Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκάνδαλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκάνδαλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το σκάνδαλο Κοσκωτά, η Δίκη και η Ετυμηγορία (VIDEO)

3 Φεβρουαρίου 1989: Το σκάνδαλο Κοσκωτά παίρνει νέα τροπή, όταν ο προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, Γιώργος Λούβαρης, παραπέμπεται για κακούργημα, ως παραλήπτης μεγάλου ποσού, που υπεξαιρέθηκε.


Το Σκάνδαλο Κοσκωτά αφορούσε ένα μεγάλο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο το οποίο κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα σηματοδότησε, κυρίως, τον αγώνα για τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. και των τραπεζών. Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε ο τραπεζίτης Γιώργος Κοσκωτάς, πλην όμως ενεπλάκησαν σ΄ αυτό και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Παραπέμφθηκαν σε δίκη ο Ανδρέας Παπανδρέου, πρώην Πρωθυπουργός, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, τέως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Δημήτρης Τσοβόλας, πρώην Υπουργός Οικονομικών και ο Γιώργος Πέτσος, πρώην Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας. Από αυτούς, ο Ανδρέας Παπανδρέου κρίθηκε αθώος σε όλες τις κατηγορίες, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε γιατί είχε ήδη εκλεγεί Ευρωβουλευτής και το Ευρωκοινοβούλιο δεν ήρε την ασυλία του, ενώ ο Μένιος Κουτσόγιωργας πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος κρίθηκαν ένοχοι για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Οι ποινές τους ήταν 2,5 χρόνια (εξαγοράσιμη) για τον πρώτο και 10 μήνες με αναστολή για τον δεύτερο, με αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων και των δύο, για τρία και δύο χρόνια αντίστοιχα. Η ολοκληρωτική αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1992 επιβεβαίωσε το κύρος του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, και η επιστροφή του στην εξουσία το 1993 ερμηνεύθηκε ως προσωπικός θρίαμβος ενάντια στους κατηγόρους του. Αντίθετα, η απόφαση της ηγεσίας της Αριστεράς να συμπράξει με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη οδήγησε στην εκλογική καθίζησή της, και η περίοδος συγκυβέρνησης είναι γνωστή ως «βρώμικο '89».

Η δίκη ξεκίνησε τον Απρίλο του 1991. Νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 1990, ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε κριθεί προφυλακιστέος και είχε οδηγηθεί στις φυλακές Κορυδαλλού, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους που παρέμειναν ελεύθεροι. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε να εμφανιστεί στη δίκη και δεν πήγε ούτε μία φορά στο δικαστήριο. Επίσης αρνήθηκε να ορίσει συνηγόρους υπεράσπισής του. Αυτή η κίνηση τον βοήθησε να κερδίσει τις εντυπώσεις στο επικοινωνιακό επίπεδο, παρότι οι δικαστές είχαν δικαίωμα να διατάξουν την βίαιη προσαγωγή του στο δικαστήριο, κάτι το οποίο τελικά δεν έπραξαν. Αντίθετα, οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος έδωσαν κανονικά το παρόν στη δίκη, με τον Τσοβόλα να έρχεται συχνά σε έντονη αντιπαράθεση με τους δικαστές.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO

Τα περιστατικά

Επιχειρηματικές δραστηριότητες και διαπλοκή
Η αφετηρία του σκανδάλου ήταν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Γιώργου Κοσκωτά. Ο Κοσκωτάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953, με καταγωγή από τον Ασπρόπυργο Αττικής. Το 1970 μετανάστευσε στην Αμερική και επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Το 1979, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, ανέλαβε Διευθυντής του Συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης, παρ'ότι ήταν μόλις 25 ετών. Έγινε γνωστός στο πανελλήνιο στις αρχές της δεκαετίας του '80. Το νεαρό της ηλικίας του, η γιγάντια περιουσία του και η χαρακτηριστική του εμφάνιση τον έκαναν γνωστό ακόμη και στους τουρίστες που επισκέπτονταν τη χώρα. Ο Κοσκωτάς αγόρασε το 1982 τον δημοσιογραφικό και εκδοτικό οργανισμό «Γραμμή Α.Ε.» από τον Παύλο Μπακογιάννη, και το 1984 αγόρασε το 56% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης (αργότερα έφτασε να κατέχει το 82%), έναντι του ποσού του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών. Μαζί με άλλες επιχειρήσεις τις οποίες είχε ενσωματώσει στις κύριες, γινόταν εργοδότης σε περίπου 4.000 εργαζόμενους. Το 1986 είχε επιχειρήσει και την αγορά της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδας, όμως λόγω αντιδράσεων από τον Τύπο, η κυβέρνηση δεν επέτρεψε τελικά στην πώλησή της. Το 1987 προχώρησε στην αγορά από τον εφοπλιστή Σταύρο Νταϊφά της ΠΑΕ Ολυμπιακός.

Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άργησε να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον ραγδαία ανερχόμενο επιχειρηματία. Οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης αυξήθηκαν κατακόρυφα με χρήματα των ΔΕΚΟ (συνολικού ύψους 13 δισεκατομμυρίων το 1988), ενώ πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι του ελληνικού δημοσίου ήταν και επίσημοι συνεργάτες του. Στο μεταξύ οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που εξασφάλιζε για τους πελάτες του, διόγκωσαν τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης στα 76,5 δισεκατομμύρια δραχμές.

Από την εκδοτική πλευρά της «Γραμμής Α.Ε.», ο Κοσκωτάς είχε στήσει έναν τυποεκδοτικό κολοσσό, ο οποίος εξέδιδε μία καθημερινή εφημερίδα («24 Ώρες») και 6 περιοδικά, ενώ εξαγόρασε άλλες τρεις αντι-κυβερνητικές εφημερίδες, την «Βραδυνή», την «Εβδόμη» και την ιστορική «Καθημερινή» από την Ελένη Βλάχου το 1986, την οποία έστρεψε πολιτικά προς το ΠΑΣΟΚ. Ταυτόχρονα εκδήλωσε ενδιαφέρον και για την αγορά της «Ελευθεροτυπίας». Η επέκταση αυτή στο χώρο του Τύπου, υπήρξε και το κομβικό σημείο της ανεξέλεγκτης πορείας του. Η κυβέρνηση έβλεπε στο πρόσωπό του έναν πανίσχυρο εκδότη που θα της παρείχε στήριξη, με αντάλλαγμα την πολιτική κάλυψη των δραστηριοτήτων του.

Οι πρώτες αντιδράσεις
Οι εκδότες των υπόλοιπων μεγάλων ελληνικών εφημερίδων νιώθωντας τεράστια απειλή από τον Γιώργο Κοσκωτά, ξεσηκώθηκαν εναντίον του και άρχισαν να καταγγέλουν ότι τα χρήματα που αφειδώς ξόδευε ήταν προϊόν ύποπτων συναλλαγών. Τον Οκτώβριο του 1987 άρχισαν να έρχονται στο φως αποκαλύψεις για το παρελθόν του Κοσκωτά (πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος κλπ.) Στις καταγγελίες, η κυβέρνηση αρνούταν να κινήσει διαδικασίες για φορολογικό έλεγχο.

Εμπλοκή Μένιου Κουτσόγιωργα
Μια από τις σημαντικότερες πτυχές του σκανδάλου Κοσκωτά ήταν η εμπλοκή του αντιπροέδρου της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Μένιου Κουτσόγιωργα, ο οποίος έχασε την ζωή του στο Είδικό Δικαστήριο. Ο Κουτσόγιωργας συνδεόταν με τον στενό συνεργάτη του Κοσκωτά Ιωάννη Ματζουράνη ο οποίος προερχόταν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην οποία είχε διατελέσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου. Το φθινόπωρο του 1988 ανοίχτηκε μέσω του Ματζουράνη ένας τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του Κουτσόγιωργα στην Ελβετία . Στη συνέχεια, λίγες εβδομάδες πριν τοποθετηθεί επίτροπος στην Τράπεζα Κρήτης, ο Ματζουράνης μετέφερε 1,200,000 δολάρια στον λογαριασμό του Μένιου Κουτσόγιωργα. Ο Ματζουράνης υποστήριξε ότι η κατάθεση έγινε εν γνώσει του Κουτσόγιωργα ενώ ο Κουτσόγιωργας υποστήριξε ότι παγιδεύτηκε από τους Κοσκωτά/Ματζουράνη και ότι δεν είχε γνώση για το συγκεκριμένο έμβασμα. Ο Κουτσόγιωργας λίγες εβδομάδες μετά, έδωσε εντολή να επιστραφεί όλο το ποσό πίσω στον λογαριασμό του Ματζουράνη από τον οποίο εμβάστηκε και έκλεισε τον λογαριασμό. Η υπόθεση αυτή γνωστοποιήθηκε έξι μήνες μετά από συνέντευξη του Κοσκωτά στο περιοδικό ΤΙΜΕ όταν ήταν πλέον φυλακισμένος στις ΗΠΑ. Ο Ματζουράνης όταν κλήθηκε από την δικαιοσύνη κατέθεσε ότι τα χρήματα ήταν αντικείμενο δωροδοκίας σε σχέση με τον Ν. 1806/88 (Κουτσονόμος) που είχε ψηφιστεί στις αρχές Αυγούστου 1988 και θα παρείχε κάποια προνόμια στο Κοσκωτά σε σχέση με τον έλεγχο της Τράπεζα Κρήτης. Η κατάθεση του Ματζουράνη επέφερε ευνοϊκή νομική μεταχείριση για τον ίδιο και καίριο πολιτικό πλήγμα για τον Κουτσόγιωργα. Ο στενός σύμβουλος του μετέπειτα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στρατηγός Γρυλλάκης γράφοντας για αυτά τα γεγονότα στο βιβλίο του, αναφέρει ότι ο Ματζουράνης συμφώνησε να καταθέσει και να δώσει στοιχεία εναντίον του Κουτσόγιωργα μετά απο συνεννόηση μαζί του και με στελέχη της ΝΔ που του παρείχαν υποσχέσεις για ευνοϊκή νομική μεταχείριση και αμοιβή 20 εκατομμύρια δραχμές. Ο Κουτσόγιωργας κατά τη διάρκεια της δίκης υποστήριξε ότι ο Ν 1806/88 (Κουτσονόμος) δεν επηρέαζε τις ελεγκτικές δυνατότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Στα πλαίσια της δίκης αναδείχτηκε ότι κύρια ευθύνη για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης είχε η διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδας που δεν έκανε τους απαραίτητους ελέγχους την κρίσιμη περίοδο 1985-1988. Σημαντικό ρόλο εκείνη την περίοδο όσο αφορά την διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος έπαιξαν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για τα οποία έγινε κριτική στο κατά πόσο τηρούσαν τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας στην κάλυψη των γεγονότων καθώς πολλές φορές έδωσαν την εντύπωση ότι επιτελούσαν ρόλο δημοσιογράφου, εισαγγελέα και δικαστή μαζί. 

Την ίδια περίοδο υπήρξε και μια άλλη υπόθεση που αφορούσε κίνηση χρημάτων προς τον αρχηγό της ΝΔ. Κ. Μητσοτάκη. Ο αρχηγός της ΝΔ. Κ. Μητσοτάκης είχε εισπράξει εκατομμύρια δολάρια από τον εφοπλιστή Αριστείδη Αλαφούζο την περίοδο 1988-1991. Αυτή η υπόθεση όμως είχε πολύ διαφορετική εξέλιξη σε ό,τι αφορά την δικαστική της αντιμετώπιση και την αντιμετώπιση της από τα ΜΜΕ γενικότερα σε σχέση με την περίπτωση Κουτσόγιωργα και του σκανδάλου Κοσκωτά. Αυτή η διαφορά αντιμετώπισης αποδόθηκε στον ανταγωνισμό πολιτικών και εκδοτικών συμφερόντων και ήταν ένας από τους λόγους που οι δικαστικές διώξεις κατά μελών των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ κρίθηκαν από μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης ως πολιτικές.

Εισαγγελική έρευνα και «Κουτσονόμος»
Υπό το βάρος των συνεχών αποκαλύψεων, τον Ιούλιο του 1988 ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς διέταξε έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης. Κι ενώ διατάχθηκε τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και άρση τραπεζικού απορρήτου προκειμένου να διεξαχθεί η έρευνα, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Δικαιοσύνης Μένιος Κουτσόγιωργας έφερε τροπολογία στη Βουλή, η οποία άφηνε προνομιακά περιθώρια στον υπό εξέταση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Επρόκειτο για τον αποκαλούμενο «Κουτσονόμο» (Νόμος 1806/1988), για τον οποίο όπως τεκμηριωμένα αποκαλύφθηκε αργότερα, το αντάλλαγμα γι αυτόν τον νόμο ήταν η κατάθεση 2 εκατομμυρίων δολαρίων στο όνομα του Μένιου Κουτσόγιωργα σε ελβετική τράπεζα. Το γεγονός αυτό σήμανε το πολιτικό τέλος του πανίσχυρου υπουργού του ΠΑΣΟΚ. Οι αντιδράσεις σε βάρος του ήταν τόσο έντονες από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, που ούτε του επετράπη από το κόμμα του να κατέλθει ως υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές του 1989, ενώ πλήθαιναν οι φωνές που απαιτούσαν και τη διαγραφή του από το ΠΑΣΟΚ.

Το πόρισμα της έρευνας
Τα ευρήματα του επιτρόπου Σπύρου Παπαδάτου ήταν κόλαφος για τον Κοσκωτά. Αποκαλύφθηκε ότι ο Κοσκωτάς (που πλέον αποκτά το προσωνύμιο «Μεγαλοαπατεώνας») είχε κάνει συνολική υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης του ποσού των 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Η υπεξαίρεση των καταθέσεων είχε ξεκινήσει από την εποχή ακόμα που ήταν υπάλληλος στην Τράπεζα. Με τα χρήματα αυτά αγόρασε όλες τις επιχειρήσεις του αλλά και δωροδοκούσε δημόσια πρόσωπα.

Πούλησε στη συνέχεια την Τράπεζα Κρήτης στον όμιλο Αρφάνη - Χιόνη, την «Γραμμή Α.Ε.» στον Γιάννη Αλαφούζο και την ΠΑΕ Ολυμπιακός στον Αργύρη Σαλιαρέλη. Ο τελευταίος τον βοήθησε να διαφύγει από την Ελλάδα, αρχικά στη Βραζιλία και στη συνέχεια στις ΗΠΑ, όπου όμως συνελήφθη και κρατήθηκε στις φυλακές του Σάλεμ. Εκδόθηκε στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα. Αποφυλακίστηκε στις 16 Μαρτίου 2001, έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του.

Συγκυβέρνηση και «βρώμικο '89»
Μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 1989, η Νέα Δημοκρατία και ο Ενιαίος Συνασπισμός (στον οποίο μετείχε και η ανανεωτική Αριστερά και άλλες μικρότερες οργανώσεις της) συναποφάσισαν τον σχηματισμό βραχύβιας κυβέρνησης, με κύριο σκοπό την «κάθαρση» από τα πολιτικά σκάνδαλα (το σκάνδαλο Κοσκωτά ήταν μόνο ένα από τα σκάνδαλα για τα οποία κατηγορήθηκε το ΠΑΣΟΚ). Η απόφαση των δύο κομμάτων να κινήσουν διαδικασίες ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής χαρακτηρίστηκε από πολλούς (κυρίως προερχόμενους από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ) ως «βρώμικο '89». Αυτό επέφερε μεγάλη όξυνση στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής φέρεται να δήλωσε ότι «οι πρωθυπουργοί δεν πηγαίνουν στη φυλακή, πηγαίνουν στο σπίτι τους». Το κύριο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης πάντως, επικεντρώθηκε στην τύχη των πολιτικών προσώπων που εμπλέχθηκαν στο σκάνδαλο και όχι στην τύχη του προσώπου που έφερε το όνομά του, του Γιώργου Κοσκωτά.

Σκάνδαλο Κοσκωτά και 17 Νοέμβρη
Το όλο νοσηρό κλίμα ως απόρροια του σκανδάλου, κορυφώθηκε δραματικά με την δολοφονία από την Οργάνωση 17 Νοέμβρη του Παύλου Μπακογιάννη, βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και γαμπρού του προέδρου της Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (26 Σεπτεμβρίου 1989) και την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του κατηγορούμενου βουλευτή και υπουργού του ΠΑΣΟΚ, Γιώργου Πέτσου (8 Μαΐου 1989). Στις προκηρύξεις της (με τίτλους «Άρχισε η κάθαρση» και «Να χτυπήσουμε τους κλέφτες και πουλημένους πολιτικούς» αντίστοιχα), η οργάνωση κατονόμαζε τα θύματά της ως συνενόχους του Σκανδάλου. Νωρίτερα (11 Νοεμβρίου 1988) με προκήρυξή της (με τίτλο «Κλεφτοκοτάδες, μεγαλοαπατεώνες και ταρτούφοι») κατηγόρησε ολόκληρο το πολιτικοικονομικό σύστημα της Ελλάδας ως υπεύθυνο της εκτροφής σκανδάλων τύπου Κοσκωτά.

Παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο
Στις 18 Ιουλίου 1989 (μία εβδομάδα μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη), η βουλή αποφάσισε τη σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί η ενοχή ή μη των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Με βάση το πόρισμα αυτής της επιτροπής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1989 (μία μέρα μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη) η βουλή αποφάσισε μετά από μυστική ψηφοφορία την παραπομπή και των 5 πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο.

Συγκεκριμένα και επί συνόλου 295 παρόντων βουλευτών (απουσιάζαν από πλευράς Νέας Δημοκρατίας οι Γιώργος Σουφλιάς, Απόστολος Ανδρεουλάκος και φυσικά ο δολοφονηθείς την προηγούμενη μέρα Παύλος Μπακογιάννης χωρίς να έχει ακόμα αναπληρωθεί η έδρα του, από πλευράς ΠΑΣΟΚ ο πρόεδρος Ανδρέας Παπανδρέου, καθώς και ο ανεξάρτητος Μουσουλμάνος Αχμέτ Σαδίκ), η ψηφοφορία ανέδειξε τα εξής αποτελέσματα:

Ανδρέας Παπανδρέου (τέως Πρωθυπουργός):
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος: 166 υπέρ της παραπομπής
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 165 υπέρ της παραπομπής
  • Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: 165 υπέρ της παραπομπής

Μένιος Κουτσόγιωργας (πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 238 υπέρ της παραπομπής
  • Για υπόθαλψη εγκληματία σε βαθμό κακουργήματος: 235 υπέρ της παραπομπής
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 247 υπέρ της παραπομπής
  • Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: 240 υπέρ της παραπομπής.

Δημήτρης Τσοβόλας (τέως Υπουργός Οικονομικών):
  • Για απιστία περί την υπηρεσία: 168 υπέρ της παραπομπής
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 168 υπέρ της παραπομπής
  • Γιώργος Πέτσος (τέως Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 219 υπέρ της παραπομπής
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος: 204 υπέρ της παραπομπής
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 222 υπέρ της παραπομπής

Παναγιώτης Ρουμελιώτης (τέως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 170 υπέρ της παραπομπής

Από τα αποτελέσματα της μυστικής ψηφοφορίας και με βάση την κατανομή της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα:

  • Για τους Ανδρέα Παπανδρέου και Δημήτρη Τσοβόλα υπήρξαν σαφείς διαρροές από πλευράς Νέας Δημοκρατίας και Ενιαίου Συνασπισμού, καθώς κάποιοι βουλευτές των δύο κομμάτων δεν πείστηκαν για τυχόν ενοχή τους και ψήφισαν είτε κατά της παραπομπής, είτε λευκό.
  • Αντίθετα, για τους Μένιο Κουτσόγιωργα και Γιώργο Πέτσο, περίπου οι μισοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν υπέρ της παραπομπής τους. Ειδικά για τον Μένιο Κουτσόγιωργα και την κατηγορία της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), σχεδόν τα 2/3 της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ πείστηκαν για την ενοχή του και ψήφισαν υπέρ της παραπομπής του.

Η δίκη
Η δίκη για το Σκάνδαλο Κοσκωτά (η οποία αποκλήθηκε «Δίκη του Αιώνα») ξεκίνησε στις 11 Μαρτίου 1991, καθώς τη μέρα εκείνη συγκλήθηκε για πρώτη φορά το Ειδικό Δικαστήριο υπό την προεδρία του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλη Κόκκινου και άλλων 12 τακτικών δικαστών (Αρεοπαγιτών και προέδρων εφετών). Ως εισαγγελείς ορίστηκαν τρεις νομικοί βουλευτές (Νίκος Κατσαρός και Κώστας Κωνσταντινίδης από πλευράς Νέας Δημοκρατίας και Νίκος Κωνσταντόπουλος από πλευράς Συνασπισμού). Διεξήχθησαν 142 συνεδριάσεις και κατέθεσαν συνολικά 109 μάρτυρες. Επρόκειτο για την πρώτη και μοναδική ως τώρα δίκη στην Ελλάδα η οποία προβλήθηκε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση και βρέθηκε για μεγάλο διάστημα στο επίκεντρο της πολιτικής επικαιρότητας.

Από τους 5 παραπεμφθέντες για τη δίκη, δεν δικάστηκε τελικά ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης ο οποίος είχε ήδη εκλεγεί Ευρωβουλευτής στις Ευρωεκλογές του 1989, με συνέπεια να τον καλύπτει η ευρωβουλευτική ασυλία, η οποία δεν άρθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ένα μήνα μετά την έναρξη της δίκης (11 Απριλίου 1991) η διαδικασία σημαδεύτηκε από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη ο Μένιος Κουτσόγιωργας τη στιγμή που είχε το λόγο εντός της αίθουσας, ο οποίος και εξέπνευσε στο νοσοκομείο μία εβδομάδα αργότερα. Δεδομένου ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ουδέποτε εμφανίστηκε στο δικαστήριο, η δίκη συνεχίστηκε με παρόντες μόνο τους δύο από τους πέντε αρχικά παραπεμφθέντες (Δημήτρη Τσοβόλα και Γιώργο Πέτσο). Μάλιστα μεταξύ του πρώτου και του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου, οι διενέξεις και αντεγκλήσεις υπήρξαν συχνές και έντονες.

Κατά τη διάρκεια της δίκης και ειδικά μετά τον θάνατο του Μένιου Κουτσόγιωργα, η κατάθεση του οποίου θα ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την έκβαση της διαδικασίας, τα στοιχεία αποδείχτηκαν σε γενικές γραμμές ανεπαρκή για να στηρίξουν το κατηγορητήριο. Αρκετοί από τους μάρτυρες κρίθηκαν αναξιόπιστοι, ενώ άλλοι περιορίστηκαν στις πολιτικές και όχι ποινικές ευθύνες των κατηγορουμένων.

Η ετυμηγορία
Δέκα μήνες μετά την έναρξη της δίκης, τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Ιανουαρίου 1992, το Ειδικό Δικαστήριο ύστερα από διάσκεψη περίπου 15 ωρών εκδίδει την απόφασή του για το Σκάνδαλο Κοσκωτά. Η απόφαση για τους τρεις εναπομείναντες κατηγορούμενους:

Ανδρέας Παπανδρέου (πρώην Πρωθυπουργός):
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (για τις καταθέσεις των ΔΕΚΟ στην Τράπεζα Κρήτης και τη ρύθμιση των χρεών του επιχειρηματία Σωκράτη Καλκάνη): Αθώος με ψήφους 7 υπέρ και 6 κατά.
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος με ψήφους 10 προς 3
  • Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος με ψήφους 8 προς 5

Δημήτρης Τσοβόλας (πρώην Υπουργός Οικονομικών):
  • Για απιστία περί την υπηρεσία και για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (για τη ρύθμιση των χρεών των Γιώργου Κοσκωτά και Σωκράτη Καλκάνη): Ένοχος. Ποινή: Φυλάκιση 2 1/2 ετών (εξαγοράσιμη προς 1.000 δραχμές τη μέρα) και τριετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Γιώργος Πέτσος (πρώην Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας):
  • Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (για παράνομη έκδοση άδειας για την ανέγερση κτηρίων της «Γραμμής Α.Ε.» του Γιώργου Κοσκωτά στην Παλλήνη): Ένοχος. Ποινή: Φυλάκιση 10 μηνών με διετή αναστολή και διετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (για τις καταθέσεις των ΕΛΤΑ στην Τράπεζα Κρήτης): Αθώος
  • Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος λόγω αμφιβολιών

Ο Δημήτρης Τσοβόλας εξαγόρασε την ποινή του (κατέθεσε μέσω του συνηγόρου του το ποσό του 1.524.450 δραχμών), ενώ παράλληλα λόγω της στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων εξέπεσε του βουλευτικού του αξιώματος. Και οι 19 επιλαχόντες του ψηφοδελτίου αρνήθηκαν να τον αντικαταστήσουν (απόφαση του ΠΑΣΟΚ), με αποτέλεσμα να διεξαχθεί επαναληπτική ψηφοφορία στην εκλογική περιφέρεια της Β' Αθήνας (5 Απριλίου 1992) και την έδρα κατέκτησε ο Γεώργιος - Αλέξανδρος Μαγκάκης.

Το σκεπτικό της αθώωσης Ανδρέα Παπανδρέου

Για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε με την οριακή πλειοψηφία των 7–6 ψήφων. Επιγραμματικά, το σκεπτικό της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου για την συγκεκριμένη κατηγορία, συνοψίζεται στα ακόλουθα:

Το σκεπτικό όσων ψήφισαν αθώωση
(...) Το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση των διοικητών των ΔΕΚΟ να τελέσουν τις εν λόγω πράξεις οι οποίες τους αποδίδονται, αλλά και ούτε συνήργησε με οποιονδήποτε τρόπο στις πράξεις αυτές. (...) Εξάλλου οι εκδότες που κατέθεσαν αόριστα ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέχει και ποινικές ευθύνες, απάντησαν σε σχετικές ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ότι δεν έχουν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος είχε δώσει εντολές σε διοικητές δημοσίων επιχειρήσεων να καταθέσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια αυτών στην Τράπεζα Κρήτης. Πέραν όμως αυτών, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε γνώση των υπεξαιρέσεων που διέπραττε ο Γεώργιος Κοσκωτάς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 19 Ιανουαρίου 1988 έως 19 Οκτωβρίου 1988, όταν υπεξαιρούσε τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης (...)

Το σκεπτικό όσων ψήφισαν ενοχή
(...) Ο πρώτος των κατηγορουμένων ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και κατά το από 11 Ιουνίου 1987 έως 19 Οκτωβρίου 1988 κρίσιμο χρονικό διάστημα, είχε την αυτονόητη υποχρέωση και πρώτιστο καθήκον κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου να κατευθύνει τις ενέργειες της κυβέρνησης, να συντονίζει την κυβερνητική πολιτική σε όλους τους τομείς και να εποπτεύει για την εφαρμογή των νόμων προς το συμφέρον του κράτους και των πολιτών. Είχε ακόμη τη δυνατότητα ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ να πληροφορηθεί αμέσως το ποιόν και τη δράση του Γεωργίου Κοσκωτά. Γιατί δεν είναι νοητό ένας πρωθυπουργός της ευφυίας του πρώτου να μην θέλησε να πληροφορηθεί ποιος είναι ο Γεώργιος Κοσκωτάς, όταν ο Τύπος και όλοι οι Έλληνες διερωτώντο πώς ένας τόσο νέος είχε τη δυνατότητα να αγοράζει μία Τράπεζα και να δημιουργεί συνεχώς νέες επιχειρήσεις, αλλά και να στέλνεται με κυβερνητική εισήγηση στις ΗΠΑ προκειμένου να συναντηθεί με τον Πρόεδρο και άλλους αξιωματούχους των ΗΠΑ. (...)

Ο Γεώργιος Κοσκωτάς όμως παρ' όλα αυτά, απολάμβανε της πλήρους υποστήριξης και κάλυψης της πολιτικής εξουσίας. Είχε τη δυνατότητα να προσφωνεί και να προσφωνείται από τον πρωθυπουργό της χώρας του με δηλωτικές οικειότητας φράσεις, είχε τη δυνατότητα να βλέπει τον πρωθυπουργό κατ' ιδίαν στην οικία του σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει να πείθεται για τη δράση του. Και ακόμα, να έχει την προστασία του, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι η πρωθυπουργική γραμματεύς παρενέβη υπέρ αυτού κατ' εντολή του Ανδρέα Παπανδρέου και υποχρέωσε τον υφυπουργό Γεώργιο Πέτσο να δεχτεί τον Κοσκωτά και να τον εξυπηρετήσει (...)

Δηλώσεις μετά τη δίκη
Μετά την έκδοση της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου, έγιναν επιγραμματικά οι ακόλουθες δηλώσεις:

  • Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (Πρωθυπουργός): «Κανένα σχόλιο δεν κάνει η κυβέρνηση για τη δίκη. Η δικαιοσύνη απεφάνθη, το θέμα έληξε».
  • Ανδρέας Παπανδρέου (αθωωθείς πρώην Πρωθυπουργός και αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης): «Στόχος τους ήταν η δική μου πολιτική και ηθική εξόντωση, η διάλυση του ΠΑΣΟΚ και ο κατακερματισμός της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Απέτυχαν οικτρά με τη δεκάμηνη δημόσια διαδικασία. Η αλήθεια εκδικήθηκε τους σκευωρούς».
  • Μαρία Δαμανάκη (Πρόεδρος του Συνασπισμού, από τον οποίο είχε ήδη αποχωρήσει το ΚΚΕ): «Ο Συνασπισμός θα ήθελε μία άλλη απόφαση. Θα ήμασταν ευτυχέστεροι αν υπήρχε μία άλλη απόφαση σε σχέση με την περίπτωση του Δημήτρη Τσοβόλα».
  • Δημήτρης Τσοβόλας (καταδικασθείς πρώην Υπουργός Οικονομικών): «Θέτω στον αρμόδιο εισαγγελέα και τις αρχές τον εαυτό μου στη διάθεσή τους, για να εκτελέσουν αυτή την αλλοπρόσαλλη και προσβλητική για το κοινοβούλιο και τους δημοκρατικούς θεσμούς απόφαση της πλειοψηφίας του Ειδικού Δικαστηρίου».

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΞΕΡΑΤΕ ...

Αποχαιρετίστε την Ελλάδα που ξέρατε ...




«Στην κοινωνική παραγωγή της ύπαρξης τους, οι άνθρωποι συνάπτουν καθορισμένες, αναγκαίες και ανεξάρτητες από τη θέληση τους σχέσεις• οι σχέσεις αυτές παραγωγής αντιστοιχούν σε ένα δεδομένο βαθμό ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Το σύνολο των σχέσεων αυτών σχηματίζει την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές της κοινωνικής συνείδησης» Κάρολος Μάρξ (από τον Πρόλογο στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας, 1859).

Το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης και ενδεχομένως της νεότερη ιστορίας, το σκάνδαλο Κοσκωτά, είχε τις ρίζες του στην προσπάθεια του συστήματος ΠΑΣΟΚ να στηρίξει την πολιτική του υπεροχή σε μια νέα επιχειρηματική τάξη σε αμφίδρομη εξάρτηση από το ίδιο.

Μπορεί να απέτυχε στο μεγαλεπήβολο σχέδιο Κοσκωτά, λόγω της πλεονεξίας του ιδίου αλλά και του ηγετικού πολιτικού πυρήνα του κινήματος, αλλά σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την δημιουργία μια φιλικής επιχειρηματικής τάξης. Μια οικονομικής δομής που θα αναπαράγει την βάση του οικονομικού7 μοντέλου και θα συντηρεί το εποικοδόμημα.

Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και η Νέα Δημοκρατία, αλλά και τα υπόλοιπα κόμματα που δεν κυβέρνησαν άμεσα.

Δυο ήταν τα βασικά εργαλεία άσκησης επιρροής του πολιτικού κόσμου πάνω στην ιδιωτική οικονομία: η πρόσβαση σε κρατικές δουλειές με παχυλά περιθώρια κέρδους που εξασφαλίζονταν με την αντιπαροχή μαύρου πολιτικού χρήματος, σε κόμματα και πρόσωπα…

Και η χρηματοδότηση μέσω των τραπεζών (ιδιωτικών και κρατικών) με «φιλικά» πολιτικά κριτήρια…

Το κράτος εξασφάλιζε στις τράπεζες προνομιακά κέρδη από δικές του δουλειές με ανταλλάγματα, πέραν των άλλων, και επιλεκτική χρηματοδότηση των φιλικών επιχειρήσεων. Όποιος καταλαβαίνει στοιχειώδη οικονομικά αυτά είναι χαρακτηριστικά οικονομιών με σοβιετικά, φασιστικά και εν γένει ολιγαρχικά χαρακτηριστικά.

Κατ’ αυτή τη έννοια η υπόθεση του Άκη Τσοχατζόπουλου αποτελεί μια από τις κορυφές του παγόβουνου, του μαύρου πολιτικού χρήματος και του κρατικοδίαιτου χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, ακόμη και του μεγαλύτερου μέρους αυτής που αφορά τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα.

Όποιος μιλά για «κούρεμα» των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων, επί της ουσίας μιλά για την προσπάθεια επιβίωσης του οικονομικού συμπλέγματος που αποτέλεσε τη βάση του πολιτικού εποικοδομήματος της μεταπολίτευσης. Μια επιχειρηματική τάξη που ανδρώθηκε όχι χάρη στη καινοτομία ή την ανταγωνιστικότητα, αλλά χάρη στη εύνοια (έναντι ανταλλάγματος) της κρατικής γραφειοκρατίας.

Κατ’ αυτήν την έννοια η πολιτική πρόταση της αριστεράς για κρατικοποίηση των τραπεζών και γενικό «κούρεμα» των δανείων, εκφέρεται μεν δημόσια από «αγαθούς» μπολσεβικίζοντες που αγαλλιούν με στερεότυπες εκφράσεις που αφορούν κρατικό έλεγχο, αλλά μεθοδεύονται από του επιτήδειους «μεταστάντες» πυρήνες του παλαιοκομματισμού που λειτουργούν υπό την χειραγώγηση κρατικοδίαιτων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Πρόκειται για την επανάληψη της ιστορίας των χρήσιμων ηλιθίων που μνημόνευε ο Λένιν.

Αυτό που τρομάζει το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης, το οποίο χρεοκόπησε τη χώρα με τη συντήρηση ενός παρασιτικού οικονομικού μοντέλου, είναι οι όροι με τους οποίους θα συντελεστεί η μετάβαση και εξαφάνιση των δομών που τους εξασφάλιζαν πλούτο και πολιτική ισχύ.

Η πλειοψηφία της εγχώριας πολιτικής σκηνής μπορεί να αδυνατεί να διαχειριστεί την κατάσταση ακολουθώντας τυφλά το μνημόνια, επειδή έχει μάθει να διαχειρίζεται μόνο ρουσφέτια, αλλά αντιλαμβάνεται πως αν φύγουν οι ΔΕΚΟ από το κράτος και οι τράπεζες λειτουργήσουν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, οι επιχειρηματίες δεν θα τους έχουν ανάγκη για να κάνουν τη δουλειά τους.

Δεν θα χρειάζονται το «δόντι» στο κράτος για να κερδίσουν, αλλά την ανταγωνιστικότητα.

Χωρίς τις ΔΕΚΟ και τους συνδικαλιστές και την επιρροή στο ιδιωτικό τομέα απ’ όπου αντλούν «μαύρο» χρήμα, η άσκηση της εξουσίας όπως την ήξεραν τελειώνει.

Οι δανειστές, όταν δια στόματος Σόιμπλε λένε πως οι ελίτ της χώρας ευθύνονται για την καταστροφή της, δείχνουν πως έχουν καταλάβει ακριβώς τα αίτια της χρεοκοπίας. Τα «εθνικοπατριωτικά» και συνομωσιολογικά σενάρια που χρησιμοποιεί η άλλη πλευρά σαν ασπίδα, μπορεί να έχουν απήχηση στην λαϊκή φαντασία, αλλά δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν την επιβίωση του παλιού οικονομικού μοντέλου. Δεν είναι σε θέση να εμπεδώσουν μια βιώσιμη οικονομική βάση.

Η ώρα του ξεθεμελιώματος της χρεοκοπημένης μεταπολίτευσης έχει φτάσει, με την εκκαθάριση του επιχειρηματικού τοπίου μέσω των «κόκκινων» δανείων.

Οι επιχειρήσεις που δεν είναι βιώσιμες θα σταματήσουν να χρηματοδοτούνται. Τα χρέη αυτών που είναι βιώσιμες θα μετοχοποιηθούν και αυτές θα αλλάξουν χέρια.

Το πρόβλημα που προκύπτει αφορά τον τρόπο που θα λυθεί ο γρίφος μιας επιχείρησης που χρωστά 100 εκατ. και η αξία της δεν ξεπερνά τα 10 εκατ. Αν ο νυν ιδιοκτήτης προσφέρει 10 εκατ. και την αποκτήσει πίσω θα είναι σαν να του έχουν χαριστεί τα 90 εκατ. τα οποία θα διαγραφούν και θα βαρύνουν του φορολογούμενους που έχουν αναλάβει το κόστος ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Σε δώδεκα μήνες από σήμερα το επιχειρηματικό τοπίο της χώρας θα έχει αλλάξει άρδην, όποια και αν είναι η εξέλιξη στα μέτωπα των δημοσιονομικών και ασφαλιστικών δεδομένων.

Κλειδί για τις αλλαγές αυτές αποτελούν τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια που έχουν συσσωρευτεί στις τράπεζες.

Μετά από αυτό, το παρόν πολιτικό και εκδοτικό σκηνικό θα έχει χάσει ένα πυλώνα, ίσως και τον τελευταίο που το διατηρεί όρθιο…

Αν αλλάξει η οικονομική βάση της χώρας οι πολιτική τάξη θα ακολουθήσει πάραυτα. 

Οι εξελίξεις αυτές αν την περίοδο 2010-12 ή χώρα είχε καταρρεύσει και εκδιωχθεί από το Ευρώ θα είχαν συμβεί ακαριαία, μέσω ανεξέλεγκτων εξελίξεων. Για τους δικούς τους λόγους οι διεθνείς εταίροι κράτησαν τη χώρα όρθια, αναλαμβάνοντας το μεγαλύτερο χρέος στην ιστορία των χρεοκοπιών και μεθοδεύοντας την ομαλή αλλαγή του οικονομικού και πολιτικού σκηνικού.

Οι εξελίξεις αυτές θα έχουν σαν συνέπεια τεκτονικές αλλαγές στο τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Πολιτικά πρόσωπα που είναι σημεία αναφοράς θα εξαφανιστούν και νέα πρόσωπα θα εμφανιστούν. Καθ’ όλη αυτή τη περίοδο διάτονες αστέρες θα ανέρχονται ακαριαία στο στερέωμα και τα κατέρχονται το ίδιο γρήγορα. Οικονομικοί γίγαντες θα εξαφανιστούν, άλλοι θα προσαρμοστούν και άλλοι θα εμφανιστούν…

Κώστας Στούπας
ΠΗΓΗ: http://www.logiastarata.gr/2014/06/blog-post_1976.html