Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόλλωνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόλλωνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ: Τα Δίδυμα/Βραγχίδαι ένα από τα μεγαλύτερα ιερά της Μικράς Ασίας

Μολονότι οι αρχαίοι συγγραφείς μνημονεύουν μόνο το ναό του Απόλλωνα, επιγραφικές μαρτυρίες και έργα τέχνης της Ελληνιστικής περιόδου και των Αυτοκρατορικών χρόνων υποδεικνύουν την ύπαρξη και άλλων λατρειών, μεταξύ των οποίων της Αρτέμιδος, του Διός, της Λητούς, της Εκάτης, της Αφροδίτης και της Τύχης.
Λεπτομέρεια από τον ανάγλυφο διάκοσμο του ναού του Απόλλωνος στα Δίδυμα
Τα Δίδυμα/Βραγχίδαι βρίσκονται στα δυτικά παράλια της σύγχρονης Τουρκίας, στη θέση της νεότερης πόλης Didim, περίπου 20 χλμ. νότια από την αρχαία Μίλητο. Εκεί υπήρχε ιερό και μαντείο του Απόλλωνα, το οποίο συνδεόταν με τη Μίλητο μέσω ενός λιθόστρωτου δρόμου. Η Ιερά Οδός διερχόταν από ένα μικρό λιμάνι, τον Πάνορμο, απ’ όπου συνήθως κατέφθαναν οι ξένοι προσκυνητές του μαντείου. Το τελευταίο αυτό τμήμα της πομπικής οδού το στόλιζαν αγάλματα που χρονολογούνται στην Αρχαϊκή εποχή.

Τα Δίδυμα αποτελούσαν ένα από τα μεγαλύτερα ιερά της Μικράς Ασίας. Περιλάμβανε ένα από τα πιο φημισμένα μαντεία του αρχαίου κόσμου,ανάλογης σημασίας με το μαντείο των Δελφών στην κυρίως Ελλάδα, ενώ ο ναός, που ήταν ευρύτερα γνωστός ως Διδυμαίο, ήταν από τα σημαντικότερα μνημεία της Αρχαιότητας. Μολονότι οι αρχαίοι συγγραφείς μνημονεύουν μόνο το ναό του Απόλλωνα, επιγραφικές μαρτυρίες και έργα τέχνης της Ελληνιστικής περιόδου και των Αυτοκρατορικών χρόνων υποδεικνύουν την ύπαρξη και άλλων λατρειών, μεταξύ των οποίων της Άρτεμης, του Δία, της Λητώς, της Εκάτης, της Αφροδίτης και της Τύχης.

Ο ναός του Απόλλωνος στα Δίδυμα
Στους Ίωνες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δόθηκαν στα Δίδυμα ένας ιερός χώρος λατρείας, ο οποίος περιελάμβανε άλσος και πηγή. Οι ανασκαφές έδειξαν ότι το πρώτο κτήριο του ιερού, ο λεγόμενος σηκός Ι, χρονολογείται περίπου το 700 π.Χ. Τον ύστερο 7ο και τον 6ο αι. π.Χ. τα Δίδυμα έφτασαν αναμφίβολα στο απόγειο του κύρους και της επιρροής τους στις πολιτικές εξελίξεις του αιγαιακού χώρου. Την περίοδο εκείνη ο Αιγύπτιος Φαραώ Νεχώ και ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος έστειλαν αφιερώματα στο θεό Απόλλωνα.

Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. άρχισε η ανοικοδόμηση του μνημειώδους ναού, που αποτέλεσε μαζί με το Αρτεμίσιο της Εφέσου και το Ηραίο της Σάμου, από τους σημαντικότερους και μεγαλύτερους ιωνικούς ναούς των Αρχαϊκών χρόνων. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίαζε η ανάγλυφη διακόσμηση των αρχιτεκτονικών μελών του ναού. Οι κατώτεροι σφόνδυλοι των κιόνων του προνάου κοσμούνταν με ανάγλυφες μορφές που παρίσταναν χορό κοριτσιών, ενώ μυθικά όντα και η αποτρόπαια μορφή της Γοργούς κοσμούσαν το επιστύλιο του ναού.

Ο ναός ήταν δίπτερος και περιελάμβανε βαθύ πρόναο και «υπαίθριο σηκό». Στο βάθος του σηκού υπήρχε ναΐσκος, όπου στεγαζόταν το λατρευτικό χάλκινο άγαλμα του θεού Απόλλωνα, έργο του γλύπτη Κανάχου από τη Σικυώνα. Στα ανατολικά μπροστά από ναό υπήρχε κυκλικός βωμός, μια κρήνη, καθώς και δύο στοές. Όλα τα οικοδομήματα χρονολογούνται τον 6ο αι. π.Χ. και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του ιερού. Τα Δίδυμα λεηλατήθηκαν από τους Πέρσες το 494 ή το 479 π.Χ., ο ναός του Απόλλωνα καταστράφηκε, ενώ και το λατρευτικό άγαλμα του θεού μεταφέρθηκε στην Ανατολή.

Κατά τη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ. το ιερό παρήκμασε, ενώ μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή αρχίζει μια νέα εποχή οικοδομικής δραστηριότητας στα Δίδυμα. Μετά τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. ξεκινά η κατασκευή του ναού του Απόλλωνα, που αυτή τη φορά προοριζόταν όχι μόνο να γίνει ένα από τα μεγαλοπρεπέστερα κτήρια της εποχής του, αλλά και να καταστεί γνωστός σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Αρχιτέκτονες του μνημείου ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Παιώνιος από την Έφεσο, που είχε εργαστεί και στο Αρτεμίσιο της Εφέσου, και ο Δάφνις από τη Μίλητο. Η οικοδόμηση του ναού συνεχίστηκε μέχρι τον 2ο αι. π.Χ. Η εξωτερική μάλιστα διακόσμησή του ολοκληρώθηκε στους Ρωμαϊκούς Αυτοκρατορικούς χρόνους, ενώ πολλά σημεία του έμειναν ανολοκλήρωτα. Το νέο Διδυμαίο ακολούθησε σε γενικές γραμμές το σχέδιο του παλαιότερου αρχαϊκού ναού.

Ήταν ιωνικός δίπτερος ναός, χτισμένος πάνω σε ψηλή κρηπίδα, και συντίθεται από χώρους διαφορετικής λατρευτικής λειτουργίας. Στην πρόσοψη είχε μεγαλοπρεπή κλίμακα, που οδηγούσε σε βαθύ πρόναο με τέσσερις σειρές κιόνων. Στη μικρή αίθουσα, που διαμορφωνόταν ανάμεσα στον πρόναο και το σηκό, υπήρχαν δύο κορινθιακοί κίονες. Ο χώρος αυτός αποτελούσε το χρηστήριο και είχε σχεδιαστεί σαν ένα είδος σκηνής από όπου οι μάντεις του Απόλλωνα ανακοίνωναν τους χρησμούς. Ο ανατολικός τοίχος της δίστυλης αίθουσας διακοπτόταν από τρεις θύρες, ανάμεσα στις οποίες διαμορφωνόταν ένα ζεύγος ημικιόνων κορινθιακού ρυθμού και από εκεί μια μεγάλη κλίμακα οδηγούσε στο σηκό. Στις πλευρές του χρηστηρίου κλίμακες με οροφή διακοσμημένη με μαιάνδρους, που ονομάζονται λαβύρινθοι, επέτρεπαν την άνοδο στη στέγη και προφανώς χρησίμευαν στις λατρευτικές τελετουργίες. Κάτω από αυτές βρίσκονταν υπόγειοι θολωτοί διάδρομοι-σήραγγες, που διαμόρφωναν ένα μυστηριακό περιβάλλον. Από τους διαδρόμους αυτούς μπορούσε να εισέλθει κανείς από τον πρόναο στον τεράστιο σηκό. Ο σηκός βρισκόταν σε κατώτερο επίπεδο από τον πρόναο και το χρηστήριο και ήταν υπαίθριος. Ουσιαστικά διαμορφωνόταν ως μια μεγάλη ανοιχτή αυλή όπου υπήρχαν ιεροί θάμνοι δάφνης και πηγή νερού. Οι τοίχοι του σηκού ήταν εξαιρετικά ψηλοί (ύψος 20 μ.) και ενισχύονταν με παραστάδες, οι οποίοι εδράζονταν σε ψηλά βάθρα και έφεραν ανάγλυφη ζωφόρο. Στο βάθος του σηκού βρισκόταν ο τετράστυλος ιωνικός ναΐσκος με το λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα, το οποίο στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. το επέστρεψε στο ιερό ο βασιλιάς Σέλευκος Α΄. Μεγάλη ποικιλία παρουσίαζε ο αρχιτεκτονικός διάκοσμος του ναού, που συνδύαζε ελληνικά θέματα με στοιχεία εμπνευσμένα από την Ανατολή.

Στη δυτική πλευρά του ναού εντοπίστηκαν τα ερείπια Σταδίου της Ύστερης Ελληνιστικής περιόδου, όπου λάμβαναν χώρα αθλητικοί αγώνες στη διάρκεια των Διδυμείων, εορτών προς τιμήν του Διδυμαίου Απόλλωνα. Οι γιορτές αυτές θεσμοθετήθηκαν γύρω στο 200 π.Χ. και έκτοτε διοργανώνονταν κάθε τέσσερα χρόνια.

Πολλά και ποικίλα κτήρια, μεγάλα και μικρά συμπλήρωναν τις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος. Κατασκευάστηκαν για τις διοικητικές λειτουργίες, την αποθήκευση, τη λατρεία ή απλώς τον εξωραϊσμό του ιερού. Ορισμένα από αυτά είχαν κατασκευαστεί ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. και παρέμειναν σε χρήση έως τον 4ο αι. μ.Χ.

Στα Ελληνιστικά χρόνια το ιερό γνώρισε μεγάλη ακμή και ανέπτυξε σχέσεις με τους Ελληνιστικούς ηγεμόνες, τους Σελευκίδες και αργότερα τους Πτολεμαίους. Στους Χριστιανικούς χρόνους μια βασιλική χτίστηκε στο άδυτο του ναού, ενώ τον 7ο αιώνα ο ογκώδης πρόδρομος μετατράπηκε σε οχυρό. Το 1493 ένας σεισμός κατέστρεψε τόσο τους τοίχους όσο και τις κιονοστοιχίες.

Οι ανασκαφικές έρευνες στο χώρο πραγματοποιήθηκαν από Γάλλους και Γερμανούς αρχαιολόγους, ενώ οι εργασίες αναστήλωσης του ιερού άρχισαν το 1906 με την ανοικοδόμηση των τοίχων του αδύτου σε ύψος 5 μ. Από το 1992 το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο έχει καταρτίσει πρόγραμμα για την ασφαλή και άρτια τεχνικά αποκατάσταση του ναού, ενώ οι ανασκαφικές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή των Διδύμων συνεχίζονται έως σήμερα.

Προϊστορική περίοδος
Μινωική - Μυκηναϊκή περίοδος

Η κατοίκηση κατά τη Νεολιθική περίοδο (7000-3100 π.Χ.) ήταν σποραδική, περιορισμένη στην περιοχή του ιερού της Αθηνάς, στα δυτικά του λόφου του Σταδίου. Κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού η Μίλητος αποτελεί σημαντικό κέντρο του πολιτισμού της Δυτικής Ανατολίας, που φανερώνει δεσμούς με τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και την Τροία. H μεγάλη ακμή της προϊστορικής πόλης ξεκινά γύρω στο 2000 π.Χ. Οι ανασκαφές κατέδειξαν ότι η Μίλητος υπήρξε ιδιαίτερα ακμάζον εμπορικό κέντρο των Μινωιτών κατά τη Μέση Μινωική ΙΑ περίοδο. Η μινωική εγκατάσταση, η μεγαλύτερη εκτός Κρήτης, άνθησε κυρίως μεταξύ 1650 και 1450 π.Χ., κατά τα τέλη της Μέσης Μινωικής ΙΙΒ περιόδου.

Υπάρχουν αρκετές αντιφατικές μυθολογικές παραδόσεις σχετικά με την ίδρυση της πόλης. Σύμφωνα με την εκδοχή του Παυσανία, οι πρώτοι κάτοικοι ήταν αυτόχθονες Κάρες, υπό τον Άνακτα και τον Αστέριο, τους οποίους πλαισίωσαν Κρήτες άποικοι υπό το Μίλητο, σταλμένοι από το Μίνωα. Οι Μινωίτες συνυπήρξαν με τους Κάρες και συνοίκισαν την πόλη, που έκτοτε άλλαξε όνομα και από Ανακτορία καλούνταν Μίλητος. Αντίθετα, ο Στράβωνας θεωρεί ότι οι Κρήτες είχαν οικιστή το Σαρπηδόνα και προέρχονταν από την κρητική πόλη Μίλητο. Ο Αριστόκριτος της Μιλήτου παραθέτει τις παλαιότατες παραδόσεις των ίδιων των Μιλησίων, σύμφωνα με τους οποίους ο Μίλητος ήταν γιος του Απόλλωνα και κατέφυγε στην Καρία για να γλιτώσει από το φθόνο του βασιλιά Μίνωα, ιδρύοντας εκεί μια πόλη που πήρε το όνομά του.

Τα ευρήματα των ανασκαφών της Μιλήτου ενισχύουν την παράδοση της κρητικής παρουσίας στην περιοχή (περίπου 16ος αι. π.Χ.) και απηχούν τη μινωική θαλασσοκρατορία στο Αιγαίο και τη διάνοιξη εμπορικών δρόμων στη Μεσόγειο. Δεν επαρκούν ωστόσο για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εικόνας της δραστηριότητας των Μινωιτών και των συνθηκών που τους οδήγησαν στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Δε γνωρίζουμε επομένως αν η μινωική εγκατάσταση στην περιοχή αποτελούσε πραγματικό εμπορικό σταθμό ή σταθμό επικοινωνίας μεταξύ Μινωιτών και Καρών. Ούτε μπορούμε να συμπεράνουμε αν η άφιξη μιας ομάδας «αποίκων» αποτελούσε ένδειξη ανάπτυξης της μινωικής δύναμης ή ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς καταστροφών και μεταβολών που συνέβησαν στην Κρήτη.

Τη μινωική εγκατάσταση τη διαδέχτηκε σχεδόν χωρίς διακοπή ο μυκηναϊκός οικισμός, ο οποίος περιορίζεται κατά κύριο λόγο στη ζώνη του ιερού της Αθηνάς και του Λιμανιού του Θεάτρου. Έχουν ανασκαφεί αρκετά οικοδομήματα, ενώ υπάρχουν υλικές ενδείξεις μιας ακμάζουσας παραγωγής κεραμικών μυκηναϊκού τύπου. Δε λείπουν μάλιστα και οι εισαγωγές αγγείων και ειδωλίων από την Αργολίδα.

Κατά την περίοδο ακμής των μυκηναϊκών βασιλείων της ηπειρωτικής Ελλάδας (15ος-13ος αι. π.Χ.) η Μίλητος είναι γνωστή στις χρονογραφίες των Χετταίων βασιλέων ως σύμμαχος των Αχαιών (Ahhiyawa) με το όνομα Milawanda. Στην τελευταία φάση της εποχής του Χαλκού η πόλη περνά στη ζώνη επιρροής των Χετταίων. Στον Όμηρο αναφέρεται ως καρική πόλη που πολέμησε στο πλευρό των Τρώων. Καταστράφηκε ολοσχερώς γύρω στο 1185-1180 π.Χ. και εγκαταλείφθηκε.

Οι Αχαιοί άποικοι της Μιλήτου ήταν ίσως έμποροι και τεχνίτες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή διαδεχόμενοι τους Μινωίτες στους θαλάσσιους δρόμους της Μεσογείου. Ένα παράδειγμα των σχέσεων της μυκηναϊκής εγκατάστασης στη Μίλητο με τα ισχυρά μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας μάς προσφέρει η καταγραφή ομάδας υφαντριών σε πινακίδες της Πύλου. Πρόκειται για Μιλήσιες οι οποίες κατατάσσονται στους καταλόγους των ανακτόρων με το τοπωνύμιο της προέλευσής τους (Μιλάτιαι [mi-ra-ti-ja]) και βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης με τα μυκηναϊκά ανάκτορα. Στα αρχεία καταγράφονται λεπτομερειακά οι αμοιβές τους (σε ποσότητα τροφής), το οφειλόμενο έργο, τα παιδιά τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόνοια του «γραφειοκρατικού» μηχανισμού των ανακτόρων να μην απομακρύνονται τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια, από τις μητέρες τους. Επιδιωκόμενος στόχος ήταν ίσως η εξασφάλιση ειδικευμένων δούλων και από την επόμενη γενιά, καθώς επίσης και η ευκολότερη συμφιλίωση των ξενιτεμένων γυναικών με τη νέα τους θέση. Η Μίλητος επομένως –όπως η Κνίδος και η Λήμνος– χρησίμευε στους Μυκηναίους ως εμπορικός σταθμός, μέσα από τον οποίο ανταλλάσσονταν με δούλους και άλλα αγαθά τα προϊόντα από τα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα.

Αρχαϊκή περίοδος
Με βάση τις λιγοστές γραπτές μαρτυρίες, η Μίλητος αποτέλεσε, ήδη από τα τέλη του 8ου αι. π.Χ., σημαίνοντα παράγοντα στις διαμάχες μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Σταθερή ήταν η εχθρότητα και ο ανταγωνισμός με τη γειτονική Σάμο. Έτσι, στον περίφημο πόλεμο μεταξύ Ερέτριας και Χαλκίδας για τον έλεγχο του Ληλάντιου πεδίου (8ος αι. π.Χ.), οι Μιλήσιοι συντάχθηκαν με τους Ερετριείς, επειδή οι Σάμιοι ήταν σύμμαχοι των Χαλκιδέων. Στο α΄ μισό του 7ου αι. π.Χ. οι Μιλήσιοι συμμάχησαν με τους Ερυθραίους ενάντια στους Ναξίους, ενώ, στα τέλη του ίδιου αιώνα, οι Ερυθραίοι ήταν αυτή τη φορά εχθροί της Μιλήτου, που είχε συμμαχήσει με τη Χίο.

Αργότερα, όταν ο βασιλιάς της Λυδίας Αλυάττης επιτέθηκε στη χώρα της Μιλήτου, οι Χίοι ανταπέδωσαν τη βοήθεια. Ήδη επί των προκατόχων του Αλυάττη – Γύγη, Άρδυος και Σαδυάττη–, η Μίλητος γνώρισε την εχθρική στάση του λυδικού βασιλείου, η οποία όμως κορυφώθηκε όταν ο Αλυάττης προσπάθησε ανεπιτυχώς επί 12 συναπτά έτη να κάμψει την αντίσταση των Μιλησίων και του τυράννου τους Θρασυβούλου. Τελικά υπογράφηκε συνθήκη ξενίας και συμμαχίας, με όρους ευνοϊκούς για τη Μίλητο (608 ή 598 ή 594 π.Χ.).

Την ίδια εποχή, ή λίγο αργότερα, η Μίλητος συμμάχησε με τη Σάμο ενάντια στην Πριήνη. Πάντως, γύρω στο 530 π.Χ., οι Μιλήσιοι βρίσκονται εκ νέου σε διαμάχη με τη Σάμο και τον τύραννό της Πολυκράτη, κατά τη διάρκεια της οποίας δέχθηκαν τη βοήθεια των συμμάχων τους Μυτιληναίων, ενδεχομένως και άλλων πόλεων της Λέσβου.

Η συνθήκη που σύναψε ο Θρασύβουλος με τον Αλυάττη προφανώς παρέμεινε σε ισχύ και επί Κροίσου, όπως συνάγεται από το κείμενο του Ηροδότου, όπου αναφέρεται ότι όταν ο Κύρος κατέλυσε το λυδικό βασίλειο φρόντισε να αποδώσει με συνθήκη στους Μιλησίους τα προνόμια που ήδη κατείχαν. Το αποτέλεσμα ήταν η Μίλητος να απέχει από την προσπάθεια των Ιώνων να αντισταθούν στο Μήδο Άρπαγο, το στρατηγό του Κύρου στη Μικρά Ασία.

Η πολιτειακή ιστορία της Μιλήτου κατά την περίοδο του 7ου και του 6ου αι. π.Χ. είναι πιο δύσκολο να ανασυσταθεί: η αριστοκρατία καταλύθηκε από τον τύραννο Θρασύβουλο γύρω στο 615 π.Χ. Τον διαδέχτηκαν δύο τύραννοι, ο Θόας και ο Δαμασήνωρ, οι οποίοι ακολούθησαν πολιτική εξόντωσης των επιφανέστερων αριστοκρατικών οικογενειών. Ακολούθησε μια περίοδος γενικευμένης στάσης, που διήρκεσε δύο γενιές, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, φέρνοντας αντιμέτωπες δύο τάξεις του πληθυσμού, τους Αειναύτας και τους Χειρομάχας, και μάλλον διευθετήθηκε με τη διαιτησία Πάριων δικαστών, οι οποίοι εισηγήθηκαν ολιγαρχικό πολίτευμα. Η περίοδος της στάσης τοποθετείται γενικά στην εποχή της παρακμής του μιλησιακού εξαγωγικού εμπορίου, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., ενώ ο τερματισμός της ανάγεται στο 525 π.Χ. ή, με βάση πρόσφατη πρόταση, περίπου στο 540 π.Χ., όταν ξεκινά ο κατάλογος των επωνύμων αξιωματούχων που είναι γνωστοί με το όνομα «αισυμνήται».

Μια εναλλακτική ανασύσταση των γεγονότων προβάλλεται από τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, σύμφωνα με τον οποίο η στάση έφερε αντιμέτωπους τους ευπόρους με τους Γέργιθες, οι οποίοι μάλλον αποτελούσαν ένα είδος εξαρτημένου αυτόχθονος (πιθανόν λελεγικής καταγωγής) πληθυσμού. Οι Γέργιθες συγκρούστηκαν βίαια με τους πλουσίους και ακολούθησε περίοδος σφαγών εκατέρωθεν.

Το 513 π.Χ. οι Μιλήσιοι υπό τον τύραννό τους Ιστιαίο συμμετέχουν στη σκυθική εκστρατεία του Δαρείου. Ο Ιστιαίος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην επιτυχή υποχώρηση του Δαρείου Α΄ πείθοντας τους Ίωνες να μην εγκαταλείψουν τη θέση τους στο Δούναβη, αλλά να παραμείνουν και να στηρίξουν το Μεγάλο Βασιλέα. Ως ανταπόδοση, ο Ιστιαίος έλαβε από το Δαρείο εκτάσεις στη Θράκη, όπου και εγκαταστάθηκε αφήνοντας στη θέση του στη Μίλητο τον συγγενή του, Αρισταγόρα. Ο τελευταίος, αποτυγχάνοντας να καταλάβει τη Νάξο για λογαριασμό των Περσών και φοβούμενος ότι θα υποστεί τη δυσμένειά τους, επαναστατεί, σύροντας και τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, της Θράκης και της Κύπρου στην Ιωνική Επανάσταση. Η ήττα των Μιλησίων στη ναυμαχία της Λάδης οδήγησε στη συντριβή της επανάστασης. Οι Πέρσες αποφάσισαν να τιμωρήσουν την πρωταίτιο πόλη. Η καταστροφή της Μιλήτου υπήρξε ολοκληρωτική: οι περισσότεροι άρρενες κάτοικοι φονεύθηκαν, τα γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν, ενώ ένα τμήμα του πληθυσμού μεταφέρθηκε στην Άμπη της Ερυθράς θάλασσας. Η γη της πόλης κατελήφθη από Πέρσες, ενώ τα παρακείμενα υψίπεδα αποδόθηκαν στους Κάρες.

Πολιτισμός
Η Μίλητος υπήρξε κατά την Αρχαϊκή περίοδο το θέατρο των σημαντικότερων επιστημονικών ανακαλύψεων:από την πόλη προέρχονται οι πρωιμότεροι και σημαντικότεροι φυσικοί φιλόσοφοι της Ιωνίας.

Αναλυτικότερα, η επικοινωνία με τους μεγάλους πολιτισμούς της Ανατολής (βαβυλωνιακό) και της Αιγύπτου, η άνθηση της ναυτιλίας, η ίδρυση αποικιών σε περιοχές που μέχρι τα τέλη του 8ου αι. π.X. ήταν ξένες για τους Έλληνες, υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες για τη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου θεώρησης («θεωρία») της εικόνας του κόσμου και της φύσης.
Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. οι Μιλήσιοι Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης, αναζητώντας τα πρωταρχικά στοιχεία του κόσμου, έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας επιστημονικής, αιτιοκρατικής ερμηνείας, απαλλαγμένης από τις μυθικές γενεαλογίες. Η ερμηνεία τους βασιζόταν στην εμπειρία και την παρατήρηση, γι’ αυτό και είναι προτιμότερος ο χαρακτηρισμός τους «φυσικοί φιλόσοφοι». Διαδεδομένος είναι και ο όρος «προσωκρατικοί».
Ψηφιδωτό με παράσταση του
Μηλίσιου φιλοσόφου Αναξίμανδρου
να κρατά ηλιακό ρολόι.

Ο Θαλής (περ. 624-547 π.Χ.) ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη γεωγραφία. Προέβλεψε την έκλειψη του Ηλίου το 585 π.Χ., δίνοντας πρώτη φορά «φυσική» ερμηνεία του φαινομένου. Σχετικά με την ερμηνεία του κόσμου υποστήριζε ότι το νερό είναι η αρχή του κόσμου, το βασικό στοιχείο. Οι ιστορικές πηγές τον θέλουν όμως αναμεμειγμένο και στην πολιτική: προσπάθησε να ενώσει σε συμμαχία τις ιωνικές πόλεις για να αντισταθούν στην περσική κατάκτηση. Mπορεί να απέτυχε, αλλά, εάν η πληροφορία ευσταθεί, η σκέψη του ήταν ορθή, όπως έδειξαν οι εξελίξεις.

Αναξίμανδρος
Ο Αναξίμανδρος (περ. 610-546 π.Χ.) ασχολήθηκε και αυτός με τη γεωμετρία και τη γεωγραφία. Απ’ ό,τι γνωρίζουμε είναι ο πρώτος που εξέφρασε τις απόψεις του σε βιβλίο. Επίσης είναι αυτός που χρησιμοποιεί πρώτη φορά τον όρο «Αρχή», που σημαίνει τόσο αρχή, όσο και βασικό στοιχείο, βασική ουσία. Aρχή των όντων, δηλαδή του κόσμου, είναι για τον Aναξίμανδρο το άπειρον. Η εικόνα του σύμπαντος οργανώθηκε σύμφωνα με ένα γεωμετρικό υπόδειγμα, στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν έννοιες ηθικής και πολιτικής σκέψης, όπως της τάξης και του νόμου.

Ο Αναξιμένης (περ. 585-525 π.Χ.) θεώρησε βασικό στοιχείο του κόσμου και της ζωής τον αέρα. Ο αέρας περιβάλλει τα πάντα και από τη διαστολή και συστολή του γεννιούνται τα πάντα. Το μεγάλο ρόλο που έπαιξε η ναυτική εμπειρία των Μιλησίων στη διαμόρφωση των αντιλήψεών τους τον διακρίνουμε και στο γεγονός ότι ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με θέματα γεωγραφίας και αστρονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη Μίλητο καταγόταν και ένας από τους πρώτους χαρτογράφους, ο Εκαταίος.

Η Ελληνιστική περίοδος
Η γνώση μας για την ιστορία της Μιλήτου κατά τον 3ο και το 2ο αι. π.Χ. είναι αρκετά καλή, χάρη σε μια σειρά επιγραφών που ανακαλύφθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα στο Δελφίνιο, το επίσημο αρχείο της πόλης.

Ο Αντίγονος Α΄ Μονόφθαλμος
ελευθέρωσε τη Μίλητο από το
σατράπη της Καρίας
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, η Μίλητος πέρασε υπό τον έλεγχο του σατράπη της Καρίας Ασάνδρου, ο οποίος είχε αυτονομηθεί. Ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος έστειλε το 312 π.Χ. το Δόκιμο και το Μήδειο να ελευθερώσουν την πόλη και να της αποδώσουν την αυτονομία της. Επανήλθε επίσης η πάτριος πολιτεία, δηλαδή το δημοκρατικό πατρογονικό πολίτευμα. Η Μίλητος παρέμεινε υπό την εξουσία του Αντιγόνου έως το θάνατό του στη μάχη της Ιψού (301 π.Χ.). Αμέσως μετά η πόλη φαίνεται πως διατηρεί καλές σχέσεις με όλους τους Διαδόχους: ο Σέλευκος Νικάτωρ κάνει σημαντικές προσφορές στο ιερό των Διδύμων και επιστρέφει το άγαλμα του θεού Απόλλωνα που το είχαν αρπάξει οι Πέρσες το 494 π.Χ.

Το 295 π.Χ. όμως ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, γιος του Αντιγόνου, είναι επώνυμος άρχων (στεφανηφόρος) στην πόλη. Στη συνέχεια, η πόλη συνάπτει συμμαχία με τον Πτολεμαίο Α΄. Στο μεταξύ, την εξουσία πρέπει να κατείχε στην περιοχή εκείνη ο Λυσίμαχος, ο οποίος σε γενικές γραμμές ακολουθεί σκληρή πολιτική απέναντι στις ελληνικές πόλεις, επιβάλλοντας τεράστιους φόρους. Η Μίλητος, προκειμένου να αντεπεξέλθει, αναγκάζεται να καταφύγει σε δανεισμό. Γύρω στο 287/286 π.Χ. ο Δημήτριος επιστρέφει, αλλά αποτυγχάνει να επιβληθεί πάλι στη Μικρά Ασία και φυλακίζεται στη Συρία. Έπεται μια περίοδος κυριαρχίας του Λυσιμάχου, έως το 281 π.Χ., όταν ο τελευταίος ηττάται από το Σέλευκο. Το 280/279 π.Χ., την εποχή των Σελευκιδών, οι Μιλήσιοι υιοθετούν ένα νέο χρονολογικό σύστημα. Πρώτος επώνυμος άρχων της περιόδου είναι ο Αντίοχος Α΄, ο διάδοχος του Σελεύκου. Την επόμενη χρονιά, ο Πτολεμαίος Β΄ κάνει μια μεγάλη προσφορά γης στην πόλη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα τιμάται με ψήφισμα στο οποίο αναφέρονται η φιλία και η συμμαχία του με την πόλη. Η Μίλητος παραμένει στη συμμαχία των Πτολεμαίων μέχρι τα τέλη του αιώνα. Το 262 π.Χ., ο Αντίγονος Γονατάς, βασιλιάς της Μακεδονίας με βλέψεις στην Καρία, ίσως επιχείρησε να αποσπάσει την πόλη από τους Πτολεμαίους, αλλά απέτυχε.

Την επόμενη χρονιά (261/260 π.Χ.) ο αντιβασιλέας του Πτολεμαίου Β΄ στη Μικρά Ασία, ίσως ο γιος και μετέπειτα διάδοχός του Πτολεμαίος Γ΄, που ήταν εγκατεστημένος στην Έφεσο και τη Μίλητο, επαναστατεί με τη βοήθεια του Τιμάρχου, Aιτωλού πολέμαρχου ο οποίος κατόρθωσε να επιβάλει τυραννίδα στη Μίλητο. Οι Σελευκίδες στη συνέχεια ελέγχουν εκ νέου τη Μίλητο και μάλιστα ο Αντίοχος Β΄ απολαμβάνει θεϊκές τιμές, καθώς θεωρείται ότι αποκατέστησε την ελευθερία και τη δημοκρατία εκδιώκοντας τον τύραννο Τίμαρχο.

Η Μίλητος, στη διαμάχη των διαδόχων του Αντιόχου Β΄, ο οποίος πέθανε μυστηριωδώς το 246 π.Χ., πήρε το μέρος του Σελεύκου Β΄. Σύντομα όμως η πόλη πέρασε και πάλι υπό πτολεμαϊκή επιρροή, χάρη στην εκστρατεία του Πτολεμαίου Γ΄ στην Ασία (246-245 π.Χ.). Την ίδια περίοδο η πόλη συνάπτει συνθήκη ασυλίας με το Κοινό των Αιτωλών, με στόχο την αποφυγή επίθεσης Αιτωλών πειρατών.

Η Μίλητος, κατά τη διάρκεια του β΄ μισού του 3ου αι. π.Χ., ακολουθεί μια πολιτική στρατιωτικού αποικισμού της ευρύτερης επικράτειάς της, χάρη στην εγκατάσταση Κρητών μισθοφόρων σε μια σειρά φρουρίων. Παράλληλα, ακολουθεί και μια πολιτική σύσφιγξης των σχέσεων με άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας, όχι άμεσα γειτονικές: συνάπτονται συνθήκες ισοπολιτείας με τις Τράλλεις/Σελεύκεια (218/217 π.Χ.), με τα Μύλασα (215/214 π.Χ.) και με την Αντιόχεια του Μαιάνδρου.

Τo 201 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας κατόρθωσε να θέσει υπό την επικυριαρχία του τη Μίλητο, καθώς οι κάτοικοί της εντυπωσιάστηκαν από τη νίκη του στη ναυμαχία της Λάδης. Ο Μακεδόνας βασιλιάς αφαίρεσε τα εδάφη του Μυούντα από τη Μίλητο και τα απέδωσε στη γειτονική Μαγνησία του Μαιάνδρου. Η τύχη της Μιλήτου δε μας είναι γνωστή κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιχείρησης του Αντιόχου Γ΄ στη Μικρά Ασία το 197/196 π.Χ. Στη διάρκεια του πολέμου του με τους Ρωμαίους (190 π.Χ.) οι Μιλήσιοι είναι σύμμαχοι των δεύτερων, προσφέροντας μάλιστα και εφόδια για το ρωμαϊκό στόλο. Η νίκη των Ρωμαίων σηματοδοτεί για τη Μίλητο την απαρχή ενός νέου καταλόγου επώνυμων στεφανηφόρων αρχόντων. Με τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) η πόλη ξανακερδίζει τα εδάφη του Απόλλωνος Τερβινθέως του Μυούντα που της τα είχε αφαιρέσει ο Φίλιππος. Στο αμέσως επόμενο διάστημα πάντως η εξωτερική πολιτική της ελέγχεται ουσιαστικά από τη Ρόδο.

Η πόλη συνάπτει μια σειρά από συνθήκες στη δεκαετία του 180 π.Χ.: α) συνθήκη συμπολιτείας με τα Πήδασα (188/187 π.Χ.) –στην πραγματικότητα συγκαλυμμένη προσάρτηση των Πηδασέων στο κράτος της Μιλήτου–, β) συνθήκη συμμαχίας με την Ηράκλεια στο Λάτμο (185/184 π.Χ.) και γ) συνθήκη ειρήνης με τη Μαγνησία του Μαιάνδρου (μεταξύ 185 και 180 π.Χ.), σε συνέχεια ενός πολέμου που έφερε αντιμέτωπες τη Μίλητο και την Ηράκλεια με τη Μαγνησία και την Πριήνη. Οι εχθρικές σχέσεις με την τελευταία αποτέλεσαν μόνιμη κατάσταση στην ελληνιστική ιστορία της Μιλήτου: επιγραφές της Πριήνης αναφέρονται σε συγκρούσεις, εκεχειρίες και διαιτησίες που ανάγονται περίπου από το 200 π.Χ. έως τον 1ο αι. π.Χ.

Μετά την τιμωρία της Ρόδου από τη Ρώμη για την επαμφοτερίζουσα στάση της κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μακεδονικού πολέμου, η Μίλητος περνά υπό την επιρροή των Ατταλιδών. Ο Ειρηνίας, Μιλήσιος πρέσβης στην αυλή των Ατταλιδών, εργάστηκε προκειμένου και οι δύο πλευρές να ωφεληθούν από τη σχέση αυτή: ο Ευμένης Β΄ έδρασε ως ευεργέτης της πόλης, η οποία με τη σειρά της του απέδωσε τιμές ακόμα και μετά θάνατον. Πάντως, την ίδια περίοδο η πόλη δέχεται τις ευεργεσίες και του Σελευκίδη ηγεμόνα, του Αντιόχου Δ΄, ο οποίος μάλιστα θεωρείται ότι χορήγησε, μέσω των αυλικών του, την κατασκευή του βουλευτηρίου της πόλης. Μετά το 129 π.Χ. και τη δημιουργία της επαρχίας της Ασίας, η Μίλητος διατηρεί κατά πάσα πιθανότητα την ελευθερία της, αν και οι ιστορικοί θεωρούν ότι οι Ρωμαίοι έλεγχαν ακόμα και το πολίτευμα, διορίζοντας ένα σώμα 50 αρχόντων. Μεγάλες οικογένειες εμπόρων (negotiatores), όπως οι Gessii και οι Clodii, μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους στην πόλη. Ταυτόχρονα, η Μίλητος διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια του 2ου αι. π.Χ. προνομιακές σχέσεις με την Αθήνα, τη θεωρούμενη μητρόπολή της, συμμετέχοντας στα Παναθήναια και σε άλλες αθηναϊκές εορτές.

Τη δεκαετία του 90 π.Χ. η ρωμαϊκή σύγκλητος επιλήφθηκε συνοριακών διαφορών μεταξύ της Μιλήτου, της Μαγνησίας και της Πριήνης, οι οποίες διεκδικούσαν εδάφη στην κοιλάδα του Μαιάνδρου. Αντίστοιχα, η Μίλητος μαζί με άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως τα Μύλασα και οι Ερυθρές, εκλήθησαν συχνά να παίξουν το ρόλο διαιτητή για διαφορές μεταξύ πόλεων της Κρήτης ή της Πελοποννήσου. Το γεγονός αυτό θεωρείται ένδειξη ότι η Μίλητος ήταν ελεύθερη πόλη ακόμα και κατά τον 1ο αι. π.Χ.

Στη διάρκεια του Μιθριδατικού πολέμου η πόλη συνάντησε σοβαρές δυσκολίες μεταξύ 89 και 81 π.Χ. – αυτό τουλάχιστον φαίνεται από το γεγονός ότι ο θεός Απόλλωνας επιλέχθηκε επώνυμος στεφανηφόρος τέσσερις φορές. Μετά το 81 π.Χ. πάντως η πόλη δε συναντά ανάλογες δυσκολίες, αν και η αρχική σύμπραξή της με το βασιλιά του Πόντου την οδήγησε στη στέρηση της ελευθερίας της. Το 83 π.Χ. η πόλη εξαναγκάζεται από το Λεύκιο Λικίνιο Μουρήνα (Lucius Licinius Murena) να στείλει ναυτικό απόσπασμα 10 πλοίων για τη συνέχιση του πολέμου ενάντια στο Μιθριδάτη. Τελικά, το ένα από τα πλοία το ιδιοποιήθηκε ο Verres, σε μια πράξη που θεωρήθηκε από τους Μιλησίους καθαρά πειρατική.

Η προσπάθεια αυτή φαίνεται πως έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην άλλοτε κραταιή ναυτική δύναμη: όταν ο Ιούλιος Καίσαρας μετέβαινε στη Ρόδο (75-74 π.Χ.), συνελήφθη από πειρατές στη Φαρμακούσσα, στα ανοικτά της Μιλήτου. Η πόλη αναγκάστηκε να καταβάλει η ίδια το ποσό των λύτρων που ζήτησαν οι πειρατές. Την ίδια περίοδο πάντως, ορισμένοι Μιλήσιοι, με προεξάρχοντα τον Αλέξανδρο Πολυΐστορα, κατόρθωσαν να αποκτήσουν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Τελικά, η πόλη κερδίζει την αυτονομία της το 38 π.Χ., επί Μάρκου Αντωνίου, χάρη στην αντίστασή της κατά των Πάρθων.
ΠΗΓΗ: http://www.ime.gr/

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αίγινα: ιστορική διαδρομή από τους Μυθικούς μέχρι τους Νεωτέρους χρόνους

Αιακός, γυιός του Δία και της νύμφης Αίγινας

Η Αίγινα στην ιστορία

ΛΙΓΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Από τις αρχαιολογικές έρευνες έχει αποδειχθεί πως οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται η Κολώνα, αριστερά από το λιμάνι της Αίγινας- (υπάρχουν όμως ενδείξεις να προϋπάρχουν κάτοικοι στη βορειοανατολική πλευρά)
Η καταγωγή τους πρέπει να ήταν από την Πελοπόννησο/ Ασχολήθηκαν βασικά με τη γεωργία και την αλιεία.
Από την εποχή αυτή και ως τα τέλη του 12ου π.χ — αιώνα, η Αίγινα δέχεται διαδοχικά τις επιδράσεις του Κρητικού και Μυκηναϊκού πολιτισμού, δημιουργώντας έτσι έναν δικό της διαφορετικό πολιτισμό.
Γενικά από τα μυθικά χρόνια ως και την καταστροφή της από το Βαρβαρόσα, η Αίγινα ελκύει όλο και περισσότερους νέους εποικιστές. οι οποίοι συνεχώς και αφομοιώνονται -
Η προέλευση των πρώτων κατοίκων της χάνεται μέσα στις μυθικές παρα6όσεις, για να έχουμε κάποιο φως, γύρω στο 8.ΟΟΟ π.χ., όπου ως κάτοικοι εμφανίζονται οι υπήκοοι του βασιλιά Αιακού, που εικάζεται ότι ήρθαν στην Αίγινα από κάποια περιοχή της Θεσσαλίας και άλλους ότι ήταν αυτόχθονες
Η Αίγινα προσήλκυε συνέχεια νέους κατοίκους. γιατί τα φυσικά της λιμάνια (Κρυπτός λιμήν ) ενέπνεαν ασφάλεια για τους κατοίκους της αλλά και γιατί στο εσωτερικό ήταν ένας ήρεμος τόπος, χωρίς ψηλά βουνά και αδιάβατα δάση που για τους παλιούς ανθρώπους αποτελούσαν πάντα ένα μεγάλο και αξεπέραστο εμπόδιο,

ΜΥΘΙΚΟΙ — ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Η Αίγινα δεν έγινε γνωστή μόνο γιατί υπήρξε ένα ισχυρό ναυτικό και εμπορικό κράτος-
Πολλά χρόνια πριν οι μύθοι την έκαναν γνωστή εξαιτίας του ενάρετου βασιλιά της, του Αιακού και των απογόνων του, των Αιακιδών
Τους μύθους αυτούς διέδωσαν σ όλη την Ελλάδα οι ύμνοι του Πινδάρου και τα έπη του Ομήρου- Η Αίγινα αναφέρεται και σαν πατρίδα των Θεσσαλών.

ΑΙΑΚΟΣ
Ο Αιακός, γιος του Δια και της νύμφης Αίγινας, βασίλευσε πάρα πολλά χρόνια στην Αίγινα ( κατά την παράδοση επειδή στο νησί δεν κατοικούσαν άνθρωποι ο Δίας μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους τους ” Μυρμιδόνες” ) κι έγινε γνωστός για τη μεγάλη του δικαιοσύνη.
Το χάρισμα αυτό του Αιγινήτη βασιλιά εκτιμήθηκε απ’ όλους τους άλλους άρχοντες της Ελλάδας- Γι’ αυτό, όταν κάποτε υπήρξε στην Ελλάδα μεγάλη ξηρασία, σαν τιμωρία των Θεών επειδή ο Πέλοπας σκότωσε το βασιλιά Στύμφαλο, η Πυθία είπε στους αντιπροσώπους των πόλεων, που κατέφυγαν στο Μαντείο των Δελφών, ότι για να βρέξει πρέπει να προσευχηθεί ο Αιακός .
Έτσι ο δίκαιος βασιλιάς της Αίγινας ανέβηκε στο πιο ψηλό βουνό του νησιού του και παρακάλεσε τους Θεούς να στείλουν την πολυπόθητη βροχή. Πριν ακόμη τελειώσει καλά — καλά η δέηση του Αιακού, άρχισε να βρέχει. Αυτός για να ευχαριστήσει το Δία, έχτισε στο βουνό ένα ιερό που το αφιέρωσε στον Ελλάνιο Δία Από τότε το βουνό λέγεται Ελλάνιο Ορος, δηλαδή αφιερωμένο από. όλους τους Έλληνες στο Θεό της βροχής. το Δία.
Ο Αιακός είχε τρεις γιους- τον Πηλέα , τον Τελαμώνα και το Φώκο
Τον Φώκο τον απέκτησε από την Ψαμάθη, θυγατέρα του Θαλάσσιου Δαίμονα Νηρέα-
Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του Αιακού, ύστερα από παρότρυνση της μητέρας τους, σκότωσαν κάποτε σε αγώνες δισκοβολίας το Φώκο ρίχνοντας πάνω του το δίσκο .
Φοβισμένοι ‚για να αποφύγουν την οργή του πατέρα τους Αιακού ‚έφυγαν από το νησί και ο Πηλέας εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλία. ακολουθούμενος απο εναν αριθμο κατοίκων του νησιού ( Μυρμηδόνες) .ενώ ο Τελαμώνας πήγε στη Σαλαμίνα Ο Τελαμώνας όμως ένα βρά6υ ξαναγύρισε κρυφά στο νησί και έκτισε τάφο για τον αδικοσκοτωμένο αδελφό του και ύστερα θέλησε να απολογηθεί και να ζητήσει συγνώμη από τον πατέρα του
Ο Αιακός δεν του επέτρεψε να βγει στη στεριά κι αυτός κατασκεύασε ένα ανάχωμα στο λιμάνι και από εκεί απολογήθηκε-
Ο Αιακός δεν βρήκε επαρκή την απολογία του και δεν θέλησε να τον αθωώσει-
Έτσι ο Τελαμώνας γύρισε ξανά στη Σαλαμίνα, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα πια, ενώ ο Αιακός έμεινε χωρίς απογόνους στην Αίγινα..
Επει6ή ο Αιακός έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από τους συγγενικούς δεσμούς, οι αρχαίοι πίστευαν πως μετά το θάνατό του έγινε κριτής στον Άδη μαζί με τον Ροδάμανθη και τον Μίνωα
Τα εγγόνια του Αιακού, Αχιλλέας, γιος του Πηλέα και Αίας γιος του Τελαμώνα, έγιναν οι πιο γνωστοί Ήρωες του Τρωικού πολέμου ενώ τα παιδιά του Φώκου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Παρνασσού και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Φωκίδα

Αργότερα η Αίγινα έγινε μέλος της Αμφικτιονίας που αποτελούσαν οι πόλεις: Ερμιόνη. Επίδαυρος Ναύπλιο. Πρασιές Βοιωτικός Ορχομενός και Αίγινα.΄ Κέντρο της Αμφικτιονίας ήταν το ιερό του Ποσειδώνα στον Πόρο Σιγά — σιγά το εμπόριο της Αίγινας αυξήθηκε και τα Αιγινήτικα καράβια έφταναν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου . Κατά την αρχή της συμμαχίας της με το βασιλιά του Αργους Φείδωνα, τον 8ο αιώνα π Χ συμπίπτει παράλληλα η Αίγινα να ξεκινάει και να γνωρίζει τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική και οικονομική ακμή που συνεχίστηκε ως το 459 π-χ.
Η ανάπτυξη του νησιού οφειλόταν κυρίως στη Θέση κλειδί που κατείχε μπροστά στο λιμάνι του Πειραιά. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο επικοινωνούσε η Αθήνα με τα περισσότερα σημεία του γνωστού τότε κόσμου ήταν οι θαλάσσιες συγκοινωνίες. Και οι δρόμοι αυτοί περνούσαν υποχρεωτικά από την Αίγινα, που εκμεταλλεύτηκε το γεγονός.
Ο Περικλής ονόμαζε την Αίγινα “Λήμη “(τσίμπλα )του Πειραιά“


Οι Αιγινήτες έμποροι πήγαιναν σ’ όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου- Στη Λυδία γνώρισαν και το νέο μέσον της εμπορικής συναλλαγής το νόμισμα . Έτσι τον 8ο π.χ — αιώνα κόπηκε από την Αίγινα το πρώτο αργυρό ελληνικό νόμισμα Ήταν η Χελώνη ‚του είχε βάρος 13 περίπου γραμμάρια και είχε το αποτύπωμα χελώνας
Την εποχή αυτή η οικονομική ισχύς της Αίγινας είναι τεράστια. Όταν όλες σχεδόν οι γειτονικές πόλεις αντιμετώπιζαν αβάστακτα οικονομικά προβλήματα, η Αίγινα συνέχιζε να ζει άνετα και να ελέγχει μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυτιλίας της Μεσογείου
Ίδρυσε μάλιστα ναυτικούς σταθμούς σε μακρινές περιοχές όπως στην Κυδωνία της Κρήτης και τον Αιγινήτη στην Παφλαγονία .
Γιαυτό χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα έντεκα μεγαλύτερα ναυτικά κρατίδια, μαζί με τη Μίλητο, τη Φώκαια, την Εφεοο, τη Σάμο, την Λέσβο, την Κόρινθο , τη Χίο, την Αθήνα, τα Μέγαρα και την Κέρκυρα.
Η Αίγινα τα χρόνια εκείνα διέθετε δικά της ναυπηγεία, τα οποία όμως εξυπηρετούσαν μόνο τις ανάγκες του νησιού .
Μόνο γύρω στα 6ΟΟ π.χ., ύστερα από τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, οι Αθηναίοι άρχισαν να στρέφονται προς το εμπόριο χωρίς όμως να ενοχλήσουν ακόμη την ανθούσα οικονομία της Αίγινας, αν και είχαν αρχίσει ήδη να φαίνονται τα πρώτα σύννεφα, πράγμα που άρχισε να δυσαρεστεί κάπως τους Αιγινήτες, ‚οι οποίοι όμως συνέχισαν με την ίδια επιτυχία το εμπόριο και γενικά την εκμετάλλευση των θαλάσσιων δρόμων.
‘ Το 5ΟΟ π -χ- ο πληθυσμός της Αίγινας έφθανε τους 440 χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους οι 4Ο χιλιάδες ήταν ελεύθεροι πολίτες.
Την εποχή αυτή η Αίγινα είναι γεμάτη ιερά και ναούς που φιλοτέχνησαν οι διάσημοι Αιγινήτες καλλιτέχνες


Οι πιο γνωστοί από αυτούς ήταν ο Κάλων , ο Ονάτας και ο Αναξαγόρας . Τα έργα τους στόλιζαν όχι μόνο τούς πολυάριθμους ναούς της Αίγινας αφιερωμένους στον Δελφίνιο Απόλλωνα , στην Αφαία , την Αφροδίτη και την Εκάτη , αλλά και πολλά ιερά στην Ελλάδα και Ιταλία . Αξιόλογα έργα της Αιγινήτικης γλυπτικής θεωρούνται τα γλυπτά των αετωμάτων της ΑΦΑΙΑΣ που βρίσκονται σήμερα δυστυχώς ( ίδια μοίρα με τα μάρμαρα του Παρθενώνα ) εκτός του φυσικού τους χώρου , στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου
Οι Αιγινήτες άρχισαν νά ανησυχούν πιο σοβαρά από την άνοδο της ΑΘήνας και την προώθηση του εμπορίου της. Βέβαια, το μίσος που χώριζε τις δύο πόλεις δεν ήταν μόνο οι εμπορικές, ναυτιλιακές και γενικά οικονομικές διαφορές-
Στην Αθήνα διοικούσαν οι Δημοκρατικοί ενώ στην Αίγινα οι Ολιγαρχικοί που ελέγχονταν από τους εμπόρους και κεφαλαιούχους αστούς.

Η ΑΙΓΙΝΑ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΣΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
Όταν άρχισαν οι περσικοί πόλεμοι η Αίγινα πήγε στην αρχή με το μέρος των Περσών, γι’ αυτό και κατηγορήθηκε για Μηδισμό.
Αργότερα όμως, στην εκστρατεία του Ξέρξη το 48Ο π-χ , οι Αιγινήτες πολέμησαν στο πλευρό των άλλων Ελλήνων και πήραν μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με 30 τριήρεις και διακρίθηκαν για τη γενναιότητά τους.
Για το λόγο αυτό το Μαντείο των Δελφών έδωσε στους Αιγινήτες το “έπαθλο ανδρείας”.
Οι Αιγινήτες φορτωμένοι με λάφυρα και τους χρυσούς αστέρες των Περσών γύρισαν στο νησί τους με επικεφαλής τους αρχηγούς τους, Κριό, Πολύκριτο, Πυθέα και Ιοχένοο.
Μαζί τους έφεραν και τριάντα νεκρούς. Οι κάτοικοι του νησιού επιφύλαξαν μεγάλη υποδοχή στους .στρατιώτες τους και έθαψαν με ξεχωριστές τελετές τους νεκρούς τους.
Οι τάφοι των “Σαλαμινομάχων ” βρίσκονται σ ένα βραχώδες ακρωτήρι στη βόρεια πλευρά της Αίγινας, στην περιοχή Λιβάδι, απέναντι από το σπίτι του συγγραφέα Ν. Καζαντζάκη.
Ο ηρωισμός των Αιγινητών κατά τους περσικούς πολέμους και η ικανότητά τους στη χρησιμοποίηση των πολεμικών πλοίων, προκάλεσαν το φόβο των Αθηναίων που διαπίστωσαν πόσο υπολογίσιμη δύναμη ήταν η Αίγινα
Έτσι αμέσως μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας οι Αθηναίοι άρχισαν να παραμερίζουν την Αίγινα, που όπως είπαμε τη θεωρούσαν “τσίμπλα” στο μάτι του Πειραιά. Με την πρόφαση ότι οι Αιγινήτες ήθελαν να συμμαχήσουν με τους Κορίνθιους, οι Αθηναίοι τους επιτέθηκαν και διέλυσαν το στόλο τους κατά τη διάρκεια ναυμαχίας που έγινε το 459 π-χ-, μπροστά στο νησί Κεκρυφάλεια, το σημερινό Αγκίστρι.
Στη ναυμαχία αυτή ο Αιγινήτικος στόλος πολέμησε ενωμένος με το στόλο των Κορινθίων και των Επιδαυρίων.
Οι Αθηναίοι ανάγκασαν τους Αιγινήτες να παραδώσουν το στόλο τους και να γκρεμίσουν τα τείχη τους, έγιναν δε φόρου υποτελείς στους Αθηναίους, ττληρώνοντας 30 τάλαντα το χρόνο (δηλαδή 1.100 κιλά χρυσό και άργυρο) — Το φόρο αυτό οι Αιγινήτες τον πλήρωναν στους Αθηναίους επί .1 8 χρόνια.
Η έχθρα των Αθηναίων και των Αιγινητών σταμάτησε προσωρινά από το κοινό συμβούλιο των Ελλήνων.
Στους Πελοποννησιακούς όμως πολέμους, οι Αθηναίοι επειδή φοβήθηκαν ότι η Αίγινα θα συμμαχούσε με τους Σπαρτιάτες και θα τους πρόσφερε ένα καλό προγεφύρωμα μπροστά στο λιμάνι τους, την κατέλαβαν και έδιωξαν τους κατοίκους της.
Στο νησί εγκαταστάθηκαν τότε οικογένειες ΑΘηναίων κληρούχων, μεταξύ των οποίων ο Αριστοφάνης και ο Αρίστωνας ο πατέρας του Πλάτωνα
Οι Αιγινήτες κατέφυγαν στη Σπάρτη στην περιοχή του Θυρέα και ξαναγύρισαν στην πατρίδα τους με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου το 404 π.χ όταν ο Λύσανδρος νίκησε στους Αιγός ποταμούς τους ΑΘηναίους και κατέλαβε την πόλη τους .
Από τότε όμως η Αίγινα έχασε την παλιά της αίγλη . Εντάχθηκε στην Αχαϊκή συμπολιτεία και αργότερα στην Αιτωλική. Οι Αιτωλοί όμως την πούλησαν το 21Ο π -χ-, για 30 τάλαντα, στο βασιλιά της Περγάμου, Άτταλο Α.
Το 133 π-χ, ο Άτταλος Γ έδωσε το νησί μαζί με ολόκληρο το κράτος της Περγάμου στους Ρωμαίους, που το χρησιμοποιούσαν ως τόπο παραθερισμού των αρχόντων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Τον Σεπτέμβριο του 1687 την κατέλαβε ο Βενετός Μοροζίνης και με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς έμεινε κτήση Βενετική.
Το 1715, μετά την πτώση της Κορίνθου, η Αίγινα περιήλθε σχεδόν αμαχητί στους Τούρκους και παραχωρήθηκε οριστικά σ’ αυτούς με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718).
Στην επανάσταση του Ορλώφ, όταν οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο (1770) οι νησιώτες, εκτός από τους Συριανούς, υποτάχθηκαν στο ρωσικό στόλο. Η ρωσική όμως κατοχή στην Αίγινα διατηρήθηκε μόνο ως το 1772 και όταν το 1774 υπογράφηκε η συνθήκη του Καϊναρτζή ‚ τα νησιά επανήλθαν στην κυριαρχία του Σουλτάνου.
Όταν άρχισε ο νέος Ρώσο-τουρκικός πόλεμος (1787 — 1792) και οι Έλληνες ωθούνταν από το Λάμπρο Κατσώνη για νέα επανάσταση, οι περισσότεροι νησιώτες έδειξαν δυσπιστία στα νέα κηρύγματα της Μεγάλης Αικατερίνης-
Βοη8ός του Κατσώνη έγινε τότε ο Ανδρούτσος, πατέρας του Οδυσσέα, ο οποίος με τις αρματολίτικες ομάδες του πήγε στα πλοία για να βοηθήσει πιο ουσιαστικά- Το 1792 μετά τη ναυμαχία του Σουνίου το πλοίο του Ανδρούτσου που είχε τους αρματολούς, λόγω τρικυμίας, έπεσε στην Αίγινα, εκεί οι Τούρκοι τους αντελήφθησαν και τους χτύπησαν. Ο Ανδρούτσος κατόρθωσε να ξεφύγει και κατέφυγε στη Μάνη μαζί με τον Κατσώνη.
Μεγάλη δραστηριότητα έδειξε η Αίγινα και κατά την επανάσταση του Ι821
Το Σεπτέμβριο του 1826 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα η έδρα της Ελληνικής Διοικήσεως και τον Ιανουάριο του Ι828 η πρώτη υπό τον Καποδίστρια Ελληνική κυβέρνηση.
Έτσι η Αίγινα έχει τη ιστορική τύχη να καταστεί η Πρώτη Πρωτεύουσα του νεώτερουΕλληνικού κράτους για δύο σχεδόν χρόνια ( 1828–1829)

Η ΑΙΓΙΝΑ ΤΗΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Στην Αίγινα, στο νησί αυτό του Σαρωνικού η μοίρα επιφύλαξε τη μεγάλη τιμή να υποδεχτεί τον πρώτο Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλά6ας, τον Ιωάννη Καποδίστρια
Ήταν ένα όνειρο τεσσάρων και πλέον αιώνων που έγινε πραγματικότητα στις 12 Ιανουαρίου 1828 στην παραλία της “Περιβόλας ” όπου αποβιβάστηκε ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας .
Ο Καποδίστριας έφθασε στην Αίγινα με το αγγλικό πολεμικό ‘Γουαρσπαιτ ” και τον συνόδευαν το γαλλικό ‘Ηρα ’ και το Ρωσικό “Ελένη”.
Στις 26 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας ορκίστηκε στο Μητροπολιτικό ναό της Αίγινας ως πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας και η Αίγινα έγινε η πρώτη Πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους, έγινε το διοικητικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο του.
Ο πληθυσμός της αυξήθηκε αλματωδώς και υπολογίζεται ότι έφθασε τα 100,000 άτομα, αν και η “Γενική Εφημερίς της Ελλάδος” , τους υπολόγιζε λιγότερους


Την εποχή αυτή στην Αίγινα ανεγέρθηκαν περίλαμπρα κτίρια είτε για να χρησιμοποιηθούν σαν κατοικίες αρχόντων και άλλων πλουσίων είτε για να χρησιμοποιηθούν ως δημόσια κτίρια και ιδρύματα.
Τα κτίρια που ξεχώριζαν, και σήμερα ονομάζονται ” Καποδιστριακά


Μετά τη μεταφορά της Πρωτεύουσας στο Ναύπλιο στις 3 /10/1829 η Αίγινα πέρασε περιόδους οικονομικής κρίσης ενώ και το μεγαλύτερο σύνολο των προσφύγων που είχαν έλθει εγκατέλειψαν το νησί επιστρέφοντας στις πατρίδες τους.


ΝΕΩΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ
Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου το εμπόριο και ιδιαίτερα η αλιεία και η επεξεργασία του σφουγγαριού γίνονται μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης του νησιού .
Είναι η εποχή που οι πλούσιοι έμποροι κτίζουν τα νεοκλασσικά κτίρια που κοσμούν σήμερα το λιμάνι της Αίγινας. Ταυτόχρονα η παραγωγή των πασίγνωστων Αιγινήτικων κανατιών και η ευρεία χρήση του Αίγινήτικου πορώλιθου βοηθούν την τοπική οικονομία έστω και προσωρινά.


Ταυτόχρονα μια νέα καλλιέργεια εμφανίζεται στην Αίγινα . Είναι η φυστικιά που τα πρώτα της φυτά φέρνει στο νησί ο Νίκος Πέρογλου από την Συρία για να αποτελέσουν στα επόμενα χρόνια έως και σήμερα τη σημαντικώτερη και πιο αποδοτική καλλιέργεια που έδωσε στην Αίγινα όχι μόνο οικονομική άνθηση αλλά την έκανε ξανά γνωστή στον κόσμο δίνοντας το όνομά της στον τύπο αυτό του φυστικού.


Φτάνοντας στις μέρες μας διαπιστώνουμε ότι η οικονομία του νησιού βασίζεται πλέον στον Τουρισμό . Η καλοδιατηρημένη πόλη και τα χωριά , το θαυμάσιο κλίμα , το πλήθος των εγκαταστάσεων και υπηρεσιών εξυπηρέτησης τουριστών , τα Αρχαία μνημεία αλλά και αυτά των νεώτερων ιστορικών χρόνων , τα κέντρα θρησκευτικής λατρείας , η πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα , η κοντινή απόσταση από το λεκανοπέδιο και το πλήθος των μέσων θαλάσσιας μεταφοράς αποτελούν πόλο έλξης των φίλων της Αίγινας


Λίγες πληροφορίες που αφορούν την ιστορική ταυτότητα του νησιού μας, της Αίγινας με την ευκαιρία της ενδιαφέρουσας ξενάγησης που εγινε το Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου στον Αρχαιολογικό χώρο του Δελφινίου Απόλλωνα ( Κολώνα) και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αίγινας που βρίσκεται στον ίδιο χώρο από την ξεναγό κα Ελένη Ζαχαρίου στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Aegina Fistiki Fest 2010.
Δυστυχώς όπως διαπιστώσαμε το ενδιαφέρον των Αιγινητών για το πιό σημαντικό ιστορικό σημείο του νησιού , το κέντρο της πνευματικής , θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης της Αρχαίας Αίγινας , ( το " επιφανέστατο " όπως το ονόμαζαν ) ήταν πολύ μικρό αφού πολλοί λίγοι ήταν οι Αιγινήτες που συμμετίχαν στην ξενάγηση ενώ οι περισσότεροι ήταν επισκέπτες ή εποχιακοί κάτοικοι .
Σε μικρή απόσταση από το κεντρικό λιμάνι της Αίγινας πρός βορρά , λίγο πάνω από το πολεμικό λιμάνι της Αίγινας βρίσκεται ο λόφος της Κολώνας όπως είναι γνωστός σήμερα. 

Στο στρατηγικό αυτό σημείο της αρχαίας πόλης είχαν εγκατασταθεί οι προϊστορικοί κάτοικοι του νησιού και δημιούργησαν μία σειρά από αλλεπάλληλους ιστορικά οικισμούς πού καλύπτουν όλες τις προϊστορικές και ιστορικές φάσεις της Ιστορίας του νησιού . Σε εννέα τουλάχιστον υπολογίζονται οι οικισμοί αυτοί μετά τις τελευταίες ανακαλύψεις των Ελλήνων , Γερμανών και Αυστριακών Αρχαιολόγων που συνεχίζουν ανασκαφές στον λόφο.

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ που δέσποζε στην κορυφή του οχυρωμένου λόφου είναι Δωρικός , χρονολογείται από το 520–500 πΧ. και είναι χτισμένος από Αιγινήτικο πωρόλιθο , όπως και ο Ναός της Αφαίας..
Ήταν Ναός περίπτερος με 6 κολώνες στις στενές πλευρές και 12 στις μακρές. Στο εσωτερικό , όπως σε όλους τους δωρικούς ναούς αποτελείτο από ορθογώνιο δωμάτιο ( σηκό ) με δύο μικρές στοές Ανατολικά και Δυτικά ( Πρόδομος – Οπισθόδομος ). Από το εσωτερικό του ναού έχει σωθεί μόνο μία σπασμένη κολώνα του οπισθόδομου και αυτή όχι ολόκληρη Από τα αετώματα που ήταν σκαλισμένα σε Πάριο Μάρμαρο έχουν σωθεί μόνο σπασμένα κομμάτια και δεν επιτρέπουν με ευκολία την αναπαράσταση των συνθέσεων.
Ο ναός του Δελφινίου Απόλλωνα έπαυσε να λειτουργεί με διατάγματα του Κωνστάντιου (345 μ Χ ) , Γρατιανού , Βαλεντιανού Β’ , και Θεοδοσίου 381 μ.χ. όποτε και κατεδαφίσθει ολοκληρωτικά έκτός από 2 κολώνες του οπισθόδομου με το επιστύλιο τους. Σήμερα σώζεται μόνο μία από τις κολώνες αυτές και αυτή όχι ακέραια.
-Σύμφωνα με την μαρτυρία του Παυσανία στον λόφο της Κολώνας και στην περιβάλλουσα περιοχή υπήρχαν εκτός του Ναού του Δελφινίου Απόλλωνα :
Το Αιάκειο, που ήταν ο τόπος λατρείας του Γενάρχη του νησιού Αιακού και δίπλα του ο τάφος του Φώκου, πρώτου γιου του Αιακού.που δολοφονήθηκε κατα την μυθολογία από τους αδελγούς του Τελαμώνα και Πηλέα 
Το Βουλευτήριο, ένα μεγάλο ορθογώνιο οικοδόμημα βορειότερα από το Αιάκειο.
Το αμφιΘέατρο, που είχε μέγεθος όμοιο με αυτό της Επιδαύρουκαι ήταν ισάξιο σε ακουστική με αυτό 
Το Στάδιο, που βρισκόταν πίσω ακριβώς από το Θέατρο.
Το εμπορικό λιμάνι και το πολεμικό λιμάνι γνωστό και ώς «Κρυπτός λιμήν» 
Σήμερα δυστυχώς το Θέατρο και το Στάδιο δεν διασώζονται, διότι τα υλικά τους χρησιμοποιήθηκαν τον 3ο αιώνα μ.Χ. για να κτιστούν τα τείχη που περιβάλλουν τα ρωμαϊκά και βυζαντινά σπίτια. και τα υπολείματα τους χρησιμοποιήθηκαν την Καποδιστρική περίοδο ( 1828-1829) για να κατασκευαστεί το σημερινό εμπορικό λιμάνι της Αίγινας σε σχέδια του Αμερικανού Φιλέλληνα Σάμιουελ Χάου. 
Στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ., με την προσάρτηση της Αίγινας στο βασίλειο της Περγάμου, στον λόφο της Κολώνας ξεκινά η λατρεία του Αττάλου μαζί με τον Αιακό στο Αττάλειο μέγαρο, τμήματα του οποίου σήμερα διασώζονται στην δυτική πλευρά του λόφου.της κολώνας 

ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΙΓΙΝΑΣ

ΑΙΓΙΝΗΤΩΝ ΕΟΡΤΗ ( ΜΟΝΟΦΑΓΟΙ)

Πανάρχαια Αιγινήτικη γιορτή αυτή προς τιμή του Ποσειδώνα που κρατούσε 16 μέρες.
Κατά τη διάρκεια της οι Αιγινήτες έτρωγαν σιωπηλά σε στενό οικογενειακό κύκλο δίχως την συμμετοχή ξένων ή δούλων
Η γιορτή ήταν ένα είδος μνημοσύνου και κρατούσε τις ρίζες του από την εποχή του Τρωϊκού πολέμου.
Οπως λέει η παράδοση σπό τους Αιγινήτες που μετείχαν στον Τρωϊκό πόλεμο οι περισσότεροι σκοτώθηκαν στις μάχες, ενώ άλλοι χάθηκαν κατά την επιστροφή στίς θάλασσες. Οταν εφτασαν στην Αίγινα οι λίγοι που σώθηκαν είχαν κατέβει στο λιμάνι για να τους υποδέχτούν οι συγγενείς τους, αλλά όταν είδαν τους άλλους πολίτες που είχαν χάσει τούς δικούς τους να πενθούν δεν θεώρησαν σωστό να επιδεινύουν δημόσια τη χαρά τους. Έτσι αποφάσισαν να γιορτάζουν κάθε χρόνο κρυφά στα σπίτια τους την επιστροφή των επιζώντων τους . Οι συμμετέχοντες σε αυτή την τελετή επειδή έτρωγαν μόνοι ονομάζονταν ” μονοφάγοι”.

ΑΙΑΚΕΙΑ
Τα Αιάκεια ήταν ίσως η μεγαλύτερη αρχαία γιορτή της Αίγινας προς τιμή του Γενάρχη τους Αιακού , γιού του Δία και της Αίγινας και πρώτου Βασιλιά του νησιού . Λέγεται ότι θεσμοθετήθηκε, ‘οταν με υπόδειξη του Δελφικού Μαντείου πήγαν στην Αίγινα οι πρέσβεις όλων των Ελληνικών πόλεων, για να παρακαλέσουν τον Αιακό να μεσολαβήσει στον πατέρα του τον Ελλάνιο Δία, για να στείλει βροχή προς σωτηρία ανθρώπων και ζώων που υπέφεραν από την ανομβρία σε όλη την Ελλάδα . Ο Δίας έκανε δεκτή την ικεσία τους και έβρεξε «εις πάσαν την Ελλάδα γην», όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος.
Η γιορτή περιελάμβανε γυμνικούς αγώνες τους οποίους ύμνησε ο Πίνδαρος, και οι νικητές αφιέρωναν το στεφάνι τους στο Αιάκειον, ναό που ήταν αφιερωμένος στον Αιακό.

ΔΕΛΦΙΝΙΑ
Τα Δελφίνια γιορτάζονταν τη 6η του Αττικού μήνα Μουνυχιώνος προς τιμή του Δελφινίου Απόλλωνος στην Αίγινα και στην Αττική.
H η γιορτή είχε αναφορά με τη θυσία που έκανε ο Θησεύς στον Δελφίνιο Απόλλωνα και την προσφορά του «ικετηρίου» κλώνου ελιάς, δεμένης με λευκό μαλλί, πριν την αναχώρηση του μαζί με τους νέους και τις νέες για την Κρήτη σύμφωνα με τον γνωστό μύθο . Ωσ ανάμνηση της σωτηρίας και επιστροφής τους εορτάζονταν τα Δελφίνια, που περιελάμβαναν θυσίες και αναπαράσταση της καταθέσεως του ικετηρίου κλώνου, που έφεραν σε πομπή ανύπαντρες κοπέλες, οι «ικέτιδες».Τα Δελφίνια στην Αίγινα περιλάμβαναν και την διοργάνωση αθλητικών αγώνων, οι οποίοι ονομάζονταν «Υδροφόρια», και ήταν ανάμνηση της τοπικής παράδοσης που ανέφερε, ότι οι Αργοναύτες πέρασαν από την Αίγινα και πήραν νερό συνεχίζοντας το ταξίδι τους για την Κολχίδα και την αναζήτηση του χρυσόμαλλου δέρατος.




Οπως διαβάζουμε στο Πάριο χρονικό (πρόκειται για τον μαρμάρινο κατάλογο του 3ου αι. π.Χ. όπου καταγράφονται τα γεγονότα και οι προσωπικότητες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αρχαία ελληνική ιστορία) :
ΑΦ’ ΟΥ Φ[ΕΙ]ΔΩΝ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΕΔΗΜΕΥΣ[Ε ΤΑ] ΜΕΤ[ΡΑ ΚΑΙ ΣΤ]ΑΘΜΑ ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΕ ΚΑΙΝΟΜΙΣΜΑ ΑΡΓΥΡΟΥΝ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗι ΕΠΟΙΗΣΕΝ, ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΩΝ ΑΦ’ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΕΤΗ ΓΗΔΔ-ΔΙ, ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ ΑΘΗΝΩΝ [ΦΕΡΕΚΛ]ΕΙΟΥΣ….. που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση : Όταν ο Φείδων ο Αργείος κοινοποίησε τα μέτρα και τα σταθμά και κατασκεύασε αργυρό νόμισμα στην Αίγινα, έγινε 11ος από τον Ηρακλή, έτος ΓΗΔΔΔΙ = 631, όταν ο Φερέκλειος βασίλευε στην Αθήνα..
Αυτή είναι ίσως η παλαιότερη καταγραφή για τη “ χελώνα “ ” της Αίγινας που και ιστορικά πιστοποιεί ότι υπήρξε χρονολογικά το πρώτο Ελληνικό αλλά και Ευρωπαϊκό ταυτόχρονα κερματόμορφο νόμισμα Ουσιαστικά βέβαια δεν επρόκειτο για ενα νόμισμα αλλά για για ενα νομισματικό σύστημα μέτρων και σταθμών με τις υποδιαιρέσεις του που έπαιξε σημαντικό ιστορικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμπορίου σε όλον τον γνωστό ιστορικό κόσμο της εποχής εκείνης ( από την Ιλλυρία ώς την Αίγυπτο και από την Ισπανία ώς την Μαύρη Θάλασσα ( Κριμαία) δεδομένου ότι γινόταν εύκολα αποδεκτό για τις εμπορικές συναλλαγές . Ήταν ουσιαστικά το πρώτο εν λειτουργία ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα , το πρώτο ΕΥΡΩ κατά κάποιο τρόπο.
Η χελώνα ( ο Αιγινήτικος στατήρας ) , είχε από την μία πλευρά το έμβλημα της θαλάσσιας χελώνας , που ήταν σύμβολο της Αφροδίτης που προστάτευε τα ταξίδια και το θαλασσινό εμπόριο και βάρος 13 περίπου γραμμαρίων καθαρού αργύρου και από την άλλη το έγκοιλο που παριστάνει σε απλή σχηματική μορφή .άνθρωπο που βαδίζει 


ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΛΛΑΝΙΟΥ ΔΙΟΣ

Ελλάνιον Ορος : Ετσι ονομάζεται το ψηλότερο βουνό της Αίγινας (532 μ.) Οι σημερινοί Αιγινήτες το ονομάζουν απλά ” Ορος”

Click this bar to view the full image.


Βρίσκεται σ ε απόσταση περίπου 8.000 μ από το κεντρικό λιμάνι της Αίγινας. Για να πάει εκεί νανείς ακολουθεί το δρόμο που πηγαίνει προς Παχεία Ράχη – Ανιτσαίον.

Το βουνό αυτό διατήρησε ως σήμερα το αρχαίο του όνομα ” Ελλάνιον ” και είναι συνδεδεμένο στενά με την λατρεία του Δία Ελλανίου και τον πρώτο βασιλιά της Αίγινας ΑΙΑΚΟ γιο του Δία και τής νύμφης Αίγινας.

Εκεί σύμφωνα με την παράδοση ανέβηκε ο Αιακός για να προσευχηθεί εκ μέρους όλων των Ελλήνων στον πατέρα του Δία για να σταματήσει η καταστροφική ξηρασία. και μετά έκτισε εκεί ένα Ιερό -αφιέρωμα όλων των Ελλήνων.

Οι ανασκαφές που συνεχίζονται ως σήμερα αποκαλύπτουν σιγά σιγά την πολύ μακρά ιστορία του τόπου και του Ιερού που καλύπτει όλες τις εποχές από την γεωμετρική εποχή ως την Περγαμηνή περίοδο όπου κατασκευάζονται τα κτίρια , η μεγάλη σκάλα, οι ξενώνες και κλπ. τα ερείπια των οποίων βλέπουμε σήμερα.

Στη Βυζαντινή εποχή κτίζεται εκεί ένα μοναστήρι και η μικρή εκκλησία των Ταξιαρχών και χρησιμοποιείται για την οικοδόμηση μέρος του αρχαίου οικοδομικού υλικού.

Από την κορυφή του Ελλανίου η θέα είναι μοναδική. Διακρίνονται το Σούνιο, οι ακτές της Αττικής , τα Μέγαρα, ο Ισθμός ‚τα βουνά της Αργολίδας, ο Πόρος , τα Μέθανα , η ¨Ύδρα.

ΝΑΟΣ ΑΦΑΙΑΣ

Click this bar to view the full image.
Ο Ναός τηε ΑΦΑΙΑΣ αποτελεί να ανεπανάληπτο έργο από τεχνικής -καλλιτεχνικής – γεωμετρικής – φυσικής κλπ πλευράς που περήφανα υψώνεται και δεσπόζει στην κορυφή μίας βουνοσειράς, στην Αίγινα από τον 8ο π.χ. αιώνα.

Πληροφορίες για την ΑΦΑΙΑ , στην οποία ήταν αφιερωμένος ο ναός μας δίνει ο Παυσανίας από κάποιες παραδόσεις της Κρήτης . Σύμφωνα με αυτές από τον Δία και την Κάρμη γεννήθηκε η Βριτόμαρτις που αγαπούσε πολύ το κυνήγι και γι αυτό τη συμπαθούσε ιδιαίτερα η θεά Άρτεμις. Την ερωτεύτηκε όμως ο Μίνωας και για να γλιτώσει από αυτόν έπεσε στη θάλασσα και μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιων ψαράδων που την πήραν μαζί τους στο καράβι. Εκεί όμως την ερωτεύτηκε ένας από τούς ναύτες και έτσι η Βριτόμαρτις αναγκάστηκε και πάλι να πέσει στη θάλασσα για να γλιτώσει και κολυμπώντας βγήκε στο νησί από όπου περνούσε το καράβι αυτό, την Αίγινα Η κοπέλα πήρε αμέσως το δρόμο προς το δάσος του νησιού και σιγά σιγά οι ναύτες από το πλοίο την έβλεπαν να χάνεται σαν με κάποια θεϊκή επέμβαση και γι αυτό την ονόμασαν Αφαία ( άφαντη- αφανέρωτη).

Στην Κρήτη την ονόμαζαν επίσης Δίκτυννα.

Στην περιοχή όπου βρίσκεται ο ναός ( σε ένα ύψωμα βορειανατολικά του νησιού σε απόσταση 15 χιλ από την πρωτεύουσα της Αίγινας)δεν έχουν βρεθεί κτίσματα από παλαιότερες περιόδους. Τα πιο παλιά κτίσματα είναι του 8ου αιώνα π.χ. Το 510 πχ. μία μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε τη στέγη του πρώτου Δωρικού ναού σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Αιγινήτες αποφάσισαν να τον γκρεμίσουν εκτός από την υψηλή πύλη και τον μεγάλο βωμό και να τον ξανακτίσουν ακόμα λαμπρότερο διακοσμημένο με γλυπτά της “Αιγινήτικης ” Σχολής .

Ο νέος ναός πήρε την τελική του μορφή το 500 πΧ και έκτοτε δεν έγινε καμιά προσθήκη. Ο ναός είναι κτισμένος σε ίση απόσταση από τον Παρθενώνα και το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και σχηματίζουν τρίγωνο (γνωστό το ιερό τρίγωνο της αρχαιότητας) Σήμερα ο Ναός αποτελεί το καύχημα τηε Αίγινας και είναι πόλος έλξης χιλιάδων επισκεπτών που κάθε χρόνο , όλες τις εποχές , επισκέπτονται τον χώρο και μαγεύονται από την ανεπανάληπτη γοητεία του αρχαίου Μνημείου.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΙΕΡΟΥ ΔΕΛΦΙΝΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ( ΚΟΛΩΝΑ)

Click this bar to view the full image.
Σε μικρή απόσταση από το κεντρικό λιμάνι της Αίγινας πρός βορρά , λίγο πάνω από το πολεμικό λιμάνι της Αίγινας βρίσκεται ο λόφος της Κολώνας όπως είναι γνωστός σήμερα.

Στο στρατηγικό αυτό σημείο της αρχαίας πόλης είχαν εγκατασταθεί οι προϊστορικοί κάτοικοι του νησιού και δημιούργησαν μία σειρά από αλλεπάλληλους ιστορικά οικισμούς πού καλύπτουν όλες τις προϊστορικές και ιστορικές φάσεις της Ιστορίας του νησιού . Σε εννέα τουλάχιστον υπολογίζονται οι οικισμοί αυτοί μετά τις τελευταίες ανακαλύψεις των Ελλήνων , Γερμανών και Αυστριακών Αρχαιολόγων που συνεχίζουν ανασκαφές στον λόφο.

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ που δέσποζε στην κορυφή του οχυρωμένου λόφου είναι Δωρικός , χρονολογείται από το 520–500 πΧ. και είναι χτισμένος από Αιγινήτικο πωρόλιθο , όπως και ο Ναός της Αφαίας.. Ήταν Ναός περίπτερος με 6 κολώνες στις στενές πλευρές και 12 στις μακρές. Στο εσωτερικό , όπως σε όλους τους δωρικούς ναούς αποτελείτο από ορθογώνιο δωμάτιο ( σηκό ) με δύο μικρές στοές Ανατολικά και Δυτικά ( Πρόδομος – Οπισθόδομος ). Από το εσωτερικό του ναού έχει σωθεί μόνο μία σπασμένη κολώνα του οπισθόδομου και αυτή όχι ολόκληρη Από τα αετώματα που ήταν σκαλισμένα σε Πάριο Μάρμαρο έχουν σωθεί μόνο σπασμένα κομμάτια και δεν επιτρέπουν με ευκολία την αναπαράσταση των συνθέσεων.

Ο ναός του Δελφινίου Απόλλωνα έπαυσε να λειτουργεί με διατάγματα του Κωνστάντιου (345 μ Χ ) , Γρατιανού , Βαλεντιανού Β’ , και Θεοδοσίου 381 μ.χ. όποτε και κατεδαφίσθει ολοκληρωτικά έκτός από 2 κολώνες του οπισθόδομου με το επιστύλιο τους. Σήμερα σώζεται μόνο μία από τις κολώνες αυτές και αυτή όχι ακέραια.

Επίσης κοντά στο ναό του Απόλλωνα υπήρχαν και πολλά Δημόσια κτίρια και μικρότεροι ναοί και ιερά. όπως το ΑΙΑΚΕΙΟ, το ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟ , Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΦΩΚΟΥ , ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΙ ΝΑΟΙ και το ΑΤΤΑΛΕΙΟ. πολύ κοντά επίσης στον λόφο της “Κολώνας” υπήρχε το γνωστό στην Αρχαιότητα ΘΕΑΤΡΟ της Αίγινας για το οποίο ο Παυσανίας λέει ότι ήταν περίπου στο μέγεθος του Θεάτρου της Επιδαύρου και ισάξιο σε ακουστική με εκείνο.

Το ΣΤΑΔΙΟ της Αίγινας βρισκόταν επίσης στο σημείο αυτό κοντά στο Θέατρο . Δυστυχώς από το Θέατρο όπως επίσης και το Στάδιο δεν απέμειναν σαφή ίχνη .καθόσον τα υλικά τους χρησιμοποιήθηκαν αργότερα για άλλους σκοπούς και κατεστράφησαν.