Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σταύρος γκιργκένης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σταύρος γκιργκένης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Η αραβική γλώσσα




Η Αραβική ταξινομείται στις σημιτικές γλώσσες, αλλά η ακριβής θέση της εντός της σημιτικής οικογένειας έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Παραδοσιακά ήταν σύνηθες να αναγνωρίζεται ως Νότια Σημιτική γλώσσα, μαζί με την Αρχαία Νότια Αραβική, τη Σύγχρονη Νότια Αραβική και την Αιθιοπική. Αλλά πρόσφατα προτάθηκε ότι θα πρέπει ορθότερα να χαρακτηριστεί ως μια Κεντρική Σημιτική γλώσσα,  κατηγορία η οποία περιλαμβάνει επίσης τις Βορειοδυτικές Σημιτικές γλώσσες (Αραμαϊκή και Χαναανιτική).
Η ανάπτυξη και η διάδοση της αραβικής γλώσσας ήταν μια μακροχρόνια και πολύπλοκη διαδικασία. Καθώς η μουσουλμανική κοινότητα επεκτάθηκε πέρα από την Αραβική χερσόνησο από το μέσα του έβδομου αιώνα μ.Χ., διέδωσε μαζί και την γλώσσα του Κορανίου. Η Αραβική έγινε τελικά η lingua franca μιας τεράστιας περιοχής που κάλυπτε μεγάλα τμήματα της δυτικής Ασίας, της βόρειας Αφρικής και της δυτικής Ευρώπης. Σήμερα η Αραβική έχει παγκόσμια παρουσία, αφού ομιλητές της γλώσσας μπορούν να βρεθούν σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Ως το παλαιότερο και πιο σεβαστό κείμενο γραμμένο στα αραβικά, το Κοράνι απολαμβάνει μια προνομιακή θέση στην ιστορία της γλώσσας. Η μορφή της Αραβικής που βρίσκεται στο ιερό κείμενο του Ισλάμ έγινε το πρότυπο έκφρασης της γλώσσας και μαζί με την ποίηση της προϊσλαμικής περιόδου αποτέλεσε τη βάση της γλώσσας που είναι γνωστή ως Κλασική Αραβική. Οι πρώτοι Άραβες γραμματικοί συμβουλεύτηκαν τις δύο αυτές πηγές, προκειμένου να καθορίσουν τη σωστή χρήση και να θεσπίσουν τους κανόνες της γλώσσας. Η εξύψωση της μορφής της γλώσσας του Κορανίου είχε επίσης καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός βασικού γνωρίσματος της Αραβικής, της διγλωσσίας, μιας κατάστασης στην οποία υψηλές και χαμηλές ποικιλίες της γλώσσας συνυπάρχουν και σηματοδοτούν μια διαίρεση μεταξύ γραπτών και προφορικών μορφών επικοινωνίας.
Υπάρχει έλλειψη επαρκών στοιχείων για τον εντοπισμό της εμφάνισης και της ανάπτυξης της Αραβικής στα πρώιμα στάδιά της. Η αραβική χερσόνησος ήταν κατοικημένη κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., αλλά η γλώσσα των πρώτων κατοίκων της είναι άγνωστη. Μεταξύ του δέκατου τρίτου και δέκατου αιώνα π.Χ. αρκετά προηγμένοι πολιτισμοί ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή. Οι πρώτες επιγραφές που εμφανίζουν χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την μετέπειτα Κλασική Αραβική είναι γραμμένες σε μια γλώσσα που ονομάζεται Πρώιμη Βόρεια Αραβική (μερικές φορές καλείται Πρωτο-αραβική ή Πρώιμη Αραβική).
Οι επιγραφές αυτές είναι ως επί το πλείστον αποσπασματικές και συχνά αποτελούνται μόνο από ονόματα προσώπων. Χρονολογούνται από το 600 π.Χ. ως το 400 μ.Χ. περίπου. Αυτές οι πρώιμες Βόρειες Αραβικές επιγραφές περιέχουν κάποιες ενδιαφέρουσες ομοιότητες με τις βορειοδυτικές σημιτικές γλώσσες, όπως φαίνεται για παράδειγμα από τη χρήση του οριστικού άρθρου h(n) (πβ. Εβρ. ha) και όχι του άρθρου al που ανευρίσκεται στη μετέπειτα Αραβική. Υπάρχουν επίσης ορισμένες περιορισμένες ενδείξεις κοινού λεξιλογίου με τις βορειοδυτικές σημιτικές γλώσσες, όπως για παράδειγμα η λέξη mdbr «έρημος» (πβ. Εβρ. midbar).
Οι παλαιότερες καταγραμμένες ενδείξεις για το οριστικό άρθρο al παρατηρούνται σε επιγραφές γραμμένες στη Ναβαταία και την Παλμύρα. Αυτές οι επιγραφές είναι στην αραμαϊκή γραφή, αλλά προέρχονται από μέρη όπου η Αραβική ήταν η κοινή ομιλούμενη, και φαίνεται ότι η μορφή της γλώσσας που ομιλούνταν στις περιοχές αυτές είχε σχέση με την Κλασική Αραβική. Περίπου τέσσερις χιλιάδες επιγραφές, οι περισσότερες από τις οποίες χρονολογούνται μεταξύ του πρώτου αιώνα π.Χ και του πρώτου αιώνα μ.Χ., έχουν ανακαλυφθεί στο αραβικό βασίλειο της Ναβαταίας, το οποίο είχε ως πρωτεύουσα την Πέτρα, στη σύγχρονη Ιορδανία. Τα παλμυρηνά κείμενα είναι περίπου δύο χιλιάδες και προέρχονται από την όαση Tadmur, ένα σημαντικό εμπορικό φυλάκιο στην έρημο της Συρίας μεταξύ του πρώτου και τρίτου αιώνα μ.Χ.
Η χρησιμότητα αυτών των δύο συνόλων επιγραφών στην κατανόηση της ανάπτυξης της Αραβικής περιορίζεται από το γεγονός ότι είναι γραμμένες στην Αραμαϊκή, η οποία ήταν η τρέχουσα γλώσσα της γραπτής επικοινωνίας. Αποδεικτικά στοιχεία για την Αραβική που ομιλούνταν από τους τοπικούς πληθυσμούς βρίσκονται κυρίως στα πολλά ονόματα προσώπων που υπάρχουν στις επιγραφές και στα λίγα σημεία όπου η ομιλούμενη γλώσσα έχει διεισδύσει στη γραπτή γλώσσα. Η σημαντικότερη συμβολή των Ναβαταϊκων και Παλμυρηνών επιγραφών στη μελέτη της Αραβικής βρίσκεται στην περιοχή της ορθογραφίας. Ειδικότερα τονίζουν τον καίριο ρόλο που έπαιξε η αραμαϊκή γραφή στη σειρά και τη διάταξη του Κλασικού Αραβικού αλφαβήτου και παρέχουν σημαντικά στοιχεία σχετικά με την ορθογραφία των μακρών φωνηέντων.
Το παλαιότερο αραβικό κείμενο είναι ίσως αυτό που ανακαλύφθηκε το 1979 στο En Avdat και αποτελεί μέρος μιας επιγραφής στο θεό Obodas. Η επιγραφή, ίσως ήδη από τον πρώτο αιώνα μ.Χ., είναι γραμμένη στην αραμαϊκή γραφή των Ναβαταίων και ένα τμήμα της δύο σειρών γενικά θεωρείται ότι είναι το πρωιμότερο δείγμα της Αραβικής. Αν και υπάρχει διαφωνία για τον τρόπο ανάγνωσης και ερμηνείας του κειμένου, η παρουσία του οριστικού άρθρου al δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η επιγραφή είναι αραβική.
Παρά το γεγονός ότι περιέχει στοιχεία που είναι σαφώς αραβικά, η επιγραφή από το En Avdat δεν είναι συνταγμένη σε μια αραβική γραφή. Τα στοιχεία για την γραπτή Αραβική κατά την περίοδο πριν από το Ισλάμ είναι αρκετά περιορισμένα, αλλά πέντε σύντομες επιγραφές γραμμένες στη γλώσσα έχουν βρεθεί και δημοσιεύθηκαν. Η κύρια αξία αυτών των πέντε επιγραφών έγκειται σε ό,τι μας λένε για την πρώιμη ανάπτυξη της αραβικής γραφής. Είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι το αραβικό αλφάβητο προήλθε από μια επισεσυρμένη μορφή του Ναβαταϊκού αλφαβήτου. Συγκριτικά στοιχεία από τη Ναβαταϊκή αραμαϊκή γραφή δείχνουν ότι ίσως ήδη από το δεύτερο αιώνα μ.Χ. είχε προκύψει μια αραβική γραφή, η οποία περιείχε μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μετέπειτα γλώσσας, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσμων μεταξύ των γραμμάτων και των διαφορετικών μορφών των μεμονωμένων γραμμάτων ανάλογα με τη θέση τους μέσα σε μια λέξη.
Οι πρώτοι Άραβες γραμματικοί υποδεικνύουν ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ομιλουμένων γλωσσών των διαφόρων φυλών στην προϊσλαμική Αραβία, αλλά είναι αδύνατο να εντοπίσουμε την ακριβή κατανομή των διαφορών αυτών. Οι βασικές διακρίσεις στηρίζονται σε ευρείς γεωγραφικούς όρους, με πρωταρχική διάκριση αυτή μεταξύ των βορείων και νοτίων Αράβων. Η γλώσσα των νοτίων Αράβων χαρακτηρίζεται από τη χρήση του οριστικού άρθρου 'am και αυτό το χαρακτηριστικό συνεχίζει να υπάρχει στις διαλέκτους της σημερινής Υεμένης. Οι γλώσσες των βόρειων Αράβων χωρίζονται σε δύο ομάδες, μία που περιλαμβάνει το δυτικό τμήμα της χερσονήσου και μια το ανατολικό τμήμα. Αυτές αναφέρονται ως γλώσσα του Hijaz και γλώσσα του Tamim αντίστοιχα. Κατά γενικό τρόπο, η διαίρεση αυτή σκιαγραφεί επίσης τα όρια μεταξύ των σταθερών εγκαταστάσεων των προϊσλαμικών πόλεων της περιοχής Hijaz στο δυτικό τμήμα της Αραβίας και της νομαδικής ζωής των περιοχών της ερήμου στα ανατολικά.
Το Hijaz ήταν η γενέτειρα του Ισλάμ και δύο από τις μεγαλύτερες πόλεις του, η Μέκκα και η Μεδίνα, ήταν σημαντικά κέντρα για την πρώιμη μουσουλμανική κοινότητα. Είναι ενδιαφέρον ότι η γλώσσα του Κορανίου είναι διαφορετική από τη γλώσσα που μιλούσαν στην περιοχή αυτή και είναι στην πραγματικότητα πιο κοντά στις διαλέκτους του ανατολικού τμήματος της Αραβίας. Για παράδειγμα, η ορθογραφία του Κορανίου περιλαμβάνει το γράμμα hamza, που προσδιορίζει έναν γλωττιδικό ήχο, και αυτό είναι ένα γνώρισμα που χαρακτηρίζει στις ανατολικές διαλέκτους, αλλά λείπει παντελώς από τις δυτικές. Φαίνεται λοιπόν ότι οι μορφές της Αραβικής στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου ήταν πιο κοντά στην Κλασική Αραβική από εκείνες στο δυτικό τμήμα, από όπου ξεκίνησε το Ισλάμ. Αυτό αποδίδεται συχνά στο σημαντικό ρόλο της προϊσλαμικής ποίησης, όπως εμφανίστηκε στα ανατολικά και τελικά εξαπλώθηκε σε δυτικές περιοχές όπως η Μέκκα και η Μεδίνα. Επειδή η ποίηση θεωρούνταν ότι είναι η πιο αγνή μορφή της Αραβικής και ότι ξεπερνούσε τις φυλετικές διαιρέσεις, ήταν το ιδανικό όχημα για να μεταδώσει το μήνυμα του ιερού κείμενου του Ισλάμ, ακόμη και αν δεν ήταν η καθομιλουμένη της περιοχής στην οποία η θρησκεία εμφανίστηκε για πρώτη φορά.
Αυτή η κατάσταση, στην οποία μια ποιητική ή λογοτεχνική γλώσσα συνυπάρχει με μια καθομιλουμένη γλώσσα, αποτελεί παράδειγμα διγλωσσίας, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αραβικής μέχρι σήμερα. Σε όλο τον αραβόφωνο κόσμο δύο ποικιλίες της γλώσσας διαχωρίζουν τους τομείς της γραφής και της ομιλίας, με μια τυποποιημένη μορφή που χρησιμοποιείται για την γραπτή έκφραση και την επίσημη ομιλία και μια καθομιλουμένη μορφή που χρησιμοποιείται για την άτυπη ομιλία. Σήμερα η Κλασική Αραβική είναι μια μορφή της γλώσσας που απαντά μόνο κατά την ανάγνωση του Κορανίου ή άλλων αρχαίων κειμένων. Η Σύγχρονη Πρότυπη Αραβική, η οποία άρχισε να αναπτύσσεται κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, χρησιμοποιείται για τη γραφή ή την επίσημη ομιλία και χρησιμεύει για να ενώσει όλους τους Άραβες ομιλητές. Οι τοπικές διάλεκτοι χρησιμοποιούνται για την άτυπη ομιλία και οι διαφορές μεταξύ τους μπορεί να είναι τόσο βαθιές που δύο φυσικοί ομιλητές της Αραβικής να μην είναι σε θέση να καταλάβουν ο ένας τον άλλο και να πρέπει να καταφύγουν στην επικοινωνία μέσω της Σύγχρονης Πρότυπης Αραβικής ή μιας άλλης γλώσσας.
 [Από το JOHN KALTNER, "Αrabic", στο Beyond Babel 2002] 
ΠΗΓΗ: http://heterophoton.blogspot.gr/2014/04/blog-post_22.html

Η ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

H ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας



περισσότερα ...
ΠΗΓΗ: http://heterophoton.blogspot.gr/2014/05/h.html

ΘΡΑΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΑΛΛΗ ΜΙΑ "ΕΛΛΗΝΙΚΗ" ΓΛΩΣΣΑ;

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014


Θρακική γλώσσα: άλλη μια "ελληνική" γλώσσα;



Mετά την ανακάλυψη αρκετών επιγραφών στη θρακική γλώσσα γίνεται όλο και περισσότερο κατανοητό ότι η στενότερη συγγενής της Θρακικής δεν είναι άλλη από την Ελληνική. Μάλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ελληνικές γλώσσες», για να χαρακτηρίσει μια σειρά γλωσσών όπως η παιονική (ίσως στην πραγματικότητα να πρόκειται για μια βορειοδυτική ελληνική διάλεκτο, όπως η μακεδονική),[1] η θρακική, η μεσσαπική (στη νότια Ιταλία) και η φρυγική (στη Μικρά Ασία). Φαίνεται ότι όλες αυτές οι γλώσσες προέκυψαν από ένα παλαιοβαλκανικό διαλεκτικό συνεχές, στο οποίο οι νότιες διάλεκτοι απετέλεσαν την καθαυτό Ελληνική και οι βόρειες τις υπόλοιπες γλώσσες, με τη μακεδονική διάλεκτο να κατέχει ρόλο συνδέσμου. Οι Φρύγες μετακινήθηκαν στη Μικρά Ασία και οι Μεσσάπιοι στη Νότια Ιταλία.[2]
            Τη στενή συγγένεια Θρακικής και Ελληνικής αναδεικνύουν  πρόσφατες επιγραφές από ναό του Απόλλωνα στην περιοχή της Ζώνης/Σαμοθράκης. Στηρίζομαι στο άρθρο του CBrixhe (Zôné et Samothrace: lueurs sur la langue thrace et nouveau chapitre de la grammaire comparée?), κατεξοχήν ειδικού στα θέματα των παλαιοβαλκανικών γλωσσών. Ο Brixhe πιστεύει ότι η Ελληνική, η Θρακική και η Φρυγική θα μπορούσαν να είναι τόσο συγγενικές όσο είναι λ.χ. η Ρουμάνικη με την Πορτογαλική.  
            Πρόκειται για αφιερώσεις στον Απόλλωνα, ο οποίος καταγράφεται με τον τύπο ΑΒΟΛΟ. Ο τύπος αντιστοιχεί στην τυπική δοτική Ἀπόλλωνι (για τον Απόλλωνα). Στην Ελληνική, ωστόσο, υπήρχε και δεύτερος τύπος του ονόματος του θεού, χωρίς την επέκταση -ν-, όπως φανερώνεται από τους τύπους ἈπόλλωἈπέλλω που τους βρίσκουμε λ.χ. στην Αττική, τη Λακωνία ή τη Θήρα (πβ. και το ζεύγος Ποσειδῶνα και Ποσειδῶ). Ο θρακικός τύπος πρέπει να αντιστοιχεί σε Ἀβόλω < Αβόλωι, με μακρό -ο (=ω) στο τέλος, επειδή α) σε άλλες θρακικές επιγραφές το άτονο βραχύ -ο μετατρέπεται σε -ε, πράγμα που δεν συμβαίνει εδώ, και β) επειδή και σε άλλους θρακικούς τύπους το δεύτερο στοιχείο της διφθόγγου εκπίπτει (π.χ. καιε / καε βλ. παρακ.). Ο τύπος παρουσιάζει και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία: απλοποίηση του διπλού (λλ) σε απλό (λ), που όμως μπορεί να αποτελεί μόνο ορθογραφική σύμβαση, αφού συμβαίνει συχνά και στις αρχαϊκές ελληνικές επιγραφές. Και μετατροπή τουάφωνου κλειστού (π) σε ηχηρό κλειστό (b). Η δεύτερη φωνητική μεταβολή φαίνεται να αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του βορειοελλαδικού χώρου, αφού εμφανίζεται και στη μακεδονική διάλεκτο (π.χ. Διγαία αντί Δικαία, επίθετο της Άρτεμης). Σε επιγραφές από το χώρο της Θράκης πβ. τα θρακικά ανθρωπωνύμια σε -τοκος (Σάδοκος και Σάτοκος, Αμάδοκος και Αμάτοκος). Πβ. επίσης Σιτάλκης και Σιδάλκης.
            Ο Απόλλων χαρακτηρίζεται με το επίθετο ΥΝΕΣΟ, το οποίο ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός είναι επίσης στη δοτική. Σε ορισμένες επιγραφές απαντά μόνο του (χωρίς το θεωνύμιο), προφανώς ως λατρευτικός τίτλος. ΟBrixhe υποθέτει ότι αντιπροσωπεύει ένα επίθετο που στα Ελληνικά θα αντιστοιχούσε σε *ὄνησος < ὄνίνημι = ωφελώ, βοηθώ. Απαντά ως ανθρωπωνύμιο Ὄνησος/Ὄνασος.  Θα ισοδυναμούσε με το συνηθέστεροὀνήσιμος. Το αρχικό ο- κλείνει σε υ-, προφορά ου. Πβ. στην Ελληνική λ.χ. την παραλλαγή ἀπό και ἀπύ.
            Ακολουθεί στη μία επιγραφή σε ονομαστική το όνομα αυτού που έκανε την αφιέρωση: ΑΠΟΛΟΔΟΡΕ. Πρόκειται για το αντίστοιχο του Ἀπολλόδωρος. Παρατηρούμε έκπτωση του τελικού -ς. Το σύνολο των επιγραφικών θρακικών μαρτυριών μαρτυρεί έκπτωση των τελικών συμφώνων, όπως και στην Ελληνική. Μόνο που στην Ελληνική κατάφεραν να επιβιώσουν τα -ρ, -ν, -ς, ενώ στην πορεία προς τη Νέα Ελληνική ως τελικά σύμφωνα απέμειναν μόνο το -ς και το -ν (στην πράξη μόνο στις ρηματικές καταλήξεις, π.χ. έλυσαν). Η τροπή του ο σε ε μαρτυρείται στο βόρειο χώρο στη θεσσαλική (Ιστιαιώτιδα): λ.χ. επιγραφικό Κλίανδρες αντί Κλέανδρος,[3] όπου παρατηρούμε και το κλείσιμο του ε σε ι, αντίστοιχο του κλεισίματος του ο σε υ στη Θράκη. Πβ. στη Θάσο Διεσκορᾶς αντί Διοσκορᾶς.    
            Οι επιγραφές κλείνουν με τον ρηματικό τύπο ΚΑΙΕ/ΚΑΕ. Αντιστοιχεί στο ελληνικό ρήμα καίω και πρέπει να πρόκειται για γ΄ ενικό παρελθοντικού χρόνου (ελληνικό αντίστοιχο ἔκαιε ή ἔκαυσε). Παρατηρείται πάλι η τάση απώλειας του δεύτερου στοιχείου της διφθόγγου και η απώλεια των τελικών συμφώνων, όπως και στην Ελληνική: ἔλυε < *ἔλυετ (για το -τ, πβ. μέση φωνή ἐλύετο). Το ρήμα στη θρακική παρουσιάζεται αναύξητο. Πβ. τους πολυάριθμους αναύξητους τύπους στον Όμηρο, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση και στην Ελληνική για καιρό ήταν προαιρετική μέχρι να οριστικοποιηθεί η χρήση της. Το ρήμα στη θρακική πρέπει να υπέστη μια διεύρυνση της σημασίας του από το «καίω (προσφορές)» γενικά στο «θυσιάζω, προσφέρω». Πβ. την ανάλογη σημασιολογική εξέλιξη του ελληνικού θύω(καίω θυμιάματα) στο «θυσιάζω, προσφέρω στον θεό» και τη χρήση τουἀνέθυσε (<ἀναθύω) στην θέση του ἀνέθηκε (< ἀνατίθημι, προσφέρω, αφιερώνω) σε ελληνικές επιγραφές. 

[1] Για τη συγγένεια Παιονικής και Ελληνικής βλ.http://heterophoton.blogspot.gr/2014/05/blog-post.html
[2] Για τη συγγένεια Ελληνικής και Φρυγικής βλ.http://heterophoton.blogspot.gr/2014/02/blog-post_27.html
[3] Το αρχικό Κλί- (= Κλέ-) του θεσσαλικού τύπου μαρτυρά κλείσιμο του ε σε ι, που παρατηρείται στο θρακικό επιγραφικό υλικό στην θρακική εναλλαγή λε/λι. 

ΠΗΓΗ: http://heterophoton.blogspot.gr/2014/05/blog-post_3.html