Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιούδας ισκαριώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιούδας ισκαριώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων: Η άγνωστη ιστορία του Ιούδα Ισκαριώτη

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ ΤΟΥ ΙΣΚΑΡΙΩΤΗ – ΕΚ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ

"Και απελθών απήγξατο..." (Ματθαίος 27,5).
Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από χειρόγραφο της Ιεράς Μονής Ιβήρων, αντίγραφο του οποίου απόκειται στο Κελλί του Αγίου Γοβδελά του Πέρσου της Ιεράς Μονής Ιβήρωνν, το οποίο αντέγραψε και εξέδωσε δίς ο Αγιορείτης (+) Ιερομόναχος Αβέρκιος το 1895 και 1896 στην Βάρνα.

Κατάγονταν από την Ισκάρια και ο πατέρας του ονομάζονταν Ρόβελ. Μια νύκτα η μητέρα του ξύπνησε έντρομη με φωνές. μετά από έναν εφιάλτη που είχε δει στον ύπνο της και διαλογίζονταν περί αυτού. Ο Ρόβελ την ρώτησε τι συμβαίνει, για να λάβει την απάντηση ότι εάν συλλάβει παιδί και είναι αρσενικό, τότε αυτό θα είναι ο χαλασμός της γενιάς των Εβραίων. Πράγματι, κατά σύμπτωση, τη νύχτα εκείνη συνέλαβε η γυναίκα του Ρόβελ και γέννησε μετά από καιρό αγόρι. Φοβούμενοι την πραγματοποίηση του εφιάλτη, κατασκεύασαν ένα κιβώτιο, σαν αυτό που είχαν κάμει στην Αίγυπτο για τον Μωϋσή, τοποθέτησαν το παιδί τους μέσα σε αυτό και το άφησαν στη θάλασσα της Γαλιλαίας. Απέναντι της Ισκαρίας, υπήρχε μικρή νήσος όπου ποιμένες ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους. Εκεί έφτασε με τα κύματα το κιβώτιο, το οποίο ανέσυραν από τα νερά οι ποιμένες και βρήκαν το μικρό παιδί. Το μεγάλωσαν και του έδωσαν το όνομα Ιούδας. Μόλις αναπτύχθηκε και άρχισε να βαδίζει, το μετέφεραν στην Ισκάρια, προκειμένου να βρουν άνθρωπο για να το δώσουν προκειμένου να το αναθρέψει. Εκεί συμπτωματικά, συνάντησαν τον Ρόβελ και του έδωσαν το μικρό παιδί, δίχως να γνωρίζουν ότι είναι ο φυσικός του πατέρας, ο δε Ρόβελ το ανέλαβε, και το αγάπησε, ενθυμούμενος το δικό του παιδί το οποίο πριν από χρόνια είχε αφήσει μέσα σε κιβώτιο στη θάλασσα της Γαλιλαίας. Η μητέρα του Ιούδα, εν τω μεταξύ, είχε  γεννήσει κι άλλον υιό, μαζί με τον οποίο ανέτρεφε και τον Ιούδα, ο οποίος κακοποιούσε συχνά τον αδελφό του αναλογιζόμενος πονηρά την διανομή της πατρικής περιουσίας. Κάποια ημέρα, αποφάσισε – συνεπεία της φιλαργυρίας – να φονεύσει τον αδελφό του για να γίνει μελλοντικά ο κύριος όλης της περιουσίας του πατέρα του. Έτσι, ενώ βρίσκονταν τα δυο αδέλφια μακριά από το σπίτι, τον φόνευσε χτυπώντας τον με πέτρα στο κεφάλι. Αναλογιζόμενος τις συνέπειες, αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, αφήνοντας τους γονείς του περίλυπους και απαρηγόρητους, μάταια να τους αναζητούν. Εκεί γνώρισε τον Ηρώδη, ο οποίος τον τοποθέτησε επιμελητή στην υπηρεσία του με αποστολή να προμηθεύεται τα αναγκαία προϊόντα και πράγματα για τα ανάκτορα. Κατόπιν αρκετών ετών, οι γονείς του Ιούδα, πούλησαν την περιουσία τους στην Ισκάρια και εγκαταστάθηκαν στα Ιεροσόλυμα, σε μια μεγάλη οικία με μεγάλους και ωραίους κήπους δίπλα στο παλάτι του Ηρώδη. Εκεί, κάποια ημέρα, ενώ ο Ηρώδης αμέριμνος απολάμβανε την ομορφιά των κήπων του Ρόβελ, ο Ιούδας για να τον ευχαριστήσει του είπε ότι μπορεί να πάει και να του φέρει καρπούς και άνθη από τον κήπο του Ροβελ. Πράγματι, πήδηξε και μπήκε παράνομα στους κήπους του πατέρα του, έκοψε άνθη και καρπούς, επιστρέφοντας όμως έπεσε πάνω στον πατέρα του Ρόβελ, ο οποίος τον ήλεγξε για την παρανομία του, χωρίς να καταλάβει ότι ήταν ο χαμένος υιός του, λέγοντάς του ότι αν όσα έκοψε ήταν για τον βασιλιά, τότε ο ίδιος θα του έδινε τα καλύτερα. Τότε ο πανούργος Ιούδας, τον φόνευσε με τον ίδιο τρόπο που είχε σκοτώσει και τον μικρό του αδελφό. Ανέβασε τους καρπούς και τα άνθη στον Ηρώδη, του διηγήθηκε τα συμβάντα, αλλά ο βασιλιάς σιώπησε για τον θάνατο του Ρόβελ. Μετά παρέλευση λίγου χρόνου, διέταξε τον Ιούδα να πανδρευτεί τη χήρα του Ρόβελ, για να γίνει κληρονόμος της περιουσίας της. Ανακοινώθηκε η προσταγή του βασιλιά στη σύζυγο του Ρόβελ, λάβει ως δεύτερο σύζυγό της τον Ιούδα, και εκείνη δέχθηκε από φόβο και χωρίς να γνωρίζει ότι πρόκειται για τον χαμένο υιό της. Με το πέρασμα δε του χρόνου ο Ιούδας τεκνοποίησε με αυτήν. Κάποια δε ημέρα που αυτή έκλαιγε, ενθυμούμενη τα βάσανα που πέρασε και τα οποία διηγήθηκε στον Ιούδα. Τότε ο Ιούδας θυμήθηκε ότι τον βρήκαν οι ποιμένες σε ένα κιβώτιο στα νερά, θυμήθηκε τους φόνους του αδελφού και του πατέρα του Ρόβελ που διέπραξε, και απεκάλυψε στη μητέρα του όλα τα εγκλήματα που είχε διαπράξει. Αυτή, διέρρηξε τα ιμάτιά της, και θρήνησε απαρηγόρητη για την αμαρτία που είχε κάμει, ούτως ώστε να έχει ως άνδρα το ίδιο της το παιδί. Είπε λοιπόν στον Ιούδα ότι πλέον είναι αδύνατον να ζήσει μαζί του. Τότε ο Ιούδας, αναλογιζόμενος τα μεγάλα κακουργήματα που είχε διαπράξει, έφυγε και πήγε να συναντήσει τον Χριστό, για τον οποίον είχε ακούσει, προκειμένου να εξιλεωθεί η ψυχή του. Ο Χριστός, ως πολυεύσπλαχνος, δίκαιος και αγαπών τους αμαρτωλούς, τον έκαμε μαθητή του και του ανέθεσε να κρατάει το ταμείο, τα χρήματα που κάλυπταν τις ανάγκες της ιεράς συνοδείας του Χριστού και των Αποστόλων του. Ο παμμίαρος όμως Ιούδας, έκλεβε από τα χρήματα αυτά και τα έστελνε στην μητέρα και γυναίκα του, για να πληρωθεί η ρύση του Δαβίδ : «γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοὶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα» (Ψαλμός 108, 9). Ακολούθως, το πάθος της φιλαργυρίας τον οδήγησε να πωλήσει τον Διδάσκαλό του και Θεό για τριάκοντα αργύρια. Μεταμεληθείς για την ανίερη πράξη του, επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια στους Γραμματείς και Φαρισαίους, και απελπισμένος κρεμάστηκε, έπεσε μπρούμυτα και χύθηκαν έξω τα σπλάχνα του, λαμβάνοντας ως αμοιβή τα επίχειρα της κακίας και της φιλαργυρίας του. Ως πονηρός, κρεμάσθηκε, για να προλάβει να κατέβει στον Άδη, πριν κατέλθει ο Κύριος, και να ελευθερωθεί κι αυτός μαζί με τους προπάτορες. Έμεινε όμως κρεμασμένος στο δένδρο ως την στιγμή που αναστήθηκε ο Κύριος και τότε ξεψύχησε.

ΠΗΓΗ : Αβερκίου Ιερομονάχου Αγιορείτου, Ιστορία ακριβής περί των κατά την Σταύρωσιν και Ανάστασιν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού τελεσθέντων, Συγγραφείσα το πρώτον υπό Ιουδαίου τινός Αινέα, συγχρόνου του Σωτήρος Μεταφρασθείσα δε εις την Λατινίδα γλώσσαν υπό Νικοδήμου τοπάρχου του εκ Ρώμης, Σώζεται εν τινι χειρογράφω εν τω Αγίω Όρει, Εν Βάρνη 1896, σσ. 78 - 85. 

http://tribonio.blogspot.gr/2014/04/blog-post_17.html

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Ιούδας Σίμωνος Ισκαριώτης, η Συμφωνία της Προδοσίας

«Καί Ἰούδας Ἰσκαριώθ ὁ εἷς τῶν δώδεκα ἀπῆλθεν πρός τούς ἀρχιερεῖς ἵνα αὐτόν παραδοῖ [αὐτοῖς]» ...

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Το όνομα Ισκαριώτης είναι το πατρωνυμικό επίθετο του Ιούδα και μπορεί να προέρχεται από το εβραϊκό (ish queriyot), που σημαίνει «ο άνθρωπος από την Κεριώτ», το χωριό που ευρίσκεται 16 χλμ νοτίως της Χεβρώνας (Ἰησ. Ναυῆ ιε΄ 25) στη θέση Khirbet el-Qaryatein

Αν, ενδεχομένως, είναι έτσι, τότε ο Ιούδας θα πρέπει να ήταν ο μοναδικός μαθητής του Ιησού που δεν ήταν Γαλιλαίος. Μία άλλη εκδοχή, το όνομα να παράγεται από το εβραϊκό ρήμα šaquár, που σημαίνει ψεύδομαι, δηλ. «ψεύτης» (Torrey HTR 36 [1943] 51-62). Άλλοι θεωρούν ότι παράγεται από το saquar, που σημαίνει επισημαίνω, μαρκάρω με το βλέμμα ή με κόκκινη βαφή, δηλ. «κοκκινοτρίχης» ή «βαφέας», πιθανώς και «σημαδεμένος», «σταμπαρισμένος». Περισσότερο ενδιαφέρουσα φαίνεται η υπόθεση του Culmann, ο οποίος ανάγει το όνομα σε αναγραμματισμό της λέξης «σικαριώτης», δηλ. σικάριος (λατ. sica = μαχαίρι). 

Οι σικάριοι ήταν εκτελεστικές ομάδες του εθνικιστικού κινήματος των Ζηλωτών, οπότε αν ο Ιούδας ήταν Ζηλωτής, τότε θα είχε απογοητευθεί από τον Ιησού και θα τον είχε θεωρήσει ως αποτυχημένο φορέα των μεσσιανικών προσδοκιών του Ισραήλ. Αυτό που ακριβώς πρόδωσε ο Ιούδας ήταν το σημείο που θα συνελάμβαν τον Ιησού μέσα στη νύχτα και μακριά από το πλήθος («Ὁ οὖν Ἰησοῦς οὐκέτι παρρησίᾳ περιεπάτει ἐν τοῖς Ἰουδαίοι, ἀλλά ἀπήλθεν ἐκεῖθεν εἰς τήν χώραν ἐγγύς τῆς ἐρήμου, εἰς Ἐφραίμ λεγομένην πόλιν, κἀκεῖ διέτριβεν μετά τῶν μαθητῶν ... δεδώκεισαν δέ οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ἐντολήν ἵνα, ἐάν τις γνῷ ποῦ ἐστιν, μηνήσῃ, όπως πιάσωσιν αὐτόν» Ἰω. κα΄ 54-57), ενώ στο κη΄2 «ᾒδει δέ καί Ἰούδας ὁ παραδιδούς αὐτόν τόν τόπον (= το Όρος των Ελαιών), ὅτι πολλάκις συνήχθη Ἰησοῦς ἐκεῖ μετά τῶν μαθητών αὐτοῦ». Όμως, ο λόγος της προδοσίας δεν αναφέρεται, αλλά απλώς λέγουν ότι «εἰσῆλθεν ὁ Σατανᾶς» στον Ιούδα.

«Οἱ στρατηγοί» που αναφέρει ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του, είναι η διοίκηση της αστυνομικής φρουράς του Ναού την οποία αποτελούσαν οι Λευΐτες, ενώ διοικητής της φρουράς ήταν ο «στρατηγός του ιερού», ένας ιερέας που προήρχετο από την αριστοκρατική τάξη και ήταν μέλος του αρχιερατικού συμβουλίου των δέκα αρχιερέων, αλλά και συχνά υποψήφιος για το αξίωμα του μεγάλου αρχιερέως.

Τα «τριάκοντα ἀργύρια» στο κατά Ματθαίον, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται στην κυριολεξία τους, διότι προέρχονται από τον Ζαχ. ια΄12 «καί ἐρῶ πρός αὐτούς εἰ καλόν ἐνώπιον ὑμῶν εστιν, δότε στήσαντες τόν μισθόν μου ἤ ἀπείπασθε· καί ἔστησαν τόν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς». Η προφητεία του Ζαχαρίου είναι αλληγορία και ο ίδιος γίνεται «ο καλός ποιμήν» του αιχμαλωτισμένου λαού του, δηλ. τύπος Χριστού. Παρ’ όλα αυτά, οι υπηρεσίες του δεν εκτιμώνται και ο μισθός του αποτιμάται στην ελάχιστη αποζημίωση, την οποία προέβλεπε ο Μωσαϊκός Νόμος για την απώλεια ενός δούλου από ατύχημα («ἐάν δέ παῖδα κερατίσῃ ὁ ταῦρος ἤ παιδίσκην, ἀργυρίου τριάκοντα δίδραχμα (ἑβρ. σίκλους = sheqel) δώσει τῷ κυρίῳ αὐτῶν, καί ὁ ταῦρος λιθοβολήσεται» Ἐξ. κα΄32). Τί μήνυμα θέλει να δώσει ο Ματθαίος; Σκεπτόμενος σαν ραββίνος, όσα κι αν έπαιρνε ο Ιούδας θα ήταν πάντοτε λίγα και πάντοτε θα αντιστοιχούσαν σε μία δυσανάλογα ευτελή αποζημίωση για το μέγεθος της πράξης του.

Από τους Συνοπτικούς ευαγγελιστές δεν αναφέρεται ο λόγος, για τον οποίο οι αρχιερείς ήθελαν την εξόντωση του Ιησού, αν και αυτό τεκμαίρεται από την δίκη Του. Ο Ιωάννης (κα΄ 47-48) αναφέρει ότι, ειδικά μετά την ανάσταση του Λαζάρου, το ερώτημα που απασχολούσε το Μεγάλο Συνέδριο ήταν «τί ποιοῦμεν, ὅτι οὖτος ὁ ἄνθρωπος πολλά ποιεῖ σημεία; ἐάν ἀφῶμεν αὐτόν οὕτως, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καί ἐλεύσονται οἱ Ῥωμαῖοι καί ἀροῦσιν ἡμῶν καί τόν τόπον καί τό ἔθνος»


Πάντως, ανεξάρτητα του αν πίστευαν και οι ίδιοι στα «σημεῖα» του Ιησού ή όχι, ένα πράγμα είναι βέβαιο, ότι τον θεωρούσαν ψευδομεσσία.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Σταμ. Ν. Χατζησταματίου, Ἑρμηνεία Καινῆς Διαθήκης Α΄, Τό Πάθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στά Εὐαγγέλια, Αθήνα 2007, σ.σ. 7-8. 

Ελένη Δραμπάλα