Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοβιετική ένωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοβιετική ένωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Σοβιετική Ένωση ή Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών: η διάσπαση και κατάρρευση στις 25 Δεκεμβρίου 1991

Στις 25 Δεκεμβρίου 1991, ο Γκορμπατσώφ, το υψηλότερο κυβερνητικό στέλεχος της Σοβιετικής Ένωσης, αναγνώρισε την πτώχευση και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η ΕΣΣΔ ήταν ένα κράτος βασισμένο σε μια κυβέρνηση όπου το Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (Μπολσεβίκων), όπως τότε μετονομάστηκε το Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Μπολσεβίκων, καθιερώθηκε ως η πολιτική δύναμη που συνένωνε πλατιές λαϊκές μάζες και κυβερνούσε.

Το έμβλημα της Ε.Σ.Σ.Δ.

Η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ρωσικά: Союз Советских Социалистических Республик), συντομογραφικά αποκαλούμενη Ε.Σ.Σ.Δ. (ρωσικά: СССР, προφέρεται σύμφωνα με το ΔΦΑ: [ˈɛs ɛs ɛs ˈɛr]), και συνηθέστερα Σοβιετική Ένωση (Советский Союз), ήταν κράτος που βρισκόταν στην ανατολική Ευρώπη και τη βόρεια Ασία, το μεγαλύτερο σε έκταση στον κόσμο. Η πρωτεύουσά του ήταν η Μόσχα. Υπήρξε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στην παγκόσμια ιστορία. Ιδρύθηκε το 1922. Διαλύθηκε το 1991. Καθοδηγητής και πυρήνας της Σοβιετικής Κοινωνίας ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Συντάγματος της ΕΣΣΔ του 1977, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Έπειτα από τη διάλυσή της, το 1991, την ΕΣΣΔ αντικατέστησε η Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών.


Ο Σχηματισμός της Ε.Σ.Σ.Δ.

Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917 καθοδηγούμενη από το Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Μπολσεβίκων εδραίωσε στην επικράτεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το πρώτο Σοσιαλιστικό σύστημα. Η Ρωσία μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου προσπάθησε να συνενώσει τα κράτη που κάποτε αποτελούσαν τη Ρωσική Αυτοκρατορία, βέβαια στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συστήματος με λαϊκή εξουσία. Έτσι ο Βλαδίμηρος Λένιν πρότεινε τη δημιουργία της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στη οποία θα εντάσσονταν: η Ρωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, η Ουκρανική ΣΣΔ, η Λευκορωσική ΣΣΔ και η Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας (αποτελούμενη από την Γεωργία, την Αρμενία, και το Αζερμπαϊτζάν). Στις παραπάνω Δημοκρατίες οι εργάτες και το κόμμα τους το Μπολσεβίκικο (κομμουνιστικό) είχαν ήδη καταλάβει την εξουσία. Τον Δεκέμβριο του 1922 η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών αποτελούσε πλέον ιστορικό γεγονός.

Η ΕΣΣΔ ήταν ένα κράτος βασισμένο σε μια κυβέρνηση όπου το Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (Μπολσεβίκων), όπως τότε μετονομάστηκε το Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Μπολσεβίκων, καθιερώθηκε ως η πολιτική δύναμη που συνένωνε πλατιές λαϊκές μάζες και κυβερνούσε.

Στον οικονομικό τομέα ο Λένιν αναγκάστηκε να εφαρμόσει αρχικά τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ, Новая экономическая политика - НЭП), που προέβλεπε τη μη συμμετοχή του κράτους στην οικονομία και τη δημιουργία μια τάξης ευπόρων προερχομένων από τις τάξεις του Προλεταριάτου. Κύριος ιδεολόγος του οικονομικού αυτού σχεδίου ήταν ο Νικολάϊ Μπουχάριν. Η ΝΕΠ είχε ως αποτέλεσμα το 1927 η ΕΣΣΔ να έχει τους υψηλότερους δείκτες χρήσης και κατανάλωσης αγαθών για όλη τη μετα-επαναστατική και προπολεμική περίοδο (12-18/Июня/Огонёк/2006).

Από το 1945 ως τη διάσπαση της Ε.Σ.Σ.Δ. 1991

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, σε πρώτη φάση, η Σοβιετική Ένωση επανοικοδόμησε αρχικά και επέκτεινε έπειτα την οικονομία της, διατηρώντας αυστηρά συγκεντρωτικό έλεγχο. Η Σοβιετική Ένωση βοήθησε τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μετατρέποντάς τες σε σοβιετικά δορυφορικά κράτη, ίδρυσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας το 1955, αργότερα Comecon, παρείχε ενίσχυση στους τελικά νικηφόρους κομμουνιστές στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, και είδε την επιρροή της ν’ αυξάνεται παγκοσμίως. Εν τω μεταξύ, η αυξανόμενη ένταση του Ψυχρού Πολέμου μετέτρεψε τους συμμάχους της εν καιρώ πολέμου, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε εχθρούς.

Ο Στάλιν (Βλ. Στάλιν ΕΔΩ) πέθανε στις 5 Μαρτίου 1953. Εν τη απουσία ενός αποδεκτού διαδόχου, τα υψηλότερα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος επέλεξαν να κυβερνήσουν τη Σοβιετική Ένωση από κοινού. Ο Νικίτα Χρουστσόφ (Βλ. Νικίτα Χρουστσόφ και αποσταλινοποίηση ΕΔΩ) που είχε κερδίσει επιρροή μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50, κατήγγειλε τις σταλινικές μεθόδους (Αποσταλινοποίηση). Συγχρόνως, η σοβιετική στρατιωτική δύναμη χρησιμοποιήθηκε για να καταστείλει τις εθνικιστικές εξεγέρσεις στην Ουγγαρία και την Πολωνία το 1956. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Σοβιετική Ένωση συνέχισε να πραγματοποιεί μια επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση στέλνοντας σε τροχιά γύρω από τη γη τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο, Σπούτνικ 1, ένα σκυλί διαβίωσης, τη Λάικα, και αργότερα, τον πρώτο άνθρωπο, Γιούρι Γκαγκάριν. Η Βαλεντίνα Τερέσκοβα ήταν η πρώτη γυναίκα στο διάστημα με το Vostok 6 στις 16 Ιουνίου 1963, και ο Αλεξέι Λεόνοφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος που περπάτησε στο διάστημα στις 18 Μαρτίου 1965. Εντούτοις, οι μεταρρυθμίσεις του Χρουστσόφ στη γεωργία και τη διοίκηση ήταν γενικά μη παραγωγικές, και η εξωτερική πολιτική έναντι της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών συνάντησε δυσκολίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που οδήγησαν στη σινο-σοβιετική διάσταση. Ο Χρουστσόφ απομακρύνθηκε από την ηγεσία το 1964.

Μια ακόμη περίοδος συλλογικής ηγεσίας ακολούθησε, έως ότου καθιερώθηκε ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ (Βλ. Μπρέζνιεφ ΕΔΩ) στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ως διαπρεπέστερος διάδοχος του Χρουστσόφ στη σοβιετική πολιτική ζωή. Ο Μπρέζνιεφ προήδρευσε σε μία περίοδο ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου με τη δύση, ενισχύοντας συγχρόνως τη σοβιετική στρατιωτική δύναμη. Καθ' όλη τη διάρκεια της νέας περιόδου, η Σοβιετική Ένωση διατήρησε την ισότητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας, αλλά αυτό εξουθένωσε την σοβιετική οικονομία. Σε αντίθεση με το επαναστατικό πνεύμα που συνόδευσε τη γέννηση της Σοβιετικής Ένωσης, η επικρατούσα διάθεση της σοβιετικής ηγεσίας κατά τη διάρκεια της θητείας του Μπρέζνιεφ ως το θάνατο του το 1982 ήταν αποστροφή στις μεγάλες αλλαγές. Μετά από κάποιο πειραματισμό με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις στα μέσα της δεκαετίας του '60, η σοβιετική ηγεσία επανήλθε στα καθιερωμένα μέτρα της οικονομικής διαχείρισης. Η βιομηχανία παρουσίασε αργά αλλά σταθερά κέρδη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70. Η γεωργική ανάπτυξη συνεχίστηκε, αλλά δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την αυξανόμενη κατανάλωση και η ΕΣΣΔ έπρεπε να εισαγάγει τρόφιμα όπως το σιτάρι. Λόγω της χαμηλής επένδυσης στα καταναλωτικά αγαθά, η ΕΣΣΔ ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος ικανή μόνο να εξαγάγει τις πρώτες ύλες, ειδικότερα πετρέλαιο, το οποίο την κατέστησε τρωτή στις σφαιρικές μετατοπίσεις τιμών. Επιπλέον, η ανθρώπινη ευημερία στη Σοβιετική Ένωση έμεινε πίσω από το δυτικό επίπεδο, μετά από αρχικά σημάδια σύγκλισης στις δεκαετίες του '50 και του ’60.

Δύο εξελίξεις κυριάρχησαν τη δεκαετία που ακολούθησε: το όλο και περισσότερο προφανές θρυμμάτισμα των οικονομικών/πολιτικών δομών της Σοβιετικής Ένωσης, και οι προσπάθειες να γίνουν μεταρρυθμίσεις, ώστε να αντιστραφεί αυτή η διαδικασία. Μετά από τη γρήγορη διαδοχή του Γιούρι Αντρόπωφ και του Κονσταντίν Τσερνιένκο, το 1985 αναλαμβάνει την ηγεσία ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ  εξαγγέλλοντας σημαντικές αλλαγές στην οικονομία και την ηγεσία (δες Περεστρόικα, Γκλάσνοστ). Η πολιτική Γκλάσνοστ απελευθέρωσε τη δημόσια πρόσβαση στις πληροφορίες μετά από πολλές δεκαετίες λογοκρισίας. Με τη Σοβιετική Ένωση σε κακή οικονομική κατάσταση και τα δορυφορικά κράτη της στην Ανατολική Ευρώπη να εγκαταλείπουν τον κομμουνισμό, ο Γκορμπατσώφ θέλησε να τελειώσει τον Ψυχρό Πόλεμο. Το 1988, η Σοβιετική Ένωση εγκατέλειψε τον εννεαετή πόλεμό της με το Αφγανιστάν και άρχισε να αποσύρει τις δυνάμεις από τη χώρα. Προς το τέλος της δεκαετίας του '80, ο Γκορμπατσώφ αρνήθηκε να στείλει στρατιωτική υποστήριξη για να υπερασπίσει τα προηγούμενα δορυφορικά κράτη της ΕΣΣΔ, με συνέπεια τα κομμουνιστικά καθεστώτα σε εκείνα τα κράτη να χάσουν τη δύναμή τους. Με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ακολούθησε η ενοποίηση μεταξύ της Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Το 1989, η ρωσική συνομοσπονδία συγκάλεσε νέο συνέδριο λαϊκών αντιπροσώπων στο οποίο ο Μπορίς Γιέλτσιν εκλέχτηκε πρόεδρος και πέρασε νόμους που προσπάθησαν να εκτοπίσουν τη σοβιετική κυριαρχία. Η περίοδος νομικής αβεβαιότητας συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του 1990-1, καθώς οι σοβιετικές δημοκρατίες έγιναν σταδιακά ντε φάκτο ανεξάρτητες.

Ένα δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε με αντικείμενο τη διατήρηση της ΕΣΣΔ στις 17 Μαρτίου 1991. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ψήφισε υπέρ της διατήρησης της ένωσης σε εννέα από τις δεκαπέντε δημοκρατίες. Το δημοψήφισμα έδωσε στον Γκορμπατσώφ μια δεύτερη ευκαιρία. Το καλοκαίρι του 1991, μια νέα συνθήκη σχεδιάστηκε και συμφωνήθηκε να συσταθεί μια χαλαρή ομοσπονδία οκτώ δημοκρατιών. Η υπογραφή της συνθήκης, εντούτοις, διακόπηκε από το πραξικόπημα του Αυγούστου - ήταν μια απόπειρα να απομακρυνθεί ο Γκορμπατσώφ από εκείνα τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, τα οποία επιδίωκαν να καταργήσουν τις μεταρρυθμίσεις του και να επαναφέρουν τον κεντρικό έλεγχο επί των δημοκρατιών. Το πραξικόπημα κατεστάλη, ο Γιέλτσιν θεωρήθηκε ήρωας, ενώ η εξουσία του Γκορμπατσώφ κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Τον Αύγουστο του 1991, η Λετονία και η Εσθονία κήρυξαν άμεσα την αποκατάσταση της πλήρους ανεξαρτησίας τους (ακολουθώντας το παράδειγμα της Λιθουανίας το 1990), ενώ οι άλλες 12 δημοκρατίες συνέχισαν τη συζήτηση περί μιας όλο και πιο χαλαρής ένωσης ομόσπονδων κρατών.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1991, οι Πρόεδροι της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας υπέγραψαν τις συμφωνίες Μπελοβέζα που κήρυξαν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και σύστησαν την Κοινοπολιτεία των Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ). Ενώ κάποιες αμφιβολίες παρέμειναν σχετικά με την αρχή των συμφωνιών Μπελοβέζα να διαλύσουν την Ένωση, στις 21 Δεκεμβρίου 1991, οι αντιπρόσωποι όλων των σοβιετικών δημοκρατιών εκτός από τη Γεωργία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των δημοκρατιών που είχαν υπογράψει τις συμφωνίες Μπελοβέζα, υπέγραψαν το πρωτόκολλο της Άλμα-Άτα, το οποίο επιβεβαίωσε τη διάλυση της ΕΣΣΔ και επαναδιατύπωσε τη σύσταση της ΚΑΚ. Η σύνοδος κορυφής της Άλμα-Άτα συμφώνησε επίσης διάφορα άλλα πρακτικά μέτρα, που ήταν απαραίτητο να ληφθούν, ως συνέπεια της διάλυσης της Ένωσης. Στις 25 Δεκεμβρίου 1991, ο Γκορμπατσώφ, το υψηλότερο κυβερνητικό στέλεχος της Σοβιετικής Ένωσης, αναγνώρισε την πτώχευση και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Κριτική

Παρά τις αναμφισβήτητες κατακτήσεις των λαών της Σοβιετικής Ένωσης που συνοψίστηκαν στην δωρεάν Υγεία-Παιδεία-Στέγαση και σε μια γενικότερη άνοδο του βιοτικού επιπέδου (σε αντίθεση μάλιστα με την προεπαναστατική περίοδο στην οποία οι συνθήκες ζωής για της εργατική τάξη και την αγροτιά ήταν άθλιες), πολλοί είναι οι μαρξιστές θεωρητικοί αλλά και οι δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος (έχουν αναφορά στην ανάγκη της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης), που υποστηρίζουν πως τελικά στην ΕΣΣΔ δεν οικοδομήθηκε σοσιαλισμός. Αντιθέτως, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '20 και μέσα από καμπές και συγκρούσεις, κυρίαρχη τάξη στην ΕΣΣΔ αναδεικνύεται η κομματική/κρατική γραφειοκρατία. Με αποτέλεσμα, να οικοδομείται σταδιακά ένα ταξικό/εκμεταλλευτικό σύστημα στο όνομα της εργατικής τάξης, αλλά με την εργατική τάξη καταπιεζόμενη και εκμεταλλευόμενη από την κομματική/κρατική άρχουσα τάξη.

Πολλές είναι οι αιτίες σύμφωνα με τις δυνάμεις που υποστηρίζουν τον ταξικό/εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καθεστώτος της ΕΣΣΔ. Κύρια διακρίνονται σε αντικειμενικές και υποκειμενικές.

Αντικειμενικές: Η ιμπεριαλιστική περικύκλωση και η αποτυχία των άλλων επαναστάσεων στην Ευρώπη (Γερμανία-1918, Ουγγαρία-1919) μαζί με τον εμφύλιο που ακολούθησε (1918-1921) όχι μόνο δεν επέτρεψε το μαρασμό του κράτους (αναγκαία και απαράβατη διαδικασία για να βαίνει μια χώρα στο σοσιαλισμό), αντιθέτως μάλιστα οδήγησε σε γιγάντωση του κράτους και της καταστολής, βήματα που και ο ίδιος ο Λένιν (Βλ.Λένιν ΕΔΩ) αναγνώριζε ως προσωρινές αναγκαστικές υποχωρήσεις. Η κατεστραμμένη οικονομία από την άλλη, και η ανάγκη ανόρθωσής της οδήγησε σε ακόμα πιο μεγάλες υποχωρήσεις. Στη ΝΕΠ το 1921 και το κατοπτρικό είδωλό της στη βίαιη κολλεκτιβοποίηση του 1928. Τέλος, η απουσία οποιασδήποτε σοβαρής αστικοδημοκρατικής παράδοσης (γενικές εκλογές, πολυκομματισμός, διαδικασία του συνέρχεσθαι και του συναιτερίζεσθαι) συνετέλεσε και αυτή στη διαμόρφωση του κατάλληλου κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος εμφάνισης και παγίωσης της κομματικής/κρατικής γραφειοκρατίας.

Υποκειμενικές: Εδώ, οι κομμουνιστικές δυνάμεις που απορρίπτουν τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ εντοπίζουν τις υποκειμενικές αιτίες εκφυλισμού και γραφειοκρατικοποίησης στους εξής παράγοντες: α. Λαθεμένη αντίληψη των μπολσεβίκων για τη σχέση κόμματος/κράτους. Η απόλυτη ταύτιση του εργατικού μισο-κράτους (κατά τον Μαρξισμό) και του κόμματος σε κυβερνητικό επίπεδο, οδήγησε σε ολέθρια αποτελέσματα. Η εξουσία των Σοβιέτ (εργατικών συμβουλίων) σταδιακά εξασθενεί και από τις αρχές της δεκαετίας του '30 εξαφανίζεται, δίνοντας τη θέση της στην πανίσχυρη εξουσία του κόμματος/κράτους. Μέσα από το υπέρ-όργανο "κόμμα/κράτος" θα παγιώσει την παντοδύναμη εξουσία της η νέα άρχουσα τάξη της ΕΣΣΔ η κομματική/κρατική γραφειοκρατία. Η εργατική τάξη που στο όνομά της κυβερνά η κομματική/κρατική γραφειοκρατία μετατρέπεται σταδιακά σε άβουλο παρατηρητή στη λήψη των αποφάσεων με μόνο πολιτικό ρόλο την συμμετοχή στην υλοποίηση των πλάνων. Ο κεντρικός σχεδιασμός, η συνολική πορεία της επανάστασης και της χώρας ξεφεύγουν από τα χέρια της και περνούν στη δικαιοδοσία της κομματικής/κρατικής γραφειοκρατίας.

Τέλος, έχουμε και την μετάλλαξη του ίδιου του τρόπου λειτουργίας του κομμουνιστικού κόμματος. Πριν από το 1921 οι διαφορετικές πλατφόρμες στα συνέδρια και η δημόσια διαφωνία των τάσεων ήταν ένα αναφαίρετο δικαίωμα που το κατοχύρωνε μάλιστα και ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Το '21 όμως στο 10ο Συνέδριο των μπολσεβίκων οι τάσεις απαγορεύτηκαν και σταδιακά και οι πλατφόρμες. Η εξέλιξη αυτή γραφειοκρατικοποίησε περαιτέρω το κομμουνιστικό κόμμα.

Όλη αυτή η εξέλιξη του εκφυλισμού και της γραφειοκρατικοποίησης της ΕΣΣΔ περνά μέσα από διαδοχικές φάσεις/καμπές και ολοκληρώνεται με την εκκωφαντική κατάρρευση του 1991, όπου η κομματική/κρατική άρχουσα τάξη αποφασίζει πλέον πως δεν της χρειάζεται να κυβερνά "στο όνομα της εργατικής τάξης" και μετατρέπεται σε κανονική αστική τάξη αποκαθιστώντας και την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Η δε εργατική τάξη παρακολούθησε απαθής την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων λαϊκών δημοκρατιών και σε πολλές περιπτώσεις την επεδίωξε.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Λεονίντ Ιλίτς Μπρέζνιεφ

Φαινόταν πως θα κρατούσε για πάντα ...! Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1982Μαζί του, απεβίωσε μια ολόκληρη εποχή, που έμεινε στην ιστορία ως η «εποχή της στασιμότητας»Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1964 μέχρι το 1982 και Πρόεδρος του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ από το 1977 ως το 1982. Τιμήθηκε τέσσερις φορές με τον τίτλο Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης και του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Στρατάρχη της Σοβιετικής Ένωσης.
Brezhnev-color.jpg

Ο Λεονίντ Ιλίτς Μπρέζνιεφ (ρωσ. Леонид Ильич Брежнев, προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ [lʲɪɐˈnʲit ɪlʲˈjitɕ ˈbrʲeʐnʲɪf] ουκρ. Леонід Ілліч Брежнєв, Καμίνσκογιε, σήμερα Ντνιπροντσερσίνσκ της Ουκρανίας, 19 Δεκεμβρίου 1906 - Μόσχα,10 Νοεμβρίου 1982), ήταν Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1964 μέχρι το 1982 και Πρόεδρος του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ από το 1977 ως το 1982. Τιμήθηκε τέσσερις φορές με τον τίτλο Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης και του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Στρατάρχη της Σοβιετικής Ένωσης.

Πρόκειται για την εποχή κατά την οποία η Σοβιετική Ένωση είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της ισχύος της ως υπερδύναμη, κατορθώνοντας να ισοσκελίσει την πυρηνική ισχύ των ΗΠΑ και να οικοδομήσει ένα -εναλλακτικό προς το Δυτικό- σοσιαλιστικό μοντέλο πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η ΕΣΣΔ βρέθηκε να διανύει την πολυαναμενόμενη περίοδο σχετικής ειρήνης μέσα σε συνθήκες του Ψυχρού πολέμου. Οικοδομούνταν νέοι οικισμοί και πόλεις, φτιάχνονταν νέοι δρόμοι και αναπτύσσονταν νέες περιοχές. Ο κόσμος λάμβανε δωρεάν εκπαίδευση ποιότητας, εγγυημένη εργασία και κατ’ επέκταση μισθό, ο οποίος εξασφάλιζε μια σίγουρα σεμνή, αλλά χωρίς στερήσεις, διαβίωση, επιτρέποντάς του να ατενίζει αισιόδοξα το μέλλον και να κάνει παιδιά.

Ο σοβιετικός πολίτης ύστερα από ένα βράδυ διασκέδασης με φίλους, το οποίο τράβηξε πολύ, ρίσκαρε μονάχα να βρεθεί στους ειδικούς χώρους διανυκτέρευσης, όπου η Αστυνομία οδηγούσε με φροντίδα του μεθυσμένους συμπολίτες. Οι πόρτες των διαμερισμάτων και των αυτοκινήτων συχνά δεν κλειδώνονταν, τα παιδιά μετά το σχολείο έπαιζαν όλη την υπόλοιπη μέρα στις αυλές, συμμετείχαν σε κύκλους αθλητικών και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, ενώ περνούσαν ολόκληρες τις καλοκαιρινές διακοπές τους στις προσκοπικές κατασκηνώσεις στη Μαύρη Θάλασσα. Με έξοδα του κράτους εννοείται.

Παρ' ότι χαρακτηρίστηκαν χρόνια της στασιμότητας, ήταν μια περίοδος υπερηφάνειας στην διεθνή σκηνή, και όχι μόνο από στρατιωτική άποψη. Όλος ο κόσμος μάθαινε για τις σοβιετικές επιτυχίες στο διάστημα, στις επιστήμες, στο μπαλέτο, στο χόκεϊ, στη ρυθμική γυμναστική κλπ. Γυρίστηκαν ταινίες και γράφτηκαν μουσικές συνθέσεις, που αποτέλεσαν μια χρυσή κληρονομιά για τον πολιτισμό της χώρας κατά τον 20ο αιώνα. Έπαυσαν και οι διώξεις σε βάρος της Εκκλησίας, καθώς λέγεται ότι ο ίδιος ο γενικός γραμματέας ήταν βαθιά μέσα του πιστός Χριστιανός.

Όλοι καταλάβαιναν, πως μαζί με τον Μπρέζνιεφ είχε πεθάνει και μια ολόκληρη εποχή. Κανείς όμως δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί πως ύστερα από αυτόν, μέσα σε λίγα χρόνια θα εκλείψουν ο διεθνής σοσιαλισμός και η ίδια η φαινομενικά ανίκητη και αιώνια
Όλοι καταλάβαιναν, πως μαζί με τον Μπρέζνιεφ είχε πεθάνει και μια ολόκληρη εποχή. Κανείς όμως δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί πως ύστερα από αυτόν, μέσα σε λίγα χρόνια θα εκλείψουν ο διεθνής σοσιαλισμός και η ίδια η φαινομενικά ανίκητη και αιώνια
Παραλληλισμοί με το σήμερα 
Βασικό χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης, ήταν η «σταθερότητα». Γι’ αυτό και τον τελευταίο καιρό γίνονται συχνά παραλληλισμοί με την «σταθερότητα» ως σημαντικότερο επίτευγμα της εποχής του Πούτιν, τόσο με τη θετική, όσο και την αρνητική έννοια. Δεν είναι τυχαίο ότι τον περσινό Οκτώβριο ο γραμματέας Τύπου του Βλαντίμιρ Πούτιν αποκάλεσε τη διακυβέρνηση του Μπρέζνιεφ ως «τεράστιο πλεονέκτημα για τη χώρα» και «επιτυχημένη» περίοδο που έθεσε ένα γερό θεμέλιο για την κατοπινή ανάπτυξη, τους καρπούς οποίας γευόμαστε έως τώρα. Η δήλωση αυτή προκάλεσε πολλές δημόσιες συζητήσεις.
Προς το τέλος της Μπρεζνιεφικής εποχής, η οικονομία εξαντλούταν, η έλλειψη ορισμένων βασικών καταναλωτικών αγαθών είχε γίνει κανόνας, βάθαινε το χάσμα με τη Δύση όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο. Ο οικονομικός μηχανισμός είχε αρχίσει να «σκουριάζει» με ταχύ ρυθμό, προσφέροντας στους σοβιετικούς πολίτες ξεπερασμένα και χαμηλής ποιότητας είδη καθημερινής χρήσης, τρόφιμα και άλλα αγαθά. Την ίδια στιγμή, η σοβιετική κομματική ελίτ βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη διαφθορά.
Εκτός των άλλων, ήταν την εποχή του Μπρέζνιεφ που κατέστη προφανές ότι το τεράστιο βάρος που δόθηκε στον τομέα της Αμυντικής Βιομηχανίας, δεν θα οδηγούσε σε θετικά αποτελέσματα. Η οικονομία εξαντλούταν, η έλλειψη ορισμένων βασικών καταναλωτικών αγαθών είχε γίνει κανόνας, βάθαινε το χάσμα με τη Δύση όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού. Ο οικονομικός μηχανισμός που είχε σχεδιαστεί, είχε αρχίσει να «σκουριάζει» με ταχύ ρυθμό, προσφέροντας στους σοβιετικούς πολίτες ξεπερασμένα και χαμηλής ποιότητας είδη καθημερινής χρήσης, τρόφιμα και άλλα αγαθά.

Η σοβιετική κομματική ελίτ βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη διαφθορά πλουτίζοντας η ίδια, ενώ αντιμετώπιζε πλέον με περιφρόνηση το σοβιετικό οικοδόμημα και τα «φωτεινά ιδανικά» του κομμουνισμού, και γοητευόταν όλο και πιο πολύ από την «κομψή» και «ελεύθερη» Δύση. Βλέποντας την αυξανόμενη απόκλιση ανάμεσα στην αρρωστημένα αισιόδοξη προπαγάνδα και την μίζερη πραγματικότητα, οι άνθρωποι έχαναν την πίστη τους στην ταχεία οικοδόμηση του κομμουνιστικού μέλλοντος, και ευρείες «μάζες εργαζομένων» βυθίζονταν σε υπαρξιακή ανία και απάθεια. Ένα ακόμη θανατηφόρο πλήγμα κατάφερε το ίδιο το σύστημα στον εαυτό του το 1979, όταν τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν στο Αφγανιστάν με το πρόσχημα της «εκπλήρωσης του διεθνιστικού καθήκοντος προς τον αδελφό αφγανικό λαό».

Βυζαντινά παιχνίδια
Σύμβολο των αρνητικών αυτών αλλαγών την περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ, έγινε λοιπόν ο ίδιος ο Λεονίντ Ιλίτς. Στην αρχή, ο πρόσχαρος και δραστήριος άνδρας με τα πυκνά φρύδια, το θεληματικό πρόσωπο και την χαρακτηριστική ουκρανική προφορά, ήρωας του Μεγάλου Πατριωτικού πολέμου και με ενεργό ρόλο στην ανοικοδόμηση της χώρας τα μεταπολεμικά έτη, κατέστη μια φιγούρα ιδανική για συμβιβασμούς, η οποία βόλευε τις αντιμαχόμενες φατρίες εντός του Κρεμλίνου.

Του άρεσε να κάνει διακοπές στα πολυάριθμα εξοχικά του και να πηγαίνει για κυνήγι, αγαπούσε τα ακριβά αυτοκίνητα, τα βαριά σοβιετικά τσιγάρα, τις συναντήσεις με τους συναδέλφους του πολιτικούς (χαρακτηριστικά ήταν τα γεμάτα πάθος φιλιά κατά τις συναντήσεις μαζί τους). Ιδιαίτερο όμως ήταν το πάθος του για τα παράσημα, τα μετάλλια και τους τίτλους. Γενικά, σαν άνθρωπος ήταν καλός. Και το κόμμα, και ο λαός τον αποκαλούσαν «ο αγαπητός μας Λεονίντ Ιλίτς».

Καρικατούρα ηγέτη
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, εκεί, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, ο Μπρέζνιεφ μετατρεπόταν σε μια παρωδία του ίδιου του εαυτού του. Γερνούσε και αρρώσταινε, δυσκολευόταν να περπατήσει, να μιλήσει και να διαβάσει, στις διαπραγματεύσεις και τις εμφανίσεις του έμοιαζε με ανόητο και αξιολύπητο γεροντάκι που προκαλούσε αίσθημα ντροπής, και είχε καταστεί ο πιο δημοφιλής ήρωας στα ανέκδοτα της εποχής. Συνειδητοποιώντας και ο ίδιος την αδυναμία του να εκτελέσει τα καθήκοντα γενικού γραμματέα, ο Μπρέζνιεφ τρεις φορές ζήτησε να παραιτηθεί. Ωστόσο, οι συνεργάτες του στο κόμμα δεν τολμούσαν να διαταράξουν την ισορροπία δυνάμεων και να αρχίσουν τον αγώνα για την εξουσία, επιταχύνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το τέλος του.

Με το πέρασμα των χρόνων, ο Μπρέζνιεφ μετατρεπόταν σε μια παρωδία του ίδιου του εαυτού του. Γερνούσε, αρρώσταινε, δυσκολευόταν να περπατήσει, να μιλήσει και να διαβάσει, και στις διαπραγματεύσεις και τις εμφανίσεις του έμοιαζε με ανόητο και αξιολύπητο γεροντάκι Συνειδητοποιώντας και ο ίδιος την κατάστασή του, ο Μπρέζνιεφ τρεις φορές ζήτησε να παραιτηθεί. Ωστόσο, οι συνεργάτες του δεν τολμούσαν να διαταράξουν την ισορροπία δυνάμεων στο κόμμα και να αρχίσουν τον αγώνα για την εξουσία, επιταχύνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το τέλος του.
Με το πέρασμα των χρόνων, ο Μπρέζνιεφ μετατρεπόταν σε μια παρωδία του ίδιου του εαυτού του. Γερνούσε, αρρώσταινε, δυσκολευόταν να περπατήσει, να μιλήσει και να διαβάσει, και στις διαπραγματεύσεις και τις εμφανίσεις του έμοιαζε με ανόητο και αξιολύπητο γεροντάκι Συνειδητοποιώντας και ο ίδιος την κατάστασή του, ο Μπρέζνιεφ τρεις φορές ζήτησε να παραιτηθεί. Ωστόσο, οι συνεργάτες του δεν τολμούσαν να διαταράξουν την ισορροπία δυνάμεων στο κόμμα και να αρχίσουν τον αγώνα για την εξουσία, επιταχύνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το τέλος του.
Στις 10 Νοεμβρίου ο Μπρέζνιεφ πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια. Και παρά το γεγονός ότι χιλιάδες Μοσχοβίτες προσήλθαν για να τον αποχαιρετήσουν στην Κόκκινη Πλατεία, δεν υπήρχαν δάκρυα στα μάτια, όπως και στην κηδεία του Στάλιν. Ο κόσμος καλοκάγαθα είχε πάρει στο ψιλό τους «γέροντες του Κρεμλίνου» από το Πολιτικό Γραφείο, οι οποίοι με δυσκολία μετέφεραν το φέρετρο, όπως και τον λόχο των συνταγματαρχών που κουβαλούσε τα 150 παράσημα του Λεονίντ Ιλίτς. Ενώ κατά τη διάρκεια του τιμητικού κανονιοβολισμού που πραγματοποιήθηκε πολύ πριν από την ώρα που έπρεπε, τη στιγμή της άφεσης του φέρετρου στον τάφο, φάνηκε από τον θόρυβο σαν να το απόθεσαν άτσαλα στον τάφο πετώντας το σχεδόν μέσα σε αυτόν.

Πιθανότατα όλοι ένιωθαν μια ευπρόσδεκτη ανακούφιση και μια αγωνιώδη αναμονή. Καταλάβαιναν, πως μαζί με τον Μπρέζνιεφ είχε πεθάνει και μια ολόκληρη εποχή. Κανείς όμως δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί πως ύστερα από αυτόν, μέσα σε λίγα χρόνια, σαν ένας καρκινοπαθής σε βαριά κατάσταση, θα εκλείψουν ο διεθνής σοσιαλισμός και η ίδια η φαινομενικά ανίκητη και αιώνια Σοβιετική Ένωση...


ΠΗΓΗ: 
http://gr.rbth.com/

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Ιωσήφ Στάλιν

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1953.
Τον πρώτο χρόνο των σπουδών του στη Θεολογική Σχολή της Τιφλίδας έγινε άθεος! Συνέβαλλε στη διαμόρφωση των γνωρισμάτων που χαρακτήρισαν το νέο σοβιετικό καθεστώς αλλά και τα υπόλοιπα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, που αντιπροσώπευσαν ένα πολιτικό σύστημα τον "υπαρκτό σοσιαλισμό".


Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν (ρωσικά: Иосиф Виссарионович Сталин (Β·Π) προφορά [ˈjosʲɪf vʲɪsɐrʲɪˈonəvʲɪt͡ɕ ˈstalʲɪn]), ψευδώνυμο του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι (γεωργιανά: იოსებ ჯუღაშვილი) (18 Δεκεμβρίου 1878 – 5 Μαρτίου 1953) ήταν ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Στάλιν έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (Κ.Κ.Σ.Ε) το 1922. Το Γενάρη του 1923 ο Βλαντιμίρ Λένιν (βλ. Βιογραφία Λένιν ΕΔΩ) έγραψε ένα γράμμα, γνωστό ως «Διαθήκη του Λένιν» στο οποίο έλεγε : «Ο Στάλιν είναι πολύ απότομος και το ελάττωμα αυτό, που είναι εντελώς ανεκτό στις προσωπικές σχέσεις κομμουνιστών αναμεταξύ τους, δεν είναι ανεκτό για κείνον που κατέχει τη θέση του Γενικού Γραμματέα», με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Λένιν να προτείνει την αντικατάστασή του από κάποιο άλλο στέλεχος των μπολσεβίκων το οποίο «σχετικά με τον Στάλιν να έχει τούτο το χαρακτηριστικό, να είναι πιό υπομονετικός, πιο ανοιχτόκαρδος και πιο ευγενικός απέναντι στους συντρόφους και να είναι λιγότερο δύστροπος. Το ζήτημα αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μικρολογία. Μα πιστεύω πως άμα το ιδούμε από την άποψη της αποφυγής ενός σχίσματος και από την άποψη των σχέσεων Στάλιν και Τρότσκι, δεν είναι καθόλου μικρό, ή καλύτερα είναι ένα τέτοιας λογής μικρό πράγμα που αργότερα μπορεί να έχει αποφασιστική σπουδαιότητα». Την περίοδο αυτή ο Λένιν είναι βαριά άρρωστος και η πρότασή του αυτή γνωστοποιήθηκε στο κόμμα των μπολσεβίκων στο 13ο Συνέδριο, οι οποίοι όμως ψήφισαν υπέρ της παραμονής του Στάλιν ως γραμματέα του κόμματος.

Μετά το θάνατο του Βλαντιμίρ Λένιν, επεκράτησε του Λέοντα Τρότσκι σε μια πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 που όμως λύθηκε με διοικητικά μέτρα (διαγραφές, καθαιρέσεις, εξορίες κλπ).

Στη δεκαετία του '30 ο Στάλιν εξάλειψε την ενεργό πολιτική αντιπολίτευση μέσω ενός συστήματος εσωτερικής εξορίας και παγίωσε την αρχή του την εποχή της Μεγάλης Εκκαθάρισης(1936-1938), μια περίοδο σκληρής καταστολής (διαγραφές, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, δολοφονίες) απέναντι τόσο σε πάρα πολλούς κομμουνιστές που διαφωνούσαν με τις επιλογές και τη νοοτροπία της κυρίαρχης τάσης (σταλινισμός) στο Κομμουνιστικό κόμμα της ΕΣΣΔ, όσο και χιλιάδες άλλους πολίτες που κατηγορούνταν για πολιτικά εγκλήματα.

Ο Στάλιν συνέβαλλε στη διαμόρφωση των γνωρισμάτων που χαρακτήρισαν το νέο σοβιετικό καθεστώς αλλά και τα υπόλοιπα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, που συνολικά αντιπροσώπευσαν ένα πολιτικό σύστημα τον "υπαρκτό σοσιαλισμό".

Ο Στάλιν έφηβος στο Γκόρι
Πρώιμη περίοδος
Ο Ιωσήφ Στάλιν γεννήθηκε στην πόλη Γκόρι της Γεωργίας στις 18 Δεκεμβρίου του 1878. Ήταν το τέταρτο παιδί που γέννησε η μητέρα του σε λιγότερο από τέσσερα έτη. Τα πρώτα τρία πέθαναν και δεδομένου ότι ο Ιωσήφ ήταν φιλάσθενος η μητέρα του φοβόταν ότι και αυτός θα πέθαινε. Δικαιολογημένα, λαμβάνοντας υπόψη αυτό το γεγονός, η μητέρα του ήταν υπερπροστατευτική απέναντί του.

Ο πατέρας του, Βησσαρίων Τζουγκασβίλι, ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Αικατερίνη Γκελάντζε, δούλευε ως πλύστρα. Ως παιδί, ο Στάλιν δοκίμασε την ένδεια, που οι περισσότεροι αγρότες έπρεπε να υπομείνουν στη Ρωσία στο τέλος του 19ου αιώνα. Το χαϊδευτικό του ήταν "Σόσο". Ο Βησσαρίων Ιβάνοβιτς Τζουγκασβίλι ήταν δουλοπάροικος που, όταν απελευθερώθηκε έγινε υποδηματοποιός. Άνοιξε δικό του κατάστημα, αλλά γρήγορα χρεοκόπησε και αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών στην Τιφλίδα. Σπάνια συναντούσε την οικογένειά του και έπινε πολύ, ενώ χτυπούσε συχνά τη σύζυγο και το μικρό γιο του. Ένας από τους παιδικούς φίλους του Στάλιν έγραψε, "εκείνοι οι άδικοι και φρικτοί ξυλοδαρμοί κατέστησαν το αγόρι τόσο σκληρό και άκαρδο όσο ο πατέρας του". Ο ίδιος φίλος επίσης έγραψε ότι δεν τον είδε ποτέ να κλαίει. Άλλος φίλος της παιδικής ηλικίας του, ο José Iremashvili, θεωρούσε ότι οι ξυλοδαρμοί από τον πατέρα του τον κατέστησαν εχθρικό προς την εξουσία. Επίσης σημείωσε ότι οποιοσδήποτε με δύναμη πάνω σε άλλους θύμιζε στο Στάλιν τη σκληρότητα του πατέρα του. Στην ηλικία των επτά έπαθε ευλογιά. Επέζησε αλλά το πρόσωπό του παρέμεινε σημαδεμένο για το υπόλοιπο της ζωής του, γενόμενος εξ αυτού αντικείμενο περιπαικτικών σχολίων από τους συνομηλίκους του.
Η μητέρα του Αικατερίνη Γκελάντζε
Ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους η Αικατερίνη έπλενε ήταν κάποιος Εβραίος του Γκόρι, ο Δαβίδ Παπισμέντοφ. Ο Παπισμέντοφ έδινε στον Ιωσήφ, που βοηθούσε τη μητέρα του, χρήματα και βιβλία του για να διαβάσει, και τον ενθάρρυνε. Δεκαετίες αργότερα ο Παπισμέντοφ ήρθε στο Κρεμλίνο για να μάθει τι είχε γίνει ο μικρός "Σόσο". Ο Στάλιν εξέπληξε τους συνεργάτες του όχι μόνο δεχόμενος τον ηλικιωμένο κύριο, αλλά κουβεντιάζοντας με μεγάλη χαρά μαζί του.

Το 1888, ο πατέρας του Στάλιν έφυγε για να ζήσει στην Τιφλίδα, αφήνοντας την οικογένειά του χωρίς καμία στήριξη. Φημολογείται πως πέθανε σε πάλη, εντούτοις άλλοι υποστήριζαν ότι εθεάθη στη Γεωργία γύρω στα 1931.


Θεολογικές σπουδές και σοσιαλισμός
Η μητέρα του Ιωσήφ ήταν βαθιά θρησκευόμενη και το 1888 κατόρθωσε να του εξασφαλίσει μία θέση στην τοπική εκκλησιαστική σχολή. Παρά τα προβλήματα υγείας του, σημείωσε καλή πρόοδο στο σχολείο και κέρδισε τελικά υποτροφία στη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Ο Στάλιν και οι συμμαθητές του ήταν Γεωργιανοί και μιλούσαν μια από τις εβδομήντα καυκασιανές διαλέκτους. Στο σχολείο όμως αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα ρωσικά.

Κατά τη φοίτησή του στη σχολή προσχώρησε σε μια μυστική οργάνωση αποκαλούμενη Messame Dassy. Τα μέλη της ήταν υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Γεωργίας από τη Ρωσία. Κάποιοι ήταν επίσης Σοσιαλεπαναστάτες και μέσω αυτών ο Στάλιν ήρθε αρχικά σε επαφή με τις ιδέες του Μαρξ. Τον πρώτο χρόνο των σπουδών του έγινε άθεος.

Αν και αργότερα ο Στάλιν επεδίωξε να κρύψει την γεωργιανή καταγωγή του, κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας συναρπάστηκε από τη γεωργιανή λαογραφία. Οι ιστορίες που διάβαζε μιλούσαν για Γεωργιανούς ορεσίβιους που πάλεψαν γενναία για την ανεξαρτησία της χώρας τους. Ο αγαπημένος ήρωάς του αυτών των ιστοριών ήταν ένας θρυλικός πολεμιστής των βουνών που ονομαζόταν Koba. Έπεισε όλους συμμαθητές του να τον αποκαλούν Koba, και αυτό έγινε επίσης το πρώτο του επαναστατικό ψευδώνυμο.

Τον Μάιο, του 1899, ο Στάλιν αποβλήθηκε από τη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Διάφοροι λόγοι δόθηκαν για αυτήν την απόφαση συμπεριλαμβανομένης της ασέβειας έναντι των καθηγητών και την ανάγνωση απαγορευμένων βιβλίων. Ο Στάλιν επρόκειτο αργότερα να υποστηρίξει ότι ο πραγματικός λόγος ήταν ότι προσπαθούσε να μεταστρέψει τους συμφοιτητές του στο μαρξισμό.

Ο Στάλιν το 1902
Πορεία προς το μπολσεβικισμό
Για αρκετούς μήνες μετά την αποβολή του ο Στάλιν παρέμεινε άνεργος. Βρήκε τελικά εργασία παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά της μέσης εκπαίδευσης. Αργότερα, εργάστηκε ως υπάλληλος στο παρατηρητήριο της Τιφλίδας. Άρχισε επίσης να γράφει άρθρα για τη σοσιαλιστική γεωργιανή εφημερίδα "Μπρτζολα Χμα Βλαντιμιρ".

Το 1901 ο Στάλιν προσχώρησε στο Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα και ενώ οι περισσότεροι από τους ηγέτες του ζούσαν εξόριστοι, αυτός παρέμεινε στη Ρωσία όπου βοήθησε να οργανώσει τη βιομηχανική αντίσταση στο τσαρικό καθεστώς. Στις 18 Απριλίου 1902 συνελήφθη αφότου συντόνισε απεργία στις μεγάλες εγκαταστάσεις Ρότσιλντ στο Μπατούμ. Μετά από αυτό πέρασε 18 μήνες εξόριστος στη Σιβηρία.

Στο δεύτερο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος στο Λονδίνο το 1903, υπήρξε μια διαφωνία μεταξύ των Βλαντίμιρ Λένιν και Γιούλι Μάρτοφ, δύο εκ των ηγετών του κόμματος. Ο Λένιν υποστήριξε ένα μικρό κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με μεγάλη βάση εξωκομματικών, ανεξάρτητων συμπαθούντων και υποστηρικτών. Ο Μάρτοφ διαφώνησε θεωρώντας ότι ήταν καλύτερο να υπάρξει ένα μεγάλο κόμμα ενεργών στελεχών.

Ο Στάλιν την περίοδο της εξορίας του (1915)
Ο Γιούλι Μάρτοφ βάσιζε τις ιδέες του στα σοσιαλιστικά κόμματα που υπήρχαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως το βρετανικό εργατικό κόμμα. Ο Λένιν υποστήριξε ότι η κατάσταση ήταν διαφορετική στη Ρωσία όπου ήταν παράνομο να διαμορφωθούν σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα κάτω από την αυταρχική διακυβέρνηση του τσάρου. Στο τέλος της συζήτησης ο Μάρτοφ κέρδισε την ψηφοφορία με 28 ψήφους έναντι 23. Ο Λένιν απρόθυμος να δεχτεί το αποτέλεσμα διαμόρφωσε μια φράξια γνωστή ως Μπολσεβίκοι. Εκείνοι που παρέμειναν πιστοί στο Μάρτοφ έγιναν γνωστοί ως Μενσεβίκοι.

Ο Στάλιν, όπως οι Ζινόβιεφ, Λουνατσάρσκι, Λασέβιτς, Κρούπσκαια, Φρούνζε, Ρίκοφ, Σβερντλόφ, Κάμενεφ, Λιτβίνοφ, Αντόνοφ, Ντζερζίνσκι, Ορντζονικίντζε και Μπογκντάνοφ υπεστήριξε τους Μπολσεβίκους. Ενώ οι Πλεχάνοφ, Αξελρόντ, Ντεϊτς, Αντόνοφ-Οβσέενκο, Τρότσκι, Ζασούλιτς, Τσερετέλι, Ουρίτσκι, Ζορντανια, Βισίνσκι και Νταν υποστήριξαν τον Μάρτοφ.

Το 1904 ο Στάλιν δραπέτευσε από τη Σιβηρία και μέσα σε μερικούς μήνες ήταν πίσω οργανώνοντας διαδηλώσεις και απεργίες στην Τιφλίδα. Ο Λένιν εντυπωσιάστηκε με τα επιτεύγματα του Στάλιν και το 1905 κλήθηκε να τον συναντήσει στη Φινλανδία.

Η πρώτη σύζυγος του Στάλιν, 

Αικατερίνη Σβανίντζε
Η πρώτη σύζυγος του Στάλιν ήταν η Αικατερίνη Σβανίντζε, με την οποία έμεινε παντρεμένος για ακριβώς τρία έτη μέχρι το θάνατό της το 1907. Στην κηδεία της, ο Στάλιν είπε ότι κάθε τρυφερό συναίσθημά του για τους ανθρώπους πέθανε μαζί της. Απέκτησαν ένα γιο, τον Ιάκωβο Τζουγκασβίλι, με τον οποίο δεν είχε επαφές τα τελευταία χρόνια. Ο Ιάκωβος υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό και συνελήφθη από τους Ναζί.

Προσφέρθηκαν να τον ανταλλάξουν με έναν Γερμανό ανώτερο αξιωματικό αλλά ο Στάλιν αρνήθηκε την ανταλλαγή. Σύμφωνα με τον κόρη του Σβετλάνα, ο Στάλιν απάντησε "δεν έχω κανένα γιο που να ονομάζεται Ιάκωβος". Σύμφωνα με άλλες πηγές είπε: "Όλοι οι Σοβιετικοί στρατιώτες είναι παιδιά μου". Σύμφωνα με Γερμανικές πηγές, ο Ιάκωβος πέθανε στις 14 Απριλίου 1943 πέφτοντας πάνω σε έναν ηλεκτρικό φράκτη στο στρατόπεδο όπου κρατούνταν. Είναι ασαφές αν αυτοκτόνησε ή αν δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια προσπάθειας απόδρασης.

Η δεύτερη σύζυγος του Στάλιν, 

Ναντέζντα Αλλιλούιεβα
Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Ναντέζντα Αλληλούγεβα, η οποία πέθανε το 1932. Σύμφωνα με μια ιστορική εκδοχή αυτοκτόνησε αυτοπυροβολούμενη λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, που τη βασάνιζε, αφήνοντας ένα σημείωμα που σύμφωνα με την κόρη τους ήταν "εν μέρει προσωπικό και εν μέρει πολιτικό". Επίσημα, πέθανε λόγω καρδιακού επεισοδίου ενώ οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι τη δολοφόνησε ο ίδιος ο Στάλιν. Υποστηρίζεται ότι ο Στάλιν είπε στην κηδεία της πως "πέθανε ένας εχθρός". Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά: το Βασίλι και τη Σβετλάνα. Ο Βασίλι έλαβε υψηλή θέση στις τάξεις της σοβιετικής Πολεμικής Αεροπορίας, κατηγορήθηκε για αλκοολισμό, εξορίστηκε στο Καζάν το 1960 όπου και πέθανε το 1962. Αποκαταστάθηκε κομματικά το 1999. Η Σβετλάνα αυτομόλησε από τη Σοβιετική Ένωση το 1967. Πέθανε στις ΗΠΑ στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Ο Στάλιν επέστρεψε στη Ρωσία το 1905 και κατά τη διάρκεια των επόμενων οκτώ ετών συνελήφθη τέσσερεις φορές αλλά κάθε φορά κατόρθωνε να δραπετεύει. Το 1911 μετακόμισε στην Αγία Πετρούπολη και το επόμενο έτος έγινε συντάκτης της "Πράβντα". Η πρακτική εμπειρία του τον κατέστησε χρήσιμο στο μπολσεβικικό κόμμα του Λένιν, έτσι κερδίζει μια θέση στην κεντρική Επιτροπή του τον Ιανουάριο του 1912.

Η μόνη σημαντική συμβολή του στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας αυτή την περίοδο υπήρξε μια πραγματεία του, γραμμένη κατά τη σύντομη παραμονή του ως εξόριστου στη Βιέννη, "Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα". Παρουσιάζει μια ορθόδοξη μαρξιστική θέση σε αυτήν την σημαντική συζήτηση. Αυτή η πραγματεία ίσως να συνέβαλε στο διορισμό του ως Λαϊκού Κομισάριου για τις μειονοτικές υποθέσεις μετά την Επανάσταση.

Το 1913 υιοθέτησε το όνομα Στάλιν, το οποίο σημαίνει "σιδερένιος" στα ρωσικά.

Συνελήφθη πάλι το 1913 και εξορίστηκε ισόβια στη βόρεια Σιβηρία.

Κρίσιμη επαναστατική καμπή
Μετά την πτώση του Τσάρου Νικολάου Β’, ο νέος πρωθυπουργός, Πρίγκιπας Λβοφ, επέτρεψε σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Στάλιν επέστρεψε στην Πετρούπολη (σημερινή "Αγία Πετρούπολη") και ξανάγινε συντάκτης της "Πράβντα". Αυτή την ώρα, ο Στάλιν, όπως οι περισσότεροι Μπολσεβίκοι, συμφωνούσε ότι ο ρωσικός λαός δεν ήταν έτοιμος για μια σοσιαλιστική επανάσταση.

Όταν ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία στις 3 Απριλίου του 1917, ανήγγειλε αυτό που έγινε γνωστό ως "Θέσεις του Απριλίου". Ο Λένιν επιτέθηκε στους Μενσεβίκους που στήριζαν την Προσωρινή Κυβέρνηση. Αντ' αυτού, υποστήριξε ότι οι επαναστάτες έπρεπε να πείσουν τους Ρώσους ότι αυτοί πρέπει να αναλάβουν την εξουσία της χώρας. Στην ομιλία του, ο Λένιν ενθάρρυνε τους αγρότες να πάρουν τη γη από τους πλούσιους γαιοκτήμονες και τους βιομηχανικούς εργάτες να καταλάβουν τα εργοστάσια.

Με το Βλαντιμίρ Λένιν στο Γκόρκι το 1922
Μετεπαναστατική πορεία εξουσίας
Τον Νοέμβριο του 1917 ο Λένιν αντάμειψε το Στάλιν για την υποστήριξή του στην Οκτωβριανή Επανάσταση διορίζοντάς τον Κομισάριο για τα θέματα των μειονοτήτων. Ως Γεωργιανός και μέλος μιας μειονοτικής ομάδας και έχοντας γράψει για τα προβλήματα των μη ρωσικών λαών που ζουν κάτω από την τσαρική εξουσία, ο Στάλιν θεωρήθηκε ως προφανής επιλογή για αυτή τη θέση. Υπήρξε ένας θώκος που έδωσε στο Στάλιν τεράστια δύναμη πάνω σχεδόν στο μισό πληθυσμό της χώρας, ο οποίος ενέπεσε στην κατηγορία των μη Ρώσων πολιτών. Ο Στάλιν είχε τώρα την ευθύνη 65 εκατομμυρίων Ουκρανών, Γεωργιανών, Λευκορώσων, Τατζέκων, Αζέρων και Γιακούσιων.

Η πολιτική των μπολσεβίκων ήταν να χορηγηθεί δικαίωμα αυτοδιάθεσης σε όλες τις μειονοτικές ομάδες εντός της Ρωσίας. Αυτό ενισχύθηκε από μια ομιλία που εκφώνησε ο Στάλιν στο Ελσίνκι στις 16 Νοεμβρίου 1917. Εκεί υποσχέθηκε στο πλήθος ότι η σοβιετική κυβέρνηση θα χορηγούσε "πλήρη ελευθερία στους Φινλανδούς, και σε άλλους λαούς της Ρωσίας, για να τακτοποιήσουν τη ζωή τους". Το σχέδιο του Στάλιν ήταν να αναπτύξει αυτό που αποκαλούσε "εθελοντική και τίμια συμμαχία" μεταξύ της Ρωσίας και των διαφορετικών εθνoτικών ομάδων που ζούσαν μέσα στα σύνορά της.

Τα επόμενα χρόνια ο Στάλιν δυσκολεύτηκε να θέσει τους μη ρωσικούς λαούς υπό τον έλεγχό του. Ανεξάρτητα κράτη οργανώθηκαν χωρίς τη συμφωνία του. Αυτές οι νέες κυβερνήσεις ήταν συχνά εχθρικές απέναντι στους μπολσεβίκους. Ο Στάλιν είχε ελπίσει ότι αυτά τα ανεξάρτητα κράτη θα συμφωνούσαν εθελοντικά να ενωθούν με τη Ρωσία για να συγκροτήσουν μια ένωση σοσιαλιστικών κρατών. Όταν αυτό δεν συνέβη ο Στάλιν αναγκάστηκε να αναθεωρήσει την πολιτική του και δήλωσε ότι η αυτοδιάθεση "οφείλει να γίνει κατανοητή ως δικαίωμα αυτοδιάθεσης, όχι της αστικής τάξης, αλλά των εργαζόμενων μαζών ενός δεδομένου έθνους". Με άλλα λόγια, εκτός αν αυτά τα ανεξάρτητα κράτη είχαν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, πρόθυμη να προβεί σε ένωση με τη Ρωσία, οι μπολσεβίκοι δεν θα επέτρεπαν την αυτοδιάθεση.

Ο Στάλιν γύρω στο 1930
Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου ο Στάλιν διαδραμάτισε σημαντικό διοικητικό ρόλο σε στρατιωτικά θέματα και πιστώθηκε τη νίκη έναντι του Λευκού Στρατού στο Τσαρίτσιν. Μια στρατηγική, που αναπτύχθηκε από τον Στάλιν, ήταν να πραγματοποιούνται οι συνεντεύξεις με τους τοπικούς διοικητές σε μια μεγάλη φορτηγίδα, που δέθηκε στο Βόλγα. Τον Αύγουστο του 1918 ο Μοϊσέι Ουρίτσκι, προϊστάμενος της μυστικής αστυνομίας της Πετρούπολης (σημερινή Αγία Πετρούπολη) δολοφονήθηκε. Δύο εβδομάδες αργότερα η Φάνια Κάπλαν πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά τον Λένιν. Ο Στάλιν, που βρισκόταν στο Τσαρίτσιν (σημερινό Βόλγκογκραντ), έστειλε ένα τηλεγράφημα υποστηρίζοντας την "ανοικτή και συστηματική μαζική τρομοκρατία" ενάντια στους υπευθύνους. Οι συμβουλές του Στάλιν έγιναν αποδεκτές και τον Σεπτέμβριο του 1918 ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι, προϊστάμενος της "Τσεκά" ("Τσρεζβιτσάϊναγια καμίσιγια" - "Έκτακτη Επιτροπή" για τον αγώνα ενάντια στην αντεπανάσταση και το σαμποτάζ), εξαπέλυσε την κόκκινη τρομοκρατία. Υπολογίζεται ότι στους επόμενους μήνες 800 εσσέροι συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς δίκη.

Η φτώχεια, ο εμφύλιος πόλεμος, και η καταστροφή του παραγωγικού ιστού της επαναστατημένης Ρωσίας δημιούργησε κοινωνική δυσαρέσκεια και οδήγησε σε συγκρούσεις με τμήματα του λαού και της εργατικής τάξης με κορυφαίο γεγονός την εξέγερση της Κρονστάνδης. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, το Μάρτιο του 1921 ο Λένιν ανήγγειλε τις λεπτομέρειες της νέας οικονομικής πολιτικής που έγινε γνωστή ως Ν.Ε.Π. Οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα τώρα να πωλούν τα προϊόντα τους στην ελεύθερη αγορά και μπορούσαν να προσλαμβάνουν πολίτες ως εργαζόμενους.

Την περίοδο 1919 – 1922 ο Στάλιν υπηρέτησε ως λαϊκός Κομισάριος εργατικής και αγροτικής επιθεώρησης, από το 1920 έως το 1923 ως μέλος του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου και ως μέλος της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Συμβουλίου των Σοβιέτ από το 1917.

Τον Απρίλιο του 1922 ο Στάλιν έγινε Γενικός Γραμματέας του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος, μια θέση που ανέδειξε στη συνέχεια ως την ισχυρότερη στη χώρα.

Κυρίαρχος της Σοβιετικής Ένωσης

Εσωκομματική εδραίωση
Μετά το θάνατο του Λένιν τον Ιανουάριο του 1924, την διοίκηση του κόμματος ανέλαβαν τα ισχυρότερα μέλη, τα οποία και αγωνίστηκαν για την προεδρία, δηλαδή οι Ιωσήφ Στάλιν, Λεβ Κάμενεφ, Γριγκόρι Ζινόβιεφ, Τρότσκι και Μπουχάριν.

Στις αποφάσεις των Συνεδρίων του μπολσεβικικού κόμματος που έλαβαν μέρος ως το 1927, ο Τρότσκι και οι υποστηρικτές του ηττήθηκαν για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους. Ενώ ο Ζινόβιεφ και ο Καμένεφ ήταν υπέρ του Στάλιν, το 1925 στο Δέκατο πέμπτο Συνέδριο των μπολσεβίκων [μετέπειτα Πανρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα -ΠΚΚ (μπ)], στράφηκαν εναντίον του. Κατέκριναν την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝοΠ) που αποτελούσε πολιτική επιλογή της "δεξιάς" τάσης (Μπουχάριν κλπ) του κόμματος, την σκληρή αντιμετώπιση απέναντι στους αγρότες και ζήτησαν να διεξαχθούν εκλογές σχετικά με την θέση του Στάλιν, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του.

Το 1925 ο Στάλιν ήταν σε θέση να εκδιώξει τον Τρότσκι από την κυβέρνηση. Οι Ζινόβιεφ και Καμένεφ αποφάσισαν να λάβουν το μέρος του Τρότσκι και τον παρότρυναν να οργανώσουν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μόσχα. Ως Κομισάριος του πολέμου είχε τη δύναμη να το πραγματοποιήσει. Παρά ταύτα απέρριψε την ιδέα και παραιτήθηκε από τη θέση του.

Το 1928 ο Στάλιν και η σταλινική φράξια εντός του ΠΚΚ (μπ) αντιτάχθηκαν στην ΝΕΠ που μέχρι τότε υποστήριζαν και επιτέθηκαν στα "δεξιά" μέλη του Πολίτμπιρο. Τότε ο Στάλιν υιοθέτησε πλευρές της πολιτικής αντίληψης του Τρότσκι ο οποίος επιθυμούσε την άμεση εκβιομηχάνιση της χώρας. Ο Μπουχάριν αγωνίστηκε σκληρά για την υπεράσπιση της ΝΕΠ, αλλά κατέληξε να αποβληθεί από το κόμμα το 1929, μαζί με τους Ρύκοβ και Τόμσκυ που ήταν με το μέρος του. Τον ίδιο χρόνο ο Τρότσκι εξορίστηκε από τη χώρα. Έχοντας παροπλίσει τον Μπουχάριν και εξορίσει τον Τρότσκι, ο Στάλιν μπορεί να ειπωθεί, ότι αναδείχθηκε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 1929. Εντούτοις, η δημοτικότητα άλλων ηγετών όπως οι Σεργκέι Κίροφ και η αποκαλούμενη "Υπόθεση Ριούτιν" επρόκειτο να καταδείξουν πως δεν κατέκτησε την απόλυτη εξουσία μέχρι τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1936 – 1938.

Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης
Ο Στάλιν εισήγαγε την αναγκαστική αγροτική κολεκτιβοποίηση. Η αρχή της κολεκτιβοποίησης ήταν ότι θα αντικαθιστούσε τα μικρής κλίμακας μη μηχανοποιημένα και ελάχιστα παραγωγικά αγροκτήματα με μεγάλης κλίμακας μηχανοποιημένα αγροκτήματα που θα παρήγαγαν προϊόντα πιο αποδοτικά.

Οι Δίκες της Μόσχας
Αυτές οι Δίκες (όπου παραβρέθηκαν και μάρτυρες και από άλλες χώρες) έμειναν γνωστές ως "Δίκες της Μόσχας". Υπήρξαν τέσσερις βασικές δίκες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου: η Δίκη των δεκαέξι (Αύγουστος 1936), η Δίκη των δεκαεπτά (Ιανουάριος 1937), η Δίκη των στρατηγών του Κόκκινου στρατού, συμπεριλαμβανομένων στρατηγών όπως ο στρατάρχης Μιχαήλ Τουχατσέφσκι (Ιούνιος 1937) και τελικά η Δίκη των εικοσιενός (κατά την οποία καταδικάστηκε ο Μπουχάριν) τον Μάρτιο του 1938.

1939. Ο Μολότωφ υπογράφει το Σύμφωνο 

υπό τα όμματα των Στάλιν και Ρίμπεντροπ
Το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη επίθεσης
Καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, οι Ναζί και οι Σοβιετικοί παρουσίαζαν μία συγκρουσιακή πορεία, δεδομένου ότι ο Χίτλερ κατήγγειλε τη "μπολσεβικική απειλή" και τα δύο έθνη διεξήγαγαν έναν πόλεμο επιρροής στην Ισπανία, υποστηρίζοντας κάθε μια διαφορετική πλευρά στον εμφύλιο πόλεμο της χώρας. Για κάποιο διάστημα ο Στάλιν πίστευε σε μια συμμαχία με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου να προληφθεί η αυξανόμενη ναζιστική απειλή. Πράγματι, ο Κομισάριος για τις εξωτερικές υποθέσεις Μαξίμ Λιτβίνοφ πρότεινε δημόσια μια τέτοια συμμαχία το 1935. Εκείνη η προσφορά παρέμεινε στον τραπέζι έως το 1938, όταν ο Χίτλερ είχε κατακτήσει την Τσεχοσλοβακία και την Αυστρία, και αναμενόταν να επιτεθεί στην Πολωνία.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν, δεν ήταν ενθουσιώδης για τη διαμόρφωση μιας συμμαχίας με τη Σοβιετική Ένωση. Έγραψε σε ένα φίλο: "Πρέπει να ομολογήσω την πιο βαθιά δυσπιστία σχετικά με τη Ρωσία. Δεν έχω καμία πίστη στη δυνατότητά της να διατηρήσει μια αποτελεσματική επίθεση, ακόμα κι αν το επιθυμούσε. Και δυσπιστώ για τα κίνητρά της, που μου φαίνονται να έχουν ελάχιστη σχέση με τις δικές μας ιδέες περί ελευθερίας."

Ο Ουίνστων Τσώρτσιλ, (Βλ. Βιογραφία Τσώρτσιλ ΕΔΩ) ένας ειλικρινής κριτικός της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής, συμφώνησε με τον Στάλιν: "Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να διατηρηθεί ένα ανατολικό μέτωπο ενάντια στη ναζιστική επιθετικότητα χωρίς την ενεργό ενίσχυση της Ρωσίας. Τα ρωσικά συμφέροντα νοιάζονται ιδιαίτερα για την παρεμπόδιση των σχεδίων του κυρίου Χίτλερ στην Ανατολική Ευρώπη. Πρέπει ακόμα να είναι δυνατό να παραταχθούν όλα τα κράτη και οι λαοί από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα σε ένα στέρεο μέτωπο απέναντι σε μια νέα απόπειρα εισβολής. Ένα τέτοιο μέτωπο, εάν εδράζεται στην καλή καρδιά, και στις αποφασιστικές και αποδοτικές στρατιωτικές ρυθμίσεις, που συνδυάζονται με την ισχύ των δυτικών δυνάμεων, μπορεί ακόμα να αντιμετωπίσει τους Χίτλερ, Γκαίρινγκ, Χίμλερ, Ρίμπεντροπ, Γκέμπελς και Σια με δυνάμεις που οι Γερμανοί θα ήταν απρόθυμοι να προκαλέσουν." (βλ. Ίδρυση Ταγμάτων Ασφαλείας SS ΕΔΩ) και (βλ. Χίτλερ Πραξικόπημα Μπυραρίας ΕΔΩ)   και (βλ. Δίκη της Νυρεμβέργης ΕΔΩ) . Η ερμηνεία του Στάλιν για την απόρριψη από τη Μεγάλη Βρετανία του σχεδίου του για μια αντιφασιστική συμμαχία, ήταν ότι περιλήφθηκαν σε μια σκευωρία με τη Γερμανία ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η πεποίθηση ενισχύθηκε όταν συναντήθηκε ο Νέβιλ Τσάμπερλεν με τον Αδόλφο Χίτλερ στο Μόναχο τον Σεπτέμβριο του 1938 και ενέδωσε στις απαιτήσεις του για την περιοχή της Σουδητίας στην Τσεχοσλοβακία. Ο Στάλιν τώρα θεώρησε ότι ο κύριος στόχος της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν να ενθαρρυνθεί η Γερμανία για να κατευθυνθεί στην ανατολή παρά στη δύση.

Ο Στάλιν συνειδητοποίησε ότι ο πόλεμος με την Γερμανία ήταν αναπόφευκτος. Εντούτοις, για να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα νίκης χρειαζόταν χρόνο για να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις του. Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να λάβει χρόνο ήταν να διαπραγματευτεί με τον Χίτλερ. Ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι ο καγκελάριος δεν θα ήταν τόσο ανόητος να διεξαγάγει έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Αν και ο Στάλιν επιθυμούσε ακόμα να ελέγξει τον Χίτλερ, η συμμαχία με την Γαλλία και την Αγγλία για την υπεράσπιση των Πολωνών θα σήμαινε πόλεμο, τον οποίο ο σοβιετικός ηγέτης ήθελε να αποφύγει οπωσδήποτε.

Επιπλέον, ήταν δυσμενώς προκατειλημμένος με την τακτική των δυτικών δυνάμεων, των οποίων η πολιτική του κατευνασμού είχε κάνει ελάχιστα για να σταματήσει το Χίτλερ. Αντικατέστησε τον Λιτβίνοφ με τον Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ, ο οποίος προχώρησε στη σύναψη ενός συμφώνου μη επίθεσης με τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών, Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ, σύμφωνα με το οποίο η Ρωσία και η Γερμανία συμφώνησαν να μην επιτεθούν η μία στη άλλη. Αυτή η διπλωματική πράξη, που υπογράφτηκε τον Αύγουστο του 1939, συγκλόνισε και φόβισε τη δύση - αλλά δεν θα έπρεπε να είχε αποτελέσει έκπληξη στους εξοικειωμένους με την πολιτική δεξιοτεχνία του Στάλιν. Έναν μήνα αργότερα, η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία ξεκινώντας το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (βλ. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ΕΔΩ) και (βλ. Η μεγάλη καταστροφή του Πειραιά και η απογραφή της το 1940-1944 ΕΔΩ)

Από μία άποψη, το γερμανορωσικό σύμφωνο ήταν μια λαμπρή κίνηση από μέρους του Στάλιν, δεδομένου ότι του έδωσε μια ευκαιρία να βελτιώσει δραστικά τη στρατηγική θέση της χώρας του κατά μήκος των δυτικών συνόρων της, χωρίς ανάμιξη σε μια μεγαλύτερη σύγκρουση. Ενώ οι δυνάμεις του Χίτλερ ισοπέδωναν την Πολωνία, σοβιετικά στρατεύματα πήραν στην κατοχή τους το ανατολικό μέρος της χώρας. Κατόπιν, τον Οκτώβριο του 1939, η ΕΣΣΔ ανάγκασε τα κράτη της Βαλτικής - Λιθουανία, Λετονία και Εσθονία, ανεξάρτητα από την Επανάσταση του 1917 - να επιτρέψουν στις σοβιετικές δυνάμεις να εγκατασταθούν στα σύνορά τους. Αυτό προετοίμασε το έδαφος για την ολοκληρωτική προσάρτηση αυτών των κρατών στην ΕΣΣΔ το επόμενο έτος. Οι Σοβιετικοί εφάρμοσαν παρόμοια πίεση στη Φινλανδία, η οποία ήταν ένα μεγάλο δουκάτο σύμφωνα με τον τσαρικό νόμο, αλλά οι Φινλανδοί αντιστάθηκαν. Έτσι τον Νοέμβριο του 1939 ο Στάλιν διέταξε εισβολή. Ανέμενε έναν γρήγορο, εύκολο πόλεμο, αλλά λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών και της φινλανδικής αποφασιστικότητας ο Κόκκινος Στρατός υπέστη μια σειρά ηττών και οπισθοχωρήσεων, μέχρι που, την άνοιξη του επόμενου έτους, οι Φινλανδοί υπέγραψαν συνθηκολόγηση.

Έως εκείνη τη στιγμή τα στρατεύματα του Χίτλερ είχαν εισβάλει στη Γαλλία, επιτυγχάνοντας σημαντικές νίκες και έθεσαν τους Γάλλους εκτός πολέμου μετά σχεδόν ένα μήνα μαχών. Αν και οι Βρετανοί παρέμεναν ακόμα ελεύθεροι στο περιφραγμένο από τη θάλασσα νησί τους, η Ναζιστική Γερμανία στεκόταν ως αναμφισβήτητος κύριος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αυτό άφησε ελεύθερο τον Χίτλερ να επιτεθεί στην Ε.Σ.Σ.Δ. χωρίς φόβο επίθεσης από τη δύση. Αλλά, ενώ το επόμενο έτος ο ηγέτης των Ναζί ήταν έτοιμος να προωθήσει την "Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα" ενάντια στη Ρωσία, ο Στάλιν έπραξε ελάχιστα προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα για εισβολή.

Ο Μεγάλος Πατριωτικός πόλεμος
"Τι κάναμε για να μας αξίζει αυτό;" ρωτούσε στις 21 Ιουνίου του 1941 ο Μολότωφ, όταν τα γερμανικά στρατεύματα περνούσαν τα σύνορα της Ε.Σ.Σ.Δ. και ξεχύνονταν στη σοβιετική ενδοχώρα. Ο Στάλιν ήταν εξίσου αλλόφρων. Όταν έγινε σαφές ότι τα στρατεύματά του υποχωρούσαν ατάκτως και ότι όποια αντεπίθεση θα αποτύγχανε, βυθίστηκε σε μια κατάσταση κλονισμού που φάνηκε να τον παραλύει για περισσότερο από μία εβδομάδα, ενώ οι εισβολείς κινούνταν όλο και βαθύτερα στη Σοβιετική Ένωση. Στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν προέβη σε εθνικό ραδιοφωνικό διάγγελμα, στο οποίο απαιτούσε εθνική ενότητα παρά την κρίση. Τον επόμενο μήνα, ανέλαβε επίσημα την ανώτατη διοίκηση του Κόκκινου Στρατού, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου. Στο Σμολένσκ, στην αρχική φάση του πολέμου, οι Ναζί αιχμαλώτισαν τον γιο του Γιάκοφ (ο οποίος κατείχε τη θέση του υπολοχαγού του πυροβολικού), τον οποίο ο Στάλιν δεν φαίνεται να εκτιμούσε. Ο Στάλιν θεώρησε τη Εβραία γυναίκα του Γιάκοφ υπεύθυνη για την αιχμαλώτισή του, υποψιαζόμενος ότι αδυνάτισε τη θέληση του Γιάκοφ να πολεμήσει μέχρις εσχάτων. Αργότερα, ο Χίτλερ ζήτησε από τον Στάλιν, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του Γιάκοφ, την απελευθέρωση του Γερμανού στρατάρχη Πάουλους ο οποίος είχε παραδοθεί κατά τη μάχη του Στάλινγκραντ. Ο Στάλιν τότε απάντησε "Έχεις στα χέρια σου όχι μόνο τον γιο μου τον Γιάκοφ αλλά εκατομμύρια γιους μου. Ή θα τους ελευθερώσεις όλους ή ο γιος μου θα μοιραστεί την τύχη των υπόλοιπων".

Οι σοβιετικές δυνάμεις δεν είχαν επιστρατευτεί τον Ιούνιο του 1941, ο εξοπλισμός τους ήταν ξεπερασμένος και η ηγεσία τους, μετά από τις εκκαθαρίσεις, ήταν εντελώς άπειρη. Μέχρι το φθινόπωρο του 1941, είχαν υποχωρήσει κατά μήκος του απέραντου μετώπου των 2000 μιλίων. Η Ουκρανία ήταν στα χέρια των Γερμανών, όπως η Κριμαία και τα κράτη της Βαλτικής. Τα γερμανικά στρατεύματα πολιορκούσαν το Λένινγκραντ και τη Σεβαστούπολη. Η Μόσχα απειλήθηκε και σώθηκε μόνο από την αρχή του χειμώνα, όταν η αντεπίθεση σοβιετικών σταμάτησε τη γερμανική πρόοδο.

Η πολεμική στρατηγική του Στάλιν ήταν αρκετά απλή. Θεωρούσε ότι ήταν ζωτικής σημασίας να επιτίθεται στον εχθρό όσο το δυνατόν συχνότερα. Ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδης ως προς το να χρησιμοποιεί νέα, φρέσκα στρατεύματα για αυτές τις επιθέσεις. Ο Στάλιν υποστήριζε ότι οι χώρες της δυτικής Ευρώπης είχαν ηττηθεί από το δικό τους φόβο για τη γερμανική ανωτερότητα. Ο κύριος στόχος του με τη χρησιμοποίηση νέων στρατευμάτων ήταν κατ' αυτό τον τρόπο να τους πείσει ότι οι γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν αήττητες. Με το να απωθήσει το γερμανικό στρατό από τη Μόσχα, ο Στάλιν απέδειξε στα σοβιετικά στρατεύματα ότι οι Ναζί μπορούσαν να αντιμετωπιστούν. Παρείχε επίσης ένα σημαντικό παράδειγμα σε όλα τα στρατεύματα που πάλευαν σε όλο τον κόσμο τη γερμανική πολεμική μηχανή.

Ο γερμανικός στρατός παρεμποδίστηκε σοβαρά από το ρωσικό χειμώνα του 1941 - 1942 και μόλις έφθασε η άνοιξη άρχισαν να προωθούνται για άλλη μια φορά. Οι γερμανικές δυνάμεις ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς στο νότο και ήταν σε θέση να περικυκλώσουν το Στάλινγκραντ.

Ο Στάλιν τρόμαξε όταν διάβασε στις εκθέσεις ότι ο Κόκκινος Στρατός στην Ουκρανία υποχώρησε με τόση βιασύνη, ώστε άφησε πίσω τα όπλα και τα εφόδιά του. Όχι μόνο στρατιώτες εκτελέστηκαν για λιποταξία, αλλά ο Στάλιν έδωσε άδεια για δημοσίευση στις εφημερίδες άκρως κριτικών άρθρων. Ο στρατός, που εγκωμιαζόταν κατά τη διάρκεια των αρχικών σταδίων του πολέμου, κατηγορήθηκε τώρα για προδοσία των σοβιετικών πολιτών. Ήταν μια εξαιρετικά επικίνδυνη κίνηση από μέρους του Στάλιν, αλλά είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Το καλοκαίρι του 1942 χαρακτηρίστηκε ως το πλέον κρίσιμο για τους πολιορκούμενους Σοβιετικούς και τους νέους συμμάχους τους, τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, οι οποίοι είχαν εισέλθει στον πόλεμο μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το Δεκέμβριο του 1941. Ενώ οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες προωθούνταν στη βόρεια Αφρική και τον Ειρηνικό, ο Χίτλερ εξαπέλυσε μια νέα επίθεση στον Καύκασο, με επιδίωξη να καταληφθούν οι πετρελαιοπηγές γύρω από το Μπακού. Τα στρατεύματα του Στάλιν απωθήθηκαν πάλι και οδηγήθηκαν στο Στάλινγκραντ (πρώην Τσαρίτσιν, σήμερα Βόλγκογκραντ), όπου ο Στάλιν είχε διοικήσει τον Κόκκινο στρατό κατά τη διάρκεια του εμφύλιου. Αλλά εκεί άλλαξε η ροή του πολέμου. Σε μια ιδιαίτερης σημασίας μάχη, που διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι το Φεβρουάριο του 1943, οι Γερμανοί υπέστησαν μια φοβερή ήττα. Οι Σοβιετικοί παγίδευσαν τα γερμανικά στρατεύματα στα ερείπια του Στάλινγκραντ και τα εκμηδένισαν. Οι γερμανικές απώλειες στο Στάλινγκραντ ήταν 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες, 3.500 άρματα μάχης και 3.000 αεροσκάφη. Η μάχη χαρακτηρίστηκε ως η πλέον κρίσιμη καμπή του πολέμου. Από αυτήν την ημερομηνία και έπειτα η Γερμανία άρχισε να υποχωρεί. Μόνον όταν ο Κόκκινος Στρατός επανέκτησε το έδαφος που ελέγχονταν προηγουμένως από τους Ναζί η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε πλήρη στοιχεία για τα πολεμικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν. Οι σοβιετικοί στρατιώτες, που είχαν συλληφθεί, μέσω της λιμοκτονίας οδηγούνταν στο θάνατο. Από τους 5.170.000 στρατιώτες που συνελήφθησαν από τους Γερμανούς, μόνο 1.053.000 επέζησαν.

Ο Στάλιν είχε βρει έναν μεγάλο στρατηγό στο πρόσωπο του Γκεόργκι Ζούκοβ, και τώρα που η στρατιωτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών συμμετείχε στον πόλεμο, η Γερμανία και η Ιαπωνία αναγκάζονταν βαθμιαία να υποχωρήσουν. Ο Κόκκινος Στρατός ανάγκασε τα ναζιστικά στρατεύματα να υποχωρήσουν από τη Ρωσία, και έπειτα εισέβαλε στη Γερμανία, ενώ οι σύμμαχοι εισέβαλαν στη Γαλλία το 1944 και κατευθύνονταν ανατολικά. Ο Χίτλερ βλέποντας την αυτοκρατορία του να καταρρέει αυτοκτόνησε στις 30 Απριλίου 1945. Τέσσερις μήνες αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πυροδότησαν δύο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, που οδήγησαν στην ιαπωνική παράδοση και το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Η Σοβιετική Ένωση έφερε τις μεγαλύτερες στρατιωτικές και ανθρώπινες απώλειες στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Περίπου 7 εκατομμύρια στρατιώτες και 20 εκατομμύρια πολίτες πέθαναν. Οι Ναζί θεωρούσαν τους Σλάβους "υπανθρώπους" (untermenschen) και πολλοί πιστεύουν ότι οι δολοφονίες Σλάβων από τους Ναζί ήταν οργανωμένη εθνική γενοκτονία. Αυτή η έννοια της σλαβικής κατωτερότητας ήταν επίσης ο λόγος για τον οποίο ο Χίτλερ δεν δέχτηκε στο στρατό του τους πολλούς Ρώσους που θέλησαν να παλέψουν το σταλινικό καθεστώς έως το 1944, όταν και χάθηκε ο πόλεμος για τη Γερμανία. Στη Σοβιετική Ένωση ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος άφησε ένα τεράστιο έλλειμμα ανθρώπινου δυναμικού της εν καιρώ πολέμου παραγωγικής γενιάς. Σήμερα ο πόλεμος παραμένει πολύ ζωντανός στη μνήμη στη Ρωσία, τη Λευκορωσία, και άλλα μέρη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ως ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και 9η Μαΐου, η Ημέρα Νίκης, είναι μια από τις μεγαλύτερες εθνικές εορτές της Ρωσίας.

Τσώρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν στη Γιάλτα
Ο Ψυχρός Πόλεμος και τα τελευταία έτη του Στάλιν
Σε όλες τις συνομιλίες του με τους δύο δυτικούς ηγέτες, τον Πρόεδρο των Η.Π.Α. Φραγκλίνο Ρούσβελτ και το Βρετανό πρωθυπουργό Ουίνστων Τσώρτσιλ, ο Στάλιν πίεζε για στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς τη Σοβιετική Ένωση, ενώ απαιτούσε να αναγνωρίσουν τη σοβιετική κυριαρχία στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Στη Διάσκεψη της Τεχεράνης, το 1943, και πάλι στη Διάσκεψη της Γιάλτας το Φεβρουάριο του 1945, τους πίεσε να επιτρέψουν την ύπαρξη ενός "σοβιετικού μπλόκ", εκτεινόμενου από τα κράτη της Βαλτικής σε ολόκληρη την Πολωνία και τη Γερμανία, και έπειτα νότια έως τη Γιουγκοσλαβία.

Με τη λήξη του B΄ Παγκοσμίου πολέμου οι άνθρωποι που είχαν αντέξει τόσες πολλές κακουχίες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, τώρα ήλπιζαν ότι οι ζωές τους θα βελτιώνονταν. Στο μυαλό του Στάλιν, φυσικά, μια τέτοια σκέψη παρουσίαζε ένα κίνδυνο: Εάν οι άνθρωποι άρχιζαν να λαχταρούν κάτι καλύτερο, ίσως να επαναστατούσαν. Κατά συνέπεια άρχισε τώρα μια προσπάθεια διατήρησης του ελέγχου. Το περιβάλλον του αναδιαρθρώθηκε. Ο Λαυρέντι Μπέρια παρέμεινε στην εξουσία ως επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας, αλλά ο Μόλοτοφ άρχισε να εξασθενεί σε δύναμη και ο Μαλενκόβ, που είχε απολαύσει την εμπιστοσύνη του Στάλιν από την αρχή του πολέμου, αντικαταστάθηκε από Αντρέι Χανόι, ο οποίος οδήγησε μια ανανεωμένη ιδεολογική επίθεση. Οι στρατιώτες που είχαν δει πάρα πολύ την ακμάζουσα δύση τέθηκαν υπό περιορισμό στα στρατόπεδα για να τους αποτρέψουν από "τη μόλυνση" του πληθυσμού με ανατρεπτικές ιδέες. Υπήρξε μια νέα εκκαθάριση του στρατού, στον οποίο ακόμη και ο μεγάλος Ζούκοβ ανέλαβε μία ελάσσονα επαρχιακή διοίκηση και μια νέα πολιτιστική επίθεση προωθήθηκε ενάντια στις εφημερίδες και την υπόλοιπη λογοτεχνία που θεωρήθηκε απειλητική για το καθεστώς.

Φιλοσοβιετικές κυβερνήσεις εγκαθιδρύθηκαν στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τσεχοσλοβακία και κομμουνιστικά καθεστώτα επεκράτησαν στη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Η Φινλανδία διατήρησε την επίσημη ανεξαρτησία της, αλλά ήταν πολιτικά απομονωμένη και οικονομικά εξαρτώμενη από τη Σοβιετική Ένωση. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία είχαν ισχυρά (αν και στην περίπτωση της Ελλάδας μετά το 1948 παράνομο) κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία είχαν μέχρι ενός ορίου εξάρτηση ή φιλικές επαφές με τη Μόσχα. Ο Στάλιν ήλπισε ότι η απόσυρση των Αμερικανών από την Ευρώπη θα οδηγούσε στη σοβιετική ηγεμονία σε ολόκληρη την ήπειρο. Το ίδρυμα Trizonia και η αμερικανική βοήθεια προς την αντικομουνιστική πλευρά στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο άλλαξε την κατάσταση. Η Ανατολική Γερμανία πιστοποιήθηκε ως χωριστή χώρα το 1949, κυβερνώμενη από τους Γερμανούς κομμουνιστές. Επιπλέον, ο Στάλιν έλαβε την απόφαση να μεταπηδήσει στον άμεσο έλεγχο των δορυφόρων του στην κεντρική Ευρώπη: όλες οι χώρες επρόκειτο να κυβερνηθούν από τα τοπικά κομμουνιστικά κόμματα που προσπάθησαν να εφαρμόσουν το σοβιετικό πρότυπο τοπικά.

Ο Στάλιν είδε τη σταθεροποίηση της σοβιετικής δύναμης στην περιοχή ως απαραίτητο βήμα προκειμένου να προστατεύσει την ΕΣΣΔ με το να την περιβάλει με χώρες με φιλικές κυβερνήσεις, για να ενεργήσουν ως ενδιάμεση δομική ενότητα ενάντια σε πιθανούς εισβολείς (τα αποκαλούμενα από το παρελθόν κράτη - μαξιλάρια).

Οι σχέσεις μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και του πρώην συμμάχων της του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ψυχράνθηκαν σύντομα, και έδωσαν τόπο σε μια παρατεταμένη περίοδο έντασης και δυσπιστίας μεταξύ της ανατολής και της δύσης γνωστής ως Ψυχρός Πόλεμος. Στη χώρα του ο Στάλιν παρουσιάστηκε ως μεγάλος εν καιρώ πολέμου ηγέτης που είχε οδηγήσει την Ε.Σ.Σ.Δ. στη νίκη ενάντια στους Ναζί. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '40, ο ρωσικός εθνικισμός συνέχισε να αυξάνεται. Παραδείγματος χάριν, μερικές εφευρέσεις και επιστημονικές ανακαλύψεις αποδόθηκαν σε Ρώσους ερευνητές. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τη μηχανή λεβήτων, που αποδόθηκε στους πατέρα και γιο Τσερεπάνοφ (1833-34), ο ηλεκτρικός λαμπτήρας στους Ιάμπλοτσκοφ (1875) και Λοντίγκιν (1874), το ραδιόφωνο στον Ποπόφ (1895), το αεροπλάνο στο Μοζάισκι (1882) κ.λ.π., ενώ ήδη από τη δεκαετία του '30 οι επιστήμες είχαν δεχτεί καίριο πλήγμα (και ιδιαίτερα η Βιολογία) με τις παρεμβάσεις εγκάθετων "επιστημόνων" όπως ο Λυσένκο.

Οι εσωτερικές κατασταλτικές πολιτικές του Στάλιν συνεχίστηκαν και εντάθηκαν (συμπεριλαμβάνοντας και τα προσφάτως προσαρτημένα εδάφη), αλλά δεν έφθασαν ποτέ στις ακρότητες της δεκαετίας του '30 Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, οι αντισημιτικές εκστρατείες του 1948 - 1953 ήταν μόνο οι πρόδρομοι μιας μεγαλύτερης επερχόμενης καταστολής, αλλά εάν τέτοια σχέδια πράγματι υπήρξαν, ο Στάλιν πέθανε προτού μπορέσει να τα εφαρμόσει.

Μέσω μιας σειράς ανακοινώσεων, οι σοβιετικοί πολίτες ήταν ενήμεροι ότι ο Στάλιν ήταν σοβαρά άρρωστος. Στις τέσσερις το πρωί της 6ης Μαρτίου 1953, αναγγέλθηκε από τον κρατικό ραδιοσταθμό ότι: "Η καρδιά του συντρόφου ηγέτη και συνεχιστή της μεγαλοφυΐας του σκοπού του Λένιν, του σοφού ηγέτη και δασκάλου του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Σοβιετικής Ένωσης, έπαψε να χτυπά."

Ο Ιωσήφ Βησσαριώνοβιτς Τζουγκασβίλι, ο επονομαζόμενος Στάλιν, 73 ετών, είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και είχε πεθάνει στις 9:50 μ.μ. στις 5 Μαρτίου 1953.

Το σώμα του πλύθηκε από μια νοσοκόμα και μεταφέρθηκε έπειτα μέσα σε ένα άσπρο αυτοκίνητο στο νεκροτομείο του Κρεμλίνου. Εκεί έγινε η νεκροψία. Αφού ολοκληρώθηκε η νεκροψία, το σώμα του δόθηκε στους ταριχευτές ώστε να το προετοιμάσουν για το τριήμερο λαϊκό προσκύνημα.

Γκόρι - Γεωργία. Το μοναδικό άγαλμα του 

Στάλιν, που παρέμεινε στην ΕΣΣΔ μετά την 
αποσταλινοποίηση.
Η Αποσταλινοποίηση

Τρία έτη μετά το θάνατό του ο Νικίτα Χρουστσόφ, νέος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, έκανε μια ομιλία με τίτλο: Για τις συνέπειες της προσωπολατρείας (την περίφημη Μυστική έκθεση) στο εικοστό συνέδριο του Κόμματος, όπου επιτέθηκε στις πολιτικές του Στάλιν. Ο Χρουστσόβ αποκάλυψε πώς ο Στάλιν ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση χιλιάδων κομμουνιστών κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων.

Στους μήνες που ακολούθησαν, χιλιάδες πολιτών που φυλακίστηκαν από το Στάλιν απελευθερώθηκαν. Σε εκείνους που βρέθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας δόθηκε η άδεια να δημοσιεύσουν την εμπειρία τους. Ο πιο ξεχωριστός από αυτούς ήταν ο συγγραφέας Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, του οποίου το μυθιστόρημα "Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς" έγινε παγκόσμιο μπεστ-σέλλερ.

Μετά από τις αποκαλύψεις του Χρουστσόβ, έγιναν προσπάθειες να σβηστεί η εικόνα του Στάλιν από την Σοβιετική Ένωση. Τα αγάλματα και τα πορτρέτα του αφαιρέθηκαν από τους δημόσιους χώρους. Οι πόλεις, οι οδοί και τα πάρκα που είχαν το όνομά του μετονομάστηκαν. Το Στάλινγκραντ, που ήταν συνδεμένο με τη στρατιωτική ηγεσία του κατά τη διάρκεια του εμφύλιου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, μετονομάστηκε σε Βόλγκογκραντ.

Το 1961, πέντε ολόκληρα χρόνια από την πλήρη επικράτηση της αντισταλινικής γραμμής του Νικίτα Χρουστσόφ σε πολιτικό επίπεδο και οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν, εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες συνέχιζαν να συρρέουν κάθε χρόνο στο Μαυσωλείο της Κόκκινης Πλατείας στη Μόσχα, όπου η σορός του Στάλιν εξακολουθούσε να εκτίθεται δίπλα σε εκείνη του Βλαντιμίρ Λένιν. Η αίγλη της τιτάνιας μάχης εναντίον του ναζισμού, του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου όπως αποκαλείτο στην Ε.Σ.Σ.Δ., καθώς και η ταύτιση στη λαϊκή συνείδηση του Στάλιν με την οικοδόμηση του σοβιετικού μοντέλου του σοσιαλισμού καθιστούσαν υψηλό το πολιτικό κόστος απομάκρυνσης της σορού του. Όμως, το 22ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε. εκτίμησε ότι ήταν πλέον αναγκαία η ενέργεια αυτή. Έτσι, τη νύχτα της 30ης προς 31η Οκτωβρίου του 1961, η σορός του Στάλιν αποσύρθηκε από το Μαυσωλείο και ενταφιάστηκε στο τείχος του Κρεμλίνου. Μία απλή μαύρη ταφόπλακα, χωρίς ούτε καν προτομή, θύμιζε πια την προσωπικότητα που ταυτίστηκε με την ιστορία της Ε.Σ.Σ.Δ. επί 35 σχεδόν χρόνια.

Αν και οι επιφανειακές πτυχές του σταλινισμού αφαιρέθηκαν, το σύστημα που δημιούργησε παρέμεινε. Ο Στάλιν συνέβαλλε στην παγίωση της κομματικής/κρατικής γραφειοκρατίας ως τη νέα άρχουσα τάξη της ΕΣΣΔ. Ήταν ένα σύστημα που οι σοβιετικοί ηγέτες επρόκειτο να το ακολουθήσουν για τα επόμενα τριάντα έτη, ήταν πρόθυμοι να το υιοθετήσουν προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πολιτικών τους. Συγγραφείς όπως ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο ήταν ελεύθεροι να επικρίνουν τον Στάλιν, αλλά όχι εκείνους την περίοδο της εξουσίας τους. Οι υπερβολές του σταλινισμού είχαν εκλείψει, αλλά η δομή του κομματικού/γραφειοκρατικού κράτους παρέμεινε μέχρι το τέλος, που ήρθε με την εμφάνιση του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ την δεκαετία του '80 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1991.

Στα τέλη του 2000 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γεωργίας αποκατέστησε τη μνήμη του Ιωσήφ Στάλιν αναγνωρίζοντάς τον ως ένα από τους πλέον χαρισματικούς πολιτικούς του 20ου αιώνα.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ: Νικίτα Χρουστσόφ και "Αποσταλινοποίηση" της Σοβιετικής Ένωσης

Ο Νικίτα Χρουστσόφ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1956, 
εκφωνεί κεκλεισμένων των θυρών τον μνημειώδη λόγο «Περί της προσωπολατρείας και των συνεπειών της», με τον οποίο ξεκινά επίσημα η περίοδος της αποσταλινοποίησης στην ΕΣΣΔ.
Χρουστσιόφ και Στάλιν σε φωτογραφία του 1936, είκοσι χρόνια πριν ο πρώτος αποκηρύξει τον δεύτερο
Aποσταλινοποίηση αποκαλείται η φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν. Πρόκειται για μία αμφιλεγόμενη ως προς τις μεθόδους και τα αποτελέσματά της διαδικασία, η οποία έχει ταυτιστεί ιστορικά με τον Νικίτα Χρουστσόφ και την ομιλία του «Περί της προσωπολατρείας και των συνεπειών της» στο 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης.

Συχνά περιγράφεται λανθασμένα ως αποσταλινοποίηση το σύνολο της πολιτικής του Χρουστσιόφ (κυβ. 1953 - 1964), η οποία περιελάμβανε επίσης αναθέρμανση των σχέσεων με τη Δύση, στροφή της έρευνας σε ειρηνικές επενδύσεις, αναδιάρθρωση του βιομηχανικού και αγροτικού τομέα. Αν και όλα αυτά τα κομμάτια είναι διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους, η αποσταλινοποίηση ως έννοια αφορά την αποκατάσταση των βασικών δικαιωμάτων έκφρασης και στον περιορισμό της καταστολής των αντιφρονούντων.

Βίος και σταδιοδρομία του Νικίτα Χρουστσόφ
Ο Νικίτα Σεργκιέγιεβιτς Χρουστσόφ (παλαιότερα, λανθασμένα Κρούτσεφ) (ρώσ.: Никита Сергеевич Хрущёв, προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ [nʲɪˈkʲitə sʲɪˈrgʲejɪvʲɪtɕ xrʊˈɕːof], 15 Απριλίου 1894 – 11 Σεπτεμβρίου 1971) υπήρξε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης κατά το μεγαλύτερο μέρος του Ψυχρού Πολέμου. Διατέλεσε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1953 ως το 1964 και πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών από το 1958 ως το 1964. Ο Χρουστσόφ έθεσε τις βάσεις για την αποσταλινοποίηση της χώρας, για το διαστημικό πρόγραμμα της Σοβιετικής Ένωσης όπως και για σειρά φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην εσωτερική πολιτική του κράτους. Απομακρύνθηκε από την ηγεσία της χώρας το 1964 και αντικαταστάθηκε από τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Ο Νικίτα Χρουστσόφ γεννήθηκε στο χωριό Καλίνοβκα της Ρωσίας το 1894. Εργάστηκε αρχικά στις σιδηροκατασκευές, όμως με την βοήθεια του Λαζάρ Καγκάνοβιτς, ανέβηκε στη σοβιετική ιεραρχία. Υποστήριξε τον Ιωσήφ Στάλιν και ηγήθηκε εκκαθαριστικών επιχειρήσεων πραγματοποιώντας σωρεία συλλήψεων αντιφρονούντων. Το 1939 ο Στάλιν τον τοποθέτησε κυβερνήτη της Ουκρανίας, όπου και συνέχισε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις υπέρ του σοβιετικού καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον πόλεμο με τη Ναζιστική Γερμανία, ο οποίος από τους σοβιετικούς έλαβε την ονομασία Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, ο Χρουστσόφ υπήρξε επιθεωρητής και διαμεσολαβητής μεταξύ του Στάλιν και των στρατηγών του. Χαρακτηριστικά, είχε θεωρηθεί για ένα διάστημα ως αποθανών κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ, γεγονός που του προσέδωσε μεγάλο κύρος στην μετέπειτα σταδιοδρομία του. Με το πέρας του πολέμου επανήλθε στη Μόσχα ως έμπιστος σύμβουλος του Στάλιν.

Με το θάνατο του Στάλιν, το 1953, οι πιθανοί διάδοχοί του αγωνίστηκαν για την εξουσία. Ο Χρουστσόφ, μετά από αρκετά χρόνια κατάφερε να επιβληθεί των πολιτικών αντιπάλων του και ανέλαβε την εξουσία στη Σοβιετική Ένωση: ο αγώνας εξουσίας μεταξύ του πρωθυπουργού Γκεόργκι Μαλενκόφ και του ηγέτη-και πρώτου γραμματέα του Κ.Κ.Σ.Ε.-Χρουστσόφ, έληξε τον Φεβρουάριο του 1955 με την επικράτηση του δεύτερου και την αντικατάσταση του πρώτου από τον Νικολάι Μπουλγκάνιν. Το 1957-1958 θα αποτρέψει νέα απόπειρα των αντιπάλων του να τον ανατρέψουν. Τελικά τον Μάρτιο του 1958 θα γίνει πρωθυπουργός. Η εσωτερική πολιτική που χάραξε στόχευε στην βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των απλών πολιτών, πολιτική που συχνά αποδείχτηκε αναποτελεσματική, ειδικά στον αγροτικό τομέα. Στον αμυντικό τομέα περιέκοψε σημαντικό τμήμα των πολεμικών δαπανών. Παρόλα αυτά η περίοδος της ηγεσίας του Χρουστσόφ συνοδεύτηκε με την έξαρση του Ψυχρού Πολέμου, που κορυφώθηκε με την Κρίση των πυραύλων της Κούβας.

Καθώς διαφαίνονταν όλο και πιο έντονοι οι τριγμοί στις πολιτικές του, η αυξανόμενη δύναμη των εσωκομματικών του αντιπάλων πέτυχε τελικά την καθαίρεσή του από την ηγεσία του κράτους το 1964. Πέθανε το 1971. Τα απομνημονεύματά του δημοσιεύτηκαν στον δυτικό κόσμο το 1970.

Ιστορικό περιβάλλον
Ο Στάλιν είχε κυβερνήσει τη χώρα με σιδηρά πυγμή από το 1922, όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΣΕ λόγω της βαριάς ασθένειας του Λένιν, έως το 1953 που πέθανε. Για να εδραιώσει την εξουσία του, είχε εξολοθρεύσει σχεδόν το σύνολο της ιστορικής ηγεσίας του κόμματος, με αποκορύφωμα τις διαβόητες Δίκες της Μόσχας (1936-1938) που οδήγησαν ιστορικούς ηγέτες της Επανάστασης στο εκτελεστικό απόσπασμα, με κατηγορητήρια για τροσκισμό ή κατασκοπεία υπέρ των Γερμανών.

Αλλά και πέρα από τα υψηλά κλιμάκια, για τον απλό λαό η σταλινική περίοδος ήταν μία περίοδος καταστολής και παντοκρατορίας των μυστικών υπηρεσιών. Πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι σύρθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα ή σε εξοντωτική καταναγκαστική εργασία στα γκούλαγκ, μόνο και μόνο επειδή διατυπώθηκαν υποψίες για την ακεραιότητά τους ή την αφοσίωσή τους στην ηγεσία. Χαρακτηριστικό (και ενδεικτικό για αμέτρητες παρόμοιες περιπτώσεις) είναι το παράδειγμα του δημοφιλούς τενόρου Βαντίμ Κόζιν, ο οποίος εξορίστηκε στα χρυσωρυχεία του Μαγκαντάν, επειδή δεν συμπεριελάμβανε στα κονσέρτα του ύμνους για τον Στάλιν.

Μεταβατική περίοδος
Μετά τον θάνατο του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953, τις τύχες της Σοβιετικής Ένωσης ανέλαβαν οι δύο στενότεροι συνεργάτες του Γκεόργκι Μαλενκόφ και Λαβρέντι Μπέρια - ο πρώτος ως πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και ο δεύτερος ως κομισάριος Εσωτερικών, υπεύθυνος για τις παντοδύναμες μυστικές υπηρεσίες. Σύντομα προστέθηκε ένας τρίτος, ο Νικίτα Χρουστσόφ, τον οποίο προωθούσαν κύκλοι του ΚΚΣΕ για τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος (εκλέχτηκε επίσημα το Σεπτέμβριο).

Η νέα ηγεσία έλαβε κάποια πρώτα μέτρα φιλελευθεροποίησης (αμνηστεύτηκαν άμεσα περίπου ενάμισι εκατομμύριο κρατούμενοι), όμως η κατάσταση ήταν προσωρινή. Στο εσωτερικό της υπέφωσκαν οι συνομωσίες για τη διαμόρφωση των συσχετισμών εξουσίας, από τους οποίους θα προέκυπτε ο νέος ηγέτης της χώρας. Ο Μπέρια κατηγορήθηκε από τους άλλους δύο για προδοσία και εκτελέστηκε την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1953, με τις ίδιες διάτρητες και συνοπτικές διαδικασίες που χρησιμοποιούσε το σταλινικό καθεστώς - στην πραγματικότητα οι Χρουστσόφ και Μαλενκόφ έσπευσαν να τον εξολοθρεύσουν πριν πέσουν θύματά του.

Δεκατέσσερις μήνες αργότερα παύθηκε και ο Μαλενκόφ από την κυβέρνηση, με την κατηγορία ότι στο παρελθόν ήταν πολύ στενός φίλος του Μπέρια - επίσημα ανακοινώθηκε ότι παραιτήθηκε διότι ήταν αναποτελεσματικός στην προώθηση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για την παντοδυναμία του Χρουστσόφ στο σοβιετικό πολιτικό σκηνικό.

Ο Νικίτα Χρουστσόφ υπήρξε ο εμπνευστής της 

αποσταλινοποίησης
Το 20ό Συνέδριο
Ως «επίσημη ημερομηνία» έναρξης της αποσταλινοποίησης θεωρείται η 25η Φεβρουαρίου 1956, όταν στα πλαίσια του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, ο Νικίτα Χρουστσιόφ εκφώνησε κεκλεισμένων των θυρών το μνημειώδη λόγο «Περί της προσωπολατρείας και των συνεπειών της».

Ο λόγος αποτελούσε κόλαφο για το Στάλιν. Ξεκινούσε με κάποιες επιστολές που ο Λένιν είχε υπαγορεύσει λίγο πριν πεθάνει, όπου ο Στάλιν περιγραφόταν ως ο χειρότερος εκ των πιθανών διαδόχων του, και συνέχιζε με τα πορίσματα της Επιτροπής Ποσπέλοφ που διερεύνησε την τύχη των συμμετασχόντων στο Συνέδριο του 1934 (17ο): από τους 1.966 συνέδρους, 1.108 κηρύχτηκαν στη συνέχεια «αντεπαναστάτες» και στάλθηκαν στα γκούλαγκ ή εκτελέστηκαν. Επίσης, από τους 139 που είχαν εκλεγεί στην Κεντρική Επιτροπή, οι 98 χαρακτηρίστηκαν αργότερα «εχθροί του λαού» και τουφεκίστηκαν (κυρίως τη διετία 1937 - 1938). Μέσα από πληθώρα παρομοίων ιστορικών αναφορών και αποκαλύψεων, ο Χρουστσόφ τεκμηρίωνε το συμπέρασμα πως ο Ιωσήφ Στάλιν είχε σκόπιμα διαστρεβλώσει τις αρχές του μαρξισμού και της επανάστασης ώστε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς σκληρής καταπίεσης, έναν «κομμουνισμό της προσωπολατρείας και του στρατοπέδου».

Το 20ό συνέδριο έμεινε άναυδο. Ο νικητής του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου και μέχρι πρόσφατα «πατερούλης» του σοβιετικού λαού, περιγραφόταν ως στυγνός δικτάτορας από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος. Λέγεται ότι επιστρέφοντας στο κάθισμά του μετά την αγόρευση, ο Χρουστσόφ βρήκε ένα ανυπόγραφο σημείωμα που έγραφε «Κι εσύ τι έκανες τότε, σύντροφε;» υπενθυμίζοντάς του ότι υπήρξε εξέχον στέλεχος του σταλινικού καθεστώτος. Τότε σηκώθηκε όρθιος και αναφώνησε οργισμένος «Ό,τι κάνεις κι εσύ τώρα, σύντροφε που δεν αποκαλύπτεις το όνομά σου. Δεν τολμούσα να εκφράσω ευθέως τις απόψεις μου.»

Εφαρμογή της αποσταλινοποίησης
Μετά την επικύρωση της πολιτικής φιλελευθεροποίησης από το 20ό Συνέδριο, οι αποφάσεις (χωρίς το πλήρες κείμενο της μυστικής ομιλίας που όμως διέρρευσε σύντομα) τυπώθηκαν σε συντομευμένη μορφή και στάλθηκαν σε όλη τη χώρα, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα περισσότερα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας έκλεισαν για πάντα (έμειναν μόνο λίγα για ποινικούς κρατουμένους) και οι περισσότεροι πρώην έγκλειστοι αποκαταστάθηκαν ως «θύματα του σταλινισμού» (617.000 αποκαταστάσεις μόνο τους δέκα πρώτους μήνες), λαμβάνοντας το δικαίωμα να επιστρέψουν στις εργασίες τους. Χαλάρωσε ο ασφυκτικός έλεγχος των επιτροπών λογοκρισίας στον τύπο, την εκπαίδευση και τις τέχνες, εκδόθηκαν για πρώτη φορά απαγορευμένα βιβλία, επιτράπηκε ο δυτικός κινηματογράφος και μουσική, ξεκίνησαν πολιτιστικές, εκπαιδευτικές και αθλητικές ανταλλαγές ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και το δυτικό μπλοκ. Σε συμβολικό επίπεδο ξηλώθηκαν τα αγάλματα του Στάλιν, απομακρύνθηκε η σορός του από το Μαυσωλείο του Λένιν και αφαιρέθηκε το όνομά του από το Στάλινγκραντ, το οποίο ονομάστηκε ξανά Βόλγκογκραντ.

Στα πλαίσια των αλλαγών, διατάχτηκαν να «αποσταλινοποιηθούν» και τα αδελφά κόμματα, δηλ. όσα κομμουνιστικά κόμματα ξένων χωρών ελέγχονταν από το Κρεμλίνο. Παράδειγμα είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, του οποίου ο ηγέτης Νίκος Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε σχεδόν πραξικοπηματικά και στάλθηκε στη Γιακουτία της Σιβηρίας (κοντά στον Αρκτικό Ωκεανό) για να υπηρετήσει ως δασοφύλακας, ενώ οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες συγκρούονταν στην Τασκένδη αλληλοκατηγορούμενοι ως πράκτορες.

Συνολικά η αποσταλινοποίηση λειτούργησε προωθητικά για τη Σοβιετική Ένωση. Η φιλελευθεροποίηση οδήγησε σε πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση, ιδιαίτερα χάρη στην αποκατάσταση και την ελευθερία έκφρασης των διανοουμένων. Συχνά λέγεται ότι στην ΕΣΣΔ η δεκαετία του '60 άρχισε δέκα χρόνια νωρίτερα. Αλλά και στο οικονομικό επίπεδο, η επιστροφή πολλών προγραμμένων επιστημόνων στις εργασίες τους και η διάχυτη αισιοδοξία της κοινωνίας ότι «γίνεται μια νέα αρχή» ενίσχυσαν τις παραγωγικές αναδιαρθρώσεις που διεξάγονταν παράλληλα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης ξεπέρασαν ακόμα και μεγάλες καπιταλιστικές χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε κατακόρυφα, κατακτήθηκαν στόχοι παγκόσμιας εμβέλειας όπως η πρώτη διαστημική πτήση (Γκαγκάριν,1961) και η κυριαρχία στον αθλητισμό που λειτούργησαν ως ο καλύτερος προπαγανδιστής του καθεστώτος.

Επίσης σε διεθνές επίπεδο η εικόνα της ΕΣΣΔ έγινε διαφορετική. Παρά τις προσπάθειες των δυτικών κυβερνήσεων να τον εμφανίσουν ως τον άξεστο χωριάτη του Κουρσκ εξ αιτίας της αυθόρμητης και συχνά αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, ο Χρουστσόφ έστρεψε τους προβολείς στη χώρα του.

Ο Νικήτα Χρουστσώφ στην Κόκκινη Πλατεία, με τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ και ανάμεσά τους ο Γιούρι Γκαγκάριν
Αντιδράσεις
Η όλη διαδικασία δεν πέρασε χωρίς εσωκομματικές αντιδράσεις. Η Σοβιετική Ένωση ήταν ένα κράτος που για τριάντα χρόνια κυβερνιόταν με τις μυστικές υπηρεσίες και είχαν διαμορφωθεί στεγανά που δύσκολα έσπαγαν. Τμήμα των γραφειοκρατών του ΚΚΣΕ, ακόμα και ανώτατα στελέχη που αρχικά είχαν στηρίξει τις αλλαγές, έτρεμε στην ιδέα ότι αυτές μπορούσαν να συμπαρασύρουν και τους ίδιους και τους μηχανισμούς που τους στήριζαν.

Η πρώτη απόπειρα να ανακοπούν οι αλλαγές έγινε τον Ιούνιο του 1957, ενώ ο Χρουστσόφ βρισκόταν σε διακοπές. Το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος συνήλθε μυστικά (με την πρωτοβουλία μιας ομάδας που έμεινε στην ιστορία ως «Αντικομματική») και αποφάσισε με ψήφους 8-4 να τον καθαιρέσει. Όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει στη Μόσχα για να παραιτηθεί, ο Χρουστσόφ έκανε δύο «κινήσεις ματ»: εξασφάλισε την υποστήριξη του θρυλικού στρατηγού Ζούκοφ, υπουργού Αμύνης στην κυβέρνηση, και κατόπιν συγκάλεσε την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ, όπου εξέθεσε αναλυτικά τα γεγονότα. Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της αποσταλινοποίησης και καθαίρεσαν τους Αντικομματικούς, οι οποίοι εν συνεχεία μετακινήθηκαν σε ταπεινωτικά πόστα. Χαρακτηριστικά ο Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ, επικεφαλής της σοβιετικής διπλωματίας για σχεδόν δύο δεκαετίες, στάλθηκε πρέσβης στη Μογγολία, ενώ ο Μαλενκόφ μετατέθηκε σε ένα υδροηλεκτρικό φράγμα στο Καζακστάν.

Η δεύτερη απόπειρα, η οποία τελικά ήταν επιτυχημένη, έγινε τον Οκτώβριο του 1964. Με το πρόσχημα της αποτυχίας του Χρουστσόφ στην εξωτερική πολιτική (Κρίση της Κούβας, σχίσμα με την Κίνα), το Πολιτικό Γραφείο τον καθαίρεσε με πρωτοβουλία του Μπρέζνιεφ - οι πραγματικοί λόγοι πρέπει να αναζητηθούν στη δυσαρέσκεια των στρατιωτικών για την προϊούσα αποσταλινοποίηση και τον περιορισμό των στρατιωτικών δαπανών. Ο Χρουστσόφ που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στη Γεωργία, μεταφέρθηκε συνοδευόμενος (για να μη μπορεί να αντιδράσει όπως το '57) στη Μόσχα και ανακοίνωσε ότι «βγαίνει στη σύνταξη για λόγους υγείας».

Κριτική
Από πολλές πλευρές διατυπώθηκαν επικριτικές απόψεις για την ορθότητα ή την ειλικρίνεια των επιλογών. Οι κυριότερες είναι οι ακόλουθες:

  • Η Δύση κατηγόρησε τον Χρουστσόφ πως οι προθέσεις του ήταν υποκριτικές, αφού δεν κατάργησε το μονοκομματικό σύστημα, ενώ επίσης επί των ημερών του καταπνίγηκε με τα σοβιετικά τανκς η ουγγρική εξέγερση του 1956 που ζητούσε εκδημοκρατισμό, ο κόσμος έφθασε στα πρόθυρα του πυρηνικού πολέμου με την κρίση της Κούβας και υψώθηκε το Τείχος του Βερολίνου. Η κριτική αυτή παραγνωρίζει δύο δεδομένα: (α) ουδέποτε ο Χρουστσόφ είχε δηλώσει ότι αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση Δημοκρατίας «δυτικού τύπου», (β) η αποσταλινοποίηση ήταν κυρίως διαδικασία που απευθυνόταν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και δεν αφορούσε την εξωτερική της πολιτική ως υπερδύναμης, στο δεδομένο παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος και συμφερόντων.
  • Ένα κομμάτι του κομμουνιστικού κινήματος με επικεφαλής τον κινέζο πρόεδρο Μάο κατήγγειλε την αποσταλινοποίηση ως απομάκρυνση από τις κομμουνιστικές αρχές και αποκήρυξε το Χρουστσόφ ως ρεβιζιονιστή (αναθεωρητή). Το κομμάτι αυτό μορφοποιήθηκε στη συνέχεια στο «μαοϊκό» κίνημα.
  • Έντονη κριτική έχει διατυπωθεί επίσης για τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες συχνά ήταν εξίσου αντιδημοκρατικές και αδιαφανείς με το παρελθόν που η αποσταλινοποίηση ήθελε να αλλάξει. Η κατηγορία για σταλινισμό αποτελούσε πια μομφή παρόμοια με τον «εχθρό του λαού» στη σταλινική περίοδο, με τη διαφορά ότι ο Χρουστσόφ προτιμούσε να εκμηδενίζει πολιτικά τους αντιπάλους του παρά να τους στέλνει στο εκτελεστικό απόσπασμα.