Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρώσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρώσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Λέων Τολστόι

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 28 Αυγούστου 1828, σύμφωνα με το τότε ισχύον ημερολόγιο στη Ρωσία. Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. 


Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν' απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα. Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Λέων Τολστόι, Ρώσος λογοτέχνης

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1828.

Ξυπνούσαν έντονα οι τύψεις για τον άσωτο βίο του και δυνάμωνε η διάθεσή του ν’ασχοληθεί με τη συγγραφή. Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν' απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ, Ρώσος θρησκειοφιλόσοφος

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1874
Από τα φοιτητικά του χρόνια προσελκύεται από τον μαρξισμό, αποστασιοποιούμενος όμως από τον αθεϊσμό και τον υλισμό του. Για τον Μπερντιάεφ ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, το οποίο ενεργεί ελεύθερα προς την κατεύθυνση του να καταστεί ον.


Ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ (1874-1948) ήταν Ρώσος θρησκειοφιλόσοφος.

Βιογραφικά στοιχεία
Ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου του 1874 στο Κίεβο από παλιά οικογένεια αριστοκρατών. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός της τσαρικού στρατού και η μητέρα του κόρη Ρώσου πρίγκηπα και Γαλλίδας κόμισσας. Η παιδεία που έλαβε ήταν αρκετά επιμελής, ενώ το οικογενειακό περιβάλλον του ήταν πλούσιο σε πνευματικά ερεθίσματα: η δυτική και η ανατολική κουλτούρα δεν ήταν άγνωστες στο σπίτι του, μιλούσαν ικανοποιητικά γαλλικά και ρωσικά, ο γαλλικός διαφωτισμός ήταν διάχυτος, ενώ ο πατέρας του ασπαζόταν τις φιλελεύθερες αστικές ιδέες, προσελκυόταν από τις ιδέες των Βολταίρου (Βλ. Βολταίρος ΕΔΩ) και Τολστόι, (Βλ. Λέων Τολστόι ΕΔΩ) και ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του κινείτο στο φάσμα του αγνωστικισμού και της αθεΐας.
Αρχικά σπουδάζει στην Στρατιωτική Ακαδημία και έπειτα στη Νομική Σχολή της γενέτειράς του. Νωρίς από τα φοιτητικά του χρόνια προσελκύεται από τον μαρξισμό αποστασιοποιούμενος όμως από τον αθεϊσμό και τον υλισμό του. Η ενεργής πολιτική του δράση είχε ως συνέπεια την σύλληψή του το 1898 και την τριετή εξορία του στη βόρεια Ρωσία μεταξύ 1900 και 1903. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του γράφει τα πρώτα του έργα. Με τη λήξη της εξορίας του πραγματοποιεί ολιγόμηνο ταξίδι στην Χαϊδελβέργη όπου παρακολουθεί τις παραδόσεις του Βίλχελμ Βίντελμπαντ Το 1904 επιστρέφει στην Πετρούπολη όπου γνωρίζει και παντρεύεται την Λύδια Τρούτσεφ. Σημαντική γνωριμία για την πνευματική του πορεία υπήρξε ο Σέργιος Μπουλγκάκοφ. Ο Μπουλγκάκοφ θα του γνωρίσει «την ασκητική και μυστική παράδοση» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι δυο τους θα εκδόσουν το βραχύβιο περιοδικό φιλοσοφικού προβληματισμού Προβλήματα της ζωής. Από το 1904 μέχρι το 1905 θα οργανώσει έναν όμιλο προβληματισμού, τη Θρησκειοφιλοσοφική Εταιρεία. Τη Θρησκειοφιλοσοφική Εταιρεία θα την μεταφέρει στη Μόσχα και εκεί θα συνεργαστεί με τον Βλαδίμηρο Σολόβιεφ. Ανάμεσα στα 1908 και 1911 ταξίδεψε στην Ευρώπη για να μελετήσει τη φιλοσοφία και να έλθει σε επαφή με φιλελεύθερους πολιτικούς εξορίστους της πατρίδας του. Το 1914 επειδή επέκρινε με δημοσίευμά του την πολεμική στάση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας σε βάρος των ρώσων μοναχών του Αγίου Όρους, καταδικάζεται σε εξορία στη Σιβηρία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση όμως ματαίωσε την εκτέλεση της ποινής του. Το 1919 συστήνει στη Μόσχα την Ελεύθερη Ακαδημία για την πνευματική καλλιέργεια και το 1920 αρχίζει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας φιλοσοφία. Το περιεχόμενο της δράσης του αυτής και ειδικότερα η από μέρους του κριτική του υλισμού και του αθεϊσμου, είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθεί από την αστυνομία και να του επιβληθεί ισόβια εξορία. Έτσι μαζί με άλλους διαφωνούντες προς το κομμουνιστικό καθεστώς διανοούμενους απελάθηκε το 1922. Το Βερολίνο θα είναι ο πρώτος σταθμός της εξορίας του, και θα παραμείνει από το 1922 μέχρι το 1924. Εκεί θα ιδρύσει τη Θρησκειοφιλοσοφική Ακαδημία την οποία θα μεταφέρει στο Παρίσι «κέντρο των Ρώσσων εμιγκρέδων». θα εγκατασταθεί στο Κλαμάρ. Εκδίδει παράλληλα το περιοδικό Η οδός. Η παρισινή περίοδός του θα είναι η πιο γόνιμη μια και θα γράψει τα πιο πολλά βιβλία του τα οποία θα μεταφραστούν στα γαλλικά και άλλες γλώσσες. Ο Μπερντιάεφ πέθανε στις 23 Μαρτίου του 1948.
Συγγραφικό έργο
Πολυάριθμες είναι οι αυτοτελείς δημοσιεύσεις του. Ο Φ. Λάνγκε και η κριτική φιλοσοφία, 1900, Ο υποκειμενισμός και ο ατομικισμός στην κοινωνική φιλοσοφία 1901. Τα γράφει την περίοδο της εξορίας του. Σε αυτά τα πρώτα δημοσιεύματά του αποπειράται να συνδυάσει μαρξισμό (Βλ. Μαρξισμός ΕΔΩ) και γερμανικό ιδεαλισμό. Το 1909 συμμετέχει στην έκδοση ενός συλλογικού τόμου δοκιμίων με τον τίτλο Οδοδείκτες. Μέσα από αυτό προβάλεται η άποψη πως η πολιτική και πολιτιστική αναγέννηση της Ρωσίας περνά μέσα από την Εκκλησία και το λαό. Το 1913 εκδίδει ένα κείμενο επικριτικό της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας, με τίτλο Οι φωτοσβέστες του πνεύματος. Θα προκαλέσει την καταδίκη του από την Ρωσική Εκκλησία. Προϊόν της σύντομης ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας του στο Μοσχοβίτικο Πανεπιστήμιο αλλά και των διαλέξεών του στην Ελεύθερη Ακαδημία για την πνευματική καλλιέργεια θα είναι δύο εργασίες του, Το νόημα της ιστορίας, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ (1920) (Βλ. Ντοστογιέφσκυ ΕΔΩ) και Νέος Μεσαίωνας (1922). Η παρισινή περίοδος είναι για τον Μπερντιάεφ περίοδος συστηματοποίησης της σκέψης του: Η ρωσική σκέψη για την Εκκλησία 1926, Μαρξισμός και θρησκεία 1929, Ο Χριστιανισμός και η πάλη των τάξεων 1931, Η αλήθεια και το ψεύδος του κομμουνισμού 1932, Το Εγώ και ο κόσμος των αντικειμένων 1933, Η μοίρα του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο 1934, Πνεύμα και πραγματικότητα 1937, Δουλεία και ελευθερία 1944, Υπαρξιακή διαλεκτική του θείου και του ανθρώπινου 1947, Αυτογνωσία 1949 ή Όνειρο και πραγματικότητα 1953, Το Βασίλειο του πνεύματος και το βασίλειο του Καίσαρα 1952.

Πηγές έμπνευσης της σκέψης του Μπερντιάεφ
Η σκέψη του Μπερντιάεφ έχει πολλές πηγές έμπνευσης. Πολλές εκδηλώσεις της ρωσσικής σκέψης και πολιτιστικής παράδοσης ανιχνεύονται στον στοχασμό του: το κίνημα των ναρότνικών (λαϊκιστών), των Σλαβοφίλων, των Δυτικιζόντων και του χριστιανικού ουνιβερσαλισμού των Σολόβιεφ, Μπουλγκάκοφ, Φλορένσκυ και Χομιάκοφ. Οι ρώσοι λογοτέχνες Λέων Τολστόι και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Η ανατολική ορθόδοξη θεολογία σφραγίζει τη σκέψη του: Γρηγόριος Νύσσης, Μέγας Αθανάσιος, (Βλ. Μέγας Αθανάσιος ΕΔΩ) αλλά και Ωριγένης. Ο δυτικοχριστιανικός μυστικισμός επιδρά πάνω του: Μάιστερ Έκχαρτ και Γιάκοµπ Μπαίµε. Δευτερεύουσες επιρροές δέχθηκε από τη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία: Καντ, (Βλ. Καντ ΕΔΩ) Γιόχαν Φίχτε, Σοπενχάουερ, Νίτσε, Μαξ Σέλερ, Γιάσπερς, Ανρί Μπερξόν και τον μαρξισμό χωρίς τον αθεϊσμό του. Αφετηριακά η σκέψη του ρώσου στοχαστή είναι σφραγισμένη από τον καντιανό μαρξισμό στην γνωσιολογία του, την ηθική και την φιλοσοφία της ιστορίας. Στην πορεία της όμως προσεγγίζει τον θεϊστικό υπαρξισμό, κρατώντας την μαρξιστική κριτική του καπιταλισμού.

Η Φιλοσοφική σκέψη του Μπερντιάεφ
Η θεματογραφία του Μπερντιάεφ είναι αυτή στην οποία και άλλοι Ρώσοι φιλόσοφοι του ύστερου 19ου αιώνα επικεντρώνονται: Φιλοσοφική ανθρωπολογία, ηθική, κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, φιλοσοφία της ιστορίας και φιλοσοφία της θρησκείας. Επίκεντρο της σκέψης του είναι η ελευθερία απαλλαγμένη από κάθε υπαρκτικό προσδιορισμό. Γι' αυτό και την προσδιορίζει ως μη οντική-ελευθερία. Ως μη κάτι ταυτιζόμενο με την κατάσταση που βρίσκεται ένα όν, η μη οντική ελευθερία προηγείται του όντος και προηγείται ως δυνατότητα και μόνο εκείνου που πρόκειται να γίνει κάθε φόρα. Η ουσία του κάθε όντος είναι τελικά η πορεία προς μια υπέρβαση της εκάστοτε υφιστάμενης κατάστασής του. Η αιτία της μη-οντικής ελευθερίας που την προσδιορίζει χωρίς να την περιχαρακώνει είναι ο Θεός, η κατεξοχήν ελεύθερη ύπαρξη. Για τον Μπερντιάεφ ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, το οποίο ενεργεί ελεύθερα προς την κατεύθυνση του να καταστεί ον. Η κριτική προς την σοσιαλιστική αντίληψη για την κοινωνία και τον άνθρωπο όπου κυριαρχεί η εργαλειοποίηση έχει σαν αφετηρίες της όχι μόνο το χριστιανισμό, αλλά και τον Καντ. Στον αντίποδα του σοσιαλιστικού παραδείγματος βρίσκεται ένας προσωποκεντρικός σοσιαλισμός.

Έργα του Μπερντιάεφ στα νέα ελληνικά

1)Περί του προορισμού του ανθρώπου: δοκίμιον παραδόξου ηθικής. Μτφρ. μητροπολίτου Σάμου Ειρηναίου, εκδ.Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι, 1950

2)Πνεύμα και ελευθερία. Δοκίμιον Χριστιανικής Φιλοσοφίας, μτφρ.μητρ. Σάμου Ειρηναίου, Αθήναι 1952

3)Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ, μτφρ.Χ.Μαρκέτη, εκδ.Ο Κεραμεύς, χ.χ.(όχι μτφρ. Όλου του βιβλίου αλλά μόνο των5 πρώτων κεφαλαίων του)

4)Ο θρησκευτικός μεσσιανισμός του Ρωσικού Κομμουνισμού, περιοδικό Το Σύνορο, τ/χ.40 (χειμώνας 1966-1967), σελ.268-273 

5) Αλήθεια και Αποκάλυψη, εισαγωγή, μτφρ., σχόλια, Χρήστου Μαλεβίτση, εκδ.Δωδώνη, Αθήνα, χ.χ, (1967;)

6)Πνεύμα και πραγματικότητα, μτφρ.Αντιγόνη Χατζηθεοδώρου, εκδ. Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήναι 1968

7) Θείον και ανθρώπινον. Η υπαρξιακή διαλεκτική των σχέσις, μτφρ.Πρόδρομου Αντωνιάδου, εκδ. Π.Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1971

8) Βασίλειον του πνεύματος και βασίλειο του Καίσαρος, μτφρ.Βασίλειος Γιούλτσης, εκδ.Π. Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1971

9) Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, μτφρ.Νικ. Ματσούκας, εκδ. Π.Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1972

10) Ο χριστιανισμός και το πρόβλημα του κομμουνισμού, μτφρ.Ι.Σιδέρης, Αθήνα, 1977

11) Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, μτφρ.Ευτ. Γιούλτση, εκδ.Π. Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1980

12) Μαρξισμός και Χριστιανισμός, μτφρ.Ε. Δ. Νιάνιος, εκδ. Μήνυμα, Αθήνα, 1982

13) Χριστιανισμός και κοινωνική πραγματικότητα, μτφρ.Β. Γιούλτσης, εκδ. Π.Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1983

14) Πέντε στοχασμοί περί υπάρξεως,μτφρ. Β.Τριανταφύλλου- Σωτήρης Γουνελάς, εκδ.Κοινότητα, Αθήνα, 1983

15) Για την κοινωνική ανισότητα, μτφρ.Ε. Δ. Νιάνιος, εκδ.Π.Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1984

16) Δοκίμιο εσχατολογικής μεταφυσικής, μτφρ.Χρ. Μαλεβίτσης, εκδ.Imago, Αθήνα, 1984

17) Οι πηγές και το νόημα του κομμουνισμού, μτφρ.Ε.Δ. Νιάνιος, εκδ.Π.Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1985

18) Νέος Μεσαίωνας, μτφρ.Π. Αντωνιάδης,εκδ. Π.Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 1987

19) Η μοίρα της κουλτούρας, εκδ.Ευθύνη, 1992

20) Για την αξία του χριστιανισμού και την απαξία των χριστιανών, μτφρ. Χρήστος Καραγιώργος, εκδ.Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007

21) Ο χριστιανισμός και η πάλη των τάξεων, μτφρ.Τάσος Ραπαντζίκος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2000

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1860 γεννήθηκε ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ, Ρώσος ιατρός, δραματουργός και συγγραφέας

Από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας
ΔΥΣΤΥΧΩΣ "ΟΛΙΓΟΙ" ΣΗΜΕΡΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ ... ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΑΡΑΓΕ;;;;;;;;;;; ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO
Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο ενοριακό ελληνικό σχολείο του Ταγκανρόγκ και μετέπειτα στο κλασικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον. Πούλησε ότι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στην Μόσχα.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (ρωσ. Анто́н Па́влович Че́хов, ΔΦΑ [ɐnˈton ˈpavləvʲɪtɕ ˈtɕexəf] 29 Ιανουαρίου 1860 - 15 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος ιατρός, δραματουργός και συγγραφέας, ο οποίος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς διηγημάτων στην ιστορία.

Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1860 (17 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο) στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Πέθανε στις 15 Ιουλίου 1904 (2 Ιουλίου με το παλαιό ημερολόγιο) στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 22 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που “ξοδεύουν” τη ζωή τους μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.

Ο αστεροειδής 2369 Τσέχωφ (2369 Chekhov) πήρε το όνομά του από τον συγγραφέα αυτό.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ "ΟΛΙΓΟΙ" ΣΗΜΕΡΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ ... ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΑΡΑΓΕ;;;;;;;;;;; ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO

Παιδική Ηλικία
Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του (Αλέξανδρος, Νικόλαος, Ιβάν, Μαρία, Μιχαήλ) και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο παππούς του Τσέχωφ ήταν δουλοπάροικος, που εξαγόρασε τη ελευθερία του. Ο πατέρας του (Πάβελ Εγκόροβιτς) δούλευε ως λογιστής και διατηρούσε τυροκομείο. Το ελάχιστο κέρδος του πατέρα ήταν αδύνατο να καλύψει τις ανάγκες της μεγάλης οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να δηλώσει πτώχευση. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του Τσέχωφ, ο Αλέξανδρος και ο Νικόλαος, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του πατέρα τους και στην καθημερινή τους μιζέρια έφυγαν απ' το σπίτι. Για να αποφύγει τη δικαστική δίωξη των δανειστών του ο πατέρας του κατέφυγε στη Μόσχα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα του με τα αδέρφια του, Μαρία και Μιχαήλ. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρόγκ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον. Πούλησε ότι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στην Μόσχα.

Πρώιμα Έργα
Το 1879 ο Τσέχωφ μπαίνει στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, από όπου αποφοίτησε το 1884. Από τα χρόνια του γυμνασίου έγραφε χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα και ως φοιτητής δημοσίευσε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ξυπνητήρι», «Θεατής», «Μόσχα», «Φως και σκιά», «Θραύσματα» κ.ά., με το ψευδώνυμο Αντόσια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων «Τα παραμύθια της Μελπομένης» και το 1885 τις "Φανταχτερές Ιστορίες".

Κυρίως Έργο
Παράλληλα με το επάγγελμα του ιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο "Κύκνειο άσμα". Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του "Ιβάνοφ", το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μην δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο το “Δαίμονας του δάσους” (πρώτη μορφή του έργου “Θείος Βάνιας”). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφτεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του "Ο Γλάρος". Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία ο "Θείος Βάνιας".

Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του "Ο Γλάρος" και "Ο θείος Βάνιας”. Η συνεργασία του Τσέχοφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Στανισλάφσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας τους. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα "Οι τρεις αδερφές", πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από τη Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την μη αποδοχή ως μέλους της, του Γκόρκι. Το 1904, λίγο πριν το θάνατο του, το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει το έργο του "Ο βυσσινόκηπος".

Συλλογές Διηγημάτων
  • Μελπομένη
  • Φανταχτερές ιστορίες
  • Η αρραβωνιαστικιά ― ελλην. μετάφρ. Βασ. Τομανάς, "PRINTA"
  • Το βατραχόψαρο
  • Για την αγάπη
  • Ένας άνθρωπος σε θήκη
  • Η ευτυχία
  • Θάλαμος Νο 6
  • Ο θάνατος ενός υπαλλήλου
  • Καημός
  • Καθηγητής φιλολογίας
  • Η κυρία με το σκυλάκι
  • Ο μαύρος μοναχός
  • Η μονομαχία ― ελλην. μετάφρ. Βασ. Τομανάς, "PRINTA"
  • Η νύστα
  • Νύχτα Χριστουγέννων
  • Ο παροξυσμός
  • Η Παπριγκούνια
  • Το σπίτι με το μεσόστεγο
  • Τρία χρόνια
  • Το φραγκοστάφυλο
  • Ο φοιτητής
  • Χαμαιλέοντας
  • Ο χοντρός και ο λιγνός
  • Ο Βάνκας
  • Η ψυχούλα
  • "Η Προίκα", Μετάφραση Κ. Σ. Κοκόλης, Εκδόσεις Μαΐστρος

Νουβέλες
  • Στέππα ― ελλην. μετάφρ. Σ. Σκιαδαρέσης, "Γ.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ" και "Νέα Εστία" 1960 Α΄ κ.ε.

Θεατρικά Έργα
  • Το κύκνειο άσμα (μονόπρακτο)
  • Μέσω Σιβηρίας (μονόπρακτο)
  • Ιβάνοφ ― ελλην. μετάφρ. Κ. Σταματίου, "Θέατρο" 1965
  • Αρκούδα (μονόπρακτο) ― ελλην. μετάφρ. Λυκ. Καλλέργης, "ΔΩΔΩΝΗ"
  • Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού (μονόπρακτο)
  • Πλατόνοφ
  • Πρόταση γάμου (μονόπρακτο) ― ελλην.μετάφρ.Λυκ.Καλλέργης, "ΔΩΔΩΝΗ"
  • Μια αθέλητη τραγωδία (μονόπρακτο)
  • Η επέτειος (μονόπρακτο)
  • Γλάρος ― ελλην. μετάφρ. Λυκ. Καλλέργης, "ΔΩΔΩΝΗ"
  • Στο μεγάλο δρόμο
  • Θείος Βάνιας ― ελλην. μετάφρ. Αθηνά Σαραντίδη "ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ" και Λυκ. Καλλέργης, "ΔΩΔΩΝΗ"
  • Τρεις αδελφές ― ελλην. μετάφρ. Αθηνά Σαραντίδη "ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ"
  • Βυσσινόκηπος ― ελλην. μετάφρ. Άρη Αλεξάνδρου "ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ"

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1916 δολοφονήθηκε ο Ρασπούτιν, Ρώσος μυστικιστής

Μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων», μίας αίρεσης, που τα μέλη της μαστιγώνονταν για λόγους μετανοίας ή εξιλέωσης. Ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φθάσει ο πιστός στη  «θεία αταραξία», ώστε να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό.

Ο Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν (στα ρωσικά, Григорий Ефимович Распутин) ήταν Ρώσος μυστικιστής, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στο τελευταίο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος, του τσάρου Νικολάου Β' και της τσαρίνας Αλεξάνδρας.

Ο Ρασπούτιν γεννήθηκε στο Ποκρόφσκογε της επαρχίας Τομπόλσκ, και από τις επικρατέστερες ημερομηνίες γέννησής του είναι η 21η Ιανουαρίου 1869. Δολοφονήθηκε στο Πέτρογκραντ στις 30 Δεκεμβρίου 1916.

Τα χρόνια πριν την ανέλιξή του
Ήταν γιος χωρικών από τη Σιβηρία και παρόλο που πήγε σχολείο, παρέμεινε αμόρφωτος σε σημείο που δεν ήξερε ούτε να γράφει.

Οι πνευματικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν σε ηλικία 18 ετών σε μοναστήρι, όπου μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων», μίας αίρεσης, τα μέλη της οποίας ονομάζονταν επίσης και πειθαρχούμενοι, κουκουλοφόροι ή δερόμενοι και οι οποίοι μαστιγώνονταν για λόγους μετανοίας ή εξιλέωσης. Διαστρεβλώνοντας τα κηρύγματα της αίρεσης αυτής, ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φθάσει ο πιστός στην κατάσταση της «θείας αταραξίας», ώστε να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό.

Έφυγε από το μοναστήρι πριν γίνει μοναχός και επέστρεψε στο χωριό του, όπου παντρεύτηκε το 1889 και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τελικά, όμως, εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά του το 1901 για να γίνει προσκυνητής και πέρασε μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος φτάνοντας μέχρι το Άγιο Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Στο διάστημα αυτό, ανακήρυξε τον εαυτό του «άγιο» και ζούσε από τις δωρεές των χωρικών. Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τη στιγμή που έφυγε από το Ποκρόφσκογε, κατάφερε να γίνει γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις, αλλά και για τη σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά.

Η γνωριμία του με την άρχουσα τάξη
To 1903, ο Ρασπούτιν παρέα με τη φήμη για τις υποτιθέμενες υπερφυσικές ικανότητές του, έφτασε στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, χάρη σε μια μανία που είχε καταλάβει την υψηλή κοινωνία για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό, κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους.

Ο Ρασπούτιν, δεύτερος από αριστερά, πίνει τσάι με την Τσαρίνα (κάθεται αριστερά του). 1914
Η πρώτη επαφή του Ρασπούτιν με το αυτοκρατορικό ζεύγος ήταν το φθινόπωρο του 1905, όταν στη Ρωσία διαδραματίζονταν τα γεγονότα της γνωστής εξέγερσης ενάντια στη μοναρχία. Εκτός όμως από τα γεγονότα αυτά, την αυτοκρατορική οικογένεια είχε κλονίσει και η ανακάλυψη ότι ο Αλεξέι Νικολάγεβιτς, ο διάδοχος του θρόνου, ήταν αιμοφιλικός. Ο Ρασπούτιν, κατόρθωσε με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εφεύρεσης να απαλύνει το πρόβλημα των αιμορραγιών του αγοριού και με το περιστατικό αυτό άρχισε μια δεκαετία κυριαρχίας του στις υποθέσεις της τσαρικής οικογένειας και του κράτους, αφού είχε φροντίσει να πείσει το ανήσυχο ζεύγος ότι η ζωή του παιδιού εξαρτιόταν από τον ίδιο.

Ο έκλυτος βίος του
Ζώντας στην Πετρούπολη και κηρύσσοντας ότι η σωματική επαφή μαζί του είχε εξαγνιστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, κατάφερε να αποπλανήσει πολλές γυναίκες και, ενώ οι αναφορές για τη διαγωγή του έφταναν στον τσάρο Νικόλαο, εκείνος δεν τις πίστευε, ενώ τιμωρούσε με πολιτικούς διωγμούς εκείνους που τις μετέφεραν.

Μέχρι το 1911 η συμπεριφορά του Ρασπούτιν είχε πάρει διαστάσεις σκανδάλου και οι ερωτικές ιστορίες για τον ακόλαστο αυτό «καλόγερο» ήταν στα χείλη όλων. Τελικά, ύστερα από πιέσεις, ο τσάρος εξόρισε τον ευνοούμενό του, αλλά κάτω από την επιμονή της τσαρίνας Αλεξάνδρας αναγκάστηκε να ανακαλέσει την απόφασή του λίγους μήνες αργότερα, καθώς δεν ήταν διατεθειμένος να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του γιου του ή να δυσαρεστήσει την σύζυγό του, που ήταν φανατικά πιστή του Ρασπούτιν, επειδή της έλεγε πως ήταν «αγία» και πως την βλέπει στα όνειρά του με φωτοστέφανο.

Η δύναμη του τυχοδιώκτη χωρικού έφτασε στο απόγειό της μετά το 1915, όταν ο Νικόλαος έφυγε για το μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τσάρος Νικόλαος ανέλαβε προσωπικά την ηγεσία του στρατού επειδή ο Ρασπούτιν ισχυρίστηκε ότι είδε σε όραμα, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα χανόταν ο πόλεμος. Με την απουσία του Νικολάου, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα διαδραμάτισε έναν πιο ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση και έτσι ο Ρασπούτιν κατάφερε να ασκεί σημαντική επιρροή διορίζοντας και παύοντας το προσωπικό του κράτους κατά τις επιθυμίες του. Η δύναμη αυτή τον έκανε να παραφέρεται και να αναγκάζει νομάρχες, υπουργούς και διευθυντές να εξευτελίζονται κολακεύοντας τον ευνοούμενο της τσαρίνας. Ο ίδιος ο Ρασπούτιν, αν άλλαζε γνώμη για την ικανότητα κάποιου στελέχους, έπειθε την Αλεξάνδρα να τον διώξει, λέγοντας απλά ότι «μπήκε ο διάβολος μέσα του» και κολακεύοντας ταυτόχρονα τη δική της αφέλεια λέγοντας ότι «βλέπει τονΧριστό να στέκει στο πλάι της».

Η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του
Η αυξανόμενη υστερία του Ρασπούτιν είχε έλθει σε μια εποχή πολέμου, όπου οι ήττες του στρατού και οι στερήσεις βάραιναν πολύ στη συνείδηση όλων ώστε να μην ανέχονται πλέον τη δύναμη ενός ημιαναλφάβητου αγρότη στην εξουσία. Παράλληλα, οι άνθρωποι που γνώριζαν από κοντά τη συμπεριφορά του έκριναν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη χώρα. Ακολούθησαν έτσι κάποιες απόπειρες δολοφονίας του Ρασπούτιν, που όμως απέτυχαν. Σύμφωνα με το βιβλίο του Greg King «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ρασπούτιν» (The Man Who Killed Rasputin), στις 29 Ιουνίου του 1914 όταν εκείνος είχε επισκεφτεί τη γυναίκα και τα παιδιά του στη γενέτειρά του, στη Σιβηρία, του επιτέθηκε με μαχαίρι μία πρώην πόρνη, η Χιονία Γκούσεβα, που είχε γίνει μαθήτρια του μοναχού Ηλιοδώρου. Ο Ηλιόδωρος ήταν κάποτε φίλος του Ρασπούτιν, αλλά τον είχε σιχαθεί λόγω της συμπεριφοράς του προς την βασιλική οικογένεια, την οποία χρησιμοποιούσε μεν, αλλά μιλούσε άσχημα γι' αυτήν. Ο Ηλιόδωρος είχε σχηματίσει μια ομάδα από γυναίκες, τις οποίες είχε βλάψει ο Ρασπούτιν, με σκοπό να τον δυσφημίσει ή και να τον σκοτώσει. Η Γκούσεβα μαχαίρωσε τον Ρασπούτιν στην κοιλιά, κι όταν είδε τα σπλάχνα του να ξεπροβάλλουν φώναξε «σκότωσα τον αντίχριστο!». Όμως ο Ρασπούτιν χειρουργήθηκε και επέζησε. Η κόρη του Μαρία σημειώνει ότι μετά από αυτή την επέμβαση δεν ήταν πια ο ίδιος. Συχνά κουραζόταν εύκολα και έπαιρνε όπιο κατά του πόνου. Επίσης, δεν μπορούσε πλέον να μετακινηθεί πουθενά χωρίς την προσωπική του φρουρά.

Το τέλος του Ρασπούτιν
Εναντίον του Ρασπούτιν οργανώθηκε συνωμοσία, στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα του συγγενικού περιβάλλοντος του Τσάρου, με σκοπό να τερματιστούν τα απανωτά πλήγματα που δεχόταν η μοναρχία σε μια τόσο ταραγμένη εποχή, την οποία τελικά θα ακολουθούσε η περίφημη Ρωσική επανάσταση. Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Δεκεμβρίου 1916, ο σύζυγος της ανιψιάς του Τσάρου, Γιουσούποφ, προσκάλεσε τον Ρασπούτιν στο σπίτι του και του προσέφερε δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό.

Το τέλος του Ρασπούτιν όμως ήταν εξίσου επεισοδιακό με τη ζωή του. Ενώ ήπιε το δηλητηριασμένο κρασί, ζητά δεύτερο ποτήρι, τρώει και τα γλυκά, όμως δεν δείχνει κανένα ίχνος αδιαθεσίας. Έτσι, ο Γιουσούποφ τον πλησιάζει και του ρίχνει μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Ρασπούτιν όμως καταφέρνει να συρθεί φωνάζοντας μέχρι την αυλή, όπου τον προφταίνουν και του αδειάζουν ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του. Κατόπιν, πήραν το σώμα του, το τύλιξαν μέσα σ' ένα χοντρό ύφασμα, του έδεσαν ένα βαρίδι και το φόρτωσαν σε ένα αμάξι για να το ρίξουν στο παγωμένο ποτάμι. Καθώς το ξεφορτώνουν όμως, διαπιστώνουν ότι το σώμα του ακόμα κινείται και την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία γνωρίζει ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε ν' ανασαίνει παρά μόνο μετά το ρίξιμό του στον ποταμό. Αυτό ήταν αρκετό ώστε τα λαϊκά αναγνώσματα να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν, κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το στοιχειωμένο πνεύμα του.

Μετά τη νεκροψία, ο Ρασπούτιν βαλσαμώθηκε και θάφτηκε στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσιο, αφού πρώτα τον ξενύχτησε η αυτοκράτειρα, παρέα με έμπιστά της πρόσωπα. Σε όλο το επόμενο διάστημα, οι φήμες για τον τρόπο με τον οποίο πέθανε ο Ρασπούτιν έκαναν τους αγρότες να τιμούν φοβισμένοι το λείψανο του «αγίου». Εξαγριωμένοι από την κατάσταση αυτή, οι μπολσεβίκοι ηγέτες που εντωμεταξύ είχαν επικρατήσει, αποφάσισαν μια τελευταία εκταφή.

Τελικά, το πτώμα μεταφέρθηκε κρυφά τη νύχτα σε ένα ξέφωτο, όπου μια μικρή ομάδα στρατιωτών της Ερυθράς φρουράς με επικεφαλής έναν αξιωματικό, ετοίμασε φωτιά και έκαψε το σώμα του Ρασπούτιν το χειμώνα του 1917-1918, δίνοντας οριστικά τέλος στη λατρεία του λειψάνου του.

Κινήσεις για την αποκατάστασή του
Για κάποιους Ρώσους, ο Ρασπούτιν παρέμεινε σύμβολο των αγροτικών τάξεων, και μέχρι σήμερα θέλουν να πιστεύουν ότι αυτά που λέγονταν εναντίον του ήταν απλώς φήμες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού το 1993, κάποιοι Ρώσοι εθνικιστές προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη του, ενώ μερικοί πρότειναν έως και την αγιοποίησή του. Όμως, νέα στοιχεία, που προέρχονταν από τις σημειώσεις αυτών που παρακολουθούσαν επί πληρωμή το σπίτι του Ρασπούτιν, και κατέγραφαν πότε έφευγε, πότε επέστρεφε και ποιοι τον επισκέπτονταν, ανέτρεψαν τους ισχυρισμούς περί αγιότητας. Σχολιάζοντας το αίτημα αγιοποίησής του, ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος είπε το 2003:«Αυτό είναι τρέλα! Ποιος θα ήθελε να παραμείνει σε μια εκκλησία που τιμά το ίδιο τους δολοφόνους με τους μάρτυρες, τους ακόλαστους με τους αγίους;»

Όμως, βιβλία που εκδόθηκαν το 1919 ισχυρίζονται ότι οι πηγές από ανθρώπους που παρακολουθούσαν τον Ρασπούτιν είναι αμφισβητήσιμες, καθώς εκείνοι μπορεί να έγραφαν αυτά που ζητούσαν εκείνοι που τους πλήρωναν. Πάντως, η ενασχόληση του κόσμου με τον Ρασπούτιν δεν έχει σταματήσει.

Παιδιά του Ρασπούτιν
Η θεωρούμενη και μοναδική του κόρη, Μαρία, πέθανε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1977 σε προάστιο του Λος Άντζελες.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1918 γεννήθηκε ο Σολζενίτσιν, Ρώσος λογοτέχνης

"Αρχιπέλαγος γκούλαγκ" ... η ζωή στα σταλινικά ειδικά στρατόπεδα εργασίας. 
Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.


Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (Алекса́ндр Иса́евич Солжени́цын, 11 Δεκεμβρίου 1918 - 3 Αυγούστου 2008) ήταν Ρώσος λογοτέχνης. Είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του «Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» και «Αρχιπέλαγος γκούλαγκ», όπου περιέγραφε τη ζωή στα σταλινικά ειδικά στρατόπεδα εργασίας. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1918 στην πόλη Κισλοβόντσκ της Σταυρούπολης. Το πραγματικό του πατρώνυμο είναιΙσαάκεβιτς, καταγράφηκε όμως από λάθος ως Ισάγεβιτς από τον αστυνομικό που εξέδωσε την πρώτη του ταυτότητα, το 1936, στο Ροστόφ επί του Ντον. Ο πατέρας του, Ισαάκιος Συμεώνοβιτς Σολζενίτσιν, ήταν γόνος παλαιάς οικογένειας χωρικών, υπηρέτησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ως αξιωματικός του πυροβολικού, ενώ σκοτώθηκε στις 15 Ιουνίου 1918 σε κυνηγετικό ατύχημα, έξι μήνες πριν γεννηθεί ο γιος του. Η μητέρα του, Ταΐσια Ζαχάροβνα, ήταν κόρη ενός ευκατάστατου χωρικού, η οποία γνώριζε άπταιστα Αγγλικά και Γαλλικά όπως επίσης γραφομηχανή και στενογραφία. Ωστόσο, μετά το θάνατο του συζύγου της δεν μπορούσε να βρει εργασία αντίστοιχη των προσόντων της, λόγω της «κοινωνικής της καταγωγής», όπως επέτασσε το σύστημα μεταχείρισης των ανθρώπων με βάση την κοινωνική τους προέλευση, που είχε εγκαταστήσει το σοβιετικό καθεστώς.

Ο Σολζενίτσιν σε συνάντησή του με τον Πούτιν
Νεανικά χρόνια
Το 1924 η οικογένεια μετακόμισε στο Ροστόφ επί του Ντον. Εκεί ο Σολζενίτσιν τελείωσε το σχολείο και στη συνέχεια γράφτηκε στη φυσικομαθηματική σχολή του τοπικού πανεπιστημίου. Το 1939 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα δι' αλληλογραφίας του μοσχοβίτικου Ινστιτούτου Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας. Αυτή την περίοδο γνώρισε την πρώτη του σύζυγο Ναταλία Αλεξέγιεβνα Ρεσετόβσκαγια, φοιτήτρια χημείας, με την οποία παντρεύθηκε στις 7 Απριλίου 1940 (χώρισαν δώδεκα χρόνια αργότερα, αλλά ξαναπαντρεύθηκαν το '57 και ξαναχώρισαν το '72).

Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο το 1941, λίγες μέρες πριν την κήρηξη του πολέμου με τη Γερμανία. Στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους κατατάχτηκε στο στρατό ως απλός στρατιώτης. Λίγες εβδομάδες αργότερα αποφοίτησε από τη σχολή πυροβολικού με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και του ανατέθηκε η διοίκηση πυροβολαρχίας. Η μονάδα του στάλθηκε στο βορειοδυτικό μέτωπο και πολέμησε σε όλες τις μάχες από την πόλη Οριόλ έως την Ανατολική Πρωσία. Ο ίδιος παρασημοφορήθηκε δύο φορές για τον ηρωισμό του με τα μετάλλια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου βʹ τάξεως και του Ερυθρού Αστέρα.

Κατά τα τέλη του πολέμου όμως συνελήφθη, διότι σε ένα γράμμα προς φίλο του αναφερόταν ειρωνικά για την προσωπικότητα και τις ικανότητες του Ιωσήφ Στάλιν. Συνεπεία τούτου κατηγορήθηκε για αντισοβιετική προπαγάνδα (το διαβόητο άρθρο 58 του σοβιετικού Ποινικού Κώδικα επί Στάλιν) και μεταφέρθηκε στη Μόσχα για ανάκριση.

Στις 7 Ιουλίου 1945 καταδικάσθηκε με το άρθρο 58 σε ισόβια εκτόπιση και οκταετή καταναγκαστική εργασία από ένα έκτακτο δικαστήριο, στο οποίο δεν κλήθηκε καν να υπερασπισθεί τον εαυτό του.

Εξορία και αποκατάσταση
Την πρώτη οκταετία της ποινής ο Σολζενίτσιν πέρασε από διάφορα στρατόπεδα εργασίας στο ασιατικό τμήμα της Σοβιετικής Ένωσης. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε σε «σαράσκα» (ερευνητικό κέντρο που απαρτιζόταν από καταδικασμένους) και προς το τέλος σε ειδικό στρατόπεδο για πολιτικούς κρατουμένους. Το 1953 έληξε η ποινή της καταναγκαστικής εργασίας, όμως λόγω της ισόβιας εκτόπισης δε διέθετε ελευθερία μετακίνησης. Ήδη έπασχε από καρκίνο, ο οποίος αντιμετωπίσθηκε την τελευταία στιγμή σε ένα νοσοκομείο της Τασκένδης (1954).

Με την αποσταλινοποίηση μπόρεσε επιτέλους να επιστρέψει στα ευρωπαϊκά εδάφη της χώρας, όπου εργάσθηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης. Παράλληλα επιδόθηκε στη συγγραφή, αλλά κρατούσε αυτή τη δραστηριότητα μυστική. Χρόνια αργότερα, όταν αποδεχόταν το βραβείο Νόμπελ, έγραψε για αυτήν την περίοδο πως όχι μόνο ήταν πεπεισμένος ότι δε θα έβλεπε ούτε μια γραμμή από τα κείμενά του τυπωμένη, αλλά δεν άφηνε ούτε τους πιο κοντινούς του ανθρώπους να τα διαβάσουν υπό το φόβο ότι θα ξαναέμπλεκε.

Τελικά το 1961 βρήκε το θάρρος να απευθυνθεί στον ποιητή Αλεξάντρ Τβαρντόβσκι, αρχισυντάκτη του περιοδικού Νόβι Μιρ (Νέος Κόσμος), δίνοντάς του το χειρόγραφο τού «Μια μέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς», όπου περιέγραφε μια μέρα από τη ζωή στο γκούλαγκ. Ο Τβαρντόφσκι το δημοσίευσε στο περιοδικό τον επόμενο χρόνο, με ειδική μάλιστα άδεια από το Νικίτα Χρουστσόφ. Ακολούθως εκδόθηκε σε βιβλίο.

Ο Ιβάν Ντενίσοβιτς προκάλεσε σοκ τόσο στη σοβιετική όσο και στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Δεν ήταν μόνο το ζήτημα της φρίκης των γκούλαγκ που πραγματευόταν, αλλά και το γεγονός ότι ένα βιβλίο με τέτοιο περιεχόμενο κυκλοφορούσε ελεύθερα και αλογόκριτα στη Σοβιετική Ένωση, δείχνοντας σε ποιον βαθμό είχε φθάσει η αποσταλινοποίηση. Σύντομα εκδόθηκε στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου - οι πρώτες εκδόσεις στα αγγλικά έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα με τη ρωσική έκδοση, το 1963.
.
Αυτοεξορία στη Δύση
Το «διάλειμμα ελευθερίας» για το σοβιετικό πνευματικό κόσμο ήταν μικρό - το 1964 ο Χρουστσόφ εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση και τις τύχες της ΕΣΣΔ ανέλαβε ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ο Σολζενίτσιν ξανάρχισε να έχει προβλήματα με τις αρχές. Το 1965 η μυστική αστυνομία κατέσχεσε κάποια χειρόγραφά του και γενικά σε κάθε ευκαιρία τού γινόταν σαφές ότι βρίσκεται σε δυσμένεια. Όταν το 1970 του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δεν τόλμησε να πάει στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει, φοβούμενος ότι θα του αρνούνταν την επανείσοδο στη χώρα.

Το 1973 κυκλοφόρησε στη Δύση το σπουδαιότερο έργο του, το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ». Οι σοβιετικές αρχές εξοργίσθηκαν, αλλά λόγω της παγκόσμιας αναγνωρισιμότητάς του αδυνατούσαν να λάβουν ποινικά μέτρα εναντίον του. Τελικά το 1974 πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα, αποστερούμενος τη σοβιετική ιθαγένεια. Πέρασε για λίγο από τη Δυτική Γερμανία και την Ελβετία, ώσπου τελικά εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ - αρχικά στην Καλιφόρνια, μετά από πρόσκληση του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, και από το 1976 στο Βερμόντ.

Μολονότι στις ΗΠΑ έχαιρε μεγάλων τιμών και απόλυτης ελευθερίας (για πρώτη φορά στη ζωή του), ουδέποτε ένιωσε άνετα. Γενικά αντιπαθούσε την κυρίαρχη κουλτούρα της τηλεόρασης, ενώ χαρακτηριστικά δεν κατάφερε ποτέ να μιλήσει καλά αγγλικά. Ασχολήθηκε κυρίως με τη συγγραφή ενός πολύτομου έργου για την ιστορία της μετάβασης από την τσαρική στην κομμουνιστική Ρωσία υπό τον τίτλο «Κόκκινος Τροχός» (Красное колесо, Red Wheel).

Ο Σολζενίτσιν κατά την επιστροφή του στη Ρωσία το 1994.
Επιστροφή στη Ρωσία
Το 1990 η κυβέρνηση Γκορμπατσώφ τού επαναχορήγησε τη σοβιετική ιθαγένεια, αλλά ο Σολζενίτσιν επέστρεψε μόνο μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1994 μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του. Τα παιδιά τους προτίμησαν να παραμείνουν στις ΗΠΑ. Εγκαταστάθηκαν σε μία ντάτσα (εξοχική κατοικία) στη δυτική Μόσχα, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του στις 3 Αυγούστου του 2008, σε ηλικία 89 ετών.

Σε αυτά τα τελευταία χρόνια ο κλονισμός της υγείας του ήταν εμφανής. Ασχολήθηκε κυρίως με δύο έργα, το «Σιτάρι ανάμεσα στις μυλόπετρες» (μυθιστορηματική βιογραφία για τη ζωή του στην Αμερική) και το «Διακόσια χρόνια μαζί» (η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας στη Ρωσία), τα οποία κυκλοφόρησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Έργο
Πολιτικές - ιστορικές απόψεις 
Ο Σολζενίτσιν δεν είναι πολιτικός ή φιλόσοφος αλλά ένας λογοτέχνης το έργο του οποίου διαποτίζεται από την πολιτική σκέψη. Αφορμή για την παραγωγή του έργου του είναι όχι η Δικτατορία του προλεταριάτου αλλά η ΄΄δικτατορία επί του προλεταριάτου΄΄ εξαιτίας του Σταλινισμού στην πατρίδα του, την Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηριστικές είναι οι συλλογές πολιτικών δοκιμίων του, ΄΄Να μη ζήσουμε με ψέματα!΄΄ και ΄΄Πως θα αναδιοργανώσουμε τη Ρωσία μας΄΄. Αντιδρά σε κάθε απανθρωπιά και ανελευθερία , είτε του τσαρισμού, είτε του Σταλινισμού. Αποστασιοποιείται από τον εθνικισμό επικρίνει τον σωβινισμό, τον εθνοφυλετισμό της θεωρίας της Μόσχας ως ΄΄Τρίτης Ρώμης΄΄ και τη σύγχυση της Τρίτης Διεθνούς με την ΄΄Τρίτη Ρώμη΄΄. Για αυτό τολμά να προτείνει την απόσχιση από τον κορμό της Σοβιετικής Ένωσης των αυτόνομων δημοκρατιών. Παράλληλα οι πολιτικές του θέσεις τον χαρακτήριζαν ξεκάθαρα ως αντισημίτη, εθνικιστή.

Ελληνικές μεταφράσεις
  • Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ. τ.2. μτφρ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης. Αθήνα: Πάπυρος. 2013.
  • Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ. τ.1. μτφρ. Κίρα Σίνου. Αθήνα: Πάπυρος. 2009.
  • Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς. μτφρ. Σωτήρης Πατατζής (έκδοση 1970), Δημήτρης Τριανταφυλλίδης (έκδοση 2009). Πάπυρος.
  • Πώς θα αναδιοργανώσουμε τη Ρωσία μας;. μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη. Λιβάνης. 1991.
  • Να μη ζήσουμε με ψέματα. μτφρ. Κίρα Σίνου. Αθήνα: Πάπυρος. 1974.
  • Αυγουστός του 1914. μτφρ. Σπ. Σπέγγος. Εκδόσεις Μπεργάδη. 1973.
  • Το σπίτι της Ματριόνα ― Μια συνάντηση στο σταθμό Κρετσέτοβκα ― Για το καλό του Αγώνα. μτφρ. Γιώργος Γεραλής. Πάπυρος. 1970.
  • Πτέρυγα καρκινοπαθών. μτφρ. Αλεξάνδρα Π.. Αθήνα: Αφοι Τολίδη. 1970.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1910 "έφυγε" ο Λέων Τολστόι

Ξυπνούσαν έντονα οι τύψεις για τον άσωτο βίο του και δυνάμωνε η διάθεσή του ν’ασχοληθεί με τη συγγραφή


Ο Λέων Τολστόι (ρωσ. Лев Николаевич Толстой, προφέρεται [lʲef nʲɪkɐˈlaɪvʲɪtɕ tɐlˈstoj] - Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι) 9 Σεπτεμβρίου 182820 Νοεμβρίου 1910 (ή με το τότε ισχύον ημερολόγιο στη Ρωσία 28 Αυγούστου 1828 - 7 Νοεμβρίου 1910) ήταν Ρώσος συγγραφέας.

Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν' απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα. Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στη Γιάσναγια Πολιάνα (το οικογενειακό κτήμα 12 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Τούλα) το 1828 και από το 1844 ως το 1847 σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν. Στον πόλεμο της Κριμαίας πήρε μέρος ως αξιωματικός του πυροβολικού και του απονεμήθηκαν πολλές ανώτερες διακρίσεις. Ο αποτροπιασμός για τις φρικαλεότητες του πολέμου αυτού καθρεφτίστηκε στα «Διηγήματα της Σεβαστούπολης (1855-1859)». Στα διηγήματα αυτά ο Τολστόι δείχνει φανατικά την έχθρα του προς τον πόλεμο και παράλληλα εγκωμιάζει τον ηρωισμό των συμπατριωτών του στρατιωτών. Από το τέλος της δεκαετίας 1850-1860 ο Τολστόι εγκαταστάθηκε στη Γιάσναγια Πολλιάννα, άνοιξε σχολείο για τα αγροτόπαιδα και ίδρυσε το περιοδικό «Γιάσναγια Πολλιάννα». Προηγουμένως ταξίδεψε στη Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία και Γερμανία.

Στα 1862 ο Τολστόι παντρεύτηκε τη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς. Το 1863 τέλειωσε το διήγημά του «Οι Κοζάκοι», στο οποίο απεικόνισε τους ανθρώπους και τη φύση του Καυκάσου. Από το 1863 ως το 1869 ασχολήθηκε με τη συγγραφή του μυθιστορήματος «Πόλεμος και Ειρήνη». Το έργο αυτό αποτελεί έξοχη απεικόνιση της ζωής και των συνθηκών της Ρωσίας στην περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων. Το βάθος της ψυχολογικής ανάλυσης, η αριστοτεχνική απεικόνιση ανθρώπινων μορφών και τοπίων και ο πλούτος της γλώσσας, κάνουν το «Πόλεμος και Ειρήνη» ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της ρεαλιστικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα. Στο άλλο του μεγαλειώδες μυθιστόρημα, την «Άννα Καρένινα» (1873), αντικατοπτρίζεται ανάμεσα στα άλλα η τραγωδία μιας γυναίκας που έπεσε θύμα της ψεύτικης και απάνθρωπης ηθικής της κοινωνίας. Η δύναμη του κριτικού ρεαλισμού του Τολστόι εκδηλώθηκε στις σελίδες του μυθιστορήματός του «Ανάσταση» (1889). Ο Τολστόι έγραψε και θεατρικά έργα όπως «Το κράτος του ζόφου», «Το ζωντανό πτώμα», «Οι καρποί της Παιδείας» (κωμωδία). Άλλα έργα του στα οποία εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του είναι «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» (1884), «Αφέντης και δούλος» (1895), «Τι πιστεύω», «Τι να κάνουμε λοιπόν» και η περίφημη πραγματεία του «Τι είναι τέχνη». Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε όμως σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901.

Και οι δυο γονείς του ανήκαν σε παλιές αριστοκρατικές οικογένειες, που μέλη τους κατείχαν υψηλά αξιώματα στο στρατό και τη διοίκηση. Ο πατέρας του Νικολάι Ίλιτς ήταν ένας καλόκεφος και ήρεμος άνθρωπος, με λεπτή ειρωνική διάθεση και πολύ ζωηρή αίσθηση της προσωπικής του αξιοπρέπειας. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού και πήρε μέρος στους πολέμους εναντίον του Ναπολέοντα (1812-13).

Το 1822 πήρε γυναίκα του την πλουσιότατη πριγκίπισσα Μαρία Νικολάγεβνα Βολκόνσκαγια, κόρη μεγάλου αξιωματούχου, και το 1824 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο προικώο κτήμα του στη Γιάσναγια Πολυάνα (όχι μακριά από τη Μόσχα). Εκεί γεννήθηκε, στις 28 Αυγούστου του 1828, ο κατοπινός μεγάλος συγγραφές κι εκεί έζησε τα παιδικά του χρόνια αποκτώντας πολύτιμα βιώματα. Σε ηλικία 2 χρονών έχασε τη μητέρα του, στην οποία, όπως αναφέρει ο ίδιος, όφειλε πολλές από τις ιδιότητες του χαρακτήρα του, καθώς και την κλίση του προς τη λογοτεχνία. Επτά χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του. Έτσι, την ανατροφή του, καθώς και των μεγαλύτερων αδελφών του, ανέλαβε η μακρινή συγγενής τους Ερκόλσκαγια, που εμφύσησε στον κατοπινό συγγραφέα τις αντιλήψεις του για τις πνευματικές χαρές που δίνουν στον άνθρωπο η αγάπη και η ήσυχη ζωή μακριά από τους πειρασμούς της κοσμικότητας. Μετά και το δικό της θάνατο το 1840, την ανατροφή των παιδιών συνέχισε άλλη συγγένισσα, η Γιουσκόβα, που επίσης άσκησε ισχυρότατη επίδραση στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του Τολστόι για τη ζωή και το αμφισβητήσιμο δικαίωμα του ανθρώπου να ζει πλούσια, όταν γύρω του οι άλλοι πεινούν. Παράλληλα, Γάλλοι και Γερμανοί δάσκαλοι δίδαξαν στα παιδιά τις γλώσσες τους και αρκετές από τις γνώσεις της εποχής. Ιδιαίτερα στο Γερμανό δάσκαλό του Φίοντορ Κέσελ όφειλε ο Τολστόι τη γνωριμία του με τη γερμανική φιλοσοφία.

Το 1844 ο νεαρός Τολστόι γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου της πόλης Καζάν, αλλά το ενδιαφέρων του για τις φιλοσοφικές και στη συνέχεια για τις νομικές σπουδές ήταν μάλλον χλιαρό. Τα φοιτητικά του χρόνια σφραγίστηκαν από το διχασμό ανάμεσα στην παρόρμηση να παίρνει μέρος σε ανέμελα γλεντοκόπια και στις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες να ζήσει ενάρετο βίο. Στην περίοδο αυτή διαμορφώθηκε και η συνήθειά του για άγρυπνο αυτοέλεγχο, που δέσποσε σε όλη την κατοπινή ζωή του. Ιδεώδες του γίνεται η επιδίωξη της ηθικής τελειότητας, αλλά καίριο γνώρισμα του χαρακτήρα του μένει η επιθετικότητα, με στόχο την υπερίσχυση των αντιλήψεών του, και η φιλοδοξία να πρωτεύει σε κάθε τομέα. Θέλοντας να νικήσει την αβεβαιότητα για τον εαυτό του και την ανασφάλεια που του δημιουργούσε η διάσταση ανάμεσα σε ιδανικό και πραγματικότητα, αναζητεί στήριγμα στην Αγία Γραφή και τα έργα του Ρουσσώ, που τα διαβάζει με πάθος. Παράλληλα, αρχίζει να δοκιμάζει τις δυνάμεις του στο γράψιμο, όπως αναφέρει στο ημερολόγιό του, το οποίο άρχισε τότε (1847) και συνέχισε ως το θάνατό του με μικρές διακοπές. Ξαναγυρίζοντας στο πατρικό, αναλαμβάνει την διαχείριση της μεγάλης κτηματικής περιουσίας του, αλλά δεν άντεξε το φορτωμένο πρόγραμμα εργασίας που επέβαλε στον εαυτό του. Την επόμενη χρονιά, πήγε στη Μόσχα και μετά στην Πετρούπολη. Η τριετία 1848-51 σπαταλήθηκε σε κοσμικές απολαύσεις, χαρτοπαιξίες, γλέντια. Ένα μέρος του χρόνου του το διέθετε στο κυνήγι.

Καθώς βρισκόταν στη φύση, ξυπνούσαν έντονα οι τύψεις για τον άσωτο βίο του και δυνάμωνε η διάθεσή του ν’ασχοληθεί με τη συγγραφή. Έτσι, σαν αντίδοτο στο συνειδησιακό έλεγχο, γράφει στις αρχές του 1851 το αφήγημα «Ανιστόρηση της χθεσινής μέρας» και το πρώτο από τα τρία αυτοβιογραφικά του βιβλία (παιδικά χρόνια, εφηβεία , νεανικά χρόνια) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1852. Τον ίδιο χρόνο επίσης αποφάσισε να καταταγεί εθελοντής στο στρατό, υποχρεώνοντας και μ’αυτό τον τρόπο τον εαυτό του να απαρνηθεί την προηγούμενη ζωή του.

Η μακρά διαμονή στον Καύκασο (τρία ολόκληρα χρόνια) στάθηκε μια περίοδος πραγματικής μαθητείας στη ζωή και την τέχνη για τον Τολστόι . Δεν του έλειψαν οι ευκαιρίες για γλέντια, αλλά και τα διαστήματα απομόνωσης (εκούσιας ή ακούσιας), η συμμετοχή σε στρατιωτικά γεγονότα, η επαφή με τους ανθρώπους του λαού, που του πρόσφεραν τη δυνατότητα να γνωρίσει με τρόπο άμεσο και πλήρη συναισθήματα, ένστικτα και νοοτροπίες των ανθρώπων. Η θερμή βίωση των συνθηκών και των περιστατικών που έβλεπε γύρω του, η εξοικείωση με τα πράγματα και ο στοχασμός της περασμένης του ζωής τον έκαναν όχι μόνο να βρει τη φυσικότητα και την αλήθεια που αναζητούσε, αλλά και του έδωσαν υλικό για μια σειρά από αφηγήσεις, μερικές από τις οποίες πολύ κοντά στο διήγημα ("Επιδρομή", "Το πρωινό ενός γαιοκτήμονα") που γράφτηκαν το 1852 και δημοσιεύθηκαν το 1856.

Στις αρχές του 1854 μετατέθηκε στη στρατιά του Δούναβη και το φθινόπωρο, όταν ο Κριμαϊκός πόλεμος βρισκόταν στη μεγάλη του ένταση, ζήτησε να μετατεθεί στην πολιορκούμενη Σεβαστούπολη, όπου βίωσε την πολιορκία τόσο σαν μαχητής αλλά και σαν παρατηρητής. Λογοτεχνικός του καρπός μια σύντομη τριλογία (η Σεβαστούπολη το Μάη του 1855, Η Σεβαστούπολη τον Αύγουστο του 1855), που δημοσιεύθηκε το 1855 και το 1856 ενθουσιάζοντας αμέσως τον Τσάρο Αλέξανδρο Β', ο οποίος φρόντισε να μεταφραστεί αμέσως στα γαλλικά .

Μετά την άλωση της Σεβαστούπολης, μετατέθηκε στην Πετρούπολη, όπου οι λογοτεχνικοί και οι κοσμικοί κύκλοι τον υποδέχτηκαν θερμά. Ήδη τον θεωρούσαν έναν από τους σημαντικότερους ρώσους συγγραφείς. Βρήκε τότε την ευκαιρία να επιτεθεί με οξύτητα στις κατεστημένες απόψεις που δεν συμφωνούσαν με τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Ήδη θεωρούσε αμάρτημα να είναι κανείς ιδιοκτήτης γης όπου οι αγρότες λιμοκτονούσαν, καθώς και το να βάζει κανείς τους άλλους να δουλεύουν για λογαριασμό του με το αιτιολογικό ότι αυτός είναι πλούσιος ενώ οι άλλοι όχι.Θέλοντας να είναι συνεπής με τις απόψεις του, πήγε στην Γιάσναγια Πολιάνα, με σκοπό να απελευθερώσει τους δουλοπάροικούς του. Το σχέδιό του όμως συνάντησε την άρνηση των χωρικών, οι οποίοι έλπιζαν ότι η τσαρική κυβέρνηση θα έδινε στο πρόβλημα τους μια λύση πιον ριζική απ’ αυτή που πρότεινε ο αφέντης τους. Από το 1856 χρονολογούνται τα έργα του «Συνάντηση σε ένα απόσπασμα με ένα άγνωστο Μοσχοβίτη», «Οι δύο Ουσσάροι και το βάσανο». Ένα σύντομο ειδύλλιο που είχε τότε δεν κατέληξε σε γάμο.

Το 1857 ο Τολστόι παραιτήθηκε από το στρατό κι έφυγε στο εξωτερικό (Παρίσι, Ελβετία). Οι θεσμοί όμως της Δυτικής Ευρώπης, καθώς και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων εκεί, δεν του άρεσαν καθόλου. Επέστρεψε ξανά στη Ρωσία, έχοντας σταθεροποιήσει την πεποίθηση ότι ο λαός πρέπει να μορφωθεί. Γι’ αυτό ιδρύει στην Γιάσναγια Πολυάνα ένα σχολείο για παιδιά και μεγάλους, όπου διδάσκει ο ίδιος με δικές του παιδαγωγικές μεθόδους. Το 1857 γράφει την «Λουκέρνη» και το 1858 τον «Αλβέρτο και τους Τρεις θανάτους» . Στην τετραετία όμως (1859-1962) εγκαταλείπει σχεδόν τη συγγραφή. Μοναδικό του κείμενο ο «Πολικούσκα», που αποτελεί την πρώτη του απόπειρα να γράψει διήγημα με ξεκάθαρα λαϊκό περιεχόμενο. 

Το 1860 ο Τολστόι έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στο εξωτερικό, για να παρασταθεί στον άρρωστο αδελφό του Νικολάι που τον υπεραγαπούσε. Επισκέφτηκε τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελβετία, το Βέλγιο, την Αγγλία και την Ιταλία επιδιώκοντας να πλουτίσει τις παιδαγωγικές του γνώσεις. Όταν επέστρεψε, συνέχισε τη διδασκαλία κι εξέδωσε μάλιστα κι ένα μηνιαίο περιοδικό, όπου παρουσίαζε και υπερασπιζόταν τις εκπαιδευτικές του αντιλήψεις, που ως ένα σημείο είχαν επηρεαστεί από τις ιδέες του Ρουσσώ και του Πεστελότσι, ενώ συνέταξε και βιβλία για τις εκπαιδευτικές ανάγκες. Ούτε όμως έτσι έβρισκε γαλήνη. Ένα αποτρόπαιο περιστατικό τον έφερε σε τέτοια απόγνωση, ώστε να αυτοεξοριστεί για ένα διάστημα στη Σαμάρα. Στο ταξίδι του αυτό γνώρισε τη δεκαεφτάχρονη Σοφία Αντρέγεβνα Μπερς, που άνηκε σε μεσαία τάξη της Μόσχας και είχε πλούσια πνευματικά ενδιαφέροντα. Την παντρεύτηκε και την έφερε στην Γιάσναγια Πολυάνα. (1862). Έτσι έκλεισε η πρώτη περίοδος της ζωής του, που αργότερα την έκρινε με μεγάλη αυστηρότητα, θεωρώντας την ως μια συνεχή υποδούλωση στη φιλοδοξία, την ασωτία και τη λαγνεία. Όσο άδικες κι αν είναι οι κρίσεις του αυτές, υπογραμμίζουν πάντως την ανάγκη που ένιωθε να ξεκαθαρίσει και να συστηματοποιήσει τη ζωή του, επιδιώκοντας την ηθική και την καλλιτεχνική του τελειοποίηση. Ο γάμος του πρόσφερε τέτοια ευκαιρία και ο Τολστόι έζησε μια σχετικά μακρόχρονη περίοδο ευτυχίας κοντά στη νεαρή γυναίκα του με την οποία απόκτησε δεκατέσσερα παιδιά ηρέμησε και μπόρεσε να συγκεντρώσει την εκπληκτική ενεργητικότητά του στη λογοτεχνική δραστηριότητα. Ήδη είχε εγκαταλείψει βαθμιαία τις ρομαντικές και αισθηματολογικές διαθέσεις που χαρακτηρίζουν τα κείμενα της πρώτης περιόδου.

Πλησίαζε όλο και πιο πολύ τους ανθρώπους και τα πράγματα που παρατηρούσε, και το ενδιαφέρον του συγκεντρωνόταν κυρίως στην ψυχολογική διερεύνηση των προσώπων. 
Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, όπως απεικονίζεται στους «Κοζάκους» (δημοσιεύθηκε το 1863), βιβλίο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, ή της ανθρωπότητας μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου, όπως την πραγματεύτηκε στην τριλογία της Σεβαστούπολης και τους τρεις θανάτους, αποτελούν αξιολογότατα επιτεύγματα του Τολστόι. Παρά τις επιδράσεις που ανιχνεύει κανείς από τον Ρουσσώ, τον Ντίκενς, τον Σταντάλ, τον Γκογκόλ κ.α., τα έργα αυτά είναι σαφώς προσωπικές δημιουργίες και λειτουργούν ως πιστοποιητικά προόδου του Τολστόι, που είναι πλέον σχεδόν έτοιμος να δώσει ωριμότερα έργα.

Το 1856 ο Τολστόι αρχίζει να γράφει ένα μυθιστόρημα με θέμα την επάνοδο ενός εξόριστου Δεκεμβριστή στη Ρωσία. Δημοσιεύθηκε τελικά το 1884 με τον τίτλο "Δεκεμβριστές", αλλά σύντομα ένιωσε την ανάγκη να πλατύνει χρονολογικά τη διαπραγμάτευση, αρχίζοντας από τη χρονιά της συνωμοσίας (1825). Και πάλι όμως το σχέδιο πλάτυνε, για να περιλάβει τα μεγάλα γεγονότα της ρωσικής ιστορίας που εκτυλίχτηκαν το 1812. Έτσι έφτασε στη σύλληψη της μεγάλης τοιχογραφίας, που είναι το μυθιστόρημα «Πόλεμος και Ειρήνη», από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η ιστορική εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων αποτελούσε βέβαια για τη Ρωσία παρελθόν, αλλά η επίδρασή της ήταν ολοζώντανη, λόγω της παράδοσης που είχε δημιουργήσει. Εξάλλου ο Τολστόι βρήκε στο οικογενειακό του περιβάλλον τα πρότυπα πολλών από τα κυριότερα πρόσωπα του έργου. Κοντά στα παλαιότερα συγγραφικά του προσόντα, που ήταν η βαθιά παρατηρητικότητα και η ισχυρή βίωση και μετουσίωση υπαρκτών προσώπων και πραγματικών περιστατικών, προστέθηκε τώρα η επινόηση και στη λειτουργία της δημιουργικής φαντασίας. Έτσι, μετά από ένα χρόνο εντατικής δουλειάς, δημοσιεύθηκε το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος με τίτλο «Η χρονιά 1805» (1865), που στη συνέχεια πλάτυνε και ο τίτλος άλλαξε σε «Πόλεμος και Ειρήνη».

Εκείνο που κάνει εντύπωση στο μεγάλο αυτό έργο (που αρχικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό) δεν είναι τόσο ότι απεικονίζει με σχεδόν τέλειο τρόπο τις πτυχές της Ρωσίας εκείνων των χρόνων, αρχίζοντας από τη ρώσικη φύση, περνώντας μέσα από τις διάφορες νοοτροπίες ευγενών και εκπροσώπων του λαού και τις παρουσιάσεις ηθών και εθίμων και φτάνοντας ως τη διερεύνηση υψηλών πνευματικών και κοινωνικών διεργασιών. Πιο πολύ ακόμη εντυπωσιάζουν η τέλεια συγχώνευση της τέχνης με την πραγματικότητα και –παρά το μέγεθος και την πολυμέρειά του– η στερεότητα της καλλιτεχνικής του δομής. Χάρη στην ποιότητα του λόγου που μένει προσηλωμένος στην ουσία χωρίς να ξεπέφτει σε περιττά στολίδια, τα διάφορα νήματα της αφήγησης υφαίνονται, άλλοτε διαπλέκονται και άλλοτε ξεπλέκονται με τον πιο αυθόρμητο τρόπο. Όλα όσα γίνονται στις σελίδες του φαίνονται φυσικά, αναγκαία, σχεδόν μοιραία. Η ζωή και ο θάνατος απεικονίζονται με την ίδια σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη, επιβάλλοντας το σεβασμό και μια αίσθηση επισημότητας. Γεγονότα κοσμοϊστορικής σημασίας αδελφώνονται ισότιμα με μικρο-περιστατικά της καθημερινότητας και αυτή η ισοτιμία τους φαίνεται ως αιτιολογημένη και απαραίτητη. Εξάλλου οι πρωταγωνιστές όσο και τα πρόσωπα έχουν ελάχιστο πόλο να παίξουν. Παρουσιάζονται με τη ξεχωριστή τους ατομικότητα σε ένα πλαίσιο ανθρωπιάς. Η παρουσία του συγγραφέα δε φαίνεται σχεδόν καθόλου, εκτός από το τέλος, όταν παρεμβαίνει για να κηρύξει μια θεμελιώδη θέση του: ο άνθρωπος δε δημιουργεί τίποτα, δε δεσπόζει σε τίποτα. Απλώς παρευρίσκεται και παρακολουθεί την αναπότρεπτη πορεία των πραγμάτων. Η θέση αυτή συνοψίζει την ουσία του τεράστιου αυτού έργου.

Εδώ βλέπουμε μια ομοιότητα με τον Όμηρο, όπου πίσω από τα πάντα κρύβεται ένα θεϊκό χέρι και οι θνητοί δεν είναι παρά πιόνια σε μια σκακιέρα των Θεών (μοίρας).
Όταν τελείωσε το μυθιστόρημα, ο Τολστόι αισθανόταν εξαντλημένος κι αποθαρρημένος. Ο τρόπος που αντιλαμβανόταν πια τη ζωή ήταν επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ. Ωστόσο, σχεδίαζε να γράψει και άλλα έργα με ιστορικά θέματα, σχέδιο που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει. Στα χρόνια 1870-71 ο Τολστόι ρίχνεται με πάθος στη μελέτη των αρχαίων ελληνικών και εκφράζεται με μεγάλο θαυμασμό για τον Όμηρο.

Παράλληλα, ξαναρχίζει να ενδιαφέρεται για τα παιδαγωγικά θέματα, και το 1873 εκδίδει ένα Αλφαβητάριο. Αλλά ήδη από το 1870 έχει αρχίσει να σχεδιάζει ένα καινούργιο έργο με κεντρικό πρόσωπο μια πολύ αξιόλογη και καλή γυναίκα, που είναι όμως ένοχη μοιχείας. Το 1873 καταπιάνεται οριστικά με τη συγγραφή του, αλλά δεν προχωρεί με την ίδια άνεση του «Πόλεμος και Ειρήνη». Διακοπές, βαριεστιμάρα και μίσος και άλλοτε παθιασμένη αγάπη για τη δουλειά χαρακτηρίζουν τη διάθεση του συγγραφέα. Εντούτοις, το έργο «Άννα Καρένινα» βγήκε τελικά άρτιο και αποτελεί καύχημα της ρώσικης λογοτεχνίας. Δημοσιεύθηκε κι αυτό αρχικά σε συνέχειες από το 1875 ως το 1877, οπότε κυκλοφορεί και σε μορφή βιβλίου αναθεωρημένο και ξαναπλασμένο. Έτσι δε διατηρεί ίχνος από τις ψυχικές μεταπτώσεις του συγγραφέα. Η αρμονική δομή του διαπνέεται από μια τραγική αίσθηση της ζωής. Στο χαρακτήρα του Καρένιν ο Τολστόι εκφράζει όλη την αντιπάθειά του για τον κομφορμισμό και την υποκριτική επιτήδευση. Παρόλα αυτά, είναι κι αυτός θύμα της μοίρας. Υπάρχουν βέβαια ως αντίβαρο στοιχεία γαλήνης, αλλά γενικά στο έργο εκφράζεται η διάσταση ανάμεσα στη ζωή που κάνει ο συγγραφέας, νιώθοντας ότι δεν είναι εκείνη που θα έπρεπε, και σε μια νέα ζωή, που δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί αλλά βρίσκεται στο στάδιο της γέννησής της.

Μετά την «Άννα Καρένινα» ο Τολστόι περνάει μια βαθιά κρίση (εκδηλώθηκε το 1879) που τον έφερε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας και στην οποία ασφαλώς συνέβαλαν μια σειρά από οικογενειακές συμφορές, όπως οι θάνατοι του έβδομου και του όγδοου παιδιού του και μερικών ακόμα συγγενών που του ήταν πολύ προσφιλείς. Αλλά το βασικότερο αίτιό της βρίσκεται στην αμφιβολία που τον κατάτρεχε πάντα, ακόμη και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές του οικογενειακού του βίου, σχετικά με το αν έχει το δικαίωμα να ζει μια τόσο ωραία ατομική ζωή και ν’ ασχολείται μ’ ένα τέτοιο είδος τέχνης, όταν όλες του οι ελπίδες για μια ιδανική ζωή σωριάζονταν η μια μετά την άλλη. Τη διέξοδο τελικά αναζητεί ο Τολστόι σε μια θρησκευτική πίστη δικής του διατύπωσης. Θέλει να ζει απαλλαγμένος από συμβατικότητες και ανέσεις. Αποκηρύσσει την καλοπέραση, την ψευτοπρόοδο, τον ψευτοπολιτισμό. Υποστηρίζει ότι κύρια στοιχεία του βίου πρέπει να είναι η φυσικότητα, η αγάπη, η αλήθεια και η εργασία που καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες. Ασχολείται ο ίδιος με την καλλιέργεια της γης, ντύνεται όπως οι μουζίκοι, φτιάχνει μόνος του τα παπούτσια του και κηρύττει την πραότητα ως την πραγματική ουσία της διδασκαλίας του Ιησού, τον οποίο δε θεωρεί Θεάνθρωπο, αλλά «πνευματικό» τέκνο του Θεού. 

Αυτές του οι αντιλήψεις για τη θρησκεία, την ενεργό δύναμη της αγάπης, τις έννοιες του δικαίου, του κράτους, της ιδιοκτησίας, βρήκαν μεγάλη απήχηση, προκαλώντας συρροή οπαδών στη Γιάσνα Πολιάνα και επηρεάζοντας αποφασιστικά και τον Γκάντι. Ο Τολστόι τις εκθέτει σε μια σειρά από βιβλία όπως: «Κριτική της δογματικής Θεολογίας» (1880), «Μια εξομολόγηση» (1882) , «Σε τι συνίσταται η πίστη μου» (1884), «Λοιπόν τι πρέπει να κάνουμε» (1885-86), «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας» (1891-1893), «Πώς να διαβάζεται το ευαγγέλιο και που βρίσκεται η ουσία του» 1896, «Η χριστιανική διδασκαλία» (1897), «Το μέγα αμάρτημα» (1905), «Δεν μπορώ να σιωπήσω» (1908) κ.α.

Προπαγανδίζει τις ιδέες του με επιμονή και οργανώνει περίτεχνα τη διάδοση των βιβλίων του. Όποια απαγορεύει η Τσαρική λογοκρισία εκδίδονται στην Αγγλία από το θαυμαστή και συνεργάτη του Β. Τσέρτκωφ. Χάρη στην ακαταπόνητη δραστηριότητά του στον τομέα αυτό, ο Τολστόι αναγνωρίζεται ως μια μεγάλη ηθική δύναμη. Οι αγώνες του για την υποστήριξη όσων ενεργούν κατά συνείδηση, για την κατάργηση της θανατικής ποινής, για την παραχώρηση γης στους αγρότες, για την ανακούφιση των φτωχών και των χτυπημένων από θεομηνίες, τον έχουν πλέον κάνει σεβαστό σε όλη την οικουμένη. Ωστόσο, η απόφαση που πήρε το 1888 να μοιράσει τα κτήματά του στους χωρικούς προκάλεσε βαθύτατη ρήξη στις σχέσεις του με τη σύζυγό του που τον πίκρανε στα τελευταία του χρόνια.

Παράλληλα, ο Τολστόι είχε διαμορφώσει μια νέα αντίληψη και για την τέχνη, που την εξέφρασε στα δοκίμιά του «Τι είναι η τέχνη» και «Ο Σαίξπηρ και η δραματική τέχνη». Η τέχνη, κατά τον Τολστόι, οφείλει να πραγματώνει το ιδανικό της ανθρώπινης αδελφοσύνης, μεταφέροντάς το από τη σφαίρα της λογικής στη σφαίρα του συναισθήματος. Αυτές τις απόψεις τις έκφρασε στα διηγήματα: «Με τι ζουν οι άνθρωποι» (1881), «Όπου υπάρχει αγάπη είναι εκεί ο Θεός» (1885), «Τρία γεροντάκια» (1886). Άλλα σημαντικά λογοτεχνικά έργα της εποχής είναι το ημιτελές «σημειώσεις ενός τρελού» (1884), «Το κράτος του ζόφου» (1886), θεατρικό έργο που παρουσιάστηκε το 1888, «Ο θάνατος του Ιβάν Ίiλιτς» (1887), μια έξοχη πραγματεία γύρω από τη σημασία της ζωής και του θανάτου, «Ο διάβολος» (1889), «Η σονάτα του Κρώυτσερ» (1889). Στα δύο τελευταία εναντιώνεται στη σεξουαλική ελευθερία. Άλλα έργα του είναι «Ο πατήρ Σέργιος» (1890-1898), «Αφέντης και δούλος» (1895).

Το 1899 ο Τολστόι γράφει το τελευταίο από τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα του, την «Ανάσταση», στις σελίδες του οποίου ο τυφλός εγωισμός μετατρέπεται σε υψηλό αλτρουισμό. Ο ήρωάς του ο Νεχλιούντωφ πασκίζει ενσυνείδητα να εξιλεώσει τα σφάλματα της παλαιότερης ζωής του, διαλέγοντας ένα νέο τρόπο ζωής κι ακολουθώντας εκούσια στην εξορία την γυναίκα που είχε άλλοτε αποπλανήσει. Ο Τολστόι είχε χρησιμοποιήσει σε παλαιότερα αφηγήματά του αυτό τοψευδώνυμο, παρουσιάζοντας έτσι κάποιες πλευρές του. Η επανάληψή του τώρα στο έργο των γερατειών αποκαθιστά ένα είδος συμβολικού δεσμού ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία περίοδο της ζωής του. Αυτό το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται για την εξαιρετικά σφιχτοδεμένη δομή του. Καθώς δεν υπάρχουν παρεκβάσεις και παράλληλες δράσεις, αυτό είναι το συμπαγέστερο από όλα τα έργα του Τολστόι. Άλλα μεγάλα προσόντα του είναι η πειστική απεικόνιση των ψυχολογικών καταστάσεων, η πειστικότητα της περιγραφής και η αφηγηματική αρτιότητα. Γι’ αυτό του το έργο τον αφόρισε η Εκκλησία το 1901. Άλλα έργα της τελευταίας περιόδου είναι «Το ζωντανό πτώμα» (1900), το ημιτελές «το φως που φέγγει και τα σκοτάδια» (1894-1902), «Χατζή Μουράτ» (1904), «Αλιόσα Γκόρσοκ» (1905), που δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό του.

Σε βαθιά γεράματα ο Τολστόι χτυπιέται από ένα καινούργιο ξέσπασμα της κρίσης που τον βασάνιζε όλα αυτά τα χρόνια της ωριμότητας του για το είδος της ζωής που έκανε. Συνέπειά της ήταν να εγκαταλείψει στις 28 Οκτωβρίου το σπίτι του μαζί με το γιατρό του και την αγαπημένη του κόρη Αλεξάνδρα, σε μια τελευταία προσπάθεια να ζήσει κοντά στο Θεό. Πεθαίνει από πνευμονία στις 20 Νοεμβρίου 1910 μέσα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποβο.

ΠΗΓΕΣ: 
http://el.wikipedia.org/
http://biographies.nea-acropoli.gr/index.php?