Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φράγκοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φράγκοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Το Κάστρο της Μεθώνης

Το 1499 έγιναν από τους Ενετούς νέα οχυρωματικά έργα περιτειχίζοντας τον οικισμό της Μεθώνης. Την περίοδο αυτή πολιόρκησε το κάστρο ο Βαγιαζήτ, που χαρακτηριζόταν απόρθητο, αλλά από ένα λάθος της φρουράς οι Οθωμανοί μπήκαν στο κάστρο και το κατέλαβαν.

Το Κάστρο της Μεθώνης βρίσκεται στην Πελοπόννησο και στην κωμόπολη Μεθώνη Μεσσηνίας. Από τα σημαντικότερα οχυρωματικά κτίσματα στον Ελληνικό χώρο κατά τον μεσαίωνα όπου η Μεθώνη ήταν ενδιάμεσος σταθμός στο ταξίδι που έκαναν οι χριστιανοί στους Άγιους τόπους. Είναι άγνωστο πότε οχυρώθηκε η θέση για πρώτη φορά, το 1205 οι Φράγκοι σταυροφόροι αναφέρεται ότι την οχύρωσαν πρόχειρα και το 1206 που κατέλαβαν τη Μεθώνη οι Ενετοί γκρέμισαν την οχύρωση αυτή και το 1209 που πήραν οριστικά τη Μεθώνη έφτιαξαν το σημερινό κάστρο και το λιμάνι του τότε οικισμού.


Το κάστρο είναι κτισμένο στην χερσόνησο του Αγίου Νικολάου, έχει ελλειψοειδής σχήμα, με μήκος 700 μέτρα. Τα τείχη διέθεταν πύργους ενώ η πύλη της ξηράς είχε και επιπρόσθετα οχυρωματικά έργα για μεγαλύτερη προστασία. Βρέχεται από τρεις πλευρές με θάλασσα και υπάρχει και το μικρό φρούριο Μπρούτζι που ενώνεται με αυτό με τεχνητή πέτρινη γέφυρα. Από την πλευρά της ξηράς είχε τάφρο, χωρίς νερό, και γέφυρα, 14τοξη, για την πρόσβαση στην πύλη. Διέθετε και ακρόπολη σε μικρό ύψωμα μέσα στο κάστρο, τειχισμένη με διπλό τείχος, άλλες σημαντικές πύλες του κάστρου ήταν αυτή του Αγίου Μάρκου στο λιμάνι.


Το 1499 έγιναν από τους Ενετούς νέα οχυρωματικά έργα περιτειχίζοντας τον οικισμό της Μεθώνης. Την περίοδο αυτή πολιόρκησε το κάστρο ο Βαγιαζήτ, που χαρακτηριζόταν απόρθητο, αλλά από ένα λάθος της φρουράς οι Οθωμανοί μπήκαν στο κάστρο και το κατέλαβαν. Το 1770 κατά τα Ορλωφικά πολιορκήθηκε το κάστρο από τους Ρώσους χωρίς επιτυχία. Το 1821 οι επαναστατημένοι Έλληνες προσπάθησαν να το καταλάβουν πολλές φορές μέχρι το 1828 που η Οθωμανική φρουρά του το παράδωσε στον Μαιζών κατά την Εκστρατεία του Μωριά των γαλλικών στρατευμάτων που εκδίωξαν του Τούρκους σε εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου που προέβλεπε τη δημιουργία Ελληνικού κράτους.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org

Το Κάστρο της Καλαμάτας

Το μνημείο έχει την τυπική μορφή ενός βυζαντινού κάστρου: στο πιο απόκρημνο σημείο του, στην κορυφή του λόφου, υψώνεται ένας ακρόπυργος με θολοσκέπαστη δεξαμενή νερού, όπου έχουν εντοπιστεί και λείψανα ναού ... Μετατροπές στο κάστρο έγιναν και από τους Ενετούς.

Tο κάστρο βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης της Καλαμάτας, σε χαμηλό βραχώδη λόφο επάνω από τον ποταμό Νέδοντα.

Η ίδρυσή του ανάγεται στη βυζαντινή περίοδο, ωστόσο η σημερινή του μορφή οφείλεται στην ανοικοδόμησή του του από το Φράγκο πρίγκιπα και ιδρυτή του πριγκιπάτου της Αχαΐας, Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουΐνο, στις αρχές του 13ου αιώνα.

Το Όνομα του Κάστρου
Κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα πάνω στα αρχαία ερείπια των ανακτόρων της πόλεως των Φαρών οι Χριστιανοί έκτισαν μια εκκλησία όπου υπήρχε μια εικόνα της Παναγίας που είχε μαύρα ωραία, «καλά» μάτια. Ήταν η Παναγιά η «Καλομάτα», που αργότερα έδωσε το όνομά της στην πόλη των Φαρών.

Με αυτό το όνομα αναφέρεται και στο χρονικό του Μωρέως. Με αφομοίωση του όμικρον σε άλφα, προήλθε η ονομασία «Καλαμάτα», όπως λέγεται και σήμερα. Την εποχή του Όθωνα, η πόλη μετονομάσθηκε στο καθαρευουσιάνικο «ΚΑΛΑΜΑΙ» και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να ξαναπάρει το κανονικό της όνομα, τις τελευταίες δεκαετίες.

Ιστορία
Η αρχαία ακρόπολη στο βράχο της Καλαμάτας δημιουργήθηκε το 1500 π.Χ. όταν ο μυθολογικός ήρωας από το Άργος Φάρις ίδρυσε εκεί μια νέα πόλη που ονομάστηκε Φαραί ή Φαρές.

Οι Φαρές αναφέρονται ως μία από τις επτά πόλεις που προσέφερε ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα, για να κατευνάσει το θυμό του. Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι η πόλη αυτή εντοπίζεται ακριβώς στο φρούριο της σημερινής Καλαμάτας και όχι στην ευρύτερη περιοχή.

Περί τον 8ο αιώνα π.Χ. η πόλη πέρασε στη κυριαρχία των Λακώνων όπου και παρέμεινε μέχρι το 369 π.Χ.. Μετά τους Περσικούς πολέμους, όταν η Αθηναϊκή δημοκρατία ξεκίνησε επιθέσεις στα παράλια της Πελοποννήσου, οι Φαραί λεηλατήθηκαν από τον Κόνωνα και τον Πέρση σύμμαχό του Φαρνάβαζο. Αργότερα ο Επαμεινώνδας απελευθέρωσε την πόλη και την επέστρεψε στην κυριαρχία των Μεσσηνίων. Κατά την αρχαιότητα πάντως ήταν λιγότερο σημαντική πόλη από άλλες γειτονικές, όπως η Μεσσήνη και η Θουρία.

Τα διαθέσιμα στοιχεία για την ιστορία της κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο και μέχρι το 10ο αιώνα μ.Χ. είναι ελάχιστα. Πιθανολογείται ότι, στα πλαίσια της ενιαίας αυτοκρατορικής αμυντικής πολιτικής εναντίον των επιδρομών των βαρβάρων στα Βαλκάνια, μετασχηματίστηκε σε καστροπολιτεία με ενίσχυση του πληθυσμού της από απειλούμενους οικισμούς, όπως έγινε και με την Κορώνη την ίδια εποχή (6ος-7ος αιώνας).

Η πόλη έγινε σημαντική κατά τη Φραγκοκρατία. Μετά την Δ' Σταυροφορία και την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το κάστρο πέρασε στα χέρια των Φράγκων υπό τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη, ο οποίος σε συνεργασία με τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο είχε καταβάλει την τελευταία αντίσταση των Βυζαντινών στη μάχη του Κούντουρα, το 1205. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος (Geoffroi de Villehardouin I) έλαβε σαν ανταμοιβή το φέουδο της Καλαμάτας και όταν ο Σταμπλίτης πέθανε, έγινε με δόλο (παραπλανώντας το διάδοχο του Σταμπλίτη) ηγεμόνας του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. 

Ο Βιλλεαρδουίνος έκανε το κάστρο της Καλαμάτας κατοικία του και έδρα της Βαρονίας των Καλαμών, ενώ ανοικοδόμησε το μέχρι τότε μικρό και ερειπωμένο κάστρο. Έτσι ξεκίνησε η οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Η Καλαμάτα υπήρξε η αγαπημένη πόλη των Βιλλεαρδουίνων. 

Για την ιστορία, ο Γοδεφρείδος (Ζοφρουά) ήταν από την Καμπανία της Γαλλίας και στο Χρονικόν του Μωρέως αναφέρεται σαν «μισὶρ Ντζεφρέ». Μετά το θάνατό του, το 1218, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του Γοδεφρείδος Β΄ Βιλλεαρδουίνος, τον οποίο διαδέχθηκε ο αδερφός του Γουλιέλμος το 1246.

Ο Γουλιέλμος Β' Βιλλεαρδουίνος (Guillaume II de Villehardouin), είχε το παρατσούκλι «Καλαμάτας» επειδή είχε γεννηθεί στο κάστρο της Καλαμάτας. Ήταν αγαπητός στους Έλληνες επειδή ήταν εξαιρετικός κυβερνήτης, μιλούσε καλά Ελληνικά, είχε παντρευτεί μια Βυζαντινή πριγκίπισσα (σ.σ. και -υποψιάζομαι- επειδή είχε πλακωθεί με την Καθολική Εκκλησία. Για ένα διάστημα μάλιστα ήταν αφορισμένος από τον Πάπα επειδή είχε κατασχέσει κτήματα του Λατινικού κλήρου). Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του (1246-1278) το Πριγκιπάτο της Αχαΐας απέκτησε ισχύ και πλούτο ενώ τότε ήταν η λαμπρότερη περίοδος της μεσαιωνικής Καλαμάτας. Μετά το θάνατό του, το Πριγκιπάτο άρχισε να παρακμάζει. Το κάστρο της Καλαμάτας παρέμεινε φέουδο της οικογένειας των Βιλλεαρδουίνων έως το 1322, οπότε η τελευταία απόγονος της οικογένειας Μαχώ του Αινώ έχασε κάθε κληρονομικό και κυριαρχικό δικαίωμα στην ηγεμονία της Αχαΐας.

Το 1293, το κάστρο κατελήφθη με μια νυχτερινή καταδρομική επιχείρηση από 600 επαναστάτες Έλληνες και Σλάβους της Γιάννιτσας (τώρα Ελαιοχώρι), που είχαν αρχηγούς τους Λιανόρτη, Φανάρη και Λαβούλκα, στο όνομα του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου. Ξαναδόθηκε όμως στους Φράγκους με απάτη, από τον Πρωτοαλογάτορα του Μυστρά Γεώργιο Σγουρομάλλη (περιγραφή αυτού του επεισοδίου υπάρχει στο γνωστό μυθιστόρημα του Άγγελου Τερζάκη Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ).

Μετά το 1322 το κάστρο διαφέντευαν άλλοι Φράγκοι βαρόνοι που ανήκαν στη σφαίρα επιρροής του Οίκου των Ανζού και του Βασιλείου της Νάπολης, ενώ το 1341 πέρασε στη δικαιοδοσία του Ναπολιτάνου Βάιλου(Επιτρόπου) του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, Νικολό Ατσαγιόλι

Το 1381 το κάστρο το πήραν οι Ναβαρέζοι ιππότες (της μισθοφορικής Εταιρείας των Ναβαρραίων) του Πέτρου ντε Σαν Σουπεράν, οι οποίοι σταδιακά πήραν τον έλεγχο ολόκληρου του Πριγκιπάτου. Το 1396 το κάστρο καταλαμβάνεται για λίγο από τους Τούρκους του αιμοβόρου στρατηγού Γαζή Αχμέτ Εβρενός.

Οι Βυζαντινοί του Δεσποτάτου του Μυστρά έγιναν κύριοι του κάστρο της Καλαμάτας το 1410. Το κράτησαν μέχρι το 1459 οπότε το κυρίευσαν οι Οθωμανοί Τούρκοι του Μωάμεθ Β' Πορθητή.

Το1464, το κάστρο κατέλαβε ο Βενετός Φραγκίσκο Τάνο, αλλά το 1540 εγκαταλείπεται από τους Ενετούς που φεύγοντας το έκαψαν.

Το 1685, ο Βενετός στρατηγός Μοροζίνι, αποβιβάστηκε στην περιοχή και βοηθούμενος από 1500 Μανιάτες κατέλαβε εύκολα την Καλαμάτα. Οι Τούρκοι υποχώρησαν στο κάστρο αλλά κρίνοντας ότι θα ήταν αδύνατο να αντισταθούν στα πυροβόλα του Μοροζίνι, το εγκατέλειψαν αφού πρώτα το ανατίναξαν.

Όταν οι νικητές μπήκαν στο κάστρο, γκρέμισαν ότι ήταν ακόμα όρθιο για να μην ξαναχρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Αργότερα πάντως οι Ενετοί το επιδιόρθωσαν και το επέκτειναν κτίζοντας το δεύτερο διάζωμα χωρίς να παραλείψουν να τοποθετήσουν τον Λέοντα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην πύλη.

Το κάστρο το ανακατέλαβε για λογαριασμό των Τούρκων ο Δαλμάτ Αγάς το 1715. Ήδη οι Βενετοί είχαν χάσει τις περισσότερες κτήσεις τους στην Πελοπόννησο (Ναύπλιο κλπ.). Στη διάρκεια του 18ου αιώνα το κάστρο χάνει τη στρατηγική σημασία του, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα έχει ήδη περιέλθει σε εγκατάλειψη..

Το σημαντικότερο γεγονός της μακρόχρονης ιστορίας της πόλης είναι η απελευθέρωσή της από τους Τούρκους στις 23 Μαρτίου του 1821. Την ημέρα εκείνη ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας και άλλοι μπήκαν μέσα στην πόλη και την απελευθέρωσαν. Αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη πράξη της Επανάστασης του ‘21.

Στα 1825, το κάστρο υπέστη μεγάλες καταστροφές από το στρατό του Ιμπραήμ.

Η διαμόρφωσή του σε αλσύλλιο συνδέεται με τον πεζογράφο Ζαχαρία Παπαντωνίου, που διετέλεσε νομάρχης Μεσσηνίας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο χώρος του κάστρου χρησίμευσε για τη στρατοπέδευση Ιταλικών δυνάμεων στον ‘Β Παγκόσμιο πόλεμο. Οι Ιταλοί εγκατέστησαν αντιαεροπορικά πυροβόλα και κατασκεύασαν κάποιες οχυρώσεις.

Όταν αποσύρθηκαν οι Ιταλοί, το κάστρο το παραχώρησαν οι Γερμανοί στους Ταγματασφαλίτες, οι οποίοι όμως το εγκατέλειψαν στην πρώτη επίθεση του ΕΛΑΣ.

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία
Το μνημείο έχει την τυπική μορφή ενός βυζαντινού κάστρου: στο πιο απόκρημνο σημείο του, στην κορυφή του λόφου, υψώνεται ένας ακρόπυργος με θολοσκέπαστη δεξαμενή νερού, όπου έχουν εντοπιστεί και λείψανα ναού.
Ένας εσωτερικός οχυρωματικός περίβολος περιβάλλει την κορυφή του λόφου, ενώ ένας δεύτερος, ευρύτερος περίβολος προστατεύει μια μεγαλύτερη περιοχή στην πιο προσιτή και ευάλωτη ανατολική πλευρά. 

Τα τείχη είναι κατακόρυφα, ακολουθούν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και δεν σώζονται οι επάλξεις τους. 

Μετατροπές στο κάστρο έγιναν και από τους Ενετούς που κατέλαβαν την πόλη από το 1685 μέχρι το 1715 (Β΄ Ενετοκρατία). Στη φάση αυτή ανάγεται η ανακατασκευή της πύλης της ανατολικής πλευράς. Πάνω από τη θύρα εισόδου βρίσκεται εντοιχισμένο το ανάγλυφο του Λέοντα του Αγίου Μάρκου, μαρτυρία για τις επεμβάσεις των Ενετών.

ΠΗΓΗ: http://www.kastra.eu/

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821: Οι Φράγκοι και ο καπετάν Φραγκιάς

1821 Οι Φράγκοι και ο καπετάν Φραγκιάς


Μια φήμη που μετετράπη σε ευφυές στρατήγημα

Περί Αλός

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος – Αμυντικός αναλυτής
 
«Ιδού ότι, και μη θελούσης της χριστιανικής Ευρώπης, η Ελλάς ωφελείτο εκ του ονόματος της χριστιανικής Ευρώπης»,  Ιωάννης Φιλήμων.

 


 

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης
συνέβαλλε στην μετατροπή της
φήμης σε ευφυές στρατήγημα.
Ελαιογραφία. Εθνικό Ιστορικό
Μουσείο. ΦΩΤΟ: Περί Aλός
perialos.blogspot.gr

Στην αφετηρία της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 συνέβη ένα παράξενο επεισόδιο, που έλαβε απρόβλεπτες διαστάσεις με ευεργετικά αποτελέσματα για την εξέλιξη της εθνεγερσίας στην Πελοπόννησο, τα πρώτα κρίσιμα εικοσιτετράωρα του αγώνα. Πρόκειται για το ελάχιστα γνωστό συμβάν με πρωταγωνιστή τον Μυκονιάτη καπετάν Φραγκιά Φαμέλη, του οποίου η παραφθορά του ονόματος δημιούργησε για βραχύ διάστημα τρόμο στους Οθωμανούς, καθώς συσχετίστηκε με την έλευση δυτικοευρωπαικών (φράγκικων) στρατευμάτων στο πλαίσιο σχεδίου ένοπλής επέμβασης υπέρ της Επαναστάσεως…
   Οι πρώτες ώρες μετά την κήρυξη του ξεσηκωμού των Ελλήνων στον Μοριά ενείχαν το στοιχείο του αιφνιδιασμού σε συνδυασμό με την εσκεμμένη πρόκληση κύματος πανικού στις πόλεις και τα χωριά στα οποία βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οθωμανικοί πληθυσμοί (εξισλαμισμένοι Έλληνες, μουσουλμάνοι Αλβανοί και Τούρκοι). Η ηγεσία των επαναστατών στην Πελοπόννησο σχεδίασε διάφορους τρόπους εξουδετέρωσης των τοπικών φρουρών, υπολογίζοντας επίσης σοβαρά και την αντίσταση που πιθανόν να προέβαλλαν οι φίλα προσκείμενοι στην οθωμανική διοίκηση μουσουλμάνοι κάτοικοι. Σε αυτόν τον τομέα η διασπορά ψευδών ειδήσεων και η καλλιέργεια φημών περί επικείμενης στρατιωτικής απόβασης φιλελληνικών δυνάμεων στον Μοριά, θα συνέβαλλε αποφασιστικά στην ανύψωση του ηθικού των επαναστατών και στην καταβαράθρωση του αντιπάλου. Ο Παπαφλέσσας υπήρξε πρωτεργάτης και ενορχηστρωτής της φημολογίας περί αναμενόμενης άφιξης ισχυρής πεζικής δύναμης από το εξωτερικό, υποστηριζόμενης από πολεμικά πλοία. Ωστόσο ούτε η δημιουργική φαντασία του «μπουρλοτιέρη των ψυχών» θα μπορούσε να κατασκευάσει την αληθινή ιστορία που έλαβε πρωτοφανή διάσταση και υπήρξε αποτέλεσμα μιας τυχαίας ενθουσιώδους πράξεως.
  Στον κόλπο του Γυθείου έξω από το Μαραθονήσι[1]βρισκόταν αγκυροβολημένα έξι πλοία (τρία έφεραν τη σημαία των Ιονίων Νήσων και τρία ανήκαν σε Μανιάτες) μεταξύ των οποίων το πλοίο του Μυκονιάτη καπετάνιου Φραγκιά Φαμέλη (με σημαία των ιονίων Νήσων) [2], ο οποίος ήταν παρατηρητής των όσων συνέβαιναν στην περιοχή. Στις 23 Μαρτίου με την έκρηξη της Επαναστάσεως στην ανατολική Μάνη, οι Γρηγοράκηδες [3] μετά από συνεννόηση με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος ηγούμενος 400 περίπου ανδρών έφθασε στην περιοχή, ύψωσαν την σημαία της εθνεγερσίας στο Μαραθονήσι. Επόμενος αντικειμενικός σκοπός ήταν η κατάληψη του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Ωστόσο η περιοχή επιχειρήσεων παρουσίαζε πολλές δυσκολίες εξαιτίας της ύπαρξης συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών σε στρατηγικά σημεία, τα οποία διέθεταν ενισχυμένη άμυνα από οχυρωμένους πύργους και κάστρα. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής ανέμεναν με αγωνία να πληροφορηθούν τι είχε συμβεί και αν κινδύνευε η ζωή τους[4], έως ότου έφθασαν τρομαγμένοι πρόσφυγες Βαρδουνιώτες (ή Μπαρδουνιώτες) [5] σπέρνοντας τον πανικό με την είδηση ότι: «οι επαναστάτες είχαν βοήθεια από τους Φράγκους!», αναγκάζοντάς τους να πάρουν το δρόμο ως πρόσφυγες. Σημειώνεται ότι οι Τούρκοι ειδικά εμπιστεύονταν την ασφάλειά τους στους πολύ πιο αξιόμαχους Βαρδουνιώτες και στις ισχυρές αμυντικές θέσεις που κρατούσαν, κάτι το οποίο έπραξαν και κατά το παρελθόν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Ορλωφικών, χωρίς ωστόσο επιτυχή αποτελέσματα. Η απρόσμενη είδηση ότι φραγκικές (σ.σ. δυτικές δυνάμεις) ελάμβαναν μέρος στις μάχες στο πλευρό των επαναστατών διαδιδόταν με ταχύτητα σε όλη την νοτιοανατολική Πελοπόννησο κυρίως από τους μουσουλμάνους πρόσφυγες οι οποίοι εγκατέλειπαν τις επικίνδυνες παραθαλάσσιες περιοχές. Πως όμως είχε προκύψει αυτή η εξαιρετικά ανησυχητική είδηση;
 

Το Μαραθονήσι, άποψη του χωριού και των ερειπίων του
Γυθείου, χαλκογραφία του Δήμου Stephanopoli από το βιβλίο
Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grèce, Παρίσι 1800.
ΦΩΤΟ: http://el.wikipedia.org/

   Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων και ειδικά ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφουν τι είχε συμβεί. Ο καπετάν Φραγκιάς Φαμέλης που είχε αγκυροβολήσει με το πλοίο του έξω από το Μαραθονήσι (Γύθειο) θέλησε να συμμετάσχει και αυτός στη γενική χαρά και να τιμήσει την έναρξη της Επαναστάσεως, στην οποία συνείσφερε και ο ίδιος καθώς μετέφερε 60 οκάδες πυρίτιδα, την οποία παρέδωσε στις 25 Μαρτίου στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Ο Φραντζής αναφέρει ότι ο Φραγκιάς θα φόρτωνε αργότερα βελανίδια. Εκείνη την περίοδο τα πλοία έφεραν για λόγους προστασίας έναντι των πειρατών περιορισμένο αριθμό πυροβόλων και ο μόνος τρόπος απόδοσης τιμών ήταν – και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα – η ρίψη κανονιοβολισμών. Ο Φραγκιάς μαζί με τους υπόλοιπους κυβερνήτες το έπραξαν μετά μάλιστα από προτροπή του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος είχε φροντίσει να μεταφέρει μπροστά στα μάτια του κόσμου από τα πλοία, αξίνες, φτυάρια και άλλα υλικά (σ.σ. τα οποία έμοιαζαν με οπλισμό) διαδίδοντας ότι αποτελούσαν μέρος της βοήθειας που έφτανε δήθεν από τους Φράγκους. Όταν ήχησαν οι κανονιοβολισμοί ο πληθυσμός ξέσπασε σε ζητωκραυγές. Ο καπετάνιος μετείχε στον ενθουσιασμό των ημερών «προς δόξαν της επαναστάσεως και υπέρ της ελευθερίας» και γρήγορα ο κόσμος ρωτούσε ποιος έβαλλε, για να λάβει την απάντηση ότι προέρχονταν από τον Φραγκιά. Πολύ γρήγορα το όνομά του από στόμα σε στόμα μεταβλήθηκε σε θρύλο, ενώ ορισμένοι θεώρησαν σωστό να μεταφέρουν ότι οι κανονιές προέρχονταν από ξένα πολεμικά πλοία. Η έκταση της είδησης θα έμενε περιορισμένη στις περιοχές πέριξ του Γυθείου, μέχρις ότου το πληροφορήθηκαν κάποιοι Βαρδουνιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή Τρίνησα στο εσωτερικό του Λακωνικού Κόλπου. Μόλις διαπίστωσαν ότι ο συνδυασμός κανονιοβολισμών από πλοία που έφεραν την σημαία των Ιονίων Νήσων – υπό βρετανική διοίκηση – με το όνομα Φραγκιάς ήταν πραγματικό γεγονός, φαίνεται ότι παρερμήνευσαν (σκόπιμα;) την πληροφορία και άρχισαν να διαδίδουν στους ομόθρησκούς τους ότι φραγκικά πλοία υποστηρίζουν τους επαναστάτες και οσονούπω αποβιβάζουν και στρατεύματα. Μάταια ορισμένοι Έλληνες προσπάθησαν να τους μεταπείσουν ότι αδίκως ανησυχούν και ότι πρόκειται περί υπερβολών. Ο Φραντζής αναφέρει ότι οι Οθωμανοί είχαν πλέον γίνει εξαιρετικά καχύποπτοι και φαντάζονταν ότι οι Έλληνες σκοπίμως τους παραπλανούσαν ώστε να μείνουν και να αιχμαλωτιστούν από τους ξένους εισβολείς! Την ταραχή και τον φόβο σε επίπεδο ψυχολογικών επιχειρήσεων φρόντισε να καλλιεργήσει και εντείνει ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης γράφοντας σε επιστολή προς γνωστούς του Βαρδουνιώτες ότι τα όσα συνέβαιναν αποτελούν σχεδιασμό των Ευρωπαίων (Φράγκων) και πως αναμένει σύντομα αποβάσεις στρατευμάτων. Μάλιστα τους συμβούλευσε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετοικήσουν σε ασφαλέστερη περιοχή, καθώς και ο ίδιος θα ήταν αναγκασμένος – ανωτέρα βία… - να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις εναντίον τους.  Συνεπώς η αναμονή της επέμβασης δυτικών δυνάμεων – την οποία είχε εγκαίρως δημιουργήσει η επιστολή Μαυρομιχάλη – σε συνδυασμό με την διασταλτική παρερμηνεία της λέξης «Φραγκιάς», επέφεραν πανικό και εξυπηρέτησαν τον σκοπό της επανάστασης, δηλαδή την πτώση του ηθικού των αντιπάλων και την ταχεία διάδοση της φήμης περί έξωθεν υποστήριξης και άφιξης στρατιωτικής βοήθειας υπέρ των Ελλήνων επαναστατών.
 

  Η είδηση περί άφιξης «της φραγκιάς» οδήγησε στην εγκατάλειψη όλων των θέσεων των Βαρδουνιωτών στην ανατολική Μάνη και την εκκένωση δύσβατων περιοχών και περασμάτων, η άμυνα επί των οποίων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα και θύματα στους επαναστάτες. Ακόμη χειρότερα αποτελέσματα επέφερε η φημολογία στους ευρισκόμενους εντός των τειχών του κάστρου του Μυστρά Τούρκους και Βαρδουνιώτες, οι οποίοι αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν και να καταφύγουν στην ασφάλεια του φρουρίου της Τριπολιτσάς. Μάλιστα ο τοπικός διοικητής Βακκή Εφέντι παρακινήθηκε από τον πατέρα του Σιεχ Νετζίπ να έλθει το συντομότερο δυνατό στην Τρίπολη. Ο Φραντζής σημειώνει πως οι σύζυγοι των Οθωμανών προέτρεπαν πιεστικά τους άνδρες να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους και να φύγουν το συντομότερο δυνατόν για την Τρίπολη. Οι Οθωμανοί του Μυστρά είχαν πανικοβληθεί αφήνοντας στους χριστιανούς τα κλειδιά των σπιτιών τους. Ο Φιλήμων περιγράφει: «Νάτε τα κλειδιά, γειτόνοι. Αν γυρίσουμε, νά ‘ναι ΄δικά μας τα σπήτια κ’αν δέν γυρίσουμε, νά ‘ναι δικά σας» [6]. Η μαρτυρία του Αμβρόσιου Φραντζή για τις επιπτώσεις της φήμης για την «φραγκιά» είναι αποκαλυπτική: «Ακούσαντες οι της πόλεως και των Μπαρδουνίων Οθωμανοί τον τοσούτον κανονιοβολισμόν, έτι μάλλον υπέπεσαν εις παραφροσύνην, και έσπευδεν ο καθείς εξ αυτών να τρέξη με ό,τι δυνηθή ν’ αρπάση πρόχειρον, δια να οχυρωθή εις την Τριπολιτζάν... Εκ τούτου μη δόντες καιρόν, άφισαν των τραπεζών των και τας τροφάς (ούσης ώρας γεύματος) δια να μη τους προφθάσωσιν οι Φράγκοι, και χωρίς να συλλογισθώσιν ούτε οικίας, ούτε κινητήν περιουσίαν, παραδόντες δε μόνον εκ των κινητών των πραγμάτων όσα εδυνήθησαν εις τους αδελφούς Ιατρακαίους, και εις άλλους δια να τα φυλάξωσιν επ’ ελπίδι ότι επιστρέψανες να τα λάβωσι (την 26 Μαρτίου Μ.Μ), ανεχώρησαν όλοι ομού με τόσην βίαν, ώστε αγάδες, κυρίαι, χανούμαι και κοράσια και γραίαι έτρεχον ανυπόδητοι εις τας οδούς δια να εισέλθωσιν εις την Τριπολιτζάν μίαν ώρα προτήτερα...».
   Ο Φιλήμων υπογραμμίζει ότι η παρουσία τόσων μουσουλμάνων στην Λακωνία καθιστούσε την επανάσταση «ταλαντευόμενη» [7]. Ωστόσο ο πανικός συνδυάστηκε με την ευρέως διαδεδομένη πολιτική πρόληψη μεταξύ των μουσουλμάνων ότι τα χριστιανικά έθνη της δύσης (Μοσκόβ γκιαούρ, Νέμτσα γκιαούρ, Φραγκσίζ γκιαούρ, Ιγκιλίζ γκιαούρ) θα προσέτρεχαν να βοηθήσουν τους Έλληνες. Από ιστορικής απόψεως η μνήμη των ορλωφικών, της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) και των προσπαθειών Αυστριακών, Γάλλων και Βρετανών να υφαρπάξουν εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε με τον καιρό δημιουργήσει την πεποίθηση ότι δεν ήταν μακριά η ημέρα κατά την οποίαν θα εκδηλωνόταν μια νέα «σταυροφορία» απελευθέρωσης των ελληνικών εδαφών.




 

Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής
Επαναστάσεως, σελ. 44.
ΦΩΤΟ/ΕΠΕΞ: Περί Αλός perialos.blogspot.gr

Επίλογος
  Η μετατροπή μιας απλής φήμης, του ονόματος του καπετάν Φραγκιά, σε ευφυές στρατήγημα περί δήθεν ελεύσεως φραγκικών δυνάμεων, υπήρξε ένα γεγονός που ευνόησε για μερικές μόνον ημέρες αλλά αποφασιστικά τους επαναστατημένους Έλληνες σε τρία επίπεδα: α) Στις ψυχολογικές επιχειρήσεις, προκάλεσε πτώση ηθικού και πανικό στον εχθρό και κυρίως στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος τρομοκρατημένος γέμισε τους δρόμους προς την Τριπολιτσά, προκαλώντας μαζική έξοδο χιλιάδων, επιτείνοντας τη σύγχυση τις πρώτες κρίσιμες ημέρες, β) Σε τακτικό επίπεδο, οδήγησε στην ταχεία κατάληψη σημαντικών οχυρών σημείων και κάστρων στην Λακωνία, για τα οποία θα έπρεπε να διεξαχθεί σφοδρός και πολύνεκρος αγώνας, γ) σε στρατηγικό επίπεδο, ανάγκασε τους Οθωμανούς να εκκενώσουν εκτενείς περιοχές και να αφήσουν μόνες τους τις αποκομμένες φρουρές που βρίσκονταν νοτίως της Τριπολιτσάς, εκτιμώντας από την εμπειρία των ορλωφικών ότι μόνον εκεί μπορούσε να προβληθεί αντίσταση έναντι των δυτικών στρατευμάτων.
  Η ιστοριογραφία έχει καταγράψει το επεισόδιο του Φραγκιά ως ένα «ευχάριστο» συμβάν της πρώτης φάσης του αγώνα. Ένα αφήγημα που αποδεικνύει την ικανότητα των Ελλήνων (σ.σ. το πνεύμα του Οδυσσέα) και την ευκολία εξαπάτησης των αλλοθρήσκων. Η αλήθεια είναι διαφορετική και τιμά ακόμη περισσότερο τους ευρισκόμενους σε δεινή θέση επαναστάτες. Αποκαλύπτει ότι η τοπική ηγεσία εκμεταλλεύτηκε κάθε δυνατή ευκαιρία που της παρουσιάστηκε προκειμένου να επιτύχει σε σύντομο χρόνο τα μέγιστα αποτελέσματα. Το όνομα του πατριώτη Μυκονιάτη καπετάνιου Φραγκιά Φαμέλη χαράχτηκε στις σελίδες της ιστορίας χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, χωρίς καν να το έχει σχεδιάσει. Από την θάλασσα προήλθαν οι πρώτες κανονιές του Φραγκιά χαιρετίζοντας την Επανάσταση. Από το υγρό στοιχείο, την διαχρονική βάση ανάδειξης των ναυτικών δυνάμεων, προήλθε το πρώτο επιτυχές στρατήγημα της εθνεγερσίας, από έναν καπετάνιο που η τύχη έφερε να έχει ως επώνυμο τη λέξη με την οποία η ελληνική συλλογική μνήμη προσδιόριζε τη χριστιανική δύση. Η φραγκιά που εκείνες τις φωτεινές ημέρες της εποποιίας του 1821 βοηθούσε άθελά της έναν αγώνα που η ίδια δεν επιθυμούσε και καταδίκαζε…     
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Το αρχαίο Γύθειο μεγάλο μέρος του οποίου καταποντίστηκε με τον σεισμό του 375 μ.Χ. είχε καλυφθεί εξαιτίας των επιχώσεων των γύρω χειμάρρων. Μόλις τον 17ο αιώνα (λόγω της εκστρατείας του Μοροζίνι) ξεκίνησε η περιοχή να χρησιμοποιείται και ήταν γνωστή ως Μαραθονήσι.   
[2] Δεν έχουν διασωθεί στοιχεία για τον κυβερνήτη και το είδος του πλοίου.
[3] Οι Γρηγοράκηδες (Πιέρρος, Τζαννετάκης, Δημήτρης Τσιγούριος, Παναγιωτάκης, Θεόδωρος, Θωμάς) υπό την ηγεσία του γηραιού Αντωνόμπεη Γρηγοράκη χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, η πρώτη είχε ως αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του Μυστρά και η δεύτερη της Μονεμβασιάς. Σημειώνεται ότι μια εκ των ανιψιών του Αντωνόμπεη η Αικατερίνη παντρεύτηκε τον Πιέρρο Μαυρομιχάλη και γέννησε τον Πετρόμπεη.
[4] Οι χριστιανοί κάτοικοι έσπευδαν να καθησυχάσουν τους αλλόθρησκους γείτονές τους ότι δεν κινδύνευαν.
[5] Πρόκειται για αλβανικής καταγωγής μουσουλμάνους οι οποίοι ήλεγχαν 46 οχυρούς πύργους, το κάστρο της Βαρδούνιας και μπορούσαν να επιστρατεύσουν 2.490 ένοπλους άνδρες με τυφέκια. Τα στοιχεία παραθέτει ο Αμβρόσιος Φραντζής.
[6] σελ. 44.
[7] «… Εν γένει δε, υπαρχόντων των Βαρδουνιωτών εν τη Λακεδαίμονι, η επανάστασις των Ελλήνων αυτής διετέλει ταλαντευομένη», Φιλήμων, Βιβλίο Γ΄, σελ. 42.
 
Βιβλιογραφία
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ, Η Ελληνική Επανάσταση, Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, Αθήνα 1975.
Τζώρτζης Π. Τζωρτζάκης, Η πρωτεύουσα της Μάνης Γύθειον -  Μαραθονήσι, Αθήνα 1981.
Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα, 1860.
Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Τόμος Α΄, Αθήνα, 1839.
 

ΠΗΓΗ: http://perialos.blogspot.gr