικού μουσικού παλμού ποιητικό έργο του Σικελιανού, στο σύνολό του (και των δύο πρώτων περιόδων, παρά τις όποιες ιδιομορφίες του, οι οποίες επιδέχονται διάφορες πολιτικο-ιδεολογικού και αισθητικού περιεχομένου παρατηρήσεις), ιδιαίτερα όμως το ΕΑΜικό και διαχρονικής επικαιρότητας έργο των δέκα τελευταίων χρόνων της ζωής του, πρέπει να «θρέψει» και τις σημερινές και αυριανές νέες γενιές.

Γιατί; Γιατί πρόκειται για έργο, που «στο λαό και στη γη βρίσκεται η δύναμη». Εργο, που, χάρη στο «πυρίζωο πνεύμα» του δημιουργού του, «Κρατάει σπαθί, κρατάει φωτιά, κρατάει διπλό πελέκι». Κατέχει τη δύναμη να «κρατά πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής» του λαού. Στο παρόν και το μέλλον. Ωστε:

«Ο νέος Αδάμ να γεννηθεί/ τρανός ολόφωτος Εωσφόρος,/ (...) με την αμέτρητη συμπόνια της καρδιάς/ και την πνοή του πρώτου Αντάρτη,/ να λευτερώσει το Χριστό από το Σταυρό/ τη γην ολάκερη να περπατήσει/ και μ' όλους του τους αδελφούς/ να ξαναχτίσουμε τη χτίση».

Ως να 'ρθει η ώρα, δηλαδή, που για κάθε «εσταυρωμένο» πριν, «λυόμενο» πλέον άνθρωπο και λαό «να φουντώσει γύρα του ο παράδεισος τ' ανθρώπου». Ωστε οι νέοι «Ακρίτες» στήνοντας «κλαριά μεγάλα, ν' ανεβεί τ' αμπέλι του Ηλιου,/ κι από παντού πουλιά κι ανθοί και λαοί να ξεκινήσουν/ καινούριου Δέντρου Ζωής τον ίσκιο να χαρούνε». Να κάνουν, σαν να λέμε πράξη το όνειρο του «Διγενή», στον οποίο δίνει φωνή το διαλεκτικά αισιόδοξο σοσιαλιστικό όραμα του Σικελιανού, μιλώντας από το παρελθόν στο μέλλον:

«Ψεύτικοι θεοί πολλοί σαπίζουνε την πλάση,/ μ' αυτός ο θεός που 'ναι ο λαός θα μείνει πάντα/ στη σαπισμένη γη να φέρει την υγειά της...

Καρδιά, παιδιά... και θ' απλωθεί ο Παράδεισος μια μέρα...».

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ


******************************

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Ο ... αγγελοκρουσμένος ποιητής

Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)
Ο Αγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)
Το αγόρι που γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 14/3/1884 (παλιό ημερολόγιο) δεν ήταν συνηθισμένο παιδί. Ετσι πίστευε και ο ίδιος. Δηλαδή ο Αγγελος Σικελιανός.

«Το πρόσωπό μου εφύλαγεν/ η προσωπίδα η διάφανη,/ που η μάνα από την όψη μου/ αγάλι - αγάλι βγάνοντας,/ εχαμογέλα, αχνή, να με γνωρίσει (...)».

Η προσωπίδα - τμήμα του αμνιακού χιτώνα που σπανίως επικαλύπτει το κεφάλι του νεογέννητου - ερμηνεύεται από τη λαϊκή δοξασία ως προνομιακή εύνοια της φύσης. Ο πατέρας του παιδιού την αποξηραίνει και τη φοράει ως χαϊμαλί για να του φέρνει γούρι.

«Ακούστε με, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια/, εμένα με νανούρισαν/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που 'χε τα ουράνια ανοίξει, εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της,/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!

Και κάπου, ωσά να γνώρισε/ βαρύ σημάδι απάνω μου,/ της χτύπησε βαθιά η καρδιά,/ και στις γυναίκες έκραξε,/ που με είχαν πρωτοπιάσει,/ στους δρόμους όξω να χυθούν,/ να με κηρύξουν στα βουνά/ και στη μεγάλη πλάση!

Μάνα, φωτιά με βύζαξες/ κι είν' η καρδιά μου αστέρι;»
(Αλαφροΐσκιωτος)

Αλλά οι γονείς του ήταν ξεχωριστοί! Ο καθηγητής ξένων γλωσσών Ιωάννης - Δημήτριος Σικελιανός (1831-1909) και η Χαρίκλεια Στεφανίτση (1847-1929), από σπουδαία γενιά και οι δύο, εκπρόσωποι της καλλιεργημένης επτανησιακής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Τόπος καταγωγής του πατέρα, η Σικελία - απ' όπου και το όνομα «Siciliani», εξελίχθηκε σε Σικελιανός. Το πραγματικό επώνυμο της οικογένειας αποκαλύπτεται για πρώτη φορά εδώ: Ηταν «Gojji», γένος ευγενών της Σικελίας με οικόσημο και σπουδαία κοινωνική θέση. Και το όνομα αυτού: Αγγελος.

Μια επίμονη οικογενειακή παράδοση ήθελε το όνομα αυτό για τους γόνους των Σικελών. Ενας άλλος Αγγελος, ο αδελφός του, γεννήθηκε στις 19/1/1877 και πέθανε από διφθερίτιδα (2/1884), ένα μήνα πριν τη γέννηση του ποιητή.

Εξέχων πρόγονός του ήταν ο συνονόματός του, ο Αγγελος -Κάμιλλος Σικελιανός, αδελφός του πάππου του, του Αντωνίου και γιος του Μάρκου Σικελιανού και της Ελένης Σιγούρου, από τη Ζάκυνθο. Ηταν λαμπρός πολιτικός και λόγιος, σεβαστός φίλος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, με τον οποίο αλληλογραφούσαν στα 1847-1848, όταν ο τελευταίος, φοιτητής ακόμη, διέμενε στην Πίζα της Ιταλίας. Τα κείμενα αυτά εξέδωσε ο Οκτάβ Μερλιέ με τον τίτλο: «Quinje lettres grangaisaises de Valaoritis» («Δεκαπέντε γράμματα στα γαλλικά του Βαλαωρίτη», Αθήνα, 1956).

Το όνομα Αγγελος δεν εξέλιπε μετά το θάνατο του ποιητή. Ο γιος του Γλαύκου, του μοναχόπαιδου του ποιητή και της Εύας, ονομάζεται Αγγελος - Μάρκος - επίσης οικογενειακό όνομα των Σικελιανών το τελευταίο. Ο 10χρονος εγγονός του Γλαύκου από την κόρη του, τη Τζίνα, ονομάζεται Dylan - Αγγελος, ενώ δύο απόγονοι με το επώνυμο Σικελιανός φέρουν επίσης το όνομα Αγγελος.

Δε γνωρίζουμε αν και στον ποιητή δόθηκαν και άλλα ονόματα, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα στις αρχοντικές επτανησιακές οικογένειες. Οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης και βάπτισής του δεν εντοπίστηκαν στο Ληξιαρχείο της Λευκάδας.

Ο συμβολισμός του ονόματός του έκαναν τον ποιητή πολύ περήφανο. Το θεωρούσε ως το μελωδικότερο όνομα της ελληνικής γλώσσας - δωρικό, λόγω του φθόγγου γγ και ιωνικό με τον μελίρρυτο ήχο λάμδα. Αλλά η συνάρτηση του παραπάνω νοήματος και της προσωπικής του ακτινοβολίας εντυπωσίαζε και τους ομοτέχνους του. «Μέγα ταγό Δελφικό, Αρχάγγελο Αγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα», «Ικαρός», 1980), ενώ ο Γιάννης Ρίτσος αναφωνεί δοξαστικά: «Αγγελε, Αρχάγγελε, ο αρχάγγελος του λόγου σου περιίπταται/ μέσα στον κατάφωρο ελληνικόν αγέρα (...) Αγγελε, Αρχάγγελε, στον ανεμόφερτον οίστρον σου πώς κλάγγιζαν/ έρωτες, θάλασσες, βουνά, λιοντάρια, πλάτανοι κι αστέρια (...) Αγγελε Αλαφροΐσκιωτε, που όλους τους ίσκιους κρυπτικά αποκρυπτογράφησες! (...) Γεια σου, λοιπόν, Αγγελε, Αρχάγγελε του Λαού!» («Συντροφικά τραγούδια» «Σύγχρονη Εποχή», 1982). «Σικελιανός, ο Εξάγγελος», τιτλοφορείται το βιβλίο που εμπνεύστηκε από αυτόν ο Μενέλαος Λουντέμης («Δωρικός», 1976). « Αγγελού», τον αποκαλεί χαϊδευτικά η Εύα από την Αμερική στα ατελείωτα χρόνια του αποχωρισμού τους, ενώ εκείνος, σε γράμμα του στα 1929-1930, της γράφει για τον εαυτό του: «Ο Αγγελος είναι ανεβασμένος σε μια κορυφή και ατενίζει ολόγυρα, έτοιμος να πετάξει...». Σε πρωτοεφηβικό του ποίημα που παρουσίασα στο βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Πεζά», «Εστία», 1989), παίζει με το όνομά του:

«Για να κοιμούμαι ήσυχα/ δε θέλω εγώ να βλέπω/ αγγέλους εις τον ύπνο μου/ όπου τα μάτια αν τρέπω./ Το μόνο που παρακαλώ/ για ψυχική γαλήνη,/ είναι, προτού να κοιμηθώ,/ να με φιλεί εκείνη./ Αυτό, αν θέλεις, ω θεε,/ για με, με σπλάχνο κάμε/ και χωρίς αγγέλους,/ εγώ Αρχάγγελος θε να 'μαι!».

Στην περιήγησή του στο Αγιον Ορος με τον Νίκο Καζαντζάκη, στις 18/12/1914, στη Μονή Βατοπεδίου, εντυπωσιάζεται από «τους μακρόλαιμους αγγέλους του Πανσελήνου που το κεφάλι τους βυθίζουν σαν τον κύκνο στης ευτυχίας το κρουσταλλένιο ρέμα». Σκιτσάρει και ένα σχέδιο εκφραστικότατο με το παραπάνω εκείμενο, που τύπωσε σε κάρτα η Αννα Σικελιανού.

Χρησιμοποιεί με αγαλλίαση στο έργο του σπάνιους όρους: Αγγελοκρούω (τρομάζω, πονάω), αγγελοκρούομαι (ψυχομαχώ), αγγελοκρουσμός (μεγάλος τρόμος), αγγελοκρουσμένος (τρομαγμένος), αγγελομαχώ (ψυχομαχώ), αρχαγγελικό διάσκελο (διασκελισμός του Αρχάγγελου) κ.ά.

Το άσμα ΙΙ στο « Μήτηρ Θεού» (1917) αρχίζει ως εξής: «Αγγελε, στο κατώφλι σου/ την ώρα που δε θάρρεις,/άνεμος φύσαγε γλυκός πολύ, ψυχοπονιάρης».

Τότε η παρέα της Δεξαμενής - Ελλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης - παρώδησε το δεύτερο στίχο ως εξής: «Αμερικάνα πέζεψε, γυναίκα να την πάρεις!..». Αναφερόταν, φυσικά, στην Εύα Πάλμερ. Αλλά και αλλού, απαντάται το βαπτιστικό του όνομα. Στον «Υμνο στον Εωσφόρο το Αστρο» παραθέτει με αγαλλίαση το διάλογό του με την Αλκμήνη:

«Ανθος του ανδρισμού μου, Αλκμήνη,/ (...) ω, κοίτα είμαστε μόνοι/ στον κόσμο, ως οι πρωτόπλαστοι (...) / - "Αγγελε, γλύκα του είναι μου" αποκρίθη/ "αν ήταν μόνο σήμερα η καρδιά μου/ να πει για σένα, πες της πως εκρίθη..." (...). Και τότ' εγώ της είπα: -"Ω Τιτανίδα/ ο ναός κ' η φύση είναι μονάχα δώρα/ του Ανθρώπου που 'χε κάποτε γι' ασπίδα/ (...) του πόθου του τη φλόγα τη θεο-θεοφόρα,/ του Εωσφόρου τ' ανίκητον αστέρι!"».

Εξαίσια υποβλητικότητα αποπνέει και ο νοερός διάλογος του ποιητή στον «Ελληνικό Νεκρόδειπνο»:

«(...) Αλλ' όταν ανοίχτη ομπρός μας το κρασί το μαύρο/ που φίλος επιστήθιος το 'χε φέρει/ για μένα, αδρό γιατ' ήταν κι' ευωδούσε/ σαν του Διονύσου το χυμένον αίμα,/ γυρίζοντας εκείνος προς εμένα/ τρανό ποτήρι ξέχειλο, με το ίδιο/ καλώντας με όνομά μου: -"Αγγελε", μου 'πε,/ "αν τώρα θες, δώσε φωνή στη νύχτα..." Και τότ' εγώ: -"Στη νύχτα τούτη, φίλε,/ ζητάς φωνή να δώσω (...) απ' το κρασί που το 'φερες για μένα/ (...) ας μεταλάβουμε όλοι (...) Κι όσο για τα νέα,/ τα φλογερά που θέλατε τραγούδια/ ν' ακούστε από τα χείλη μου, θα 'ρτούνε/ στην ώρα τους κι αυτά...". Ετσ' είπα κι όλοι, (...) / απ' το κρασί γευτήκανε κι απ' όλους/ στερνός, σαν ο ιερέας που καταλύει/ το δισκοπότηρο μες στ' Αδυτο, ήπια/ κι εγώ ως την ύστερη τη στάλα (...)».

«Στη "Ζωή της Χαράς", ο Αγγελος θάναι πάντα παραστάτης της!» μου γράφει ο Σικελιανός, αφιερώνοντάς μου το βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκι «Στου Παππού τα γόνατα» ( 7/5/1949). Και στις 31/6/1949, σε γράμμα του από τη Σαλαμίνα, ανάμεσα στ' άλλα, μου γράφει και τα εξής:

«Γλυκειά Vivette,

Ο Αγγελος, που την άνοιξη που πέρασε Σούγραψε πως θάναι ο παντοτινός Σου παραστάτης, ίσως τώρα νομίζεις πως Σε ξέχασε... Είναι στη Σαλαμίνα (...) το νησάκι είναι μακρά και μοιάζει νάναι ώρες, ώρες, σαν μια φυλακή χτισμένη ανάμεσα στα κύματα... Θε να του δώσει κάποτε ο Θεός τη χάρη να του ξαναβάλει τα φτερά του; Είναι στιγμές που το πιστεύει, όχι γιατί τον λένε Αγγελο μόνο, αλλά γιατί η καρδιά του ξεπερνά τις αποστάσεις... Αχ, να γινόταν γλυκειά Vivette, αυτό το θαύμα, και καμιά ώρα που θα βρισκόσουν στον κήπο, ξαφνικά από πάνουθέ Σου να αισθανθείς τη βουή κάποιων φτερών, που θα με κατεβάζανε ανάμεσα στα δέντρα και θα μ' έφερναν σιμά Σου... Πώς το θέλει ο Αγγελος αυτό το πέταγμα για Σε και τη Ρενούλα μας! (...) Και λέω, που αν είχα τα φτερά, δε θα περνούσα μόνο για να Σας δω, μα θα Σας έκανα και αέρα για να δροσιστείτε... Εσύ, γλυκειά Vivette, πώς είσαι; Να ελπίσω πως θ' αποφασίσεις να μου γράψεις δυο Σου λόγια; Ξέρεις πως και τα φτερά θέλουνε κάποιο πότισμα για να φυτρώσουν; Τέτοιο πότισμα θα μού 'ναι τα λογάκια Σου (...). Μένω πάντα με τη μυστικήν ελπίδα να ξανάβρω τα φτερά μου και νάθρω. Αγγελος». (Από το βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Γράμματα»).

Στις 6/11/1949, τρεις Λευκαδίτες φοιτητές του απευθύνουν ευχές για την εορτή του με μίαν αγκαλιά κυκλάμινα, που τα είχε υμνήσει εκείνος στο Φθινόπωρο 1936:

«Αγαπητέ Ποιητή,

Θα θέλαμε οι κυκλαμιές να σου θυμίσουν το μικρό λουλούδι, "το πρώτο κυκλάμινο που βρήκες, παιδί, μια μέρα στη Λευκάδα, μέσα στην κουφάλα της γέρικης ελιάς του σπιτιού σου", το λουλουδάκι που με το λεπτό του μοσχοβόλημα χάρισε στην ψυχή σου πλουσιότατα και απολλώνεια δώρα - "την πρώτη γνωριμιά του Αγραφου Χώρου!" Μα είτε το πετύχουν - είτε όχι, όμως πρέπει να σε βεβαιώσουμε πως κι εμείς κι οι πιο πολλοί συμπατριώτες σου Λευκαδίτες, έχουμε χαρίσει σε σένα και το έργο σου την εκλεκτότερη θέση της καρδιάς και του μυαλού μας και ζούμε με την ελπίδα κάποιων καλύτερων καιρών που θα μας επιτρέψουν μια θερμή, πλατιά και γόνιμη γνωριμιά μαζί σου! Με βαθιά εκτίμηση»: Πάνος Σάντας, Πανταζής Κοντομίχης, Νίκος Κατηφόρης, φοιτητές από τη Λευκάδα.

Και ο καλός του φίλος, ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός, του εύχεται με την ευκαιρία της εορτής των Αρχαγγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ: «Να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά, για μας, τη φτωχολογιά, και για την Ελλάδα μας!».

Ομως ο ποιητής δε γιόρταζε στις 8 Νοεμβρίου, αλλά την ημέρα του Αγίου Πνεύματος. Τότε εορτάζει παλλαϊκά στη γενέτειρά του, τη Λευκάδα, το περίφημο Μοναστήρι της «Πεφανερωμένης», της Παναγίας, όπου από μικρό παιδί συμμετείχε στον πανηγυρισμό και στο προσκύνημα.


Φέτος, στις 19/6, συνέπεσε η ημερομηνία του θανάτου του και της ονομαστικής του εορτής. Μια μικρή διερεύνηση, μας επιτρέπει κάποια σημειολογική σύνδεση της ονομαστικής εορτής του και γεγονότων του βίου του. Ο κατ' εξοχήν ποιητής των συμβόλων είχε αναγάγει την εορτή του Αγίου Πνεύματος σε ημέρα ιδιαίτερου συμβολισμού: Ακριβώς την ημέρα της ονομαστικής του εορτής (18/6/1940) επέλεξε για το γάμο του με την Αννα, στο Τελεστήριο της Ελευσίνας. Στις 25/6/1938, πέρασε την ονομαστική του εορτή στο Πήλιο, από όπου έγραψε στον αδελφικό του φίλο Τάκη Δημόπουλο:

«Μην ένας θρύλος θεϊκός του λαού, οπού τον έμαθα εδώ πάνω, δε μας λέει ότι τ' αηδόνια που γεμίζουνε με το τραγούδι τους τις γύραθέ μου λαγκαδιές, στην εορτή του Αγίου Πνεύματος φεύγουν κι αυτά, αφήνοντας και το τραγούδι τους ακόμα, για να βυθιστούν με τη σιωπή μέσα στου ίδιου αυτού Αγίου Πνεύματος τη μυστική παντοφωνήτρα φλόγα! (...) Μα εκεί που σταματάνε να φυτρώνουν τα λουλούδια, αρχινάν ν' ανθούν αυτούσια τ' άστρα, κι εκεί που σωπαίν' η ανθρώπινη φωνή ή τα τραγούδια του αηδονιού, βροντάει κ' αστράφτει αυτήκοος πλέον, κι όχι μέσα από κατηγορίες ιστορικές κι' εφήμερες, ο "Λόγος". Από τον Λόγον αυτόν ήρθα να πιω, κι αν ο θεός το θέλει, κι αν είμαι άξιος, από τον αυτήκοο αυτό Λόγο να ποτίσω και τη γη!».

Στις 18/6/1949, ο Σικελιανός μίλησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με θέμα: « Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός (το μάθημα του Ρενέ Μαρδοχαίου Γκουασταλλά)», με πρόσκληση των Ροζέ Μιλλιέξ και Οκτάβ Μερλιέ.

Το 1950, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, ο ποιητής έπλεξε το εγκώμιο του Μερλιέ και της σπουδαίας γυναίκας του, Μέλπως Λογοθέτη, σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Αναθυμήθηκε την επίσκεψή του στο Πήλιο (άνοιξη 1938) και τη σιωπή των αηδονιών. Ο κηπουρός του, ο κυρ Αντώνης, του εξήγησε: «Σήμερα είναι του Αγίου Πνεύματος! Ολα τα αηδόνια από τον πρώτον όρθρο, φύγανε για πιο ψηλά». Αργότερα, όσους άλλους ρώτησα, συμπληρώνει ο ποιητής, μου δώσανε την ίδια απάντηση: Τ' αηδόνια είχανε πια πετάξει σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή. Την περιοχή του πνεύματος. Του αγίου πνεύματος. Γι' αυτό και δεν ακούονταν πια. Ετσι λοιπόν, διερωτώμουνα, τ' αηδόνια είχανε κάνει κιόλας τη μετάσταση από την Ποίηση προς την Προσευχή, όπως το αισθανόταν και το ζητούσε εδώ και λίγα χρόνια από τους ποιητές ο άββε Bremond; (...) Για μένα η σιωπή αυτή των αηδονιών ήταν μια υψηλή ενέργεια, μια προέκταση διαλεκτική σ' ένα σκαλί υψηλότερης ενέργειας».

Ο Σικελιανός έμελλε να ζήσει την τελευταία του ονομαστική εορτή (18/6/1951), στην Παμμακάριστο, στο θάλαμο Θ` «των Θλιβομένων η "Χαρά"». Η αδελφή - νοσοκόμα του απολογιέται: «Ηθελε να τον φωνάζουμε με το μικρό του όνομα».

«Χρυσή μου, ο Θεός μου έβαλε Αγγελο. Παρακαλώ την Παναγιά μας, όταν πεθάνω, Αγγελο κοντά της να με βάλει». Εκείνες τις ύστατες στιγμές, η Παναγία η Φανερωμένη της Λευκάδας, η Δήμητρα και η Αλκμήνη - η αιώνια Μάνα - συμπλέκονταν στα άδυτα της ψυχής του...

Την άλλη μέρα, στις οκτώ το βράδυ, το καλλικέλαδο αηδόνι έκανε «τη μετάστασή του σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή, από την Ποίηση προς την Προσευχή», κατά πώς το θέλει «ο θεϊκός θρύλος του Λαού» για τους πεφιλημένους του!..

Βιβέτ ΤΣΑΡΛΑΜΠΑ - ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Άρης Βελουχιώτης: "Εγώ, παιδί του Ελληνικού Λαού ..."

15 Ιούνη 1945. Σαν σήμερα, πριν από 72 χρόνια, ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης, θα φύγει από τη ζωή. Ο Άρης, κυκλωμένος από τους διώκτες του, έξω από τη Μεσούντα, θα ανοίξει ο ίδιος την πόρτα της αιωνιότητας. Θα περάσει στην αθανασία της συλλογικής μνήμης και συνείδησης, δίνοντας το τέλος με το ατομικό του περίστροφο. Μαζί του στο θάνατο τον συντρόφεψε ο πιστός του αντάρτης, ο Τζαβέλας.

Νίκος Μπογιόπουλος
«Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:
– Τον ξέρεις τον Άρη;
– Ναι, μου λέει. Τον ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Όχι. Μα τόνε ξέρω.
– Πώς είναι;
– Τρεις βολές πιο αψηλός απ’ τον πατέρα μου. Κι έχει ένα μεγάλο-μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον ακολουθάει πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία.
Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα ένα “αετόπουλο” που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού.
– Γιωργή, τον ξέρεις τον Άρη;
– Τόνε ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Τον είδα με τα μάτια μου.
– Πώς είναι;
– Έχει μακριά γένεια κι ένα αληθινό άστρο στο μαύρο σκούφο του. Κι άμα μιλάει -κι ας χιονίζει ακόμα- γίνεται μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε το όνομά του οι Γερμανοί κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα.
Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας αητός με μια σημαία, ένα άστρο αληθινό, πολλή ζέστα -αυτός είναι ο Άρης των παιδιών και των μεγάλων.
Και γω που δυο φορές όλο-όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ»
(Γιάννης Ρίτσος, Το υστερόγραφο της δόξας – Άρης Βελουχιώτης) 
15 Ιούνη 1945. Σαν σήμερα, πριν από 72 χρόνια, ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης, θα φύγει από τη ζωή.
Ο Άρης, κυκλωμένος από τους διώκτες του, έξω από τη Μεσούντα, θα ανοίξει ο ίδιος την πόρτα της αιωνιότητας. Θα περάσει στην αθανασία της συλλογικής μνήμης και συνείδησης, δίνοντας το τέλος με το ατομικό του περίστροφο. Μαζί του στο θάνατο τον συντρόφεψε ο πιστός του αντάρτης, ο Τζαβέλας.
Ακολούθησε ο κανιβαλισμός. Η θηριωδία του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος. Οι δύο νεκροί σύντροφοι θα αποκεφαλιστούν και τα κεφάλια τους θα κρεμαστούν από τις 18 έως τις 20 Ιούνη, σ’ ένα φανοστάτη στα Τρίκαλα.
Τι ήταν ο Άρης; Εκείνο το «αμείλικτο τέρας» που περιγράφουν οι θιασώτες του πιο πρωτόγονου και συνάμα βλακώδους αντικομμουνισμού; Ήταν από στρατιωτική άποψη ένας «κατσαπλιάς», όπως διατείνονταν οι «ήρωες» του δοσιλογισμού; Κάποιος με «θολή» πολιτική σκέψη, όπως λένε εκείνοι που όσα δεν φτάνουν τα κάνουν κρεμαστάρια; Ας δώσουμε το λόγο στους – σοβαρούς – πολιτικούς αντιπάλους του Άρη:
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αναφέρει: «Ο Άρης ήταν ένας αγνός ιδεολόγος» (Φίλιππος Φιλλίπου, «Βήμα», 3/2/2002), «ήταν ένας ευφυής άνθρωπος» (εφημερίδα «Πρώτη», 24/9/1986)
«… ο Άρης απέδειξε ότι είχε ψυχοσύνθεση ηγέτου, χάρη σ’ αυτόν, το γόητρο του ΕΛΑΣ ανήλθε κατακορύφως», γράφει ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας στο βιβλίο του «Φωτιά και τσεκούρι». Ο ίδιος μιλώντας για την«θεαματική εξέλιξη» του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ τονίζει ότι «ο Άρης ήταν ο κύριος παράγων της». Ο Αβέρωφ – και όχι κάποιος πολιτικός φίλος του Άρη – τον περιγράφει ως«ηγέτη», «γενναίο», «καλό οργανωτή», ως άνθρωπο που «δεν του έλειπε ούτε η ευφυΐα ούτε κάποια παιδεία». Και προσθέτει ο Αβέρωφ: «Ένας Ιταλός στρατηγός, που δεν είχε κανένα λόγο να τον συμπαθή, ο Ινφάντε, είπε το 1945 στον γράφοντα τις σελίδες αυτές: «Από όλους τους αρχηγούς του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ που γνώρισα, και γνώρισα πολλούς, μόνον ο Άρης μου έκαμε εντύπωση.Ήταν δυνατός, στοχαστικός, είχε λεπτότητα»».
Πολύ πριν από την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα τα 4/5 της χώρας είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον ΕΛΑΣ. Ήδη από την Άνοιξη του ’44, το Γερμανικό επιτελείο του οποίου ηγείτο ο Χέλμουτ Φέλμυ αναγκάστηκε να κηρύξει την Πελοπόννησο ως εμπόλεμη ζώνη και τούτο λόγω της καθόδου του Άρη στην Πελοπόννησο. Ο ίδιος ο Φέλμυ σημείωνε ότι χρειαζόταν τουλάχιστον 3 μεραρχίες επιπλέον, μόνο για την Πελοπόννησο, λόγω της ανάπτυξης στις τάξεις του ΕΛΑΣ που είχε εμφυσήσει το οργανωτικό πνεύμα του Άρη και η προσωπική του παρουσία στην περιοχή («Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα», Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Τέτοια αποτελέσματα μάλλον δεν θα μπορούσαν να επιτυγχάνονται από «κατσαπλιάδες»…
Καταγεγραμμένες είναι οι απόψεις του Κρις Μοντάγκιου Γούντχαουζ, του Άγγλου Συνταγματάρχη, επικεφαλής της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα, για τον Άρη ως στρατιωτική μεγαλοφυΐα. «Χωρίς Ζέρβα δεν γινόταν, χωρίς Αρη δεν πετύχαινε», έλεγε ο Γούντχαουζ για την επιχείρηση της ανατίναξης του Γοργοποτάμου. Ο Κρις Γουντχάουζ, σε επιστολή του προς την ηγεσία του ΕΑΜ, αμέσως μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, ανάμεσα στα άλλα γράφει: «…θέλω να ευχαριστήσω εκ μέρους της Αγγλίας και την οργάνωσίν σας και τον ικανώτατον στρατιωτικόν αρχηγόν σας»(Στρατηγού Ν. Ζέρβα: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Μέτρον»).
Όσο για την πολιτική διορατικότητα και οξυδέρκεια του Άρη, πέρα από τις διαπιστώσεις του για τις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και φυσικά της Βάρκιζας ότι «παρέδιδαν το απελευθερωτικό κίνημα δεμένο χειροπόδαρα στους Άγγλους» («Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», Δ.Χαριτόπουλου, εκδόσεις «Τόπος» – RealNews) αρκεί η υπόμνηση των λόγων του στη σύσκεψη των καπετάνιων του ΕΛΑΣ τον Νοέμβρη του ’44: «Αν ζήσει κανένας σας – τους έλεγε – να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει».Επομένως, όπως έχει γράψει και ο συνάδελφος Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος:«Μπορεί να προσάψει κανείς ό,τι θέλει στον Βελουχιώτη, όχι όμως απουσία στρατηγικού, “γεωπολιτικού” ενστίκτου και βαθιάς ιστορικής γνώσης».
Ο Άρης Βελουχιώτης δεν γεννήθηκε μέσα σε μια στιγμή, όπως η Αθηνά μέσα από το κεφάλι του Δία. Δεν προέκυψε αστραπιαία. Για να φτάσει να διαμορφωθεί από τον Θανάση Κλάρα (αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα) στον χιλιοτραγουδισμένο πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, διένυσε μια πολυκύμαντη πορεία βασανιστικής ωρίμανσης . Ο Άρης ήταν δημιούργημα και «γέννημα» της ανάτασης του ίδιου του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος ποιητής Κώστας Βάρναλης στο βιβλίο του Πάνου Λαγδά «Άρης Βελουχιώτης ο πρώτος του αγώνα», έγραψε: «Θρυλικός ο Άρης Βελουχιώτης. Ο πρώτος που άρχισε την Αντίσταση του λαού στα βουνά κι ο τελευταίος που την έκλεισε με τον τραγικό του θάνατο. Η πρώτη ψυχή του Αγώνα, κι η τελευταία πνοή. Λίγοι το καταλάβανε όπως ο Άρης, πως οι εχθροί της Ελλάδας (ξένοι και ντόπιοι) θα μετατρέπανε τη νίκη του έθνους σε νίκη των εχθρών του. Τιμή και δόξα στο ασύγκριτο παλληκάρι. Τιμή και δόξα και στο λαό που τόνε γέννησε».
Ο Άρης δεν υπήρξε, δεν διαμορφώθηκε «τυχαία». Η διαδρομή από τον Θανάση Κλάρα μέχρι τον κομμουνιστή Άρη Βελουχιώτη, είναι μια διαδρομή ταυτισμένη με το μήνυμα που εκπέμπεται από τα ίδια τα νάματα της ποίησης του κομμουνισμού. Πολλοί παριστάνουν τους «αρμόδιους» να μιλήσουν γι’ αυτή τη διαδρομή. Όμως, αρμοδιότερος ήταν ο ίδιος ο Άρης. Και μίλησε: «…Αν στη ζωή μου υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα»,γράφει σε επιστολή στον «Ριζοσπάστη», στις 9/9/1931. «Έκτοτε – συνεχίζει – δεν έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. Μιλάν τα γεγονότα, μιλάει αυτή η αλήθεια. Ούτε ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ. Είναι αυτό σε βάρος μου; Είναι αυτό στοιχείο ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα;».Περίπου προφητικά στην ίδια επιστολή καταλήγει: «Στο κόμμα αυτό έδωσα όλη μου τη ζωή και θα συνεχίσω να δίνω όσες δυνάμεις μου απομείναν στον αγώνα του, για το ψωμί των εργαζομένων, κατά των φόρων και των πολέμων, για την επανάσταση».
Με αυτά τα εφόδια έφερε σε πέρας ο Άρης την αποστολή που του ανατέθηκε, όταν ανέλαβε να υλοποιήσει την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για την συγκρότηση αντάρτικου απελευθερωτικού στρατού. Με αυτό το πνεύμα γράφτηκε από το χέρι του Άρη ο όρκος του ΕΛΑΣ, ο όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας στη Ρούμελη που δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά.
«Εγώ παιδί του Ελληνικού Λαού, ορκίζομαι να αγωνιστώ πιστά από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, χύνοντας και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, σαν γνήσιος πατριώτης για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι ακόμα να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιος του αγρότη.
Δέχομαι προκαταβολικά την ποινή του θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του Λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω αν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δε γίνει ο Λαός νοικοκύρης στον τόπο του».
Αθάνατο πολιτικό κειμήλιο, διαχρονικής αξίας – και δραματικής επικαιρότητας στη σημερινή Ελλάδα των ξένων δανειστών και των εγχώριων «σωτήρων» – αποτελεί η ιστορική ομιλία του Άρη που την εκφωνεί στις 29 Οκτώβρη του 1944 στην απελευθερωμένη Λαμία εκ μέρους του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Ο Άρης παρουσιάζει την πολιτική του ΕΑΜ και, ανάμεσα στα άλλα, λέει:
«Θα δώσουμε στο λαό τα οικονομικά μέσα για να μπορεί να μη σκορπάει την οικογένειά του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Μας κατηγορούν ότι θέμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρξε, μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει.
Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.
Ενώ εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;
Όταν έξαφνα στα 1929-’31 το κράτος ζήτησε, λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τότε τη χώρα μας, να κατεβάσουν οι ξένοι ομολογιούχοι το ποσοστό που πληρώναμε σε τοκοχρεολύσια, οι Άγγλοι δέχτηκαν να το μειώσουν σε 35%, αλλά οι Έλληνες ομολογιούχοι αρνήθηκαν.
Να, λοιπόν, ποιος είναι ο πατριωτισμός τους! Αυτός φτάνει μέχρι το σημείο που δεν θίγονται τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Αυτοί, λοιπόν, οι ίδιοι που μας κατηγορούν ότι επιδιώκουμε την κατάργηση των συνόρων και τη διάλυση του κράτους, αυτοί τα ξεπουλάνε αυτά στην πρώτη ευκαιρία(…). Με αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό για να συνεχίσουν το ξεζούμισμα και την εκμετάλλευσή του».
Ο Άρης λατρεύτηκε από τους συναγωνιστές του. Να τι περιγράφει ένας από τους αντάρτες του, ο Καραδημήτρης, στον Σπύρο Μελετζή: «Τί να σου πω, Σπύρο, τόσο σκληραγωγημένο άνθρωπο δε θα ξανακάνει ο κόσμος. Στις πορείες εμείς παιδιά τώρα και κουραζόμαστε και κείνος άντεχε πιο πολύ απ’ όλους μας, στην πείνα τα ίδια, στη δίψα και στην κακοπέραση. Πολλές φορές έμεινε εκείνος νηστικός για να δώσει σε μας. Κι ένα τσιγάρο ακόμα νά ‘χε θα τό ‘δινε σε μας.Ήταν τόσο σκληρός με τον εαυτό του που πολλές φορές μας τρόμαζε. Ούτε ασκητής, ούτε φακίρης δε θα μπορούσε ν’ αντέξει στη γεμάτη στερήσεις ζωή που έκανε ο Άρης και μάλιστα τότε στις αρχές που ξεκινήσαμε. Μαρτυρήσαμε όλοι μας, κι αν δεν ήταν ο Άρης να μας εμψυχώνει κάθε μέρα, θα τά ‘χαμε παρατήσει. Τόσο δύσκολες μέρες περάσαμε τότε στις αρχές».
Από την σημερινή Ελλάδα δεν λείπουν οι απόγονοι του δοσιλογισμού. Οι πολιτικοί και ιδεολογικοί συνεχιστές των ταγματασφαλιτών. Οι φασίστες γκεμπελίσκοι που ματαιοπονούν στην προσπάθεια τους να σπιλώσουν τον Άρη και να παραχαράξουν την Ιστορία. Όπως συνηθίζεται στην περίπτωση των φασιστών, ο «Καιάδας» της γελοιότητάς τους είναι τόσο βαθύς όσο η προστυχιά τους. Και όσο πιο πρόστυχοι γίνονται τόσο περισσότερο θυμίζουν τον «ήρωα» ενός επίσης «προφητικού» κειμένου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αναγέννηση» στις 21 Ιούνη 1945. Ο Θεσσαλός δημοσιογράφος Φαίδων Μακρής, έγραφε:
«Σύμφωνα με τους μαθηματικούς νόμους του εκκρεμούς, το καθημαγμένο κεφάλι του Αρη Βελουχιώτη, ταλαντευόταν προχθές κρεμασμένο σ’ ένα φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων. Αιωρείτο αργά. Δεξιά – αριστερά, δεξιά – αριστερά και κάθε ταλάντευση σημείωνε και μια τραγική στιγμή των καιρών που διανύουμε. Σιωπηλά τα πλήθη βλέπαν με κατάπληξη το μακάβριο θέαμα.
Ενα «γιατί;» μεγάλο σαν το έργο του Αρη, γεννιόταν μες στις ψυχές όλων χωρίς να φτάνει και στα χείλια. Η ανταρσία του ενάντια στο κράτος τιμωρήθηκε με το θάνατο, η ανταρσία ενάντια στο κόμμα του τιμωρήθηκε ακόμα πιο σκληρά για έναν κομμουνιστή, με τη διαγραφή του.
Ομως, η αισχρή, βάρβαρη και ανίερη διαπόμπευση της κεφαλής του ήρωα είναι μια ιστορική αδικία και μια εθνική ντροπή…
«Χαράς ευαγγέλια» γαύγισε για το θάνατο του ήρωα η εμπαθής ασημότης της Νομαρχίας Τρικάλων, χωρίς να σκεφτεί ότι όταν αυτός θα εγκαταλείψει με «τας κεκανονισμένας τιμάς» τη ζωή, ύστερα από λίγο δε θα τον θυμούνται ούτε οι στενότεροι συγγενείς του, ενώ τον Άρη Βελουχιώτη δε θα τον ξεχάσουν ούτε οι φίλοι του ούτε οι εχθροί του. Γιατί αυτός και το έργο του έχουν πια καταγραφεί στην ιστορία του έθνους».
Αυτός ήταν ο Άρης. Ανέγγιχτος από κάθε επιχείρηση γκεμπελικού τύπου λασπολόγησης του ονόματός του. Και έτσι θα παραμείνει: Ολικά και αμετάκλητα αποκαταστημένος στη συνείδηση του λαού. Γιατί, πολύ απλά, είναι βαθιά εγκαταστημένος στο νου και στην καρδιά του λαού, ως σύμβολο των αγώνων για τη λευτεριά και τη δημοκρατία του λαού.

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Άρης Βελουχιώτης: Η αποκήρυξη από το ΚΚΕ και η πολιτική αποκατάσταση. Η αστική και οπορτουνιστική προπαγάνδα που δήθεν "προστατεύει" τον Άρη.

"Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση, ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν."





Ο Αρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905 στη Λαμία. Το 1922 έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και το 1925 μέλος του ΚΚΕ. Ως στρατιώτης οδηγήθηκε στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου. Μετά την απόλυσή του ανταποκρίθηκε σε διάφορες κομματικές χρεώσεις και διώχθηκε κατά καιρούς από το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά εξορίστηκε στη Γαύδο και φυλακίστηκε στην Αίγινα (1938). Το 1939 μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα. Υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε. Στη διάρκεια της Κατοχής βρέθηκε στην Αθήνα, όπου τον Ιούλιο 1941 συνδέθηκε με την ΚΕ, η οποία τον αποκατέστησε στο Κόμμα. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους του ανέθεσε να συγκροτήσει αντάρτικο στρατό. Αυτό το καθήκον ο Αρης το έφερε σε πέρας με τον καλύτερο τρόπο. Τον Μάη 1943 με τη δημιουργία του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ ανέλαβε καπετάνιος του.

Ο Αρης Βελουχιώτης αντιτάχθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας και τη χαρακτήρισε λαθεμένη. Στο διάστημα Φεβρουάριος - Απρίλιος 1945 ανέλαβε με δική του ευθύνη πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση νέου αντάρτικου στρατού, παρά την αντίθετη απόφαση του ΚΚΕ.

Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (Απρίλιος 1945) διέγραψε τον Αρη και τον αποκήρυξε, δίχως να δώσει την απόφαση στη δημοσιότητα.

Στις 16 Ιουνίου 1945, την ημέρα που ο Αρης αυτοκτόνησε περικυκλωμένος από τον αστικό στρατό, στον «Ριζοσπάστη» δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση του ΠΓ που κατήγγειλε τον Βελουχιώτη, κάνοντας αναφορά και στην απόφαση της 11ης Ολομέλειας. Τρεις μέρες μετά την αυτοκτονία του, στις 19 Ιουνίου 1945, ο «Ριζοσπάστης» σε άρθρο με τίτλο «ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ» έγραψε για τον Αρη: «Ο τόσο τραγικός θάνατος του Αρη Βελουχιώτη προκαλεί θλίψη ανάμεσα στους πραγματικούς πατριώτες, αγωνιστές της εθνικής ιδέας. Γιατί ανεξάρτητα από τη θέση που πήρε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, θέση που αντικειμενικά εξυπηρετούσε την αντίδραση, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ξεχνάει κανείς ότι ο Αρης Βελουχιώτης ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αγώνα της Αντίστασης και από τους πρωταθλητές στην οργάνωση του αντάρτικου κινήματος...».

Μετά το θάνατο του Αρη και μέχρι την 7η Ολομέλεια της ΚΕ (1950) το ΚΚΕ δεν είχε τοποθετηθεί εναντίον της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την αποκαλούσε «αναγκαίο ελιγμό».

Το Μάρτιο του 1962 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέος Κόσμος» άρθρο μέλους του τότε ΠΓ, στο οποίο γινόταν λόγος για αποκατάσταση σειράς στελεχών του ΚΚΕ, ανάμεσά τους και του Αρη. Το άρθρο ανέφερε:

«Η ΚΕ ακύρωσε αποφάσεις της παλιάς καθοδήγησης για διαγραφή ή καθαίρεση μελών της ΚΕ, που αποδείχτηκαν αβάσιμες και αδικαιολόγητες. Ταυτόχρονα αποκατέστησε τη μνήμη των συντρόφων [...] Αρη Βελουχιώτη [...] κ.ά.».

Σχετική απόφαση δεν έχει βρεθεί στο Αρχείο του ΚΚΕ.

Γενικότερα, από την αρχή της δεκαετίας του 1960 και περισσότερο μετά το παραπάνω δημοσίευμα, εκ μέρους του Κόμματος υπήρξαν πράξεις πολιτικής αποκατάστασης του Αρη, που ουσιαστικά απέρριπταν τις κατηγορίες σε βάρος του ως προβοκάτορα κ.ά.

Αυτό αποτυπώνεται και στον Α' τόμο Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, που γράφει:

«Ο Αρης ζυμωμένος και ατσαλωμένος στο ΚΚΕ και στο λαϊκό κίνημα αναδείχτηκε με την ηρωική δράση του, σε ατρόμητο πολεμιστή και σε γνήσιο λαϊκό ηγέτη. Η τραγική θυσία του συγκίνησε βαθιά τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και όλους τους πατριώτες»*.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Παράλληλα η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δε δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση, ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν.

16 Ιούλη 2011».

* 2 Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, Α' τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 517.
__________________________________________

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: