Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σφαγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σφαγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Το Ολοκαύτωμα του Διστόμου





Το Σάββατο, 10 Ιουνίου του 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής πραγματοποίησαν στο Δίστομο ένα από τα φρικιαστικότερα εγκλήματά τους, που όμοιά του ελάχιστα θα βρει κανείς σε όλη τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.  229 εκτελεσμένοι Ελληνες πολίτες μέσα στο χωριό και 67 εκτελεσμένοι στα χωράφια και στους δρόμους της γύρω περιοχής. Αλλοι τόσοι περίπου - όσοι και οι νεκροί - τραυματισμένοι. 
**************************************
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το ελληνικό γραφείο εγκληματιών πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της σφαγής. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν. Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του.
 Στο βίντεο υπάρχουν σκηνές από τα εξαιρετικά ντοκιμαντέρ:

Από το βραβευμένο "Ένα τραγούδι για τον Αργύρη" (2006) του Stefan Haupt. (http://www.imdb.com/title/tt0936485)

Από την εκπομπή "Νέοι Φάκελοι" του SKAI, με τους Αλέξη Παπαχελά, Τάσο Τέλλογλου και Σοφία Παπαϊωάννου. (http://folders.skai.gr)

Tην εκπομπή της ΝΕΤ (και ΕΤ1) "Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα" του Στέλιου Κούλογλου. (http://www.rwf.gr)

Αφήγηση: Κωνσταντίνος Τσάκωνας
* Οι περισσότερες από τις παλαιές σκηνές της Κατοχής που προβάλλονται

 στο βίντεο, έχουν τραβηχτεί (κρυφά) από τον Άγγελο Παπαναστασίου, με κίνδυνο της ζωής του 
Οι σφαγές του Διστόμου. Ξυλογραφία του Δ.Κοραγιαννάκη
Το Σάββατο, 10 Ιουνίου του 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής πραγματοποίησαν στο Δίστομο ένα από τα φρικιαστικότερα εγκλήματά τους, που όμοιά του ελάχιστα θα βρει κανείς σε όλη τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου. Διακόσιοι είκοσι εννέα εκτελεσμένοι Ελληνες πολίτες μέσα στο χωριό και 67 εκτελεσμένοι στα χωράφια και στους δρόμους της γύρω περιοχής. Αλλοι τόσοι περίπου - όσοι και οι νεκροί - τραυματισμένοι. Τριάντα επτά από τα 450 σπίτια καμένα και σχεδόν όλα κουρσεμένα, λεηλατημένα, γεμάτα από φθορές μικρές και μεγάλες σε κάθε γωνιά τους. Πλήθος ζώων νεκρά και λαβωμένα από τις σφαίρες των μανιακών δολοφόνων. Ολα αυτά εν ολίγοις συνθέτουν μια εικόνα, που δεν είναι εύκολο να τη χωρέσει ο ανθρώπινος νους. Αλλά αν μείνει κανείς στους αριθμούς και στις απλές περιγραφές, είναι αδύνατο να αντιληφθεί τι πραγματικά συνέβη.

Ενας εκτελεσμένος άνδρας ή γυναίκα, ένας δολοφονημένος αθώος πολίτης, δεν είναι το ίδιο με το νεκρό που δολοφονήθηκε κι ύστερα κατακρεουργήθηκε, ακρωτηριάστηκε, βασανίστηκε. Μια εκτελεσμένη γυναίκα δεν είναι το ίδιο με μια νεκρή, για την οποία γνωρίζουμε πως πριν και μετά την εκτέλεσή της ασέλγησαν πάνω της ανθρώπινα κτήνη κι ύστερα επιδόθηκαν σε κάθε είδους κανιβαλισμούς στο άψυχο σώμα της. Μια έγκυος που εκτελείται δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν, αφού μαζί της δολοφονείται και μια ζωή που δεν έχει έρθει ακόμη στο φως. Περιπτώσεις, όμως, σαν αυτή, όπου μια έγκυος δολοφονείται και της αφαιρείται το αγέννητο μωρό από την κοιλιά για να σφαγιαστεί κι αυτό, δε χωράνε στο μυαλό του ανθρώπου. Κι, όμως, τέτοιες φρικαλεότητες, τέτοιοι βανδαλισμοί και κανιβαλισμοί συνέβησαν από τους Γερμανούς κατακτητές στο Δίστομο.

«Μία από τις χειρότερες ωμότητες ολόκληρου του πολέμου», χαρακτηρίζει το ολοκαύτωμα του Διστόμου ο ιστορικός Mark Mazower(1) και δεν είναι ο μόνος. Παρόμοια είναι η εκτίμηση και άλλων μελετητών, ενώ δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη πως πρόκειται για το φρικιαστικότερο των εγκλημάτων, το πιο απάνθρωπο και πιο βάρβαρο, που διέπραξαν οι δυνάμεις κατοχής στον ελλαδικό χώρο. «Αι σφαγαί του Διστόμου και η καταστροφή του ωραίου τούτου χωριού» - γράφει για παράδειγμα ο Δ. Μαγκριώτης(2) που μελέτησε τα εγκλήματα της Κατοχής - «υπερβαίνουν εις αγριότητα και εις απανθρωπίαν όλα τα απαίσια εγκλήματα των Γερμανών που διέπραξαν ούτοι εις την Ελλάδα».

Ας δούμε, όμως, το θέμα αναλυτικότερα:

Η προετοιμασία του μακελειού

Νωρίς το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής επιτάξανε στη Λιβαδειά δύο ιδιωτικά φορτηγά αυτοκίνητα, στα οποία επιβιβάστηκαν γύρω στους 20 Γερμανούς στρατιώτες των ταγμάτων εφόδου Ες - Ες (άλλες πηγές κάνουν λόγο για 18 στρατιώτες κι άλλες ακόμη και για 50). Οι στρατιώτες δε φορούσαν στρατιωτικές στολές, αλλά ρούχα πολιτικά, τα οποία είχαν αφαιρέσει από Ελληνες κρατουμένους του στρατοπέδου συγκεντρώσεως Λιβαδειάς. Τα δύο επιταγμένα αυτοκίνητα με τους μεταμφιεσμένους ναζί κατευθύνθηκαν προς την Αράχωβα και πίσω τους, σε απόσταση τριών ή τεσσάρων χιλιομέτρων, ακολούθησαν άλλα πέντε γερμανικά αυτοκίνητα, γεμάτα στρατιωτικές δυνάμεις με οπλισμό μάχης.

Με το στρατήγημα της μεταμφίεσης, οι Γερμανοί ήθελαν να προκαλέσουν την προσοχή των ανταρτών του ΕΛΑΣ και πιθανόν τη δράση τους, αλλά και να διαγνώσουν τα πραγματικά αισθήματα των κατοίκων της περιφέρειας απέναντι στις δυνάμεις κατοχής.

Στο δρόμο προς το Δίστομο, οι Γερμανοί σταμάτησαν 12 χωρικούς που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους και τους πήραν ομήρους. Επίσης, για να μην μένουν άπραγοι - και ως προοίμιο όσων έμελλε να επακολουθήσουν - άρχισαν να πυροβολούν αδιακρίτως, ό,τι έβλεπαν να κινείται, είτε επρόκειτο για ανθρώπους είτε για ζώα, προκαλώντας έτσι τους πρώτους φόνους.

Κατά το μεσημέρι, οι γερμανικές δυνάμεις, αφού συνενώθηκαν με άλλες που ήρθαν από την Αμφισσα, μπήκαν στο Δίστομο και ζήτησαν, όπως άλλωστε συνήθιζαν, να μάθουν αν βρίσκονταν εκεί αντάρτες. Η απάντηση που πήραν ήταν η συνηθισμένη: «Πάνε μέρες τώρα που πέρασαν αντάρτες από δω, αλλά αποτραβήχτηκαν προς τον Ελικώνα, κατά το χωριό Στείρα». Τέτοιου χαρακτήρα απαντήσεις οι Γερμανοί έπαιρναν σε κάθε χωριό που έμπαιναν και, φυσικά, είχαν μάθει να μην τις πιστεύουν.

Κατά τις 12 1/2 το μεσημέρι, τα δύο επιταγμένα αυτοκίνητα με τους μεταμφιεσμένους στρατιώτες, μαζί με άλλες δυνάμεις, εγκατέλειψαν το Δίστομο και κατευθύνθηκαν προς το χωριό Στείρα, αναζητώντας αντάρτες τους οποίους και βρήκαν. Πράγματι, λίγο έξω από τα Στείρα βρισκόταν ο 11ος Λόχος του III τάγματος του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, που είχε ενημερωθεί για την παρουσία των Γερμανών στην περιοχή, κι έτσι δεν άργησε να εκδηλωθεί μάχη. «Ηταν τόσο αναπάντεχη και τόσο καλά οργανωμένη η επίθεση απ' τους αντάρτες - γράφει ο Τάκης Λάππας(3)- που όσο να καταφέρουν οι Γερμανοί να πηδήσουν έξω από τα αυτοκίνητα και να πάρουν θέσεις, οι όλμοι και το πυροβόλο τους θέρισαν». Σε λίγο όμως, έφτασαν ενισχύσεις από το Δίστομο και οι αντάρτες υποχρεώθηκαν, μπρος σε υπέρτερες δυνάμεις, να υποχωρήσουν.

Οι Γερμανοί, βέβαια, δεν προσπάθησαν να καταδιώξουν τους αντάρτες, φοβούμενοι τα δυσάρεστα μιας τέτοιας επιχείρησης και προτίμησαν να ξεσπάσουν στον άμαχο πληθυσμό, που ήταν η εύκολη λεία. Για αρχή, μάλιστα, προέβησαν σε δολοφονίες ανυποψίαστων χωρικών, που συναντούσαν στο δρόμο της επιστροφής τους προς το Δίστομο κι όταν έφτασαν στο χωριό προετοιμάστηκαν για το μακελειό.
Το Δίστομο παραδομένο στις φλόγες
Το Δίστομο παραδομένο στις φλόγες
Το ολοκαύτωμα

Χωρίς δεύτερη κουβέντα, οι κάτοικοι του χωριού διατάχθηκαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Υστερα εκτελέστηκαν στην ανατολική πλευρά του σχολείου οι 12 όμηροι που είχαν συλληφθεί το πρωί. Κατόπιν δόθηκε διαταγή να ορμήσουν οι ορδές των βαρβάρων στα σπίτια και να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Ετσι κι έγινε. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο!!! «Οι φονιάδες - γράφει ο Λάππας(4)- μεθυσμένοι από το κακούργο πάθος τους, σπάζουν τις πόρτες των σπιτιών κι ορμάνε μέσα. Οποιον συναντάνε, τον σκοτώνουν. Αλλοι θερίζουν χωρίς διάκριση ψυχές μέσα στα κοντινά σπίτια κι άλλοι ξεχύνονται στις γειτονιές... Τα παρακάλια κι ο θρήνος που κάνουν τα γυναικόπαιδα δε στέκουν ικανά να μαλάξουν την άγρια ψυχή των μακελάρηδων. Η λόγχη και το βόλι, ανάλγητα, τους κόβουν τη φωνή και γιομίζουν τα σπίτια καταματωμένα κορμιά. Το αίμα απ' τα θύματα γίνεται αυλάκι και κυλάει προς τα σοκάκια. Γέροι και γριές πέφτουν απ' τα βόλια. Ανδρες κυλιώνται χάμω νεκροί μ' απανωτές θανατηφόρες πιστολιές, κι άλλους τους βάζουν στη σειρά και τους εκτελούνε. Γυναικόπαιδα σφάζονται κι αβάφτιστα βυζανιάρικα στραγγαλίζονται και λογχίζονται κι ύστερα ξεκοιλιάζονται... Μπροστά σε τέτοιο θέαμα κι οι θεατές ακόμα του Κολοσσαίου θα σκέπαζαν τα μάτια τους από φρίκη κι αυτός ο Ηρώδης ή ο Νέρωνας θα φρένιαζαν απ' το κακό τους, που ύστερα από τόσους αιώνες βρέθηκαν κτηνάνθρωποι σαν κι αυτούς, όχι μονάχα να τους μιμηθούνε, μα να τους ξεπεράσουν κιόλας».

Να πώς περιγράφει το μακελειό και η V ταξιαρχία του ΕΛΑΣ σε ειδική έκθεσή της(5): «Σκότωσαν (σ.σ. οι Γερμανοί) αδιάκριτα, γέρους, μωρά, εξαμηνίτικα, γριές, τα παιδιά του σχολείου (όλα στην αίθουσα του σχολείου) κι αυτόν τον παπά. Βρέθηκαν όλες σχεδόν οι γυναίκες σχισμένες με ξίφος ή μαχαίρι από τα γεννητικά τους όργανα μέχρι το στήθος, βρέθηκαν γυναίκες με κομμένους τους μαστούς, ξεκοιλιασμένες με τα παιδιά στην αγκαλιά τους, βρέθηκαν μικρά παιδιά σφαγμένα και ξεκοιλιασμένα και τα έντερα περασμένα στο λαιμό. Του παπά του κόψαν το κεφάλι και το είχαν πεταμένο μακριά από το πτώμα του. Ολόκληρες οικογένειες σφαγιάστηκαν... Ολα τα σπίτια ληστεύτηκαν... Πολλοί κάτοικοι τρελάθηκαν και υπάρχουνε πολλοί τραυματισμένοι...».

Ηταν τόσο φρικιαστικά κι ανείπωτα τα εγκλήματα των ναζί στο Δίστομο, που ακόμα κι αυτοί οι Κουίσλιγκς δεν μπόρεσαν να σιωπήσουν. Θα αναφέρουμε τις αντιδράσεις τους, γιατί αποδεικνύουν το μέγεθος του εγκλήματος των κατακτητών, αλλά και της δικής τους προδοσίας, αφού ακόμη κι υπό αυτές τις συνθήκες ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκαν να παραιτηθούν.

Ο κατοχικός νομάρχης Βοιωτίας Ι. Γεωργόπουλος, με τηλεγράφημά του, στις 12/6/44, προς την κατοχική κυβέρνηση του Ι. Ράλλη, προς άλλες υπηρεσίες και προς την Επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, γνωστοποίησε το απαίσιο τούτο έγκλημα και λίγες μέρες αργότερα, με μακροσκελή εμπιστευτική έκθεσή του προς το κατοχικό υπουργείο Εσωτερικών, περιέγραψε όσα έγιναν με πλήρως αποκαλυπτικό τρόπο. Αναφερόμενος στο μακελειό, υπογράμμιζε ότι «ο σαδισμός είναι χαρακτηρισμός κενός, αν μη αστείος διά την περίπτωση». Κι αναφερόμενος στη δράση των Γερμανών στρατιωτών γράφει: «Δαίμονες εξορμούντες εις καταστροφήν θα ήσαν ολιγώτερον άγριοι και περισσότερον ήπιοι. Ορδαί αγρίων φυλών, άγρια στίφη που ωρμήθησαν από τα απολίτιστα βάθη της Ασίας ή της αφρικανικής ζούγκλας δε θα εξετρέποντο εις τας αιματηράς ωμότητας, εις τη φρικαλέαν τραγωδίαν του Διστόμου»(6). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, υποχρεώθηκε ακόμη κι αυτός ο κατοχικός πρωθυπουργός Ι. Ράλλης να προβεί σε παραστάσεις «διαμαρτυρίας» προς τις γερμανικές αρχές κατοχής και, συγκεκριμένα, προς τον στρατηγό Schimana, ζητώντας την τιμωρία των εμπλεκομένων στη σφαγή(7).

Αντί επιλόγου: Η φασιστική αναλγησία

Ενα μήνα μετά τη σφαγή, στις 9/7/1944, οι γερμανικές αρχές κατοχής δημοσίευσαν στον αθηναϊκό Τύπο μια ανακοίνωση με τίτλο «Η δημοκοπία περί ωμοτήτων εις το Δίστομον», όπου χωρίς ίχνος ντροπής ισχυρίζονταν ότι τα περί ολοκαυτώματος ήταν ψεύδη των κομμουνιστών. Ακόμη υποστήριζαν ότι μια γερμανική στρατιωτική μονάδα δέχτηκε επίθεση από αντάρτες του ΕΑΜ μπροστά από το Δίστομο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί σε άμυνα και σε συνέχεια σε επίθεση εναντίον «των συμμοριτών, οι οποίοι είχον οχυρωθεί μέσα εις το Δίστομον, με όλα τα υπάρχοντα μέσα». Ετσι «κατόπιν της χρησιμοποιήσεως των βαρέων γερμανικών οπλών, εκυριεύθη εξ εφόδου το Δίστομον... Ηριθμήθησαν περί τους 250 νεκροί συμμορίται» και «ο θάνατος αριθμού τινός γυναικών και παιδιών υπήρξεν αναπόφευκτος κατόπιν της χρησιμοποιήσεως των βαρέων όπλων και κατόπιν ενός τοιούτου κανονιοβολισμού εναντίον του χωρίου». Τι να σχολιάσει κανείς μπροστά σε τέτοιο θράσος και σε τόσα ψεύδη; Το παρακάτω γεγονός τα λέει όλα.

Οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές υποχρεώθηκαν να διεξάγουν έρευνα για τα όσα συνέβησαν στο Δίστομο, κάτι που σπάνια έκαναν για παρόμοιες περιπτώσεις, όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Mark Mazower(8). Η έρευνα ήταν εντελώς τυπική. Ελληνες μάρτυρες δεν κλήθηκαν. Κι ο κατηγορούμενος διοικητής Λόχου Φριτς Λάουτενμπαχ αθωώθηκε. Πώς, άλλωστε, να μην αθωωθεί, όταν υπήρχε διαταγή του στρατάρχη Κάιτελ, από το Δεκέμβρη του 1942, που σύστηνε στις γερμανικές μονάδες τα αντίποινα σε βάρος αθώων πολιτών - ακόμα και γυναικών και παιδιών - χαρακτηρίζοντας «έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους» ανθρωπιστικές επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους(9);

Γιώργος Πετρόπουλος

1. Mark Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ - Η εμπειρία της κατοχής», Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», σελ. 239

2. Δ. Μαγκριώτη: «Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής 1941 - 1944», Αθήναι 1949, σελ. 109

3. Τάκη Λάππα: «Η Σφαγή του Διστόμου - Χρονικό», Αθήνα 1945, σελ. 20

4. Στο ίδιο, σελ. 27

5. «Στ' Αρματα! - Στ' Αρματα - Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης» ΠΛΕ 1967, σελ. 342 - 343

6. Τάκη Λάππα: Στο ίδιο, σελ. 70 - 71 και 72 - 80

7. Γ. Α. Φαρμακίδη: «Πεπραγμένα της παρά τω πρωθυπουργώ υπηρεσίας ανταποκρίσεων μετά των γερμανικών αρχών κατά την κατοχήν», Αθήναι 1957, σελ. 65 - 66.

8. Mark Mazower, στο ίδιο, σελ. 239

9. Mark Mazower, στο ίδιο, σελ. 179


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η αλήθεια για το Μελιγαλά: η σύγκρουση του ΕΛΑΣ με τα δωσιλογικά Τάγματα Ασφαλείας

Το 1982, με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών έπαυσε η συμμετοχή επίσημων κρατικών αρχών στο μνημόσυνο. Σήμερα στις εκδηλώσεις συμμετέχουν απόγονοι των εκτελεσθέντων και ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις, όπως η Χρυσή Αυγή.

Αντάρτισσες σε διαδήλωση. «Κάτω η τρομοκρατία του Σκόμπι» γράφει το πλακάτ
Αντάρτισσες σε διαδήλωση.
«Κάτω η τρομοκρατία του Σκόμπι» γράφει
το πλακάτ


Επί δεκαετίες ακροδεξιές ομάδες, με την ανοχή επίσημων εκπροσώπων της αστικής τάξης, συναθροίζονται στο Μελιγαλά, για να «τιμήσουν» τους «ηρωικούς» όπως λένε νεκρούς, που σφαγιάστηκαν από τους «κομμουνιστοσυμμορίτες»! Φέτος, μάλιστα, επιχειρείται να διοργανωθούν διάφορες εκδηλώσεις με τη συμμετοχή και ξένων νεοφασιστικών οργανώσεων από διάφορες χώρες της ΕΕ, όπου διώκονται οι κομμουνιστές ενώ οι νεοφασίστες δρουν ελεύθερα.

Για τη μάχη του Μελιγαλά έχουν γραφτεί και γράφονται από τους αντιπάλους του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ πάρα πολλά, παραποιώντας τα γεγονότα και την ιστορική αλήθεια. Πρόκειται για μια προσπάθεια συγκάλυψης της εγκληματικής και αντιλαϊκής πολιτικής της αστικής τάξης και σε εκείνα τα χρόνια. Κανενός Ελληνα εργαζόμενου δεν μπορεί να πονάει η καρδιά του για τους ταγματασφαλίτες. Πληρώθηκαν όπως τους άξιζε.

Τα «Τάγματα Ασφαλείας», που είχαν συγκροτηθεί προς το τέλος του 1943 από την κατοχική κυβέρνηση Ι. Ράλλη για την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου» και την «προστασίαν του κοινωνικού καθεστώτος», είχαν συγκεκριμένη αποστολή κατά τη στιγμή της αποχώρησης των Γερμανών, να αποτελέσουν την οπισθοφυλακή και πλαγιοφυλακή τους, ώστε να κρατήσουν τις θέσεις τους και να απασχολήσουν και φθείρουν τον ΕΛΑΣ. Ετσι, όχι μόνο θα στερούσαν τον ΕΛΑΣ από τα ηθικά και υλικά οφέλη που θα αποκόμιζε από το χτύπημα των Γερμανών, αλλά θα του προξενούσαν και απώλειες.

Κυρίως, όμως, τα «Τάγματα Ασφαλείας», όπως προαναφέρθηκε, συγκροτήθηκαν ως ένα ένοπλο χέρι της αστικής τάξης, ενταγμένο στους σχεδιασμούς της για τη μεταπολεμική εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Γι' αυτό και στη συγκρότηση των «Ταγμάτων Ασφαλείας» συμμετείχαν οι Βενιζελικοί Θ. Πάγκαλος και Στυλ. Γονατάς, καθώς και άλλοι.
Στον απελευθερωτικό αγώνα
Στον απελευθερωτικό αγώνα
Εγραψε σχετικά με τα «Τάγματα Ασφαλείας» ο ιδρυτής τους Ι. Ράλλης: «Κατορθώσαμεν να έχωμεν εις τη διάθεσιν της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος, δύναμιν εγγυωμένην πλήρως την ασφάλεια και την τάξιν. Κατορθώσαμεν τέλος να εύρουν οι κ.κ. Παπανδρέου, Κανελλόπουλος, κλπ. ενταύθα αποβιβαζόμενοι, ΕΛΛΑΔΑ». «Ο κίνδυνος του κομμουνισμού είναι εγγύς. Η εξουθένωσις της Ελληνικής Φυλής και ημών αυτών έσεται βέβαια αν δεν ετοιμασθώμεν και αντιδράσωμεν». («Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», Αθήναι 1947, σελ. 70 και 92).

Εξάλλου πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Γερμανοί είχαν εγκαταλείψει την Πελοπόννησο όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στο Μελιγαλά.

Η απόφαση της κυβέρνησης της λεγόμενης «Εθνικής Ενότητας», που ενώ κατάγγειλε τα «Τάγματα Ασφαλείας» στην πράξη τα προστάτευε, δεν ήταν παρά μια καταδολίευση του ΕΑΜ. Οι μυστικές οδηγίες των Αγγλων και των παλαιοκομματικών προς τα «Τάγματα Ασφαλείας» ήταν να μην παραδοθούν και να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ δεν είχε άλλη διέξοδο από το βίαιο αφοπλισμό και τη διάλυση των «Ταγμάτων Ασφαλείας», τα οποία, όμως, προσπαθούσαν να κρατηθούν ως τον ερχομό των Αγγλων, που όπως αποδείχτηκε αργότερα, θα τα μετατρέπανε σε «συμμαχικό» στρατό.

Επομένως η βίαιη διάλυση των «Ταγμάτων Ασφαλείας», ήταν βέβαιο ότι θα προσέκρουε στις επιδιώξεις των Αγγλων και της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας». Ο Γ. Παπανδρέου άλλωστε είχε αρχίσει από παλιά (και οι Αγγλοι ιμπεριαλιστές το ίδιο), να κάνει λόγο ευθέως για τρομοκρατία του ΕΑΜ ή της «ΕΑΜικής μειοψηφίας κατά της πλειοψηφίας», και το επισημοποίησε στο Λίβανο.

Στις 8/9/1944, ο ΕΛΑΣ έδωσε τη μάχη για την απελευθέρωση της Καλαμάτας από τους ταγματασφαλίτες. Αιχμαλώτισε το μεγαλύτερο μέρος, ένα τμήμα όμως, με επικεφαλής τον κατοχικό Νομάρχη Μεσσηνίας Περωτή, διέφυγε προς Μελιγαλά. Στο δρόμο προς το χωριό Ασπρόχωμα, οι ταγματασφαλίτες έσφαξαν 30 πολίτες και 4 ΕΛΑΣίτες, οι οποίοι εκτελούσαν τηλεφωνική υπηρεσία σ' αυτό το χωριό.

Η μάχη του Μελιγαλά
Αντάρτες του ΕΛΑΣ
Αντάρτες του ΕΛΑΣ
Οι εκκλήσεις του ΕΛΑΣ να σταματήσουν οι συγκρούσεις δε βρήκαν καμιά ανταπόκριση, εξαιτίας των ραδιουργιών των Αγγλων και της κυβέρνησης του Καΐρου, που πίστευαν ότι μ' αυτά θα μπορέσουν να καταβάλουν τις ισάριθμες σχεδόν δυνάμεις της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους την Πελοπόννησο ως την άφιξη των αγγλικών στρατευμάτων.

Για την τριήμερη σκληρή μάχη που έδωσε ο ΕΛΑΣ στο Μελιγαλά, όπου είχαν συγκεντρωθεί γύρω στους 1.000 ταγματασφαλίτες, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το «Ματωμένο και ένδοξο χρονικό» του γιατρού Στάθη Κανναβού, Επάρχου διοικητικού αντιπροσώπου της ΠΕΕΑ, εκείνη την εποχή. Το χρονικό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση» (τεύχος 21, 1979).

«11 Σεπτέμβρη. Στην οχυρωμένη μ' όλα τα μέσα της πολεμικής τέχνης από τους Γερμανούς κωμόπολη του Μελιγαλά, έχουν συγκεντρωθεί να δώσουν την αποφασιστική δολοφονική τους μάχη, οι πιο αιμασταγείς ταγματαλήτες 2 επαρχιών. Οι βάσεις Βελίκας, Καλαμάτας, Μελιγαλά, Διαβολιτσιού, Δώριου, Κοπανακιού. Αποβραδίς, οι ηρωικοί ΕΛΑΣίτες του 8ου και 9ου Συντάγματος, έχουν δέσει γύρω από το άντρο αυτό της εθνοπροδοσίας ασφυκτικό κλοιό. Εφεδροελασίτες και από τις 3 επαρχίες πλαισιώνουν κι εδώ, στις πρώτες γραμμές, τον ΕΛΑΣ, ενεργούν αναγνωρίσεις, δίνουν πληροφορίες. Και τρεις μέρες και τρεις νύχτες, από το χάραμα της 12 Σεπτέμβρη, ο μικρός κάμπος και τριγύρω τα βουνά κρατούν την ανάσα τους στο ασταμάτητο σάλαγο της φονικής σύρραξης. Για τον ΕΛΑΣ, χάρη στις Καζέρτες και στα Λίβανα, κάθε σφαίρα, είναι ακριβότερη κι από το χρυσό. Είσαι υποχρεωμένος χίλιες να σφυρίζουν στ' αυτιά σου και ν' απαντάς με μία. Μονάχα που διαθέτει κανόνι! Είναι μια σκέτη κάννη, ψαρεμένη από το ΕΛΑΝ στ' απομεινάρια κάποιου ναυαγίου. Για να ψευτοσταθεί στον τόπο της, ύστερα από κάθε βολή, φορτώνεται μ' έναν αρμακά πέτρες. Μα κι έτσι, πάλι κλοτσοπηδάει και τα φέρνει όλα γύρω της, άνω - κάτω. Και οι άντρες για σιγουριά έχουν δέσει από τη σκανδάλη της ένα καραβόσκοινο, κι αυτό τραβάνε από καμιά δεκαριά μέτρα μακριά κάθε φορά που θέλουν να πυροβολήσουν!
Νεολαίοι τηλεβοϊστες στα βουνά του αγώνα
Νεολαίοι τηλεβοϊστες στα βουνά του αγώνα
14 Σεπτέμβρη. Μια εγγλέζικη αποστολή έρχεται καταϊδρωμένη και ζητάει να περάσει στις γραμμές της εθνοπροδοσίας. Θα έπειθε λέει, τους αλήτες να σταματήσουν την αιματοχυσία, να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ και να περιμένουν να κριθούν από την Κυβέρνηση. Οταν το παράλλο πρωινό, αιχμάλωτοι πια του ΕΛΑΣ, οι διπλοπουλημένοι αυτοί στους ξένους επιδρομείς "εθνικόφρονες" ρωτήθηκαν γιατί έστω και την τελευταία στιγμή δε δέχτηκαν να σταματήσουν την αιματοχυσία, η απάντησή τους ήταν και πάλι αυτή του αναίσθητου, επαγγελματία προδότη.

- Οι Εγγλέζοι μας πίεσαν να συνεχίσουμε...

Για το Μεσσηνιακό λαό για μια ακόμη τώρα φορά ενισχύονταν οι ανησυχίες του για το αύριο, ενώ οι ταγματαλήτες με τις ευλογίες τώρα γερμανών, εγγλέζων, της κυβέρνησης συνέχιζαν με πιο πολλή λύσσα, και αναισθησία το αιματοκύλισμα του λαού. Ο ΕΛΑΣ έχασε όσα σε καμιά μάχη του με τους Γερμανούς, κάπου 200 διαλεχτά παλικάρια. Οι ταγματαλήτες ως την τελευταία στιγμή, έβγαλαν από το Μπεζεστένι ομήρους τους και τους εκτελούσαν.

15 Σεπτέμβρη. Λίγο μετά το ηλιβάρεμα, οι δολοφόνοι του Μελιγαλά, σηκώνουν από παντού λευκές σημαίες. Πετούν στα φυλάκια τα άτιμα όπλα τους και μπουλούκια - μπουλούκια, τρέχουν να κλειστούν στο Μπεζεστένι. Λίγες στιγμές πριν την παράδοσή τους, στις ανατολικές παρυφές της κωμόπολης είχε φτάσει χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στη μάχη το 11ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ μαζί με το θρυλικό καπετάνιο του Λαϊκού μας στρατού - τον Αρη Βελουχιώτη. Ο πόνος, η οργή και το αίσθημα της πιο άγριας εκδίκησης των χιλιάδων μαυροφορεμένων από τα γύρω χωριά που πλημμύρισαν την κωμόπολη ήταν ολόκληρο βουνό. Και μ' όλα αυτά, ο πατριωτισμός και η ανθρωπιά του εθνικολαϊκού μας κινήματος δεν υστέρησε. Από την πρώτη ημέρα με τη βοήθεια του ΕΛΑΣ διώχτηκαν στα χωριά τους εκατοντάδες ανοργάνωτοι, που περιφέρονταν στην πόλη, λεηλατούσαν και προκαλούσαν ανεύθυνα. Από τις πρώτες στιγμές οι κατά τόπους οργανώσεις ξεκαθάρισαν από το Μπεζεστένι πάνω ίσως κι από χίλιους Γερμανοντυμένους που υποτίθονταν ότι δε βαρύνονταν μ' εγκλήματα και τους έστειλαν στα σπίτια τους. Από την ίδια ημέρα το Λαϊκό Συμβούλιο Αυτοδιοίκησης συνέρχονταν και με εισήγηση του υποφαινόμενου αποφάσιζε την οργάνωση συσσιτίου για τις οικογένειες των ταγματαλητών!

Και μέσα σ' ένα τέτοιο αιμοσταγές περιβάλλον το ανθρώπινο πρόσωπο του Λαϊκού μας αγώνα, εύρισκε και πάλι την αντοχή του να εκδηλωθεί.

16 Σεπτέμβρη. Ενα μετά το άλλο τα 3 Συντάγματα του Λαϊκού Στρατού αποσύρονται από το Μελιγαλά και προχωρούν από την απάνω Τριφυλία, την Ιθώμη, την Εύα, τη Βουφράδα, σ' ένα μέτωπο που πιάνει όλο το μάκρος του Νομού. Ολες οι δυνάμεις θα συγκλίνουν στους Γαργαλιάνους, τη μεγάλη αντάρτισσα πόλη του Μωρηά, με τους 600 αντάρτες της και τους χιλιάδες κυνηγημένους της. Εδώ έχει φωλιάσει ο αρχιδολοφόνος Στούπας και με τις ορδές του συνεχίζει και μετά την αποχώρηση των Γερμανών τις επιδρομές και τη σφαγή στα χωριά της Κάτω Τριφυλίας και της Πυλίας.

Στη σύρραξή του αυτή με τα τελευταία υπολείμματα της εθνοπροδοσίας, ο ΕΛΑΣ πληρώνει και πάλι μ' ακριβές απώλειες. Οι δολοφόνοι του Στούπα, ηττημένοι, σκορπίζονται στις σταφίδες και στην πορεία τους προς την Πύλο αιματοκύλησαν την περιοχή, σκοτώνοντας άνανδρα, κάθε χωριάτη που δούλευε ανύποπτος στα χτήματά του. Ο αρχιπροδότης Στούπας κλείνεται στο Κάστρο της Πύλου να γλιτώσει. Μα κάποτε αποκάνει από την αντιλαϊκή λύσσα του και αυτοκτονεί.

Ετσι, στις 20 Σεπτέμβρη η Μεσσηνία είναι λεύτερη. Ο ηρωικός καπετάνιος του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Αρης Βελουχιώτης προχωρεί σ' όλο το μάκρος, από Πύλο - Μεσσήνη, Αρκαδικά σύνορα, αποχαιρετάει το λαό και με τα 3 Συντάγματα του ΕΛΑΣ τραβάει για το κέντρο του Μωρηά.

Εκεί, στα τέλη του Σεπτέμβρη, έφτανε στην Καλαμάτα και ο αντιπρόσωπος της Κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» κ. Παναγ. Κανελλόπουλος. Από την πρώτη κι όλας στιγμή φάνηκε ότι μοναδική έγνοια και αγωνία της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου ήταν το πώς θα περιμαζέψει, θα διατηρήσει οπλισμένους και θα μεταφέρει στην Αθήνα τους ταγματαλήτες, για τη νέα αιματοχυσία που ετοίμαζε με τους Αγγλους πάτρωνές της. Λαϊκές επιτροπές από όλα τα στρώματα ανεβοκατεβαίνουν κάθε μέρα στο ξενοδοχείο που στάθμευε ο Αντιπρόσωπος της κυβέρνησης, χωρίς να παίρνουν έστω μια αόριστη απάντηση για τα προβλήματα ζωής ή θανάτου, που τους πίεζαν. Κι ήταν πάλι και τότε η πρωτοβουλία και πίεση των λαϊκών οργανώσεων, που έδινε μια άμεση και σωστική λύση σε πολλά αδιέξοδα. Με την υπογραφή του κ. Κανελλόπουλου του Διοικητ. Αντιπροσώπου Επαρχίας Καλαμάτας και του υποφαινόμενου σαν Διοικητικού αντιπροσώπου της Επαρχίας Μεσσήνης, εκδίδονταν για το Νομό και κυκλοφορούσαν ειδικά χαρτονομίσματα, εγγυημένα από το κράτος που θα δημιουργούνταν. Μ' αυτά πληρώθηκαν χιλιάδες υπάλληλοι που ένα δυο μήνες έμειναν απλήρωτοι και νηστικοί. Μ' αυτά άνοιξε και κινήθηκε η αγορά κι ο λαός ένιωσε ξανά ότι μπορεί μόνος του να κουμαντάρει κάθε πλευρά της ζωής του».

«Προσοχή νάρκες»
Η μάχη του Μελιγαλά Δεν τελείωσε με τη νικηφόρα έκβαση που είχε η μάχη για τον ΕΛΑΣ. Δημιουργήθηκε ένα φοβερό κλίμα που μύριζε θανατικό. Ο λαός της περιοχής ζητούσε με κάθε τρόπο να εκδικηθεί, ξεπαστρεύοντας τις εγκληματικές αυτές μορφές των ταγματασφαλιτών που είχαν διαπράξει ανήκουστα κακουργήματα σε βάρος του.

Η κατάληψη της μισητής εχθρικής εστίας από τον ΕΛΑΣ και μετά μάλιστα από τέτοιο φοβερό κόστος σε αίμα, είχε εξαγριώσει τα πράγματα. Κάποιοι αντάρτες είχαν αρχίσει να καίνε σπίτια απ' τα οποία τους χτυπούσαν και χρειάστηκε να επέμβει ο καπετάνιος Φώτης Αποστολόπουλος, για να συγκρατήσει την εκδικητική τους ορμή (1).

Για την εκδικητική μανία του κόσμου, ο Αρίστος Καμαρινός λέει σχετικά: «Είχα την ευθύνη της συγκέντρωσης των αιχμαλώτων στο Μπεζεστένι. Το έργο μας ήταν πολύ δύσκολο. Επρεπε να συγκρατήσουμε ομάδες εξοργισμένων πολιτών, οι οποίοι οπλισμένοι με τσεκούρια ορμούσαν να εκδικηθούν για τα θύματά τους. Για να περιφρουρήσουμε τους αιχμαλώτους, βάλαμε ισχυρή φρουρά στο Μπεζεστένι και γράψαμε με μεγάλα γράμματα: "Προσοχή Νάρκες!"» (2).

«Τους αιχμαλώτους», διηγείται ο Βαγγέλης Μαχαίρας, «σε πρώτη φάση τους μεταφέραμε στις αρχικές μας θέσεις. Συγκεντρώθηκαν εκεί εκατοντάδες αγανακτισμένοι Μεσσήνιοι, που φώναζαν: "Δολοφόνοι, προδότες, σκοτώσατε τους δικούς μας". Και απειλούσαν λιντσαρίσματα. Με το πιστόλι στ' αριστερό μου χέρι (το δεξί το είχα στο γύψο), τους είπα: "Δεν θα επιτρέψω να θιγεί ούτε ένας αιχμάλωτος" και τους εξήγησα: "1. Δεν ξέρουμε ποιοι κάνανε εγκλήματα. Χρειάζεται ανάκριση και 2. Αν θέλατε να εκδικηθείτε ας ερχόσαστε να λάβετε μέρος στη μάχη. Τρεις μέρες κράτησε"». (3)

Συνεχίζει ο Στάθης Κανναβός: «Οπως και στη Μεσσηνία, η ιστορία στην ένδοξη για το λαό εκείνη περίοδο περπάτησε με βήματα βαριά και απαραχάρακτα. Σπιθαμή με σπιθαμή το χώμα της έχει ποτιστεί με το αίμα χιλιάδων αγνών πατριωτών και ηρώων. Στη μνήμη του Κώστα Ξυδέα, του Νικήτα Σούμπλη, του Αντώνη Δημόπουλου, του Γιώργη Ζερμπίνου, της Ελένης Πιερράκου, του Τάκη Μουντζουρέα, του Κώστα Μπασακίδη, του Κώστα Κανελλόπουλου, του Μήτσου Κανελλόπουλου, του Γιάννη Δρυνέα, του Θόδωρου Κορμά, του Τάκη Αλεβιζάτου, του Μήτσου Οικονομόπουλου, του Πούλου Πουλόπουλου, του Τάκη Κουλαμπά, του Νίκου Μητρόπουλου, του Κώστα Σταθόπουλου, του Κλέαρχου Συρράκου, του Χρίστου Αντωνόπουλου, του Κώστα Νέζη, του Αντώνη Νέζη, του Βασίλη Μπράβου, του Νίκου Ανδριανόπουλου, του Παναγιώτη Κατσώλη, του Παναγιώτη Μπάρτζιου, του γιατρού Ματζή, του Μήτσου Κούκλινου, του Θόδωρου Μπουμπού, του Κούτρη, του Παναγιωτακάκη και των άλλων δεκάδων νεκρών κι αθάνατων στελεχών του»(4).

Η μάχη του Μελιγαλά ήταν μια μάχη ταξική μεταξύ των δυνάμεων της λευτεριάς και κοινωνικής προόδου και της πιο μαύρης αντίδρασης.

Συμπεράσματα
Είναι θεμελιακής σημασίας το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει, τόσο από τα γεγονότα στο Μελιγαλά όσο και από τα ανάλογα σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, που αφορούσαν σε συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα «Τάγματα Ασφαλείας», με τον ΕΔΕΣ, με την ΕΚΚΑ και άλλες οργανώσεις: Εχθρός όλων των αστικών δυνάμεων (και των Γερμανόφιλων και Αγγλόφιλων) ήταν το λαϊκό κίνημα (ΕΑΜ) και φυσικά το ΚΚΕ, παρά τις οξύτατες αντιθέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις αστικές δυνάμεις, αντιθέσεις που τις έφεραν να μάχονται μεταξύ τους και με τα όπλα.

Ωστόσο, κι ενώ συγκρούονταν μεταξύ τους, ταυτόχρονα συνεργάζονταν για την αντιμετώπιση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.

Το γεγονός εξηγείται: «... η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιέχονταν στον αντιφασιστικό χαρακτήρα του πολέμου» (5). Και εκδηλώθηκε με ακόμη πιο ανοιχτό και οξύτατο τρόπο μετά την άνοιξη του 1943, όταν είχε επέλθει η στροφή στον πόλεμο σε βάρος της Γερμανίας και υπέρ της Σοβιετικής Ενωσης. Από τότε ακριβώς αναπροσαρμόστηκε πιο συγκροτημένα η στρατηγική των αστικών δυνάμεων (Εγγλέζων - ντόπιων) κατά του ΕΑΜ (όχι όμως και η στρατηγική του ΕΑΜικού κινήματος), με τις γνωστές εξελίξεις που ακολούθησαν.

Πηγές:
Κωνσταντίνος Μπρούσαλης: «Η Πελοπόννησος στο Πρώτο Αντάρτικο 1941-1945», εκδόσεις «Επικαιρότητα», σελ. 469.
Γρηγόρη Κριμπά: «Η Εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς», σελ. 334.
Στο ίδιο, σελ. 333.
Περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», τεύχος 21, 1979.
«Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των λαών», σελ. 12.

Tου Χρήστου ΤΣΙΝΤΖΙΛΩΝΗ*
*Ο Χρήστος Τσιντζιλώνης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

************************************************


ΚΙ' ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ

Η μάχη του Μελιγαλά έλαβε χώρα από τις 13 ως και τις 15 Σεπτεμβρίου του 1944, τις πρώτες ημέρες μετά την αποχώρηση των κατοχικών γερμανικών δυνάμεων από την Πελοπόννησο. Η μάχη στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας ήταν από τις τελευταίες συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ, αντιστασιακού στρατού του ΕΑΜ, και των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας.Την επικράτηση του ΕΛΑΣ ακολούθησε σφαγή, που περιελάμβανε εκτελέσεις αιχμαλώτων ταγματασφαλιτών και κάποιων αμάχων.

1. H αποχώρηση του κατοχικού στρατού και τα Τάγματα Ασφαλείας
Στις 26 Αυγούστου του 1944 πάρθηκε η απόφαση να αποχωρήσουν από την Ελλάδα τα στρατεύματα της Βέρμαχτ και να μεταβούν στη Γιουγκοσλαβία. Κατά την αποχώρησή τους από την Πελοπόννησο στις αρχές Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές και άφησαν πολεμοφόδια και εξοπλισμό στους ταγματασφαλίτες, προσπαθώντας να υποθάλψουν την εμφύλια ένταση στην Ελλάδα.

Τα δωσίλογα στοιχεία και ιδιαίτερα τα υπολείμματα της κατοχικής χωροφυλακής και τα τάγματα ασφαλείας βρίσκονταν στο στόχαστρο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η θέση των τελευταίων ομάδων, μετά την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων της Ναζιστικής Γερμανίας από την Πελοπόννησο, ήταν επισφαλής και ο φόβος σφαγών από τον ΕΛΑΣ ήταν έντονος. Ο ΕΛΑΣ θεωρούσε ότι τα δωσίλογα στοιχεία, βάσει των υποδείξεων της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδας, αποτελούσαν εχθρικά τμήματα.

Στις 15 Αυγούστου το ΕΑΜ είχε προσχωρήσει στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ο ΕΛΑΣ είχε χαρακτηριστεί συμμαχικό στράτευμα και λειτουργούσε πλέον και επίσημα υπό την κάλυψη της εξόριστης κυβέρνησης. Στην Πελοπόννησο δρούσε η ΙΙ Μεραρχία του ΕΛΑΣ, συνολικής δύναμης 6.000 ανδρών, με επικεφαλής αυτή την περίοδο τον Άρη Βελουχιώτη. Από την άνοιξη του 1944, ο Μελιγαλάς ήταν έδρα του 3ου Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά, που είχε συγκροτηθεί με σκοπό να τρομοκρατήσει τη βάση του ΕΑΜ στην περιοχή. Χιλιάδες σπίτια είχαν πυρποληθεί στην περιοχή της Καλαμάτας κατά τη διάρκεια της κατοχής και περίπου 1.500 είχαν εκτελεστεί. Τα τελευταία αντίποινα των ταγματασφαλιτών είχαν πραγματοποιηθεί μόλις λίγες βδομάδες νωρίτερα.

Ταγματασφαλίτες αναπαύονται στην ύπαιθρο. 
(1943)
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ανακοίνωση της 3ης Σεπτεμβρίου του στρατιωτικού αρχηγού του ΕΛΑΣ, Στέφανου Σαράφη καλούσε τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ με τα όπλα τους ώστε να σώσουν την ζωή τους. Την ίδια μέρα ο αντιστράτηγος Σκόμπι έδωσε εντολή στον υφιστάμενό του στην Αθήνα, αντιστράτηγο Σπηλιωτόπουλο, να τους συστήσει να λιποτακτήσουν ή να παραδοθούν σε εκείνον με την υπόσχεση ότι θα φυλακίζονταν ως αιχμάλωτοι πολέμου. 
Ταγματασφαλίτης δίπλα σε 
απαγχονισμένο. (1943)
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Η διαταγή, ωστόσο, είτε δεν αφορούσε τους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου ή αγνοήθηκε από αυτούς. Στις 6 Σεπτεμβρίου ασαφές ανακοινωθέν της κυβέρνησης Παπανδρέου κάλεσε τους ταγματασφαλίτες "να εγκαταλείψουν αμέσως" τις θέσεις τους και να έρθουν στην πλευρά των Συμμάχων. Ενώ οι Βρετανοί επιθυμούσαν τη διατήρηση της κατάστασης ως έχει μέχρι την άφιξη δυνάμεών τους και της κυβέρνησης Παπανδρέου και επιδίωκαν να μη περιέλθει γερμανικός οπλισμός στα χέρια των ανταρτών, ο ΕΛΑΣ, εξαιτίας της επιθυμίας των ανταρτών για εκδίκηση εναντίον των ταγματασφαλιτών αλλά και σχεδίου ανάληψης της εξουσίας στην Πελοπόννησο πριν την άφιξη βρετανικών δυνάμεων, ήταν έτοιμος να εμπλακεί σε τακτικές μάχες εναντίον των ταγμάτων.

2. Ιστορικό των γεγονότων του Μελιγαλά
Οι Γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν από την Καλαμάτα στις 5 Σεπτεμβρίου αφήνοντας τη Χωροφυλακή μόνη επίσημη ένοπλη εξουσία στην πόλη. Μετά την απόρριψη της πρότασης του ΕΛΑΣ να παραδώσουν οι ταγματασφαλίτες τον οπλισμό τους, ξεκίνησε επίθεση του ΕΛΑΣ στις 9 Σεπτεμβρίου με αποτέλεσμα κατά την Απελευθέρωση της Καλαμάτας να σκοτωθεί και ο διοικητής του 9ού Συντάγματος του ΕΛΑΣ αντισυνταγματάρχης Ι.Σερβός ενώ 100-120 ταγματασφαλίτες υπό τη διοίκηση του ανθυπολοχαγού Νίκου Θεοφάνους και του νομάρχη Μεσσηνίας Δημήτριου Περρωτή κατέφυγαν στο Μελιγαλά, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη ισχυρή δύναμη 800 ταγματασφαλιτών ενισχυμένη με άλλους 100-120, που είχαν έρθει από το Κοπανάκι.

Ετσι, η κατάληψη του Μελιγαλά απέκτησε μεγάλη σημασία για την επικράτηση του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος μαζί με δύο Βρετανούς αξιωματικούς μεσολάβησαν και μετέφεραν στους ταγματασφαλίτες πρόταση για παράδοση και μεταφορά τους σε ασφαλές στρατόπεδο μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, για να διασφαλισθεί η ζωή και η περιουσία των ίδιων και των συγγενών τους, αλλά ο Περρωτής την απέρριψε. Την ίδια τύχη είχαν και εκκλήσεις συγγενών των πολιορκημένων που ήρθαν στο Μελιγαλά από κοντινά χωριά.

Η επίθεση του ΕΛΑΣ, η συνολική δύναμη του οποίου ανερχόταν σε περίπου 1.200 άνδρες από το 9ο και το 8ο Σύνταγμα, ξεκίνησε το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου. Η μάχη διήρκεσε ως τις 15 Σεπτεμβρίου και έληξε με ήττα των αμυνόμενων. Τη λήξη της ακολούθησε εισβολή αμάχων στο Μελιγαλά και ανεξέλεγκτη λεηλασία και σφαγή. Το πρώτο αυτό εκδικητικό κύμα ακολούθησαν εκτελέσεις με οργανωμένο τρόπο. Στο ανταρτοδικείο που οργανώθηκε στην πόλη με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, πέρα από τους περίπου 60 επικεφαλής των Ταγμάτων, με λίστες με τα ονόματα των οποίων είχαν προμηθεύσει τους υπεύθυνους του ΕΛΑΣ οι τοπικές εαμικές οργανώσεις, πολλοί άλλοι με διαδικασίες διαβλητές που σχετίζονταν και με προσωπικά κίνητρα. Οι εκτελέσεις έγιναν στην "πηγάδα", ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι έξω από το Μελιγαλά.

Στις 17 Σεπτεμβρίου ο νομάρχης Μεσσηνίας και άλλοι αξιωματούχοι οδηγήθηκαν στην Καλαμάτα. Στην κεντρική πλατεία της πόλης το εξαγριωμένο πλήθος έσπασε τις γραμμές της ΕΛΑΣίτικης πολιτοφυλακής και οι αιχμάλωτοι λιντσαρίστηκαν ενώ δώδεκα κρεμάστηκαν από τους φανοστάτες.

3. Επακόλουθα
Τα γεγονότα του Μελιγαλά, όπως και αυτά της Καλαμάτας, αμαύρωσαν την εικόνα της ηγεσίας του ΕΑΜ, η οποία αρχικά αρνήθηκε το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές. Αργότερα όμως αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα γεγονότα και να τις καταδικάσει. Πάντως οι μετριοπαθείς ηγέτες του ΕΑΜ, ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Στέφανος Σαράφης, επέμεναν ότι ακολουθούσαν αυστηρά τις εντολές της Προσωρινής Κυβέρνησης, και ήταν ξεκάθαρα κατά των εκτελέσεων.

Τα συμβάντα αυτά, που έδειξαν ότι ο ΕΛΑΣ ήταν διατεθειμένος να υποστεί σημαντικές απώλειες για να αποκτήσει τον έλεγχο πριν την άφιξη των βρετανικών δυνάμεων και ικανός να το επιτύχει, οδήγησαν σε αλλαγή της βρετανικής πολιτικής: οι Βρετανοί σύνδεσμοι στην Πελοπόνησο, που μέχρι τότε είχαν εντολές να μην αναμιγνύονται στα τεκταινόμενα, διατάχθησαν να παρεμβαίνουν για τον αφοπλισμό, τη φύλαξη και την παράδοση του οπλισμού των ταγματασφαλιτών ει δυνατόν σε βρετανικές δυνάμεις, για την αποτροπή του ενδεχόμενου να έλθουν στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Έκτοτε, χάρη στην παρέμβαση Βρετανών συνδέσμων, στελεχών του Ερυθρού Σταυρού, αντιπροσώπων της κυβέρνησης Παπανδρέου ή και των κατά τόπους Εαμικών αρχών, σε πολλές πόλεις της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου τα Τάγματα παραδόθηκαν αμαχητί και χωρίς αιματοχυσία. Υπήρξαν και αρκετά περιστατικά θανάτωσης των παραδοθέντων ταγματασφαλιτών είτε από Ελασίτες, είτε από εξαγριωμένα πλήθη και συγγενείς των θυμάτων τους, όπως στην Πύλο και σποραδικά την περίοδο αυτή στη Βόρειο Ελλάδα, οφειλόμενα στην έντονη πίεση μέρους του πληθυσμού για εκδίκηση, μερικά, όμως, στη συναίνεση ή και προεργασία εαμικών στελεχών. Γενικά, πάντως, στο κενό εξουσίας που προέκυψε μετά την αποχώρηση του γερμανικού στρατού, οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ προσπάθησαν να επιβάλλουν την τάξη αντιστεκόμενοι σε εκκλήσεις για εκδίκηση, όπως συνέβη στη Μυτιλήνη και τη Νάουσα. Βρετανικά τμήματα που αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή, διαπίστωσαν ότι η ΕΑΜική πολιτοφυλακή, που είχε δημιουργηθεί προς το τέλος καλοκαιριού του 1944 για να αναλάβει καθήκοντα αστυνόμευσης που ως τότε διεκπεραίωναν οι αντάρτες και να αντικαταστήσει την απαξιωμένη κατοχική Χωροφυλακή, διατηρούσε τον έλεγχο. Μάλιστα στην Πάτρα, μέχρι και τον Νοέμβριο πραγματοποιούνταν κοινή αστυνόμευση από Βρετανούς και πολιτοφύλακες του ΕΑΜ. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που υπέστησαν λιγότερες καταστροφές κατά τη ναζιστική κατοχή, σημειώθηκαν εκτετεμένα φαινόμενα αντεκδικήσεων: πάνω από 10.000 εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στη Γαλλία πριν εγκατασταθούν οι κυβερνητικές δυνάμεις και 15.000 στην Ιταλία, ενώ στις Βρυξέλλες λυντσαρίστηκαν δημόσια 265 άνθρωποι.

Η Συμφωνία της Καζέρτας στις 26 Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά το ρόλο του ΕΛΑΣ ως συμμαχικής δύναμης και καταδίκασε εκ νέου τα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας. Εξάλλου, υπό την πίεση των άλλων χωρών της Ευρώπης που είχαν ήδη θεσμοθετήσει παρόμοιες διατάξεις, η νέα κυβέρνηση της Απελευθέρωσης αναγκάστηκε να νομιμοποιήσει τις εκτελέσεις των δωσιλόγων, επισήμως των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Ειδικής Ασφάλειας της Χωροφυλακής και άλλων πιο μικρών οργανώσεων.

4. Απολογισμοί
Παρά το γεγονός ότι η πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αναφέρει τη σφαγή του Μελιγαλά ως σφαγή κυρίως ταγματασφαλιτών ισχυριζόμενοι πως από τα 1.144 ονόματα σκοτωμένων στη μάχη που παρουσιάζει ο τοπικός "Σύλλογος θυμάτων", περιλαμβάνονται 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ακόμα η πλειοψηφία των σκοτωμένων ήταν άντρες σε μάχιμη ηλικία και από διαφορετικές περιοχές (μόνο 108 ήταν από τον Μελιγαλά), σε μια περιοχή όπου ήταν σταθμευμένος ογκώδης αριθμός ταγματασφαλιτών. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως και οι ίδιοι οι υπερασπιστές των σκοτωμένων ταγματασφαλιτών της μάχης δείχνουν αναποφάσιστοι ως προς τον αριθμό τους καθώς ακόμα και στα ίδια πονήματα παρουσιάζουν διαφορετικούς αριθμούς. Ο πανεπιστημιακός Στάθης Καλύβας παραπέμπει στα στοιχεία της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας που μετρά 708 νεκρούς στο Μελιγαλά ενώ ο Υποστράτηγος Εμμανουήλ Μάντακας σε ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ της 26ης Σεπτεμβρίου ανέφερε πως "σκοτώθηκαν 800 Ράλληδες", αριθμό που αναφέρει και ο Στρατηγός Στέφανος Σαράφης.

Μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, όμως, το νεό καθεστώς θα προσμετρήσει στους εκτελεσθέντες όχι μόνο τους σκοτωμένους κατα τη διάρκεια της μάχης και τους εκτελεσθέντες μετά τη μάχη ταγματασφαλίτες, αλλά και τις παράπλευρες απώλειες, τους αμάχους που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης από πυρά και των δύο πλευρών.

5. Δημόσια μνήμη
Από το Σεπτέμβριο του 1945 και εξής κάθε χρόνο πραγματοποιείται μνημόσυνο, οργανωμένο από τις τοπικές αρχές με τη συμμετοχή θεσμικών παραγόντων, έως και κυβερνητικών στελεχών την περίοδο της δικτατορίας.

Τα γεγονότα του Μελιγαλά ιδεολογικοποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά. Το μετεμφυλιακό καθεστώς παρουσίαζε το Μελιγαλά ως σύμβολο της "κομμουνιστικής βαρβαρότητας". Οι ταγματασφαλίτες, από την άλλη, μνημονεύονταν αποκλειστικά ως αντίπαλοι ή θύματα των κομμουνιστών, καθώς το μετεμφυλιακό κράτος αντλούσε τη νομιμοποίησή του από την προβολή του ως συνέχεια όχι της δωσίλογης, αλλά της εξόριστης κυβέρνησης. Στις αγγελίες για το ετήσιο μνημόσυνο για τους νεκρούς του Μελιγαλά και στους πανηγυρικούς που εκφωνούνταν εκεί, παραλειπόταν κάθε αναφορά στους νεκρούς ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, που μνημονεύονταν ως "σφαγιασθέντες εθνικόφρονες" ή "πατριώτες".

Το 1982 το Υπουργείο Εσωτερικών κρίνοντας ότι "οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό" αποφάσισε την παύση συμμετοχής επίσημων κρατικών αρχών στο μνημόσυνο, την οργάνωση του οποίου ανέλαβε πλέον ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που είχε δημιουργηθεί το 1980. Η περιθωριοποίηση αυτή των εκδηλώσεων συνοδεύτηκε από τη μεταβολή των πανηγυρικών λόγων σε απολογίες υπέρ των νεκρών, που τιμώνται ως μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Σήμερα στις εκδηλώσεις συμμετέχουν απόγονοι των εκτελεσθέντων και ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις, όπως η Χρυσή Αυγή.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε φοιτητές προσκείμενους στη ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος - Β΄ Πανελλαδική και τις Αριστερές Συσπειρώσεις" από τη μία πλευρά και στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και την ΟΝΝΕΔ από την άλλη, στο πλαίσιο της αναγνώρισης της εθνικής αντίστασης το 1982, οι πρώτοι χρησιμοποιούσαν το σύνθημα "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς" ως απάντηση στη θετική προβολή των ταγματασφαλιτών από τους δεύτερους, πρακτική που επαναλήφθηκε στο Πανσπουδαστικό συνέδριο του 1992 ως απάντηση σε εμφυλιοπολεμικά και αντικομμουνιστικά συνθήματα της ΔΑΠ. Τη δεκαετία του 2000 και εξής και ιδίως μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή, τα γεγονότα του Μελιγαλά ανασημασιοδοτήθηκαν θετικά ως σύμβολο αποφασιστικού αντιφασισμού και η αναφορά σε αυτά συνδυάζεται με κλασικά αντιεξουσιαστικά συνθήματα.

ΠΗΓΕΣ:
http://www.rizospastis.gr
https://el.wikipedia.org

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Το 1589 πέθανε η Αικατερίνη των Μεδίκων

Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου αμαύρωσε την φήμη της Αικατερίνης των Μεδίκων. Σύγχρονοί της ιστορικοί την κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούσε κάθε ύπουλο μέσο, προκειμένου να διατηρηθεί στο θρόνο η δυναστεία των Βαλουά, κάνοντας πρωτοφανές πατρονάρισμα κάθε μορφής τέχνης, προκειμένου να εξυψώσει το γόητρο μιας μοναρχίας που βρισκόταν από καιρό σε παρακμή.

Η Αικατερίνη των Μεδίκων (Caterina de' Medici, Φλωρεντία, 13 Απριλίου 1519 - Μπλουά, 5 Ιανουαρίου 1589) ήταν Ιταλίδα ευγενής, κόρη του Λαυρέντιου Β' των Μεδίκων και της Μαγδαληνής της Ωβέρνης, και βασίλισσα της Γαλλίας από το 1547 έως το 1559 ως σύζυγος του βασιλιά Ερρίκου Β' της Γαλλίας.

Το 1533, σε ηλικία 14 ετών η Αικατερίνη παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Ερρίκο, δεύτερο γιο του βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσκου Α΄ και της βασίλισσας Κλαυδίας. Ο μεγάλος γιος του βασιλιά, πρίγκιπας Φραγκίσκος, πέθανε το 1536, οπότε διάδοχος του γαλλικού θρόνου έγινε ο σύζυγός της, που διαδέχθηκε το 1547 τον πατέρα του ως Ερρίκος Β΄ της Γαλλίας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Ερρίκος ασχολούνταν περισσότερο με τις ερωμένες του παρά με τη σύζυγό του.

Ο Ερρίκος πέθανε το 1559 και η Αικατερίνη εισήλθε στο πολιτικό προσκήνιο, αφού έγινε αντιβασίλισσα, εκτελώντας τα καθήκοντα του ασθενούς 15χρονου μεγαλύτερου γιου της, Φραγκίσκου Β΄, που πέθανε το 1560. Παρέμεινε στην αντιβασιλεία, υποκαθιστώντας τον 10χρονο γιο της, Κάρολο Θ΄, που κι αυτός πέθανε πρόωρα το 1574. Τότε η Αικατερίνη συμβασίλευσε με το μικρότερο γιο της, Ερρίκο Γ΄, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της εξουσίας.

Οι τρεις ασθενείς γιοι της Αικατερίνης βασίλευσαν σε μια εποχή κοινωνικών και θρησκευτικών αναστατώσεων στη Γαλλία. Εκείνη αρχικά προσεταιρίστηκε την παράταξη των Προτεσταντών, τους γνωστούς Ουγενότους, αλλά χωρίς να ασπαστεί τις πεποιθήσεις τους. Αργότερα, άλλαξε τακτική, στράφηκε εναντίον τους και τους δίωξε απηνώς, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ως ηθική αυτουργός της σφαγής των Προτεσταντών σε όλη τη Γαλλία τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου το 1572. Σύγχρονοί της ιστορικοί την έχουν κατηγορήσει ότι χρησιμοποιούσε κάθε ύπουλο μέσο, προκειμένου να διατηρηθεί στο θρόνο η δυναστεία των Βαλουά και έκανε πρωτοφανές πατρονάρισμα κάθε μορφής τέχνης, προκειμένου να εξυψώσει το γόητρο μιας μοναρχίας που βρισκόταν από καιρό σε παρακμή.

Δύσκολα παιδικά χρόνια στη Φλωρεντία
Η γέννηση της Αικατερίνης (13 Απριλίου 1519) έφερε μεγάλη χαρά στους γονείς της, σαν να γεννιόταν αγόρι στην οικογένεια, όπως αναφέρει χρονογράφος της εποχής. Ωστόσο, έμεινε γρήγορα ορφανή. Η μητέρα της πέθανε λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Απριλίου, σε ηλικία 17 ετών. Στη συνέχεια έχασε τον πατέρα της, στις 4 Μαΐου, πιθανότατα από σύφιλη. Ο γάμος του ζευγαριού περιλαμβανόταν στους όρους μιας συμμαχικής συνθήκης μεταξύ του βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσκου Α΄ και του Πάπα Λέοντα Ι΄, που ανήκε στην οικογένεια των Μεδίκων, η οποία στρεφόταν κατά του Μαξιμιλιανού Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Τη φροντίδα της Αικατερίνης ανέλαβε αρχικά η γιαγιά της, Αλφονσίνα Ορσίνι, μετά το θάνατο της οποίας το 1520, πήγε να μείνει με τη θεία της, Κλαρίτσε Στρότσι, και τα παιδιά της. Η Αικατερίνη αγάπησε τα ξαδέλφια της σαν πραγματικά της αδέλφια.

Ο θάνατος του Πάπα Λέοντα Ι΄ το 1521 μείωσε την επιρροή της οικογένειας των Μεδίκων μέχρι να εκλεγεί πάπας ένας άλλος Μέδικος, ο Κλήμης Ζ΄ το 1523. Ο Κλήμης εγκατέστησε την Αικατερίνη στα ανάκτορα των Μεδίκων στη Φλωρεντία. Έγινε γνωστή στο λαό της Φλωρεντίας ως η μικρή δούκισσα.

Οι Μέδικοι ανατράπηκαν στη Φλωρεντία το 1527 και η Αικατερίνη, όμηρος πλέον, κλείστηκε σε μια σειρά από μοναστήρια, ενώ ο Κλήμης αναγκάστηκε να στέψει ο ίδιος τον Κάρολο Ε΄ αυτοκράτορα. Τον Οκτώβριο του 1529, τα στρατεύματα του Καρόλου πολιόρκησαν την Φλωρεντία, με εντολή να συλλάβουν την Αικατερίνη και να την σκοτώσουν ή να την κλείσουν σε οίκο ανοχής. Την περιέφεραν στους δρόμους της πόλης πάνω σε έναν γάιδαρο. Η Φλωρεντία μετά σκληρή πολιορκία, κατά την οποία υπέφερε πολλά δεινά, αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει στις 12 Αυγούστου 1530.

Ο Κλήμης κάλεσε την Αικατερίνη στη Ρώμη. Στάλθηκε όμως όμηρος πέντε χρόνια στην Ισπανία χωρίς να έχει ιδιαίτερα προσόντα. Αντίθετα, έκανε εντύπωση η ασχήμια της, ειδικά δε τα εξογκωμένα μάτια της, χαρακτηριστικό των Μεδίκων. Αναζητήθηκε μνηστήρας, και τελικά ο βασιλιάς της Γαλλίας Φραγκίσκος Α΄ προσφέρθηκε να της δώσει σύζυγο τον δεύτερο γιο του, Ερρίκο, λόγω της μεγάλης αγάπης που έτρεφε για την οικογένεια των Μεδίκων.

Γάμος με τον διάδοχο Ερρίκο
Η γαμήλια τελετή έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1533 στη Μασσαλία, με κάθε μεγαλοπρέπεια. Κατά την πρώτη νύχτα του γάμου τους, παρών ήταν ο βασιλιάς Φραγκίσκος, ενώ ο Πάπας Κλήμης Ζ΄ απηύθυνε την επόμενη μέρα τις ευχές του στο ζευγάρι, που ήταν κι οι δυο έφηβοι.

Η Αικατερίνη δεν έβλεπε και πολύ το σύζυγό της τον πρώτο χρόνο του γάμου τους. Όμως, οι κυρίες της αυλής της συμπεριφέρονταν ευγενικά, εντυπωσιασμένες από την ευφυΐα και την ευγένειά της. Ο θάνατος του πάπα Κλήμεντα υποβάθμισε τη θέση της στη γαλλική αυλή. Ο νέος πάπας Παύλος Γ΄ κατέστησε σαφή την αντιπάθειά του προς το πρόσωπό της, και αρνήθηκε να πληρώσει την τεράστια προίκα της. Ο ίδιος ο βασιλιάς Φραγκίσκος δήλωνε: "Τη δέχτηκα γυμνή".

Παράλληλα, δεν απολάμβανε την εύνοια του συζύγου της για τον πρόσθετο λόγο ότι επί δέκα χρόνια δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Ο Ερρίκος αδιαφορούσε φανερά για τη γυναίκα του και διατηρούσε ερωμένες. Το 1537, όταν μια ερωμένη του βασιλιά Ερρίκου, η Φιλίππα Ντούτσι, του γέννησε (εξώγαμη) κόρη, εκείνος την αναγνώρισε (ως Νταϊάνα της Γαλλίας) και τη χρησιμοποιούσε ως επιχείρημα για τη γονιμότητά του, κατηγορώντας τη σύζυγό του ως στείρα.

Ο Ερρίκος διάδοχος του θρόνου
Το 1536, ο Φραγκίσκος, μεγαλύτερος αδελφός του συζύγου της Αικατερίνης, πέθανε στο κάστρο του Ραμπουιγιέ (Château de Rambouillet), οπότε ο σύζυγός της έγινε ταυτόχρονα δελφίνος και διάδοχος του θρόνου. Η ανάγκη να γεννήσει τώρα διάδοχο ήταν πλέον επιτακτική. Ο Ερρίκος πιέστηκε από φιλικούς του κύκλους, ακόμα και από τον πατέρα του, να την χωρίσει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του χρονογράφου της Αυλής, Πιέρ ντε Μπουρντέιγ.

Μετά από εξοντωτικές προσπάθειες και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, κατάφερε στις 20 Ιανουαρίου του 1544 να γεννήσει γιο, κάτι που ανήγγειλε με μεγάλη χαρά ο πεθερός της Φραγκίσκος Α΄. Οι προσπάθειες καρποφόρησαν χάρη σε έναν γιατρό, τον Ιωάννη Φερνέλ, που κατάφερε τελικά να διεγείρει τη σεξουαλική επιθυμία των δύο νέων. Αυτό εντούτοις δεν σταθεροποίησε τον ετοιμόρροπο γάμο τους, παρόλο που έκανε μαζί του άλλα οχτώ παιδιά, διαιωνίζοντας τη δυναστεία των Βαλουά.

Το 1538, ο 19χρονος Ερρίκος απέκτησε ερωμένη την 38χρονη Νταϊάνα του Πουατιέ, στην οποία έδειχνε την προτίμησή του για το υπόλοιπο του βίου του. Όταν η ίδια του ζήτησε να διαλύσει τον γάμο του, σεβάστηκε την σύζυγο και τους απογόνους που του έδωσε και αρνήθηκε.

Με τον θάνατο του βασιλιά Φραγκίσκου Α΄ (1547), η Αικατερίνη έγινε βασίλισσα της Γαλλίας: στέφθηκε στη βασιλική του Σεντ-Ντενί τον Ιούνιο του 1549.

Η Αικατερίνη των Μεδίκων ως βασίλισσα της Γαλλίας. 
Περιγράφεται με μεγάλο στόμα, εξογκωμένα μάτια, ωστόσο 
ταυτόχρονα χαριτωμένη και με καλοσχηματισμένα χέρια.
Βασίλισσα της Γαλλίας
Αν και ο σύζυγος της την είχε υποτιμήσει έντονα και δεν της επέτρεπε καμία πολιτική επιρροή, αυτή αναλάμβανε την αντιβασιλεία όταν απουσίαζε, αλλά με περιορισμένες δυνατότητες. Ο Ερρίκος ευνοούσε συνεχώς τις ερωμένες του και ιδιαίτερα την Νταϊάνα του Πουατιέ, στην οποία χάρισε μάλιστα το Κάστρο του Σενονσώ. H ίδια δε θεώρησε ποτέ απειλή την Αικατερίνη, η οποία το 1556 έμεινε και πάλι άτεκνη, καθώς οι δίδυμες κόρες που γέννησε πέθανε η μια στη γέννα και η άλλη επτά βδομάδες αργότερα.

Κατά τη βασιλεία του Ερρίκου, ανήλθαν σε δύναμη και οι αδελφοί Γκιζ, γιοί του Κλαυδίου, δούκα του Γκιζ: ο Κάρολος έγινε καρδινάλιος (1547) και ο Φραγκίσκος έγινε δούκας του Γκιζ (1550). Η αδελφή τους, Μαρία του Γκιζ, παντρεύτηκε τον Ιάκωβο Ε΄ της Σκωτίας και ήταν η μητέρα της Μαρίας Α΄ της Σκωτίας. Σε ηλικία πέντε ετών, η Μαρία εστάλη στη Γαλλική αυλή, όπου την προόριζαν για σύζυγο του δελφίνου Φραγκίσκου, και έμεινε εκεί για ασφάλεια. Η Αικατερίνη την είχε σαν να είναι δικό της παιδί, με την μητέρα της Μαρία να κυβερνά ως αντιβασίλισσα στη Σκωτία.

Στις 3 και 4 Απριλίου 1559, ο Ερρίκος υπέγραψε την συνθήκη του Καμπρέσις με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την Αγγλία, τερματίζοντας μια μακρά περίοδο των ιταλικών πολέμων. Η συνθήκη επισφραγίστηκε με τον αρραβώνα της 13χρονης κόρης του, Ελισάβετ, με το βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β΄. Ο δι' αντιπροσώπων γάμος τους πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 1559 στο Παρίσι, όπου εορτάστηκε με κονταρομαχίες, εκδηλώσεις και μασκαράτες.

Στις μονομαχίες έλαβε μέρος ο βασιλιάς Ερρίκος, ο οποίος νίκησε τους δούκες του Νεμούρ και του Γκιζ, αλλά τραυματίστηκε θανάσιμα στο πρόσωπο από τον νεαρό Γαβριήλ, κόμη του Μοντγκόμερι. Μεταφέρθηκε στον πύργο του Τουρνέλ, όπου αφαιρέθηκαν έξι ξύλινες ακίδες από το κεφάλι του, μια από τις οποίες είχε τρυπήσει το μάτι και τον εγκέφαλό του. Η κατάσταση του Ερρίκου παρουσίασε διακυμάνσεις για τις επόμενες δέκα μέρες, αλλά σταδιακά έχασε την όραση, την ομιλία και τα λογικά του και πέθανε στις 10 Ιουλίου 1559.

Η περίλυπη Αικατερίνη δεν έβγαλε τα μαύρα για όλη την υπόλοιπη ζωή της, ενώ υιοθέτησε ως θυρεό της μια σπασμένη λόγχη με την λατινική επιγραφή "lacrymae hinc, hinc dolor".

Αντιβασίλισσα του Φραγκίσκου Β΄
Ο ασθενικός Φραγκίσκος έγινε βασιλιάς σε ηλικία 15 ετών. Αισθανόταν τόσο βαρύ το στέμμα στο κεφάλι του, ώστε τέσσερις ευγενείς το κρατούσαν στη θέση του όσο εκείνος ανέβαινε τις σκάλες για την τελετή στέψης.

Μέσω πραξικοπήματος, οι δούκες του Γκιζ πήραν την εξουσία και οδήγησαν το Φραγκίσκο και τη Μαρία Α΄ της Σκωτίας, ανιψιά τους, στο Παρίσι, στο Λούβρο. Η Αικατερίνη υποστήριξε το κίνημά τους λόγω αναγκαιότητας. Δεν της είχε ανατεθεί αυστηρά κάποιος ρόλος στη διακυβέρνηση του γιου της, καθώς θεωρούνταν αρκετά μεγάλος για να ασκήσει εξουσία από μόνος του. Ωστόσο, σε κάθε του απόφαση, ο ίδιος μνημόνευε το όνομα και συγκατάβαση της μητέρας του. Η Αικατερίνη δε δίστασε να εκμεταλλευτεί αυτή τη θέση εξουσίας. Μια από τις πρώτες της ενέργειες ήταν να αναγκάσει την Νταϊάνα του Πουατιέ να παραδώσει τα κοσμήματα του στέμματος και να παραδώσει το κάστρο του Σενονσώ.

Οι αδελφοί Γκιζ καταδίωξαν με ζήλο τους προτεστάντες. Η Αικατερίνη υιοθέτησε μετριοπαθή στάση και αντιτάχθηκε στους διωγμούς των Γκιζ, αν και δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους Ουγενότους, ούσα Καθολική από την γέννησή της και μην κατανοώντας ποτέ πλήρως τις ιδέες τους. Οι προτεστάντες αναγνώρισαν ως ηγέτη τον Αντώνιο των Βουρβώνων κι έπειτα τον αδερφό του, Λουδοβίκο Α΄ του Κοντέ, ο οποίος σχεδίασε συνωμοσία για τη βίαιη ανατροπή των Γκιζ. Όταν οι ίδιοι έμαθαν για τη συνωμοσία, μετέφεραν την έδρα τους στο Αμπουάζ. Εκεί, ξεκίνησε επίθεση στο δάσος γύρω από το παλάτι και σκοτώθηκαν πολλοί επαναστάτες. Άλλοι πνίγηκαν, ενώ 52 ευγενείς εκτελέστηκαν, ενόσω παρακολουθούσαν η Αικατερίνη και άλλοι αυλικοί.

Τον Ιούνιο του 1560, πρωθυπουργός διορίστηκε ο Μισέλ του Οπιτάλ, ο οποίος επεδίωξε την υποστήριξη των γαλλικών συνταγματικών σωμάτων και συνεργάστηκε στενά με την Αικατερίνη για την υπεράσπιση του νόμου ενάντια στην αυξανόμενη αναρχία. Κανείς από τους δυο δε φαινόταν να επιδιώκει την τιμωρία των προτεσταντών που ασκούσαν ιδιωτικά τα θρησκευτικά τους δικαιώματα και δεν είχαν πάρει τα όπλα. Εν τω μεταξύ, ο Λουδοβίκος Α΄ του Κοντέ συγκέντρωσε στρατό και το φθινόπωρο του 1560 άρχισε τις επιθέσεις σε πόλεις του Νότου. Η Αικατερίνη διέταξε τη σύλληψη και φυλάκισή του, ενώ καταδικάστηκε σε εκτέλεση για εγκλήματα κατά του στέμματος. Σώθηκε λόγω της ασθένειας και του θανάτου του βασιλιά Φραγκίσκου Β΄, λόγω μιας μόλυνσης στα αυτιά του.

Λίγο πριν το θάνατό του, η Αικατερίνη έκανε μια συμφωνία με τον Αντώνιο των Βουρβώνων: εκείνος θα αναγνώριζε ως νόμιμο διάδοχο το γιο της, Κάρολο Θ΄, σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του αδερφού του, κόμη του Κοντέ. Στις 5 Δεκεμβρίου 1560, το Συμβούλιο επέλεξε την Αικατερίνη των Μεδίκων ως αντιβασίλισσα για λογαριασμό του δεύτερου γιου της, Καρόλου Θ΄, με απεριόριστες εξουσίες.

Ο Κάρολος Θ΄ αναφέρεται ως ένα αξιοθαύμαστο 
παιδί με ωραία μάτια, χαριτωμένες κινήσεις, 
αλλά με προβλήματα υγείας.
Αντιβασίλισσα του Κάρολου Θ΄
Το πρώτο διάστημα, η Αικατερίνη είχε κοντά της τον μόλις εννιάχρονο Κάρολο Θ΄ στην τελετή στέψης του. Προέδρευε στο συμβούλιό του κι ήταν υπεύθυνη των αποφάσεων και των κρατικών υποθέσεων. Ωστόσο, ποτέ δεν βρέθηκε σε θέση να καταφέρει να ελέγξει τη χώρα στο σύνολό της, καθώς βρισκόταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Πολλές περιοχές της Γαλλίας εξουσιάζονταν από τους ευγενείς, παρά από το στέμμα. Οι προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει ήταν σύνθετες και συχνά αδυνατούσε να τις κατανοήσει πλήρως.

Κάλεσε εκπροσώπους και των δύο εκκλησιαστικών πλευρών, σε μια προσπάθεια να λύσουν τις δογματικές διαφορές τους, που αποδείχθηκε άκαρπη. Τον Ιανουάριο του 1562, η Αικατερίνη εξέδωσε το Διάταγμα του Αγίου Γερμανού, το οποίο αναγνώριζε την ύπαρξη προτεσταντικών εκκλησιών και επέτρεπε τη λατρεία έξω από τα τείχη της πόλης.

Ωστόσο, στις 1 Μαρτίου 1562, στη Σφαγή του Βασσύ, ο Δούκας του Γκιζ και οι άνδρες του επιτέθηκαν σε Ουγενότους που προσεύχονταν στο Βασσύ: 74 σκοτώθηκαν και 104 τραυματίστηκαν. Ο Δούκας επευφημήθηκε ως ήρωας στους δρόμους του Παρισιού, όσο οι Ουγενότοι ορκίστηκαν εκδίκηση. Η σφαγή άναψε το φιτίλι για την κορύφωση των θρησκευτικών πολέμων της Γαλλίας. Για τα επόμενα 30 χρόνια, η Γαλλία θα βρισκόταν είτε σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου είτε σε εμπόλεμη ειρήνη.

Ο εμφύλιος πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει. Μέσα σε ένα μήνα, ο Λουδοβίκος Α΄ του Κοντέ και ο Γκασπάρ ντε Κολινί συγκέντρωσαν στρατό 1800 ανδρών και με Αγγλική υποστήριξη άρχισαν να κυριεύουν τις πόλεις της Γαλλίας τη μια μετά την άλλη.

Ο βασιλικός στρατός πολιόρκησε τους Ουγενότους στη Ρουέν και η βασίλισσα Αικατερίνη επισκέφτηκε τον Αντώνιο της Ναβάρρας στο νεκροκρέβατο του, καθώς είχε τραυματιστεί θανάσιμα. Εκδήλωσε την επιθυμία να βρεθεί η ίδια στο πεδίο της μάχης, προκειμένου να αποκαταστήσει την τάξη. Οι Καθολικοί κυρίευσαν τη Ρουέν, αλλά ο θρίαμβός τους ήταν σύντομος. Στις 18 Φεβρουαρίου 1563, ο κατάσκοπος Ζαν ντε Πολτρό τραυμάτισε θανάσιμα το Δούκα του Γκιζ στην πολιορκία της Ορλεάνης. Η Αικατερίνη φάνηκε να χαίρεται με το θάνατο του συμμάχου της, σύμφωνα με τα λεγόμενά της στο Βενετό πρεσβευτή:

Αν ο Άρχοντας Γκιζ είχε πεθάνει νωρίτερα, η ειρήνη θα είχε επιτευχθεί πιο γρήγορα.

Στις 19 Μαρτίου 1563, το Διάταγμα του Αμπουάζ έβαλε τέρμα στον πόλεμο και η Αικατερίνη κάλεσε τους Ουγενότους και τους Καθολικούς να γεφυρώσουν τις διαφορές και να ενώσουν τις δυνάμεις τους κατά των Άγγλων στην ανακατάληψη της Χάβρης.

Ιωάννα Γ΄ της Ναβάρρας, 1570
Ουγενότοι
H Αικατερίνη αποφάσισε να επιβάλει το Διάταγμα του Αμπουάζ και να αναζωογονήσει την αφοσίωση στο στέμμα (1564 -1565). Συναντήθηκε με την προτεστάντισσα Ιωάννα του Αλμπρέ, σύζυγο του Αντώνιου των Βουρβόνων, καθώς και με την κόρη της, Ελισάβετ, κοντά στα ισπανικά σύνορα. Ο Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας δεν παρευρέθηκε στη συνάντηση στο Μπαγιόν, στέλνοντας το Δούκα της Άλμπα να βρει οριστική λύση και τιμωρία στο πρόβλημα των αιρέσεων.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1567, στη λεγόμενη Έκπληξη του Μω, δυνάμεις των Ουγενότων προσπάθησαν να απαγάγουν το βασιλιά, προκαλώντας και πάλι εμφύλιο πόλεμο. Οι αυλικοί υποχώρησαν άτακτα στο Παρίσι, ενώ η εξέγερση σταμάτησε με την ειρήνη του Λονγκζιμό στις 23 Μαρτίου 1568. Ωστόσο, ακολούθησαν ταραχές σε όλες τις πόλεις της Γαλλίας.

Η Έκπληξη του Μω στάθηκε αιτία να διαμορφώσει η Αικατερίνη διαμετρικά αντίθετη τακτική απέναντι στους Ουγενότους, εγκαταλείποντας την διαλλακτικότητα της. Τον Ιούνιο του 1568, δήλωσε στο Βενετό πρεσβευτή ότι το μόνο που μπορούσε κανείς να περιμένει από τους Ουγενότους είναι απάτες και εγκωμίασε το "βασίλειο τρόμου" του Δούκα της Άλμπα στην Ολλανδία, όπου θανατώθηκαν χιλιάδες Καλβινιστές και επαναστάτες.

Οι Ουγενότοι αποσύρθηκαν στο φρούριο Λα Ροσέλ στα δυτικά, όπου μετέβησαν και η Ιωάννα Γ΄ της Ναβάρρας με το 15χρονο γιο της, Ερρίκο των Βουρβόνων, δηλώνοντας στη βασίλισσα ότι είναι έτοιμη να πεθάνει προκειμένου να υπερασπιστεί την πίστη της. Η Αικατερίνη της απάντησε ότι είναι η πιο ξεδιάντροπη γυναίκα που έχει γνωρίσει. Ωστόσο, η συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε στις 8 Αυγούστου 1570 παραχωρούσε ακόμα μεγαλύτερη ανεκτικότητα προς τους Ουγενότους.

Το 1570, ο Κάρολος Θ΄ της Γαλλίας παντρεύτηκε την Ελισάβετ της Αυστρίας, κόρη του Μαξιμιλιανού Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Αικατερίνη αποσκοπούσε επίσης σε ένα γάμο μεταξύ ενός εκ των μικρότερων γιων της με την Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας.

Μετά το θάνατο στη γέννα της κόρης της, Ελισάβετ, το 1568, η Αικατερίνη προόριζε την μικρότερη κόρη της, Μαργαρίτα των Βαλουά (γνωστή ως Βασίλισσα Μαργκό), για σύζυγο του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας. Τώρα, επεδίωκε το γάμο της Μαργαρίτας με τον Ερρίκο της Ναβάρρας, με σκοπό να ενώσει τα συμφέροντα Βαλουά και Βουρβόνων. Ωστόσο, η σχέση της Μαργαρίτας με τον Ερρίκο του Γκιζ εξόργισε τη μητέρα της και τον αδερφό βασιλιά της.

Έπειτα από συνεννοήσεις μεταξύ της Αικατερίνης και της Ιωάννας της Ναβάρρας, η Ιωάννα τελικά συμφώνησε στο γάμο μεταξύ του γιου της, Ερρίκου, και της Μαργαρίτας, με την προϋπόθεση ότι ο Ερρίκος θα διατηρούσε τη θρησκεία του. Όταν η Ιωάννα έφτασε στο Παρίσι για το γάμο, αρρώστησε και πέθανε. Συγγραφείς Ουγενότοι αργότερα κατηγόρησαν την Αικατερίνη ότι τη δηλητηρίασε. Αυτοψία έδειξε φυματίωση.

Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 18 Αυγούστου 1572 στην Παναγία των Παρισίων.

Ο νεώτερος γιος της Αικατερίνης των Μεδίκων - 
δούκας του Αλενσόν
Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου
Τρεις μέρες αργότερα, ο Γκασπάρ ντε Κολινί τραυματίστηκε από σφαίρα, ενώ ο ένοχος κατόρθωσε να δραπετεύσει. Μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο του Μπετισί, όπου ο χειρουργός κατόρθωσε να του αφαιρέσει τις σφαίρες από τον αγκώνα και ακρωτηρίασε το ένα δάκτυλο του. Η Κατερίνα άκουσε με απάθεια τα νέα, ωστόσο επισκέφτηκε γεμάτη θλίψη τον Κολινί και του υποσχέθηκε εκδίκηση. Ορισμένοι αποδίδουν στην Αικατερίνη τον τραυματισμό του Κολινί, άλλοι σε κάποια συνωμοσία μεταξύ του Πάπα και της Ισπανίας. Ούτως ή άλλως, το λουτρό αίματος που ακολούθησε ήταν πέρα από τον έλεγχο και της Αικατερίνης και οποιουδήποτε άλλου αρχηγού.

Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου, η οποία ξεκίνησε δυο μέρες αργότερα, αμαύρωσε εφεξής την φήμη της Αικατερίνης των Μεδίκων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συμμετείχε κι εκείνη στην απόφαση της 23ης Αυγούστου και τη διαταγή του Καρόλου Θ΄ της Γαλλίας να "σκοτωθούν όλοι". Το σχέδιο στη σύσκεψη εκείνη επικεντρωνόταν στο ότι η απόπειρα εναντίον του Κολινί θα προκαλούσε εξέγερση των Ουγενότων και αφορμή για εκδίκηση, κι έτσι, η ίδια κι οι υπόλοιποι προτίμησαν να επικεντρώσουν τη μάχη μες στο Παρίσι και να εξολοθρεύσουν τους αρχηγούς τους μετά το γάμο.

Ο φρουρός του βασιλιά μπήκε στο δωμάτιο του Κολινί, τον σκότωσε και έριξε το πτώμα του από το παράθυρο. Αυτό ήταν το σύνθημα της γενικής σφαγής των αρχηγών των Προτεσταντών. Ο Ερρίκος της Ναβάρρας συνελήφθη και του ζητήθηκε να επιλέξει αν ήθελε να θανατωθεί, να μείνει ισόβια αιχμάλωτος ή να γίνει Καθολικός. Προτίμησε να αλλαξοπιστήσει. Ακολούθησε γενική σφαγή όλων των αρχηγών των Προτεσταντών και τμήματος του λαού από τους Καθολικούς. Η σφαγή στο Παρίσι κράτησε περίπου μια βδομάδα. Επεκτάθηκε σε πολλές περιοχές της Γαλλίας, όπου κράτησε μέχρι το φθινόπωρο. Κατά τον ιστορικό Ζυλ Μισελέ, "η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου δεν κράτησε μια νύχτα, αλλά μια ολόκληρη εποχή".

Από αυτή τη χρονική στιγμή κι έπειτα χρονολογείται ο θρύλος της "μοχθηρής βασίλισσας Αικατερίνης". Οι προτεστάντες συγγραφείς σκιαγράφησαν την Αικατερίνη ως μια ραδιούργα Ιταλίδα, που είχε σκοτώσει όλους τους εχθρούς της μονομιάς, δρώντας υπό τις αρχές του μακιαβελικού ηγεμόνα. Ο μισογυνισμός και το μένος έναντι των Ιταλών στις ιστορικές διηγήσεις των Προτεσταντών ιστορικών αποδείχτηκαν ελκυστικές όχι μόνο στους ομόθρησκούς τους, αλλά και στους Καθολικούς που έψαχναν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για τις συμφορές της Γαλλίας.

Η Αικατερίνη των Μεδίκων χήρα σε προχωρημένη ηλικία
Ερρίκος της Ναβάρρας
Σε δύο χρόνια (1575), ο γιος της, Κάρολος Θ΄, πεθαίνει σε ηλικία 23 ετών, την ίδια στιγμή που ο μικρότερος γιος της, Ερρίκος, βρισκόταν στην Πολωνία, όπου είχε ήδη ανακηρυχθεί βασιλιάς. Ήταν παράλληλα ο αγαπημένος γιος της, ενώ η υγεία του βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με τους συνεχώς άρρωστους μεγαλύτερους αδελφούς του. Η Κατερίνα τον παρακάλεσε με ικεσίες να αφήσει την Πολωνία και να έρθει μαζί της, κάτι που αποδέχθηκε.

Ο Ερρίκος έμεινε αδιάφορος για την διακυβέρνηση της χώρας, ασχολούμενος με βαθιά θρησκόληπτες τακτικές. Παράλληλα, έδειχνε αδιάφορος με τις γυναίκες, αλλά παντρεύτηκε, όταν ανέβηκε στον θρόνο το Φεβρουάριο του 1575, την Λουίζα της Λωρραίνης. Ο Ερρίκος στάθηκε ανίκανος να τεκνοποιήσει, οι εμφύλιες διαμάχες συνεχίζονταν και ο φιλόδοξος μικρότερος γιος της Αικατερίνης, Ηρακλής-Φραγκίσκος, δούκας του Αλανσόν, σχεδίαζε να ανατρέψει τον αδελφό του. Έκανε απόπειρα κατάληψης του θρόνου, την εποχή που ο αδελφός του βρισκόταν σε ταξίδι στην Πολωνία, ενώ συμμάχησε το 1576 με τους Προτεστάντες αρχηγούς εναντίον του.

Η Κατερίνα έβλεπε με καλή διάθεση τις βλέψεις του μικρότερου γιου της, γιατί ήταν ο μοναδικός ικανός να συνεχίσει την δυναστεία των Βαλουά, γι' αυτό και υπέγραψε στις 6 Μαΐου 1576 με τους Προτεστάντες το Διάταγμα του Μπωλιέ.

Μολαταύτα, μετά από μια εκστρατεία στην Ολλανδία, ατόνησε η υγεία του Φραγκίσκου και πέθανε από φυματίωση το 1584. Αυτό ήταν το χειρότερο πλήγμα για την Αικατερίνη, για τον πρόσθετο λόγο ότι είδε ότι η δυναστεία των Βαλουά ήταν αδύνατο να συνεχιστεί. Ο θρόνος αναγκαστικά θα περνούσε λόγω του Σαλικού νόμου, που ήθελε μόνο αρσενικούς απογόνους στο θρόνο, στον Ερρίκο της Ναβάρρας, που είχε ασπαστεί τον Προτεσταντισμό.

Η σύζυγός του και κόρη της Αικατερίνης, "Μαργκό", υπέπεσε σε απιστίες με μια σειρά από ερωμένους και έφυγε από τη βασιλική αυλή. Η Αικατερίνη έστειλε δικό της απεσταλμένο στη Ναβάρρα για να κανονίσει την επιστροφή της Μαργαρίτας, αλλά το 1585 εκείνη έφυγε και πάλι. Η Αικατερίνη παρακάλεσε τον Ερρίκο να δράσει προτού τους ξαναντροπιάσει η Μαργαρίτα. Τον Οκτώβριο του 1586, κλείδωσε την κόρη της στον Πύργο του Υσόν και εκτέλεσε τον εραστή της. Τελικά, η Κατερίνα από το 1586 ως τον θάνατό της αποκλήρωσε και αρνήθηκε να δει την κόρη της, που χώρισε από τον σύζυγο της, Ερρίκο, ο οποίος παντρεύτηκε λίγο πριν ανέβει στον θρόνο (1589) την Μαρία των Μεδίκων.

Η Αικατερίνη δεν κατάφερε να ελέγξει το γιο της, Ερρίκο, όπως τον Φραγκίσκο και τον Κάρολο. Ο ρόλος της ήταν κυρίως διπλωματικός. Ταξίδευε σε όλο το βασίλειο, επιβάλλοντας την κυριαρχία του και το 1578 ταξίδεψε στο νότο για να επιβάλει ειρήνη, στην ηλικία των 59 ετών. Οι προσπάθειές της κέρδισαν το σεβασμό του γαλλικού λαού και στο Παρίσι το 1579 έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τη Βουλή και το πλήθος. Ωστόσο, δεν είχε ψευδαισθήσεις. Σε επιστολή προς το βασιλιά (25 Νοεμβρίου 1579), έγραψε: "Είσαι στην αυγή μιας γενικευμένης εξέγερσης. Όποιος σου πει το αντίθετο είναι ψεύτης"Knecht, Robert J. (1997). Catherine de' Medici. Longman. σελ. 201. ISBN 978-0-582-08241-0..

Καθολική Λίγκα
Πολλοί Ρωμαιοκαθολικοί ήταν δυσαρεστημένοι από τις προσπάθειες της Αικατερίνης να προσεταιριστεί τους Ουγενότους. Μετά το Διάταγμα του Μπωλιέ, άρχισαν να διαμορφώνουν κατά τόπους ενώσεις για να προστατεύσουν την θρησκεία τους. Ο θάνατος του διαδόχου του θρόνου το 1584, Φραγκίσκου του Ανζού, ώθησε το Δούκα του Γκιζ να ηγηθεί της Καθολικής Λίγκας στη Γαλλία. Σκόπευε να εμποδίσει τον Ερρίκο της Ναβάρρας στη διαδοχή του θρόνου και να προωθήσει τον Καθολικό Κάρολο των Βουρβώνων. Μέχρι το 1585, ο Ερρίκος Γ' δεν είχε καμιά άλλη επιλογή από το να εμπλακεί σε πόλεμο μαζί τους.

Ο Ερρίκος δεν μπορούσε να πολεμήσει ταυτόχρονα και τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες. Στη Συνθήκη της Νεμούρ στις 7 Ιουλίου 1585, δέχτηκε όλες τις απαιτήσεις της Λίγκας. Κατέφυγε σε νηστεία και προσευχή και άφησε την Αικατερίνη μόνη της να τα βγάλει πέρα. Η μοναρχία είχε χάσει τον έλεγχο της χώρας και δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει την Αγγλία εναντίον της επερχόμενης ισπανικής επίθεσης.

Τελευταίοι μήνες και θάνατος της Αικατερίνης
Ο Ερρίκος προσέλαβε ελβετικά σώματα για να τον βοηθήσουν να αμυνθεί στο Παρίσι. Οι Παρισινοί ωστόσο διεκδίκησαν το δικαίωμα να υπερασπιστούν μόνοι τους την πόλη τους. Στις 12 Μαΐου 1588, στήσανε οδοφράγματα στους δρόμους και αρνούνταν να δεχτούν εντολές από οποιονδήποτε άλλο εκτός από το Δούκα του Γκιζ. Όταν η ίδια η Αικατερίνη προσπάθησε να πάει στη Θεία Λειτουργία, της εμπόδισαν το δρόμο, αν και της επετράπη τελικά η είσοδος. Συμβούλευσε το βασιλιά, ο οποίος είχε εγκαταλείψει ήδη την πόλη, να συμβιβαστεί και να προτιμήσει τη ζωή του, ώστε να μπορεί να πολεμήσει την επόμενη ημέρα.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1588, στο Μπλουά, ο Ερρίκος έπαυσε όλους τους υπουργούς του χωρίς προειδοποίηση, ενώ η Αικατερίνη αγνοούσε οτιδήποτε, άρρωστη από μόλυνση στους πνεύμονες. Οι ενέργειες του βασιλιά ουσιαστικά έθεσαν τέλος στην περίοδο εξουσίας της. Ο Ερρίκος την ευχαρίστησε για όλα όσα είχε κάνει και την αποκάλεσε όχι μόνο μητέρα του βασιλιά, αλλά ολόκληρου του κράτους. Στις 23 Δεκεμβρίου 1588, ο Ερρίκος κάλεσε το Δούκα του Γκιζ, ο οποίος δολοφονήθηκε από τη φρουρά του. Την ίδια στιγμή, είχε διατάξει την περικύκλωση οκτώ μελών της οικογένειας του Γκιζ: ο αδερφός του, Καρδινάλιος Λουδοβίκος Β΄, δολοφονήθηκε την επόμενη ημέρα στα μπουντρούμια του παλατιού. Αμέσως μετά, ο Ερρίκος ομολόγησε στην Αικατερίνη τις πράξεις του, αλλά η άμεση αντίδραση της δεν είναι γνωστή.

Στις 5 Ιανουαρίου 1589, η Αικατερίνη πέθανε σε ηλικία 69 ετών, πιθανότατα από πλευρίτιδα. Λόγω του ότι το Παρίσι βρισκόταν στα χέρια των εχθρών του στέμματος, η Αικατερίνη έπρεπε να ταφεί στο Μπλουά. Η Νταϊάνα της Γαλλίας, κόρη του Ερρίκου Β΄ και της ερωμένης του, Φιλίππα Ντούτσι, αργότερα μετέφερε τη σορό της στη βασιλική του Σεν-Ντενί. Το 1793, ο όχλος της Επανάστασης πέταξε τα οστά της σε ένα μαζικό τάφο μαζί με άλλους βασιλείς και βασίλισσες.

Οκτώ μήνες μετά την ταφή της Αικατερίνης, ο κληρικός Ζακ Κλεμάν μαχαίρωσε τον Ερρίκο Γ΄. Στο θρόνο ανήλθε ο Ερρίκος της Ναβάρρας, βάζοντας τέλος στην κυριαρχία τριών αιώνων της δυναστείας των Βαλουά και φέρνοντας στο προσκήνιο τον Οίκο των Βουρβώνων.

Προστάτις των τεχνών
Η Αικατερίνη πίστευε στο ουμανιστικό πρότυπο του περισπούδαστου μονάρχη, του οποίου η εξουσία εξαρτιόταν τόσο από τα όπλα όσο και από τα γράμματα. Εμπνεύστηκε από τον πεθερό της, Βασιλιά Φραγκίσκο Α΄, καθώς και από τους Μεδίκους προγόνους της. Κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και της πτώσης του κύρους της μοναρχίας, προσδοκούσε να δώσει βασιλικό κύρος μέσω του καλλιτεχνικού πατρονισμού για τις επόμενες τρεις δεκαετίες σε όλες τις μορφές τέχνης.

Ευρήματα μετά το θάνατό της δείχνουν ότι ήταν φανατική συλλέκτρια. Έργα τέχνης περιλαμβάνουν ταπισερί, χειρόγραφους χάρτες, αγάλματα, πλούσια υφάσματα, έπιπλα από έβενο και ένθετο ελεφαντόδοντο, πορσελάνες και κεραμικά της Λιμόζ. Επίσης, βρέθηκαν πολλά πορτρέτα, από τα οποία κάποια ήταν του Ζαν Κλουέ και του γιου του, Φρανσουά Κλουέ.

Οι μουσικές παραστάσεις, εξάλλου, επέτρεπαν στην Αικατερίνη να εκφράσει τα δημιουργικά της δώρα. Ήταν συνήθως αφιερωμένα στην ιδέα της ειρήνης στο βασίλειο και βασίζονταν σε μυθολογικά θέματα. Προσλάμβανε τους κορυφαίους καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες της εποχής, προκειμένου να δημιουργήσει τα απαραίτητα έργα, τη μουσική και τα σκηνικά εφέ για τις παραστάσεις αυτές. Σταδιακά, εισήγαγε αλλαγές στην παραδοσιακή διασκέδαση, καθώς, για παράδειγμα, αύξησε την εμφάνιση του χορού στις διάφορες παραστάσεις.

Η μεγάλη της αγάπη ήταν η αρχιτεκτονική. Μετά το θάνατο του Ερρίκου Β΄, η Αικατερίνη θέλησε να απαθανατίσει τη μνήμη του συζύγου της και να ενισχύσει το μεγαλείο της δυναστείας των Βαλουά μέσω διαδοχικών πολυέξοδων αρχιτεκτονικών σχεδίων. Οι ποιητές την αποκαλούσαν νέα Αρτεμισία, από την Αρτεμισία Β΄ της Καρίας, που έχτισε το μαυσωλείο στην Αλικαρνασσό προς τιμήν του νεκρού συζύγου της, Μαύσωλου, όταν διέταξε την κατασκευή μεγαλοπρεπούς τάφου για τον Ερρίκο στη βασιλική του Σεν-Ντενί.

Αν και η Αικατερίνη ξόδεψε μεγάλα ποσά για τις τέχνες, δεν σώθηκε η καλλιτεχνική της κληρονομιά. Το τέλος της δυναστείας των Βαλουά σύντομα μετά το θάνατό της έφερε αλλαγή προτεραιοτήτων. Οι συλλογές της διασκορπίστηκαν, τα ανάκτορά της πωλήθηκαν και τα κτίριά της αφέθηκαν μισοτελειωμένα ή αργότερα καταστράφηκαν.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/