Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σας καλωσορίζω στο Άβαγνον

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Οι άγιοι Θεόδωροι, άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης και άγιος Θεόδωρος Τήρων (Α΄ Σάββατο Νηστειών)





Στην Ελλαδική Εκκλησία οι Άγιοι Θεόδωροι τιμώνται μαζί το πρώτο Σάββατο των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και όχι τη μέρα μνήμης τους στις 8 και 17 Φεβρουαρίου. Η Εκκλησία της Κύπρου δεν ακολουθεί αυτή την παράδοση και τιμά τη μνήμη τους ξεχωριστά.

Μόλις σταμάτησαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών και επακολούθησε η αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του νέου κράτους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι χριστιανοί έσπευσαν να τιμήσουν τους ήρωες της Πίστης, όλους όσοι, μέσα από τον αγώνα που διεξήγαγαν και τα μαρτύρια που υπέστησαν, κατάφεραν να νικήσουν τον εχθρό και καταξιώθηκαν ως οι Άγιοι, οι οποίοι ήταν προστάτες των απλών ανθρώπων.
Οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης, υπήρξαν δύο αθλητές του Χριστού, τους οποίους τίμησαν και τιμούν μέχρι σήμερα οι άνθρωποι. Το πλήθος των ναών που έχουν οικοδομηθεί προς τιμή των αγίων, είτε μαζί είτε κυρίως ξεχωριστά, δηλώνουν το μέγεθος της απήχησης που απολάμβαναν ανάμεσα στους χριστιανούς. Ένας από τους αρχαιότερους ναούς βρίσκεται στα Ευχάιτα. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση ήταν οι τάφοι των αγίων. Ακολούθως, στη συνοικία των Σφωρακίου στην Κωνσταντινούπολη, βρίσκεται άλλος ναός των αγίων, όπου τελείτο Σύναξη κατά το πρώτο Σάββατο των νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προς τιμή του θαύματος με τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Η μνήμη τους Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος εορτάζεται στις 17 Φεβρουαρίου και του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου στις 8 Φεβρουαρίου. Η Σύνοδος στη Λαοδίκεια, ανάμεσα στους κανόνες που εξέδωσε ήταν και εκείνος που έλεγε ότι δεν πρέπει να εορτάζονται άγιοι κατά τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά να μετατίθεται η μνήμη τους στο επόμενο Σάββατο ή Κυριακή. Έτσι, λόγω του θαύματος του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος με τα κόλλυβα που έγινε την Καθαρή Δευτέρα, μετατέθηκε η μνήμη των αγίων Θεοδώρων στο πρώτο Σάββατο των νηστειών.
Ο συνεορτασμός των αγίων οδήγησε ορισμένους νεότερους σχολιαστές να παρουσιάσουν την άποψη ότι δεν υπήρχαν δύο άγιοι Θεόδωροι, αλλά ένας και ότι αυτό οφείλεται σε δύο διαφοροποιημένα Συναξάρια. Η άποψη αυτή, φυσικά, δεν ευσταθεί διότι η Εκκλησία παρέλαβε από την αρχή να τιμά δύο αγίους Θεόδωρους. Τα κείμενα που περιγράφουν τα μαρτύριά τους είναι πολύ αρχαία. Το αρχικό κείμενο για τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη συνέγραψε ο γραμματέας του και αυτόπτης μάρτυρας των βασανιστηρίων που υπέστη, Ούαρος ή Αύγαρος. Το κείμενο αυτό έχει εκδοθεί επιστημονικά στο τέλος του 19ου αιώνα. Εξάλλου, υπάρχει πληθώρα κειμένων προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από πολλούς επιστήμονες.
Το αρχικό κείμενο που περιγράφει το μαρτύριο του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος είναι κι αυτό πολύ αρχαίο και έχει εκδοθεί μαζί με το κείμενο του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη τον 19ο αιώνα. Ο συντάκτης του κειμένου είναι άγνωστος, η ύπαρξη όμως του κειμένου μαρτυρείται από τον Άγιο Γρηγόριο επίσκοπο Νύσσης, που έζησε τον Δ΄ αιώνα. Και για τον άγιο Θεόδωρο τον Τήρωνα υπάρχουν και άλλα κείμενα που αναφέρονται σ΄ αυτόν. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν στο ότι οι Άγιοι Θεόδωροι υπήρξαν ως ξεχωριστά πρόσωπα και δεν ευσταθεί η άποψη ότι ήταν ένας Άγιος Θεόδωρος.

Picture
Οι Άγιοι Θεόδωροι
Στην Ελλαδική Εκκλησία οι Άγιοι Θεόδωροι τιμώνται μαζί το πρώτο Σάββατο των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και όχι στη μέρα μνήμης τους στις 8 και 17 Φεβρουαρίου. Η Εκκλησία της Κύπρου δεν ακολουθεί αυτή την παράδοση και τιμά τη μνήμη τους ξεχωριστά. Ο κόσμος δεν θεωρεί ότι οι Άγιοι εορτάζονται το πρώτο Σάββατο των Νηστειών, αν και η εντεταγμένη ακολουθία από το Τριώδιο ψάλλεται στους Ναούς κανονικά εκείνο το Σάββατο.
Όπου υπάρχει ναός στην Κύπρο προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου, είναι αφιερωμένος στον Στρατηλάτη και όχι τον Τήρωνα, εκτός από δύο περιπτώσεις ( Αγίου Θεοδώρου Λάρνακος και Μοναγρουλίου). Ενώ στον Στρατηλάτη εκτός από τον Άγιο Θεόδωρο Καρπασίας , ναόν ή εξωκκλήσια ή ακόμα και ερείπια είναι τα υπόλοιπα σε όλο το νησί, όπως ο Καθεδρικός Ναός Πάφου, Άγιος Θεόδωρος Σολέας, Άγιος Θεόδωρος Πιτσιλιάς, Άγιος Θεόδωρος Μασούρας, Λετύμπου, Λάπηθος, Άσσιας, Λευκόνοικο, Ακανθού, Λεμύθου, Άγιος Νικόλαος Σολέας, Βαθύλακας, Ξυλοτύμπου, Σωτήρα Αμμοχώστου, Χούλου, Καλέπεια, Δάλι, Τερσεφάνου, Σταυρό της Ψώκας, Νέο Χωριό Κυθραίας, Μακράσυκα, Περιστερώνα Πάφου, Ριζοκάρπασο.

Στην Κύπρο το μοναδικό εκκλησάκι επ ονόματι και των δύο Αγίων Θεοδώρων βρίσκεται στα δυτικά του χωριού Άγιος Θεράπων Λεμεσού και ήταν βασιλικού ρυθμού. Δυστυχώς, όμως, το εκκλησάκι παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού και ξανακτίστηκε.


Χαρακτήρες των Αγίων Θεοδώρων Στρατηλάτου και Τήρωνος, στην βυζαντινή αγιογραφία

Picture
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης κατείχε εξέχουσα θέση στην τάξη των στρατιωτικών Αγίων, υπήρξε ιδιαίτερα λατρευόμενος στο Βυζάντιο αλλά και Κύπρο, γεγονός που οφείλεται τόσο στην φήμη του ως Μεγαλομάρτυρα όσο και στο ότι αντιπροσωπεύει τον ιδεώδη τύπο του υπερασπιστή της Αυτοκρατορίας αλλά και της Εκκλησίας στη βυζαντινή κοινωνία. Ο άγνωστος στρατιώτης που, πάνω σε λευκό άλογο, διέλυσε τις εχθρικές φάλαγγες των Ρώσων στη Δρίστρα το 971, θεωρήθηκε ότι ήταν ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, προστάτης του αυτοκράτορα Ιωάννη Τζιμισκή. Σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Ιωάννη Σκυλίτζη, την προηγούμενη της μάχης, μια σεβάσμια γυναίκα είδε σε όραμα­ την Παναγία να μιλά με ένα στρατιώτη λέγο­ντάς του "Κύρ Θεόδωρε, ο εμός και σος Ιωάννης περιστάσεσι συνέχεται, και σπεύσον εις την αυτού βοήθειαν". Ο αυτοκράτορας για να τιμήσει τον άγιο και για να ξεπληρώσει τη βοήθεια που του προσέφερε γκρέμι­σε τον παλιό ναό του στα Ευχάιτα, όπου φυλασσόταν η λάρνακα του αγίου, και έκτισε στη θέση του έναν μεγαλύτερο και ωραιότερο, προικίζοντας τον με κτήματα και μετονομάζοντας τα Ευχάιτα σε Θεοδωρούπολη.

Picture
Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων
Στο γεγονός αυτό πρέπει να οφείλεται και η ραγδαία εξάπλωση της λατρείας του αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη από τα τέλη του 10ου αιώνα και εξής. Κάτι ανάλογο συνέβηκε με τον Αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρη. Μετά την νίκη στην οποία τον οδήγησε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης το 1255, προσευχήθηκε γονυκλινής μπροστά από την Τίμια κάρα του Αγίου, η οποία σήμερα φυλάσσεται στον ομώνυμο Καθεδρικό Ναό των Σερρών, για να τον ευχαριστήσει. Το θαύμα περιγράφει στα μέσα του 14ου αιώνα περίπου, ο Σερραίος συγραφέας και δάσκαλος Νικήτας Πεδιάσιμος.
O σπαθαροκανδιδάτος Βυζαντινός αξιωματούχος Νικόλαος Καλόμαλος είχε σαν προστάτη Άγιο του, τον Στρατηλάτη, γι' αυτό και έκτισε στα μέσα του 11ου αιώνα πάνω σε παλαιότερο Ναό , την σημερινή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων Αθηνών, προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου, επειδή η προηγούμενη ήταν μικρή και πολύ σαθρή. Σχετική είναι η ακόλουθη επιγραφή που έχει εντοιχισθεί επάνω από την δυτική κεντρική είσοδο του Ναού: "Τόν πρίν παλαιόν ὄντα σου ναόν, μάρτυς, καί μικρόν καί πήλινον καί σαθρόν λίαν, ἀνήγειρεν Νικόλαος σός οἰκέτης, ὁ Καλόμαλος, σπαθαροκανδιδᾶτος, ὅς εὖρεν σε προστάτην παιδιόθεν μέγαν, βοηθόν καί προμάχον πολλῶν κινδύνων. Ὅν καί πρέσβευε τοῦ ἄνω τυχεῖν κλήρου, λαβόντα τήν ἄφεσιν τῶν ἐσφαλμένων".

Θέμα ιδιαίτερα αγαπητό στην βυζαντινή τέχνη, ιδιαίτερα από τον 12ο αιώνα και μετά, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, εικονίζεται σε όλα τα Καθολικά των Μονών, σε εκκλησίες και εξωκκλήσια, συνήθως έφιππος, επάνω στο λευκό άλογο, αρματωμένος και πεζός. Σπανιότερα εικονίζεται καθήμενος σε θρόνο ή ακόμα να κρατεί το κομμένο κεφάλι του και δεόμενος να το προσφέρει στον Χριστό, νέος σγουρομάλλης, με φουντωτά τα μαλλιά από τα πλάγια, με διχαλωτό δικόρυφο γένι, ευγενικά χαρακτηριστικά του προσώπου, αποφασιστικό βλέμμα, με έκφραση σοβαρή και προσηνή, πνευματώδης και με ήρεμο ήθος γενναίου, χαρακτηριστικά που διακρίνονται στην όψη του.

Picture
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης
Ο χαρακτήρας του Αγίου Θεόδωρου του Στρατηλάτη περιγράφεται με ενάργεια από τον Ευθύμιο Ζυγαδινό: "Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, όσο ζούσε, υπήρξε βαθύς γνώστης της ρητορικής τέχνης, δηλαδή μπορούσε να χειριστεί με ιδιαίτερα περίτεχνο τρόπο την γλώσσα της εποχής του. Όσοι από τους σύγχρονούς του τον άκουγαν να μιλά, ένιωθαν ότι τα λόγια του ήταν γλυκύτερα από το μέλι.
Πέραν αυτών, όμως, ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους και στην ομορφιά  του σώματός του και την ανδρεία. Η στρατιωτική ενδυμασία του ήταν εξαιρετικής ποιότητας, όπως και η συμπεριφορά του, η οποία χαρακτηριζόταν από αυτοκρατορική σεμνότητα. Όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά του Αγίου τον κατέστησαν ζηλευτό άντρα και αξιαγάπητο από όλους".

Picture
Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων
                        Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων
Παρότι ανήκε στην τάξη των νεοσυλλέκτων στρατιωτών, στέκεται πάντοτε ισοστάσιος και ισόβαθμος του Στρατηλάτη. Ως προς τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έχει πυκνή, κοντή και περιποιημένη γενειάδα, κοντοκομμένα μαλλιά που αφήνουν ελεύθερα τα αυτιά . Η έκφραση του είναι σοβαρή και αγέρωχη εκφράζοντας δυνατό χαρακτήρα και πρόσωπο συνετού άντρα με κύρος. Αυτό το χαρακτηριστικό ενισχύεται από την προχωρημένη ηλικία της ωριμότητας. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων, εκτός από πεζός να κρατεί κοντάρι και ασπίδα ή σταυρό, ιστορείται αρματωμένος να επιβαίνει επάνω σε κοκκινωπό άλογο, και ορισμένες φορές να φονεύει πράσινο δράκο. Και οι δύο Θεόδωροι θεωρούνται οι κατ' εξοχήν Άγιοι του θριάμβου και της νίκης κατά του κακού πνεύματος (δράκοντα).


Απολυτίκιον Αγίων Θεοδώρων.

Picture
Οι Άγιοι Θεόδωροι
Ήχος δ´. Ο υψωθείς.

Δώρον Θεού αγίαν κλήσιν λαβόντες, προς ευαρέστησιν αυτού πάντα πράξαντες, ω Στρατηλάτα ένδοξε και Τήρων κλεινέ, Άγιοι Θεόδωροι αμιλλώμενοι ζήλω, άμφω ηξιώθητε μαρτυρίου γενναίου· διο συνόντες νυν εν ουρανοίς, υπέρ ημών Κυρίω πρεσβεύετε.

Έτερον. Ήχος Α'. Της ερήμου πολίτης
Δωρεών θεοσδότων τους καρπούς γεωργήσαντες, ώφθητε Χριστού στρατιώται, δι' ενθέου αθλήσεως, και δόξης μετασχόντες θεϊκής, Τήρων και Στρατηλάτα ευκλεείς, καταυγάζετε ταις θείαις μαρμαρυγαίς, τους εκβοώντας πάντοτε· δόξα τω ενισχύσαντι υμάς, δόξα τω θαυμαστώσαντι, δόξα τω δοξασθέντι δι'υμών, Θεόδωροι πολύαθλοι.

Picture
Οι Άγιοι Θεόδωροι, Αγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης & Αγιος Θεόδωρος Τήρων

Ἕτερον.  Ἦχος α΄ (Τῆς ἐρήμου πολίτης)

Τήν λαμπράν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν,
τούς ἐπωνυμία τῶν θείων δωρεῶν διαπρέποντας,
Θεόδωρον τόν Τήρωνα πιστοί,
σύν τούτῳ Στρατηλάτην τόν κλεινόν·
Θεοδώρητον γάρ χάριν καί ἀρωγήν,
βραβεύουσι τοῖς κράζουσι·
δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς,
δόξα τῷ μεγαλύναντι,
δόξα τῷ δωρουμένῳ δι' ὑμῶν θεία δωρήματα.


Κοντάκιον. Ἦχος γ΄ (Ἡ Παρθένος σήμερον)

Οἱ κλεινοί Θεόδωροι, ὁ Στρατηλάτης καί Τήρων,
μαρτυρίου δίαυλον, τετελεκότες ένθέως, νέμουσι,
θεοδωρήτως τάς θείας δόσεις, ἅπασι,
τοῖς τῷ τεμένει αὐτῶν φοιτῶσι,
καί βοῶσι γηθοσύνως·
χαίροις μαρτύρων δυάς συνώνυμε.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν ἀθλοφόρων ἡ ξυνωρίς,
οἱ τάς παρατάξεις,
θριαμβεύσαντες τοῦ ἐχθροῦ,
Θεόδωρε Τήρων καί θεῖε Στρατηλάτα,
ἡμῶν προστάται καί ἀντιλήπτορες.

Οι Άγιοι Θεόδωροι, Αγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης & Αγιος Θεόδωρος Τήρων

Picture
Οι Άγιοι Θεόδωροι

Η εν λόγω εικόνα των Αγίων Θεοδώρων προέρχεται από έναν ναό στη Struga στα Σκόπια και σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Macedonia-Skopje. Χρονολογείται στα 1618 και η τέχνη της είναι εξαιρετική. Σε πρώτο επίπεδο απεικονίζεται ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης πάνω σε λευκό άλογο, φέρει κόκκινο χιτώνα και με το δεξί του χέρι σκοτώνει τον νοητό δράκοντα. Στο πίσω επίπεδο ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων κάθεται σε κόκκινο άλογο, φέρει κυανό μανδύα και το βλέμμα του είναι στραμμένο στον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη. Οι Άγιοι προβάλλονται σε πράσινο φόντο. Στο πάνω μέρος της εικόνας διακρίνεται επιγραφή με χρυσά γράμματα στα ελληνικά, ενώ εκατέρωθεν των Αγίων υπάρχουν άλλες επιγραφές με μαύρα γράμματα. Ίσως πρόκειται για επιζωγράφιση.


Οι Άγιοι Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και Δημήτριος ο Μυροβλύτης, τα ζωντανά παλληκάρια της Πίστεως και του Γένους.

Picture
Οι Άγιοι Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και Δημήτριος ο Μυροβλύτης
Picture
Παλληκάρια που πορεύονται προς μεγάλους κινδύνους με στόχο να τους εκμηδενίσουν, ανακουφίζοντας τους πιστούς και που υπάρχουν στην συλλογική μνήμη κάθε κοινωνίας. Τα παλληκάρια αυτά πλουτίζουν με την χάρη τους και την συγκίνηση που προκαλούν την παγκόσμια λογοτεχνική και εικαστική παράδοση, η οποία τους έχει στο μεταξύ προικίσει με διαχρονικά χαρακτηριστικά. Οι διαχρονικοί αυτοί ήρωες της εκκλησίας και του γένους, εικονίζονται στην βυζαντινή τέχνη, οι τρείς στρατιωτικοί Άγιοι Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Γεώργιος ο Τροπαιόφορος και Δημήτριος ο Μυροβλύτης. Τα βυζαντινά αυτά παλληκάρια σκοτώνουν δράκους. Το θέμα της δρακοντοκτονίας, όπου ο στρατιωτικός Άγιος εξουδετερώνει το δράκοντα, εμφανίζεται συχνά, τόσο στη βυζαντινή λογοτεχνία όσο και στην βυζαντινή τέχνη. Ένα συχνό χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απεικόνιση μαζί των δύο παλαιοτέρων δρακοντοκτόνων Άγίων, του Θεοδώρου του Στρατηλάτου και Γεωργίου. Οι δύο Άγιοι εικονίζονται έφιπποι με στρατιωτική ενδυμασία και οπλισμό να σκοτώνουν από ένα δράκο ο καθένας. Σήμερα ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης έχει καταγραφεί στην συλλογική μνήμη ως έφιππος, δηλώνοντας την ευγενή καταγωγή του και συνδέοντας την αρετή του με την άρχουσα τάξη. Νέος, ωραίος, μορφωμένος και ανδρείος, αρετές που τον εξαίρουν μεταξύ των κοινών θνητών. Να φονεύει τεράστιο στο μέγεθος δράκοντα, παντοδύναμο παράλογο θρέμμα της γης, αλλόκοτο τέρας που κατασπαράσσει ζώα και ανθρώπους στο διάβα του. Ο Άγιος θεωρεί θέμα τιμής γι' αυτόν να βάλει τάξη στα πράγματα, να ανακουφίσει την πάσχουσα κοινότητα. Δικαίως κι ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης θεωρείται ο προστάτης Άγιος των ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών του Βυζαντινού στρατού.
Ο Άγιος Γεώργιος, όπως και ο Θεόδωρος, προέρχεται, από τη στρατιωτική τάξη της Μικράς Ασίας. Πριν από τον 11ο αιώνα δεν αναφέρουν το επεισόδιο της δρακοντοκτονίας στον βίο του, ενώ στις παραστάσεις ο Άγιος εικονίζεται να σκοτώνει τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Το επεισόδιο της δρακοντοκτονίας εισάγεται στον βίο του από τον 11ο αιώνα και μετά.
Ο Άγιος Δημήτριος, ο τρίτος Άγιος που μας ενδιαφέρει, έχει έναν και μοναδικό ρόλο την προστασία της Θεσσαλονίκης. Σε δύο περιπτώσεις πολιορκίας της Θεσσαλονίκης από Βούλγαρους αναγκάζεται να βγει έξω από τα τείχη της πόλης του, τον 11ο αιώνα, για να σκοτώσει τον Ραδόμηρο, γιο του Βούλγαρου ηγεμόνα και στις αρχές του 13ου αιώνα, για να σκοτώσει το Βούλγαρο ηγεμόνα Ιωάννη Ασάν. Είναι προφανές ότι, για να απεικονίσουν το επεισόδιο οι βυζαντινοί καλλιτέχνες, δανείστηκαν τα απαραίτητα στοιχεία από τον Άγιο Θεόδωρο, τον πιο παλαιό δρακοντοκτόνο Άγιο του Βυζαντίου, αντικαθιστώντας μόνο τα χαρακτηριστικά της μορφής του Αγίου και το όνομα του με εκείνα του Δημητρίου, ενώ μεταμόρφωσαν τον δράκοντα σε ιστορικό πρόσωπο, στον Ιωάννη Ασάν ή Σκυλογιάννη.
Picture
Picture
Picture
Picture
Οι Άγιοι Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ίδρυση του Πανδιδακτηρίου στην Κωνσταντινούπολη

Εκδίδεται διάταγμα ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 425 μ.Χ., από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄, για την ίδρυση του Πανδιδακτηρίου (με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο) στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν προτροπής της συζύγου του Ευδοκίας.

Πανδιδακτήριο ονομαζόταν στην Κωνσταντινούπολη εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολή) ανώτατης εκπαίδευσης, θεωρούμενο με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' (βλ. Θεοδόσιος Β΄ ΕΔΩ) το 425 και έκτοτε τελούσε υπό την αιγίδα των Αυτοκρατόρων. Κατά τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκε στον περίβολο του παλατιού, στη Μαγναύρα, αναφερόμενο και ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. (βλ. Άλωση ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΔΩ) (βλ. Άλωση ΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΔΩ)

Στην ίδρυση του Πανδιδακτηρίου, ρόλο έπαιξε η Πουλχερία, αδελφή του Θεοδοσίου και η Ευδοκία (Αθηναΐς), σύζυγός του, μαζί με τον έπαρχο του Πραιτωρίου, Κύρο Πανοπολίτη, Έλληνα ποιητή και φιλόσοφο. Στις 27 Φεβρουαρίου του 425 εκδόθηκε διάταγμα από τον Θεοδόσιο Β΄ που ρύθμιζε όσα αφορούσαν την Σχολή.
Γινόταν διδασκαλία στα μαθήματα: γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Λειτουργούσε ως ανεξάρτητο ίδρυμα. Στην εποχή του Ιουστινιανού η Νομική Σχολή απέκτησε πενταετή διάρκεια σπουδών και ανεξαρτητοποιήθηκε. Στη σχολή δεν διδασκόταν η θεολογία, η οποία διδασκόταν στην Πατριαρχική Σχολή.

Στο Πανδιδακτήριο οι σπουδαστές υπέβαλαν μελέτη με νομοθετικό ή ρητορικό περιεχόμενο πάνω σε προσχέδιο (δρακτόν ή δράγμα) που είχε εγκρίνει διδάσκαλος της σχολής.

Κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Φωκά (602-610) το Πανδιδακτήριο διέκοψε τη λειτουργία του, αλλά αναβίωσε από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641), ο οποίος μετά το 610 είχε καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον Στέφανο τον Αλεξανδρέα.

Αναφέρεται ότι η λειτουργία της σχολής διαταράχθηκε σοβαρά την περίοδο της εικονομαχίας αλλά δεν έκλεισε, ενώ αλλού αναφέρεται ότι δε συνέχισε τη δραστηριότητά της για πολύ μετά τη βασιλεία του Ηρακλείου. Φαίνεται ότι στα πλαίσια της εικονομαχίας (730), έγιναν έκτροπα σε βάρος της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών και αναφέρεται ότι τότε το Πανδιδακτήριο εγκαταλείφθηκε και ίσως πυρπολήθηκε και θανατώθηκαν καθηγητές αντίθετοι με την αποκαθήλωση των εικόνων. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι μυθοπλασίες ακόμη και αν υπάρχει κάποια αλήθεια, έχοντας στόχο την αμαύρωση της μνήμης του Λέοντα Γ΄ (717-741) το οποίο θεωρούσαν υπεύθυνος για την έλλειψη εκπαίδευσης της αυτοκρατορίας.

Γνωστός διδάσκαλος της σχολής ήταν ο Χοιροβοσκός.

Οι Ίσαυροι (717-802) φαίνεται πως ονόμασαν τη σχολή «Οικουμενικόν Διδασκαλείον».

Κατά τον 9ο αιώνα, ο Βάρδας (842-867), θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και Καίσαρας μετά το 862, εγκατέστησε αυτό το Πανδιδακτήριο στο ανάκτορο της Μαγναύρας για να διδάσκεται η «έξω σοφία» ή «θύραθεν παιδεία», κάτω από τη διεύθυνση του Λέοντος του Μαθηματικού από τη Θεσσαλία (790 - 869). Ο Λέων ο μαθηματικός δίδαξε την τετρακτύ (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική). Η φοίτηση ήταν δωρεάν. Λόγω της θέσης του ήταν γνωστό και ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας.
mixahl pselos
Ο Μιχαήλ Ψελλός ο Νεώτερος (1018-1078), ο Ύπατος των Φιλοσόφων, (δηλαδή πρύτανης του Πανδιδακτηρίου ή πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως, σε μινιατούρα ενώ συνομιλεί με το μαθητή του αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Ζ’ τον Δούκα.






Βυζαντινός ιατρός και ασθενής - Ουροσκοπική εξέταση σε κύλικα

Αναφέρεται ότι στο Πανδιδακτήριο δίδασκαν τριάντα καθηγητές, δεκαπέντε στην ελληνική γλώσσα, γραμματική και φιλολογία, ενώ άλλοι δεκαπέντε δίδασκαν στη λατινική γλώσσα, ρωμαϊκή φιλολογία, φιλοσοφία και νομικά.

Το Πανδιδακτήριο βελτιώθηκε τον 10ο αιώνα με πρωτοβουλίες του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου ο οποίος ενίσχυσε ηθικά αλλά και υλικά διδάσκοντες και σπουδαστές.

Τον 11ο ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος μεταρρύθμισε το Πανδιδακτήριο και ίδρυσε δυο σχολές, το «Διδασκαλείον των Νόμων» και το «Γυμνάσιον» (φιλοσοφική). Στο Γυμνάσιον διδάσκονταν όλες οι επιστήμες, εκτός από τα νομικά που σπούδαζαν οι μελλοντικοί νομικοί, δικαστές και υπάλληλοι στο "Διδασκαλείο των Νόμων".

Στο Γυμνάσιο, στη φιλοσοφική σχολή, διευθυντής («Ύπατος των Φιλοσόφων») τέθηκε ο Μιχαήλ Ψελλός και μετέπειτα ο Ιωάννης ο Ιταλός.
Στο Διδασκαλείο των Νόμων διευθυντής έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, Νομοφύλαξ του κράτους.

Μετά τη Φραγκοκρατία και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261, ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1261-1282) ανέθεσε τη διεύθυνση της σχολής στο Γεώργιο Ακροπολίτη, μεγάλο Λογοθέτη, ως καθηγητή της αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη τη διδασκαλία της «τετρακτύος» (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική) στο «Οικουμενικόν Διδασκαλείον».

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Θεοδόσιος Β΄ ή Θεοδόσιος ο Νεώτερος ή Θεοδόσιος ο Καλλιγράφος

Ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας σε ηλικία 7 μόλις ετών. Προέκυψαν σημαντικά προβλήματα: ο λαός βρισκόταν σε κατάσταση εξαιρετικής φτώχειας, οι μικρογαιοκτήμονες ήταν καταχρεωμένοι, θρησκευτικές έριδες. Κατασκεύασε τα περίφημα Θεοδοσιανά Τείχη και το Πανδιδακτήριο, ευνοώντας την Ελληνική γλώσσα έναντι της Λατινικής. 
Theodosius II Louvre Ma1036.jpg

Ο Θεοδόσιος Β΄ (10 Απριλίου 401 - 28 Ιουλίου 450), γνωστός και ως Θεοδόσιος ο Νεώτερος ή Θεοδόσιος ο Καλλιγράφος, ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 408 έως το 450.

Ήταν εγγονός του Θεοδοσίου Α΄ (βλ. Θεοδόσιος Α΄ ΕΔΩ) και γιος του Αρκάδιου (βλ. Αρκάδιος και Ονώριος ΕΔΩ). Είχε νυμφευθεί την κόρη του Αθηναίου Λεοντίου, η οποία βαπτίστηκε χριστιανή με το όνομα Ευδοκία. Ο Θεοδόσιος υποστήριξε τα ελληνικά γράμματα και εμφύσησε στο Βυζάντιο ελληνική νοοτροπία.

Ο Θεοδόσιος είχε εκδώσει τον Θεοδοσιανό κώδικα (438 μ.Χ.), ο οποίος περιείχε όλα τα αυτοκρατορικά διατάγματα από το 312 μ.Χ. μέχρι το 438 μ.Χ.

Μετά τον θάνατό του το 450 μ.Χ. τον διαδέχθηκε ο Μαρκιανός.

Η ανάρρηση του στον θρόνο και η επιτροπεία
Ο Θεοδόσιος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας σε ηλικία επτά μόλις ετών. Ως επίτροποί του ορίστηκαν, σύμφωνα με την διαθήκη του πατρός του, ο ύπατος Ανθέμιος, η αδελφή του και μετέπειτα αυτοκράτειρα Πουλχερία και ο βασιλιάς των Περσών Ισδιγέρδης. Πρέπει, ωστόσο, να λεχθεί ότι ο Ισδιγέρδης δεν ήταν ένας οιονεί αντιβασιλεύς, εις τρόπον ώστε να διεκπεραιώνει κρατικές υποθέσεις του ρωμαϊκού (βυζαντινού) κράτους, αλλά ήταν συνυπεύθυνος για την περιφρούρηση της ζωής του μικρού παιδιού και για την φροντίδα παραμονής του στον θρόνο.

Αρχικώς η διοίκηση της αυτοκρατορίας ασκείτο από τον συνετό ύπατο (έπαρχο) Ανθέμιο, ωστόσο, προοδευτικά περιήλθε στα χέρια της Πουλχερίας, η οποία το 414 έθεσε ουσιαστικώς εκποδών τον Ανθέμιο και αναγορεύτηκε Αυγούστα. Η Πουλχερία ήταν μορφωμένη, ενώ δεν στερείτο και πολιτικών ικανοτήτων. Επειδή ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός της ήταν άβουλος και ασθενούς χαρακτήρα, άσκησε, καθ’ όλη την διάρκεια της μακράς του βασιλείας, σημαντική επιρροή στις αποφάσεις του. Σημαντική επιρροή στις αποφάσεις του Θεοδοσίου άσκησαν επίσης ο ευνούχος Χρυσάφιος καθώς και η σύζυγός του Ευδοκία.

Η Ευδοκία (αρχικώς Αθηναΐς) επελέγη από την Πουλχερία ως σύζυγος του νεαρού αυτοκράτορα. Κόρη του καθηγητή της ρητορικής στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών Λεοντίου, ήταν εθνική (ειδωλολάτρης) στην αρχή. Καταγόταν από την Αθήνα και ήταν εξαιρετικά μορφωμένη. Αφού πρώτα βαπτίσθηκε χριστιανή, παντρεύτηκε τον εικοσαετή Θεοδόσιο το έτος 421.

Οι σύμβουλοι του Θεοδοσίου έστρεψαν το ενδιαφέρον του σε πράγματα που δεν είχαν να κάνουν με την εκπαίδευση ενός αυτοκράτορα σε θέματα διοικητικά, στρατιωτικά ή οικονομικά. Εκμεταλλευόμενοι και τη φυσική του νωθρότητα, φρόντισαν απλώς να του δώσουν πνευματική - θρησκευτική ανατροφή. Έτσι, ο Θεοδόσιος φρόντιζε μεν να είναι ένας καλός χριστιανός, να εκκλησιάζεται και να νηστεύει, να μελετά και να αντιγράφει εκκλησιαστικά βιβλία, αλλά σχεδόν καθόλου δεν αναμειγνυόταν στα διοικητικά της αυτοκρατορίας. Δεν μάθαινε για τα εκτός της αυλής γινόμενα, εκτός από αυτά που ήθελαν οι σύμβουλοί του και με τον τρόπο που τους συνέφερε, υπέγραφε δε χωρίς να εξετάσει τα διάφορα θεσπίσματα και διατάγματα των συμβούλων του.

Εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα
Επί βασιλείας του Θεοδοσίου προέκυψαν σημαντικά προβλήματα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Στο εσωτερικό ο λαός βρισκόταν σε κατάσταση εξαιρετικής φτώχειας, ενώ οι μικρογαιοκτήμονες ήταν καταχρεωμένοι. Ακόμη υπήρχαν οι θρησκευτικές έριδες, οι οποίες ταλάνισαν την Εκκλησία αλλά και την κοινωνία, αφού ο λαός διαιρέθηκε σε αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η θρησκευτική πολιτική του Θεοδοσίου υπήρξε ασταθής και ανακόλουθη. Παρέσχε προστασία σε αιρεσιάρχες όπως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, ο οποίος είχε καταδικασθεί από την Γ΄ Οικουμενική σύνοδο της Εφέσου (431) (βλ. Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ) και ο Ευτυχής, ο οποίος είχε καταδικασθεί από ενδημούσα σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (448). Η έκρυθμη εκκλησιαστική κατάσταση που δημιουργήθηκε κληροδοτήθηκε στον διάδοχο του Πατριαρχικού θρόνου Φλαβιανό.

Στην εξωτερική πολιτική η βυζαντινοπερσική σύγκρουση έληξε με νίκη των Βυζαντινών και τη συνομολόγηση ειρήνης, που εξασφάλισε προσωρινή ηρεμία στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Οι επιδρομές των Βανδάλων αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με την στρατιωτική επέμβαση των αυτοκρατορικών δυνάμεων στην Βόρεια Αφρική. Ο Ουννικός κίνδυνος αντιμετωπίστηκε –όχι όμως οριστικά – με την εξαγορά ειρήνης και της παροχής δώρων, ενώ αργότερα ο αρχηγός των Ούννων Αττίλας στράφηκε προς τη Δύση. Γενικά, η αυτοκρατορία απέφυγε να εμπλακεί σε μεγάλες περιπέτειες, ενώ έδειξε έτοιμη είτε διά της διπλωματίας είτε διά των όπλων να εξουδετερώσει κάθε εχθρική απειλή.

Τα έργα
Κατά την περίοδο της βασιλείας του Θεοδοσίου κατασκευάστηκαν τα περίφημα Θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως (βλ. Θεοδοσιανά Τείχη ΕΔΩ) σε τρεις φάσεις: (επί των επάρχων Ανθεμίου το 413, Κύρου το 439 και Κωνσταντίνου το 447). Τμήμα των τειχών αυτών σώζεται μέχρι σήμερα. Ακόμη, με ενέργειες του επάρχου Ανθεμίου καθιερώθηκαν ναυτικές περιπολίες στον Δούναβη, για την παρεμπόδιση του διάπλου του ποταμού από τους βαρβάρους που κατοικούσαν πέραν αυτού.

Θετικό έργο επί της βασιλείας του Θεοδοσίου συντελέσθηκε στους τομείς της παιδείας και της νομοθεσίας. Υπό την επιρροή της Ευδοκίας αναδιοργανώθηκε η παιδεία, ιδρύθηκε το Πανδιδακτήριο (πανεπιστήμιο) (βλ. Πανδιδακτήριο ΕΔΩ) της Κωνσταντινουπόλεως και ευνοήθηκε έναντι της λατινικής η ελληνική γλώσσα, γεγονός που συντέλεσε στον βαθμιαίο εξελληνισμό της αυτοκρατορίας. Η απονομή της δικαιοσύνης επιταχύνθηκε μετά την σύνταξη του Θεοδοσιανού Κώδικα, μιας νομοθετικής συλλογής η οποία περατώθηκε το 438, και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέλιξη του δικαίου.

Γενικά
Σε γενικές γραμμές ο Θεοδόσιος ο Β΄, παρά την θετική του συμβολή στους τομείς της παιδείας και της νομοθεσίας, θεωρείτο άβουλος και κατηγορήθηκε για έλλειψη πρωτοβουλίας.

Ο Θεοδόσιος άφησε διάδοχό του την αδελφή του, Πουλχερία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 29 Ιουλίου.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το Έδικτο της Θεσσαλονίκης

Εκδόθηκε από κοινού από τον Θεοδόσιο Α΄, τον Γρατιανό και τον Ουαλεντινιανό Β΄ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 380 μ.Χ.
Το Έδικτο της Θεσσαλονίκης, γνωστό επίσης και ως Cunctos populos, ήταν ένα διάταγμα που εκδόθηκε το 380 μ.Χ. Διέτασσε όλους τους υπηκόους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας να πρεσβεύουν την πίστη των επισκόπων της Ρώμης και Αλεξάνδρειας, καθιστώντας τον Χριστιανισμό που προέκυψε από τη Σύνοδο της Νίκαιας, επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας.

Theodosius I. Roman Coin.jpg

Ιστορικό
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος (βλ. Μέγας Κωνσταντίνος ΕΔΩ) ασπάστηκε τον Χριστιανισμό το 312. Ως το 325 ο Αρειανισμός, (βλ. Αρειανισμός ΕΔΩ) ένα είδος Χριστολογίας που υποστήριζε ότι ο Χριστός δημιουργήθηκε και ήταν έτσι οντότητα υποδεέστερη του Θεού Πατέρα, είχε γίνει τόσο δημοφιλής και αμφιλεγόμενος στις Αρχές του Χριστιανισμού, που ο Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο της Νίκαιας (βλ. Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ) σε μια προσπάθεια να τερματιστεί η διαμάχη εγκαθιδρύοντας μια «ορθοδοξία» σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η Σύνοδος συνέθεσε το αρχικό Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο απέρριπτε τον Αρειανισμό και δέχθηκε ότι ο Χριστός είναι «αληθινός Θεός» και «ομοούσιος με τον Πατέρα».

Ωστόσο, η διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας δεν τελείωσε με τη Νίκαια. Ο Κωνσταντίνος, ενώ προέτρεπε σε ανοχή, άρχισε να πιστεύει ότι είχε προσχωρήσει στην λάθος πλευρά, και μήπως οι της Νικαίας με τις φλογερές διώξεις κατά των Αρειανών στην πραγματικότητα διαιώνιζαν τις διαμάχες στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Κωνσταντίνος δεν βαφτίστηκε μέχρι που ήταν κοντά στο θάνατο (337), επιλέγοντας έναν Αρειανό επίσκοπο, τον Ευσέβιο Νικομηδείας, να τελέσει τη βάπτιση.

Ο γιος του Κωνσταντίνου και διάδοχός του στην Ανατολή, ο Κωνστάντιος, ήταν φιλοαρειανός, και μάλιστα έφτασε ακόμη και να εξορίσει επισκόπους της Νίκαιας. Ο διάδοχος του Κωνστάντιου, Ιουλιανός, ήταν ο μόνος αυτοκράτορας μετά την μεταστροφή του Κωνσταντίνου που απέρριψε τον Χριστιανισμό και επιχείρησε μια αναβίωση της θρησκευτικής ποικιλομορφίας, αποκαλώντας τον εαυτό του «Έλληνα» και υποστηρίζοντας μορφές της ελληνιστικής θρησκείας, την παραδοσιακή θρησκευτική παράδοσης της Ρώμης, και τον Ιουδαϊσμό, δηλώνοντας παράλληλα ανοχή για όλες τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Ο διάδοχος του Ιουλιανού, ο Ιοβιανός, ο οποίος ήταν Χριστιανός, βασίλεψε για μόλις 8 μήνες και ποτέ δεν εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Τον διαδέχθηκε στην Ανατολή ο Ουάλης, ένας Αρειανός.

Ως το 379, οπότε τον Ουάλη διαδέχτηκε ο Θεοδόσιος Α΄, (βλ. Θεοδόσιος Α΄ ΕΔΩ) ο Αρειανισμός είχε διαδοθεί στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, ενώ η δυτική παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένη στις αποφάσεις της Νίκαιας. Ο Θεοδόσιος, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Ισπανία, ήταν ο ίδιος πολύ ευσεβής Χριστιανός (εκ των της Νίκαιας). Τον Αύγουστο, ο ομόλογός του στη Δύση, Γρατιανός, ξεκίνησε δίωξη των αιρετικών.

Έδικτο
Το Έδικτο της Θεσσαλονίκης εκδόθηκε από κοινού από τον Θεοδόσιο Α΄, τον Γρατιανό και τον Ουαλεντινιανό Β΄ στις 27 Φεβρουαρίου 380.

Αντίθετα με μια διαδεδομένη παράδοση, το Έδικτο εκδόθηκε πριν τη βάφτιση του Θεοδόσιου από τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Αχόλιο, αφού υπέφερε από σοβαρή ασθένεια στη Θεσσαλονίκη.

IMPPP. GR(ATI)IANUS, VAL(ENTINI)ANUS ET THE(O)D(OSIUS) AAA. EDICTUM AD POPULUM VRB(IS) CONSTANTINOP(OLITANAE).
Cunctos populos, quos clementiae nostrae regit temperamentum, in tali volumus religione versari, quam divinum Petrum apostolum tradidisse Romanis religio usque ad nunc ab ipso insinuata declarat quamque pontificem Damasum sequi claret et Petrum Aleksandriae episcopum virum apostolicae sanctitatis, hoc est, ut secundum apostolicam disciplinam evangelicamque doctrinam patris et filii et spiritus sancti unam deitatem sub pari maiestate et sub pia trinitate credamus. Hanc legem sequentes Christianorum catholicorum nomen iubemus amplecti, reliquos vero dementes vesanosque iudicantes haeretici dogmatis infamiam sustinere ‘nec conciliabula eorum ecclesiarum nomen accipere’, divina primum vindicta, post etiam motus nostri, quem ex caelesti arbitro sumpserimus, ultione plectendos.DAT. III Kal. Mar. THESSAL(ONICAE) GR(ATI)ANO A. V ET THEOD(OSIO) A. I CONSS.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΙ. ΕΔΙΚΤΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ.
Είναι επιθυμία μας ότι όλα τα διάφορα έθνη, τα οποία υπόκεινται στην επιείκεια και μετριοπάθεια μας, θα πρέπει να συνεχίσουν να πρεσβεύουν ότι η θρησκεία που παραδόθηκε στους Ρωμαίους από τον θείο Απόστολο Πέτρο, όπως έχει διατηρηθεί από την θεία παράδοση, και η οποία τώρα ομολογείται από τον Ποντίφικα Δάμασο και τον Πέτρο, Επίσκοπο της Αλεξάνδρειας, ενός ανθρώπου αποστολικής αγιότητας. Σύμφωνα με την αποστολική διδασκαλία και τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, ας πιστεύουμε στην μία θεότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ίσου μεγαλείο και σε ιερή τριάδα. Θα επιτρέψουμε στους τηρητές αυτού του νόμου να φέρουν τον τίτλο του Καθολικού Χριστιανού. Αλλά και για τους άλλους, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μας είναι ανόητοι τρελοί, διατάσσουμε ότι πρέπει να στιγματίζονται με το ατιμωτικό όνομα των αιρετικών, και δεν θα τολμούν να δίνουν στις παρασυναγωγές τους το όνομα των εκκλησιών. Θα υποφέρουν καταρχήν την τιμωρία της θείας καταδίκης και κατόπιν την τιμωρία της εξουσίας μας, την οποία θα επιβάλουμε σύμφωνα με τη θέληση του Ουρανού.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΛΕΝΔΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΤΙΑΝΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
— Codex Theodosianus, xvi.1.2

Σπουδαιότητα
Το έδικτο εκδόθηκε υπό την επήρεια του Αχόλιου, και ως εκ τούτου του Πάπα Δάμασου Α΄, ο οποίος τον όρισε. Επιβεβαίωσε εκ νέου μια ενιαία έκφραση της Αποστολικής Πίστης ως νόμιμη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, «καθολική» (δηλαδή παγκόσμια) και «ορθόδοξη» (δηλαδή ορθή πίστη). Μετά το διάταγμα, ο Θεοδόσιος κατανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειάς του για την καταστολή όλων των μη σύμφωνων με τη Νίκαια μορφών του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα του Αρειανισμού, και για την εγκαθίδρυση της Ορθοδοξίας σε όλη την επικράτειά του.

Το διάταγμα ακολούθησε το 381 από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία επιβεβαίωσε το Σύμβολο της Νίκαιας και έδωσε την τελική μορφή στο Σύμβολο της Πίστεως (Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως). Το 383, ο Αυτοκράτορας διέταξε τις διάφορες αιρέσεις (Αρειανούς, Ανομοιανούς, Πνευματομάχους και Νοβατιανούς), να υποβάλουν γραπτώς τις δοξασίες τους στον ίδιο, τις οποίες ο ίδιος αξιολόγησε προσεκτικά και στη συνέχεια έκαψε, εκτός από εκείνες των Νοβατιανών. Οι άλλες αιρέσεις έχασαν το δικαίωμα να συνέρχονται, να χειροτονούν ιερείς, ή να προπαγανδίζουν τα πιστεύω τους. Ο Θεοδόσιος απαγόρευσε στους αιρετικούς να κατοικούν μέσα στην Κωνσταντινούπολη, και το 392 και το 394 κατέσχεσε τους χώρους λατρείας τους.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Κωνσταντίνος Α΄ - Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος ή Ισαπόστολος και Άγιος Κωνσταντίνος ή Μέγας Κωνσταντίνος

in hoc signo vinces = ἐν τούτῳ νίκα
Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 272 μ.Χ.
Έμεινε στην ιστορία ως η μάχη της Μιλβίας γέφυρας, το περίφημο όραμα του Κωνσταντίνου, την παραμονή της μεγάλης σύγκρουσης: ο φωτεινός Σταυρός, που σχηματιζόταν με τα ελληνικά γράμματα Χ-Ρ, με την επιγραφή «Ἐν τούτῳ νίκα»
Constantine Chiaramonti Inv1749.jpg

Ο Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος (λατινικά: Flavius Valerius Constantinus, 27 Φεβρουαρίου 272 - 22 Μαΐου 337) ή Ισαπόστολος και Άγιος Κωνσταντίνος ή Μέγας Κωνσταντίνος (κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας. Ήταν αυτοκράτορας της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 312 έως το 324 και μονοκράτορας από το 324 έως το 337.

Έμεινε γνωστός για τρεις κοσμοϊστορικές αποφάσεις του:
  • Υπέγραψε το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. με το οποίο θεσπιζόταν η αρχή ανεξιθρησκίας. Έτσι, για πρώτη φορά ο Χριστιανισμός βρισκόταν υπό την προστασία του αυτοκράτορος (σημ. Ο Μ. Κωνσταντίνος δεν ανακήρυξε το Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, όπως λανθασμένα αναφέρεται κάποιες φορές. Αυτό το έπραξε αρκετά χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος). Με την κίνηση αυτή ο διορατικός Μέγας Κωνσταντίνος συνέχιζε την πολιτική του Γαλέριου, που αντιλαμβανόμενος πως οι διωγμοί κάθε άλλο παρά συνέβαλλαν στην εδραίωση της εσωτερικής ειρήνης (Pax Romana), το 311 μ.Χ. τους κατέπαυσε με διάταγμα και εν συνεχεία στα Μεδιόλανα νομιμοποίησε τον Χριστιανισμό ως «επιτρεπομένη θρησκεία», οι οπαδοί της οποίας όφειλαν να προσεύχονται στον δικό τους Θεό για την ευτυχία του κράτους.
  • Μετέφερε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη.
  • Συγκάλεσε την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, την πλέον καθοριστική για την μετέπειτα εξέλιξη της παγκόσμιας Χριστιανικής Εκκλησίας.
Καταγωγή και γέννηση

Γεννήθηκε στη Ναϊσσό στις 27 Φεβρουαρίου του 272. Γονείς του Κωνσταντίνου ήταν ο Ρωμαίος Καίσαρας Κωνστάντιος Α΄ Χλωρός (Aurelius Valerius Constantius), που ανήκε πιθανόν σε οικογένεια Ιλλυριών, και η Ελένη (μετέπειτα Αγία Ελένη, η Ισαπόστολος), κόρη ξενοδόχου. Ο Κωνστάντιος ήταν μάλλον ταπεινής καταγωγής, παρά τους ισχυρισμούς του γιου του ότι καταγόταν από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο Β΄ και η Ελένη κόρη κάποιου πανδοχέα από το Δρέπανο της Βιθυνίας. Όταν γνωρίστηκαν στη γενέτειρα της Ελένης, το 270 μ.Χ., ο Κωνστάντιος είχε ήδη ανέλθει στην ιεραρχία του ρωμαϊκού στρατού και του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του «δούκα» (dux, ηγεμών).

Η Ελένη ακολούθησε το σύντροφό της στις εκστρατείες του στη Γερμανία και στη Βρετανία και περίπου το 274 μ.Χ., στη Ναϊσσό της Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας), γέννησε το γιο τους Κωνσταντίνο, στην πόλη από όπου καταγόταν και ο σύζυγός της. Η χρονολογία γέννησης του Κωνσταντίνου αποτελεί θέμα προς έρευνα για τους ιστορικούς, αφού δεν έχει προσδιορισθεί επακριβώς. Άλλες χρονολογίες που προτείνονται είναι το 271, το 272 ή το 273, ενώ κάποιοι τοποθετούν τη γέννησή του ακόμη και 10 χρόνια μετά, περίπου δηλαδή στα 285 μ.Χ.

Άγαλμα του Κωνσταντίνου Α΄ στην Υόρκη (Γιορκ), 

όπου ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας
Τα νεανικά χρόνια
Τον πρώτο καιρό ο Κωνσταντίνος έζησε κοντά στον πατέρα του, παρακολουθώντας τους στρατιωτικούς του αγώνες. Στο περιβάλλον του Κωνστάντιου ο Κωνσταντίνος έλαβε τη στρατιωτική εκπαίδευση και έμαθε τα εγκύκλια γράμματα.

Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (ΕΔΩ) προέβη στη διοικητική μεταρρύθμιση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εισάγοντας το θεσμό της«τετραρχίας» και το 293 μ.Χ. όρισε τον Κωνστάντιο Α΄ Χλωρό Καίσαρα της Γαλατίας, της Ισπανίας και της Βρετανίας (των δυτικών επαρχιών). Ο νόμος όμως απαγόρευε σε ανώτατους αξιωματούχους να είναι παντρεμένοι με γυναίκες ταπεινής καταγωγής. Έτσι ο Κωνστάντιος χώρισε, ύστερα από «έδικτο» (αυτοκρατορικό διάταγμα) του Διοκλητιανού, την Ελένη και παντρεύτηκε τη Θεοδώρα, συγγενή του Μαξιμιανού, Αυγούστου της Δύσης. Ο γιος του Κωνσταντίνος και η Ελένη παρέμειναν στη Νικομήδεια, όμηροι του Διοκλητιανού και του Καίσαρα της Ανατολής Γαλέριου, για να εξασφαλιστεί η πίστη του Κωνστάντιου.

Στο περιβάλλον του Διοκλητιανού, όπου έμεινε για πολλά χρόνια, ο Κωνσταντίνος συμπλήρωσε τη μόρφωσή του δίπλα σε αξιόλογους λογίους. Η παλιότερη άποψη ότι ο Κωνσταντίνος στερείτο μόρφωσης δεν είναι πια αποδεκτή. Πολλά χρόνια αργότερα έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μόρφωση των δικών του παιδιών και αυτό υποδεικνύει άνθρωπο που αναγνώριζε και εκτιμούσε τα αγαθά της μόρφωσης. Ταυτόχρονα συμμετείχε στις εκστρατείες του Διοκλητιανού και του Γαλέριου και ανήλθε στο βαθμό του «τριβούνου» (Tribunus, διοικούσε την αυτοκρατορική σωματοφυλακή και τις βοηθητικές κοόρτεις).

Στην αυλή του αυτοκράτορα ο νεαρός Κωνσταντίνος ξεχώρισε και επιβλήθηκε με την εντυπωσιακή του εμφάνιση και τα σωματικά χαρίσματα, τις φυσικές δεξιότητες, τις διοικητικές ικανότητες, το αυξημένο αίσθημα καθήκοντος, την ευγένεια τρόπων και συμπεριφοράς. Όλα αυτά καθιστούσαν αισθητή την παρουσία του και ο Κωνσταντίνος κέρδισε την ιδιαίτερη εύνοια του Διοκλητιανού.

Ένα περιστατικό είναι ενδεικτικό της ορμητικότητας και του οξύθυμου χαρακτήρα του Κωνσταντίνου, που δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ και που, όπως θα δούμε, τον οδήγησαν σε σκληρές αποφάσεις, οι οποίες σημάδεψαν την οικογενειακή του ζωή: Ο Καίσαρας Γαλέριος γιόρταζε τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Περσών με θηριομαχίες στην αρένα της Νικομήδειας, τις οποίες παρακολουθούσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, όλοι οι ανώτατοι αξιωματούχοι, μεταξύ τους ο Κωνσταντίνος και βέβαια ο λαός. Ο Γαλέριος, που στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου διέβλεπε έναν ικανότατο μελλοντικό αντίπαλο, με τον ανιψιό του Μαξιμίνο Δάια αμφισβήτησαν το θάρρος του Κωνσταντίνου και τον προκάλεσαν να αντιμετωπίσει ένα λιοντάρι Νουμιδίας, για να αποδείξει τις ικανότητές του. Ο Κωνσταντίνος, οργισμένος για τη δημόσια προσβολή του Γαλερίου, αποδέχτηκε την πρόκληση, παρά τις ρητές αντιρρήσεις του Διοκλητιανού, ο οποίος φοβόταν για τη ζωή του νεαρού αξιωματικού του. Ο Κωνσταντίνος σκότωσε το λιοντάρι μέσα στην αρένα, κάτω από τις επευφημίες του πλήθους, που εύλογα δεν ήταν συνηθισμένο να βλέπει τους γιους της ανώτατης στρατιωτικής και διοικητικής αριστοκρατίας να συμμετέχουν στις άγριες επικίνδυνες θηριομαχίες.

Δίπλα στον Διοκλητιανό ο Κωνσταντίνος έζησε από κοντά έναν από τους μεγαλύτερους διωγμούς εναντίον των χριστιανών, τα βασανιστήρια και τις δημόσιες εκτελέσεις των οπαδών της νέας θρησκείας, που ξεκίνησε με το «έδικτο» του αυτοκράτορα το 303 μ.Χ. από τη Νικομήδεια. Η χριστιανή μητέρα του και ο πατέρας του, που παρέβλεπε όλα τα διατάγματα κατά του Χριστιανισμού και δεν κατεδίωξε ποτέ τους χριστιανούς, πρέπει να λειτούργησαν ως αντίβαρο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού τριβούνου.

Η πορεία προς τη μονοκρατορία
η Βασιλική ("Basilica") ήταν η αίθουσα του θρόνου του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο Τρηρ
Ο Κωνσταντίνος Αύγουστος των δυτικών επαρχιών
Το 305 μ.Χ. o Διοκλητιανός, λόγω γήρατος, παραιτήθηκε από το θρόνο του πείθοντας και το συναυτοκράτορά του στη Δύση Μαξιμιανό να πράξει το ίδιο. Έτσι οι δύο καίσαρες της Ανατολής και της Δύσης, ο Γαλέριος και ο Κωνστάντιος Χλωρός αντίστοιχα, έλαβαν τον τίτλο του «Αυγούστου». Ο Γαλέριος, ως Αύγουστος της Ανατολής, έπρεπε να ορίσει τους δύο νέους καίσαρες των ανατολικών και δυτικών επαρχιών. Παρά τη γενική προσμονή ότι ο Κωνσταντίνος θα έπαιρνε τον τίτλο του καίσαρα, ώστε να μπορέσει να διαδεχθεί αργότερα τον πατέρα του, ο Γαλέριος τον παρέκαμψε, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση του δημιουργώντας συμμαχίες. Έτσι όρισε Καίσαρα της Ανατολής τον ανιψιό του Μαξιμίνο Δάια και το φίλο του Σεβήρο Καίσαρα στη Δύση. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε όμηρος του Γαλέριου.
Tα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά λουτρά στη σύγχρονη Τρηρ («Kaiserthermen»)

Τον ίδιο χρόνο όμως (305) ο Κωνσταντίνος κατόρθωσε να αποσπάσει την άδεια του Γαλέριου να μεταβεί στη Δύση, πιθανόν προφασιζόμενος κάποια ασθένεια του Κωνστάντιου. Ο Κωνσταντίνος τότε έσπευσε να συναντηθεί με τον πατέρα του στην πόλη Αυγούστα των Τρεβήρων (σημ. Τρηρ της Γερμανίας). Από εκεί, ο γιος συνόδευσε τον πατέρα του στη νικηφόρα εκστρατεία στη Βρετανία. Ο Κωνσταντίνος διακρίθηκε και κέρδισε την εμπιστοσύνη του Κωνστάντιου και το θαυμασμό του στρατού για τις εξαιρετικές διοικητικές και στρατηγικές του ικανότητες.

Στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ., όταν ο Κωνστάντιος πέθανε, οι λεγεώνες στο Εβόρακο (Eboracum, σημερινό Γιορκ) ανακήρυξαν με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Οι επαρχίες που θα διοικούσε ήταν η Βρετανία και η Γαλατία. Από τη Βρετανία, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στους Τρεβήρους, που παρέμεινε η έδρα της επικράτειάς του για τα επόμενα έξι χρόνια. Στη σύγχρονη πόλη της Τρηρ τα αυτοκρατορικά λουτρά («Kaiserthermen») και η μονόκλιτη βασιλική (Basilika), η αίθουσα του θρόνου (Αula Ρalatina), μαρτυρούν ως τις μέρες μας για τη διαμονή του Κωνσταντίνου στην πόλη.

Εσωτερικό της «Βασιλικής», της μονόκλιτης αίθουσας του θρόνου 

του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Έχει μετατραπεί σε ναό και η UNESCO 
την έχει χαρακτηρίσει «μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς»
Την ίδια περίοδο η Σύγκλητος και η Πραιτοριανή Φρουρά συμμάχησαν με το Μαξέντιο στη Ρώμη, γιο του Μαξιμιανού, και τον ανακήρυξαν αρχικά «πρίγκιπα» (princeps) και στη συνέχεια Αύγουστο. Ο Μαξέντιος ανακάλεσε τότε τον πατέρα του στο θρόνο και τον έχρισε συναυτοκράτορά του, για να εξασφαλίσει την υποστήριξή του. Το Νοέμβριο του 307 έλαβε στην Ανατολή τον τίτλο του Αυγούστου και ο Λικίνιος, έμπιστος φίλος του Γαλέριου.

Ο Γαλέριος αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον τίτλο του Αυγούστου στον Κωνσταντίνο, του παραχώρησε μόνο τον τίτλο του Καίσαρα. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί έτσι εύκολα από τις φιλοδοξίες του. Προσπάθησε λοιπόν να τον αποδεχθεί ο Γαλέριος. Για το σκοπό αυτό επιδίωξε να συγγενέψει με τους δύο αυτοκράτορες Μαξιμιανό και Μαξέντιο. Το 307 μ.Χ. χώρισε τη γυναίκα του Μινερβίνη (κατά άλλους, παλλακίδα του) με την οποία είχε αποκτήσει ένα γιο, τον Κρίσπο, και παντρεύτηκε στους Τρεβήρους την κόρη του Μαξιμιανού και αδερφή του Μαξέντιου, την όμορφη Φαύστα. Ο Γαλέριος δεν θεώρησε επαρκείς τις προϋποθέσεις αυτές και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει στον Κωνσταντίνο τον τίτλο του Καίσαρα, όχι όμως και του Αυγούστου.

Γενικά τα χρόνια αυτά σημαδεύτηκαν από μία εξαιρετική αναρχία, κατά την οποία όσοι είχαν λάβει τον τίτλο του Καίσαρα, έπειτα από την παραίτηση του Διοκλητιανού, αναγορεύτηκαν αργότερα Αύγουστοι και αναλώθηκαν σε αγώνες ο ένας εναντίον του άλλου. Τελικά παρέμειναν Αύγουστοι: ο Κωνσταντίνος στη Βρετανία και Γαλατία, ο Μαξιμιανός και ο Μαξέντιος στις επαρχίες της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Δυτικής Αφρικής, ο Λικίνιος στην επαρχία της Παννονίας, της Ραιτίας, της Δαλματίας, του Νωρικού, και της Βαλερίας, ο Μαξιμίνος στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, στις ανατολικές ακτές της Μεσογείου, στην Αίγυπτο και στη Λιβύη, ο Γαλέριος σε ολόκληρη την Ανατολή (στην επικράτειά του περιλαμβανόταν και η σημερινή Ελλάδα). Έτσι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε πέντε αυτοκράτορες. Οι φιλοδοξίες του καθενός καθιστούσαν αναπόφευκτη μια μακρά περίοδο σκληρών και πολυμέτωπων συγκρούσεων, που θα έκριναν ποιος θα κυβερνούσε ως μονοκράτορας την αχανή αυτοκρατορία.

Ο Κωνσταντίνος και ο Μαξιμιανός
Ο πρώτος που θέλησε να αντιμετωπίσει τον Κωνσταντίνο ήταν ο Μαξιμιανός, μέσα από μια σειρά δολοπλοκιών.

Το 308 μ.Χ. ο γέρος αυτοκράτορας προσπάθησε να πείσει το γιο του Μαξέντιο να τον αναγνωρίσει ως «ύπατο Αύγουστο». Ο Μαξέντιος όμως αρνήθηκε και ο Μαξιμιανός προσπάθησε να εκθρονίσει το γιο του με τη βία, αλλά δεν τα κατάφερε.

Επικεφαλής του μνημειακού αγάλματος 

'ο Μέγας Κωνσταντίνος', Μουσεία Καπιτωλίου - 
Αυλή του Παλατιού των Συγκλητικών 
(Palazzo dei Conservatori) στη Ρώμη.
Στα τέλη του 308, στη σύνοδο όλων των Αυγούστων στο Καρνούντο (Carnuntum) υπό τον παραιτηθέντα αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο Μαξιμιανός προσπάθησε να πείσει το Διοκλητιανό να ξαναφορέσει την πορφύρα, ώστε να συμβασιλεύσουν. Και πάλι όμως απέτυχε και μάλιστα ο Διοκλητιανός τον εξανάγκασε σε παραίτηση από τον τίτλο του Αυγούστου. Τότε ο Μαξιμιανός κατέφυγε στο γαμπρό του Κωνσταντίνο στη Γαλατία.

Ο Κωνσταντίνος καλοδέχτηκε το Μαξιμιανό και του απόδωσε όλες τις τιμές που άρμοζαν σε έναν τέως αυτοκράτορα. Γενικά φαίνεται πως του συμπεριφερόταν όπως ένας γιος σε πατέρα (όπως έχει προαναφερθεί, ο Κωνσταντίνος είχε παντρευτεί την κόρη του Μαξιμιανού Φαύστα). Ο Μαξιμιανός όμως εξακολουθούσε να ονειρεύεται την πορφύρα και σχεδίαζε να σφετεριστεί την εξουσία του Κωνσταντίνου.

Η ευκαιρία παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 310, κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης των Φράγκων. Ο Κωνσταντίνος με ένα τμήμα του στρατού του αναχώρησε για να καταστείλει την εξέγερση. Τότε ο Μαξιμιανός διέδωσε πως τάχα ο Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη, αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και προσπάθησε με χρήματα να εξασφαλίσει την πίστη των στρατιωτών στο πρόσωπό του. Εμπιστεύτηκε όμως τα σχέδια αυτά στην κόρη του κι εκείνη κατόρθωσε να ειδοποιήσει των Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος τότε, τον Ιούλιο 310, έσπευσε νότια και κατέλαβε την Αρελάτη (σημ. Αρλ), για να εμποδίσει τον Μαξιμιανό να οργανώσει καλά την άμυνά του. Ο Μαξιμιανός κλείστηκε στα τείχη της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη και αιχμαλώτισε το Μαξιμιανό. Για χάρη όμως της Φαύστας συγχώρεσε τον πεθερό του, του αφαίρεσε όμως την πορφύρα και τις τιμές που αποδίδονταν σε αυτοκράτορες.

Φαίνεται όμως ότι ο Μαξιμιανός δεν μπορούσε να εννοήσει ότι η εποχή της δύναμής του είχε παρέλθει. Έτσι προσπάθησε να δολοφονήσει τον Κωνσταντίνο, ενώ εκείνος κοιμόταν. Για άλλη μια φορά ενέπλεξε τη Φαύστα στις δολοπλοκίες του, προφανώς αγνοώντας το ρόλο που είχε παίξει η κόρη του στην αποτυχία του πρώτου σχεδίου. Εκείνη και πάλι προτίμησε τον άντρα της από τον πατέρα της και αποκάλυψε τα πάντα στον Κωνσταντίνο. Ο Μαξιμιανός συνελήφθη και λίγο καιρό αργότερα βρέθηκε απαγχονισμένος στο δωμάτιό του.

Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε σταθερά ότι ο πεθερός του αυτοκτόνησε, ενώ ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, κατηγορούσε τον Κωνσταντίνο για το θάνατο του πατέρα του. Οι ιστορικοί θεωρούν πάρα πολύ πιθανό να ήταν η Φαύστα εκείνη που παρακίνησε τον Κωνσταντίνο να εκτελέσει τον πατέρα της, κρίνοντας από τη στάση που τήρησε απέναντι στο Μαξιμιανό και τον Κωνσταντίνο.

Η μάχη της Μιλβίας γέφυρας, 28 Οκτωβρίου 312 μ.Χ.
Την ίδια περίοδο που ο Κωνσταντίνος αντιμετώπιζε το Μαξιμιανό, οι υπόλοιποι Αύγουστοι στην Ανατολή αλληλοεξοντώθηκαν σε εμφύλιους πολέμους. Αυτοί που παρέμειναν στην εξουσία ήταν ο Μαξέντιος, ο οποίος κατείχε την Ιταλία και την Αφρική, ο Λικίνιος που διοικούσε όλα τα ανατολικά τμήματα και βέβαια ο Κωνσταντίνος στη Δύση, ο οποίος το 310 προσάρτησε και την Ισπανία στα εδάφη του, αποσπώντας την από το Μαξέντιο.

Ο Μαξέντιος, έχοντας επιβιώσει από τις επιβουλές του πατέρα του Μαξιμιανού, την εξέγερση του Λεύκιου Δομίτιου Αλεξάνδρου, επιτρόπου της Αφρικής, και τις εναντίον του εκστρατείες των Αυγούστων Σεβήρου και Γαλέριου, θεωρούσε ότι ο επόμενος αντίπαλος που θα αντιμετώπιζε ήταν ο Αύγουστος της Ανατολής Λικίνιος. Για να είναι έτοιμος σε μια επικείμενη επίθεση, ο Μαξέντιος άρχισε να οχυρώνει την περιοχή της Ραιτίας. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι ο κύριος αντίπαλός του ήταν ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ήθελε να εξουδετερώσει το Μαξέντιο, ώστε να παραμείνει απόλυτος κύριος της Δύσης.

Ο Μαξέντιος σχεδίαζε να εισβάλει αιφνιδιαστικά στη Γαλατία, ο Κωνσταντίνος όμως τον πρόλαβε, συγκέντρωσε στρατό, πέρασε τις Άλπεις και εισέβαλε στην Ιταλία την άνοιξη του 312. Νίκησε εύκολα στρατιωτικές μονάδες στο Πεδεμόντιο και άρχισε να κινείται νότια. Κατέλαβε τη Βερόνα και την Ακυληία (πόλεις της βόρειας Ιταλίας). Το Σεπτέμβριο του 312, πραγματοποίησε θριαμβευτική είσοδο στα Μεδιόλανα και στη συνέχεια κινήθηκε προς τη Ρώμη, για να δώσει την αποφασιστική μάχη. Στην πορεία αυτή ενίσχυσε το στρατό του στρατολογώντας από τους ντόπιους πληθυσμούς, χωρίς να προβαίνει σε διακρίσεις μεταξύ εθνικών και χριστιανών. Η συμπεριφορά αυτή αναπτέρωσε το ηθικό των χριστιανών, καθώς την θεώρησαν ενδεικτική της στάσης που θα κρατούσε ο νέος αυτοκράτορας έναντι του Χριστιανισμού και των πιστών του, αν και ο ίδιος ήταν ακόμη πιστός στους θεούς της Ρώμης.

«Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου», του Ρούμπενς
Άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μάχη που επρόκειτο να δοθεί και που θα έμενε στην ιστορία ως η μάχη της Μιλβίας γέφυρας, είναι το περίφημο όραμα του Κωνσταντίνου, την παραμονή της μεγάλης σύγκρουσης: ο φωτεινός σταυρός, που σχηματιζόταν με τα ελληνικά γράμματα Χ-Ρ, με την επιγραφή «Εν τούτω νίκα» (στα λατινικά: in hoc signo vinces). Ο χριστιανός ρήτορας Λακτάντιος, ο οποίος ήταν δάσκαλος του πρωτότοκου γιου του Κωνσταντίνου Κρίσπου, συνεπώς είχε στενές σχέσεις με την αυτοκρατορική οικογένεια, αναφέρει ότι το όραμα του Κωνσταντίνου ήταν ενύπνιο. O Ευσέβιος παρατηρεί μόνο ότι ξεκινώντας ο Κωνσταντίνος να σώσει τη Ρώμη, «προσευχήθηκε στο Θεό του ουρανού και για τον Λόγο του, τον Ιησού Χριστό». Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ένα άλλο έργο που κάκώς αποδίδεται στον Ευσέβιο «Τα εις βίον Κωνσταντίνου» περιγράφει με ιδιαίτερη έμφαση το γεγονός ως αληθινό όραμα, το οποίο εμφανίστηκε στο μεσημεριάτικο ουρανό και το είδαν και οι στρατιώτες. Μάλιστα συνεχίζει την αφήγησή του λέγοντας ότι το άλλο βράδυ, στη συνέχεια του θείου οράματος, εμφανίστηκε ο Χριστός στον Κωνσταντίνο και τον πρόσταξε να βάλει το σταυροειδές σύμπλεγμα ως έμβλημα στις ασπίδες των λεγεώνων του. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος απέφευγε να μιλάει για την εμπειρία του αυτή, δε δίσταζε όμως να αποδίδει την τελική επικράτησή του στη βούληση του Θεού των Χριστιανών. Στην αψίδα που έστησε το 315 σε ανάμνηση τις νίκης του χάραξε ότι η νίκη ήταν καρπός θείας εμπνεύσεως.

Ιστορικοί της εποχής μας προσπάθησαν να ερμηνεύσουν επιστημονικά το όραμα του μέγα Κωνσταντίνου, χρησιμοποιώντας την ψυχολογία και την αστρονομία. Έτσι, ίσως ο Κωνσταντίνος να μην μπορούσε να καταλάβει τη δεδομένη στιγμή ότι από την έκβαση της μάχης θα κρινόταν η πορεία της Ευρώπης και του κόσμου, οπωσδήποτε όμως συνειδητοποιούσε πόσο αποφασιστική ήταν η επερχόμενη σύγκρουση για τη μονοκρατορία του ίδιου, στην οποία στόχευε. Άλλωστε, όσο άπειρος κι αν ήταν στον πόλεμο ο Μαξέντιος, ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να παραβλέψει ότι στο παρελθόν είχε κατορθώσει να νικήσει τις δυνάμεις του Γαλέριου και του Σεβήρου. Επιπλέον, το χριστιανικό στοιχείο στις λεγεώνες του ήταν πια δυναμικό και αυτό ήταν δηλωτικό των διαθέσεων του απέναντι στη χριστιανική διδασκαλία, αλλά και των προσωπικών του αναζητήσεων. Μέσα σε αυτό το ψυχολογικό πλαίσιο, φορτισμένο από την αγωνία για την έκβαση της μάχης, θα πρέπει ίσως να κατανοηθεί το όραμα.

Άλλοι ιστορικοί, παρακολουθώντας τα πορίσματα της αστρονομίας, παρατήρησαν ότι οι θέσεις των πλανητών τη δεδομένη ημέρα σχημάτιζαν ένα Χ και ένα Ρ σε σταυροειδή ανάπτυξη. Γι' αυτό και πιστεύουν ότι το όραμα ο Κωνσταντίνος το είδε βράδυ, προσεγγίζουν δηλαδή την αναφορά του Λακτάντιου. Εξυπακούεται βέβαια ότι για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τιμάει τον Κωνσταντίνο ως άγιο και ισαπόστολο, το όραμα ήταν αληθινό και είχε θεία προέλευση: «Του σταυρού Σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος...» ακούν οι χριστιανοί στους ναούς, τη μέρα γιορτής του Κωνσταντίνου.

Όποια και να είναι η αλήθεια, γεγονός είναι ότι ο Κωνσταντίνος είδε ή βίωσε «κάτι», το οποίο τον ώθησε να λάβει μια ιστορική και πρωτάκουστη για τα δεδομένα της εποχής απόφαση: Οι ρωμαϊκές λεγεώνες, όταν οδηγούνταν στις μάχες, είχαν μπροστά τους προπορευόμενα τα αγάλματα των πατρώων θεών. Ο Κωνσταντίνος διέταξε τα αγάλματα αυτά να αντικατασταθούν από ένα κόκκινο ύφασμα στη μέση του οποίου ήταν κεντημένο το σύμπλεγμα των γραμμάτων Χ και Ρ, όπως τον είδε στο όραμά του. Το ύφασμα αυτό αποτελούσε το καινούργιο έμβλημα του αυτοκράτορα και έμεινε γνωστό ως λάβαρο (labarum). Το σύμπλεγμα Χ και Ρ («χριστόγραμμα») μπήκε και στις ασπίδες των στρατιωτών. Οι χριστιανοί στρατιώτες αναθάρρησαν από τη διαταγή του αυτοκράτορά τους. Αργότερα ο Κωνσταντίνος έβαλε το σταυροειδές σύμβολο και στο στέμμα του. Μόνο στα νομίσματα της εποχής δεν εμφανίζεται.

Τελικά οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στις 28 Οκτωβρίου 312 μ.Χ. στη Saxa Rubra, επάνω στη Φλαμινία οδό και κοντά στη Μιλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη. Ο Μαξέντιος αρχικά είχε αποφασίσει να κλειστεί στα ισχυρά τείχη της Ρώμης και να υποχρεώσει τις δυνάμεις του Κωνσταντίνου να αναλωθούν σε πολιορκία. Όμως άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να αντιμετωπίσει ανοιχτά τον αντίπαλό του. Στη μάχη που ακολούθησε οι Πραιτοριανοί του Μαξέντιου προέβαλαν σθεναρή αντίσταση. Όμως η άριστη στρατηγική του Κωνσταντίνου, ο εξαιρετικός προγραμματισμός των κινήσεων του ιππικού και ο ενθουσιασμός των στρατιωτών, κυρίως των χριστιανών, που καταλάβαιναν ότι από τη μάχη αυτή εξαρτάτο το μέλλον της θρησκείας τους, αποδεκάτισαν το στρατό του Μαξέντιου.

Το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό
Ο ίδιος ο Μαξέντιος πνίγηκε με πολλούς άλλους στρατιώτες στον Τίβερη. Κατά διαταγή του Κωνσταντίνου το πτώμα του ανασύρθηκε και, αφού αποκεφαλίστηκε, το κεφάλι του καρφώθηκε σε ένα παλούκι και περιφέρθηκε στους δρόμους της Ρώμης. Ο Μαξέντιος ήταν αδερφός της γυναίκας του Κωνσταντίνου, της Φαύστας. Δεν γνωρίζουμε την αντίδραση της Φαύστας στη βίαιη αυτή πράξη του συζύγου της εις βάρος του αδερφού της. Το γεγονός είναι πως από τη μέρα που παντρεύτηκαν ποτέ ο Κωνσταντίνος δεν απόσυρε την εύνοιά του από τη Φαύστα ούτε και ανακάλεσε σε οποιαδήποτε περίσταση τις τιμές που της απέδιδε, μέχρι τουλάχιστον την τραγική κατάληξη του συζυγικού τους βίου.

Η μάχη στη Μιλβία γέφυρα έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις αποφασιστικότερες μάχες όλων των εποχών. Με τη νίκη του ο Κωνσταντίνος ανακηρύχθηκε ο μοναδικός Αύγουστος της Δύσης. Οι διώξεις κατά του Χριστιανισμού σταμάτησαν και τώρα πια ο ίδιος ο αυτοκράτορας προστάτευε έμπρακτα τη νέα θρησκεία, οι οπαδοί της οποίας μέχρι πριν λίγα χρόνια υφίσταντο διωγμούς. Τα ευνοϊκά μέτρα που έλαβε υπέρ του Χριστιανισμού είχαν ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση των Χριστιανών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς σε μια περίοδο είκοσι ετών μετά την έναρξη του 4ου αιώνα, οπότε και επικρατούσαν αριθμητικά οι παγανιστές, οι Χριστιανοί αυξήθηκαν ως το σημείο να αποτελούν πιθανώς το μισό του συνολικού πληθυσμού. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, έπειτα από την εμπειρία που είχε την παραμονή της μάχης, άρχισε να ενδιαφέρεται προσωπικά για τα διδάγματα του Χριστιανισμού.

Η σημασία της μάχης αυτής και το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν άφησαν ασυγκίνητη την τέχνη. Ζωγράφοι όπως ο Ραφαήλ και o Ρούμπενς φιλοτέχνησαν πίνακες που θέμα τους είχαν τη μάχη και το όραμα. Tο όραμα κατέχει σημαντική θέση και στην τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αγιογραφείται στις εικόνες με τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Το διάταγμα των Μεδιολάνων, Φεβρουάριος 313 μ.Χ.
Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος συνάντησε στα Μεδιόλανα της Ιταλίας (σημερινό Μιλάνο) τον Αύγουστο Λικίνιο. Κατά τη συνάντηση αυτή ελήφθησαν αποφάσεις για την κοινή πολιτική στα θρησκευτικά θέματα. Κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο για να επέλθει η εσωτερική ειρήνευση στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ύστερα από αιώνων διωγμούς για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Επικεφαλής του μνημειακού 

χάλκινο άγαλμα του Κωνσταντίνος ο Μέγας, 
Μουσεία Καπιτωλίου - Παλάτι των Συγκλητικών 
(Palazzo dei Conservatori) στη Ρώμη.
Σύμφωνα με τις αποφάσεις των Μεδιολάνων, κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία και η θρησκευτική ελευθερία. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε για τον Χριστιανισμό, ο οποίος καθίστατο θρησκεία επιτρεπτή και νόμιμη για τους Ρωμαίους πολίτες και οι χριστιανοί μπορούσαν ελεύθεροι να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Όμως ο Χριστιανισμός δεν αναγνωριζόταν ως επίσημη και προστατευόμενη θρησκεία της αυτοκρατορίας.

Τα θεσπίσματα αυτά έχει καθιερωθεί εσφαλμένα να αποκαλούνται διάταγμα των Μεδιολάνων. Στην πραγματικότητα δεν έλαβαν τη μορφή επίσημου αυτοκρατορικού διατάγματος. Η νεότερη έρευνα έχει δείξει ότι οι δύο αυτοκράτορες ουσιαστικά ενεργοποιούσαν παλαιότερες αποφάσεις, οι οποίες δεν είχαν τεθεί σε ισχύ. Το πρωτότυπο του εγγράφου δεν έχει διασωθεί, αλλά έχει διασωθεί ένα λατινικό διάταγμα που έστειλε ο Λικίνιος στον έπαρχο της Νικομήδειας για την εφαρμογή των αποφάσεων, προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια των χριστιανών υπηκόων του. Το κείμενο αυτό διασώθηκε με το χαρακτηρισμό «διάταγμα των Μεδιολάνων» και ο τίτλος αυτός ταυτίστηκε με το κείμενο των από κοινού ειλημμένων αποφάσεων του Κωνσταντίνου και του Λικίνιου.

Στη Δύση ο Κωνσταντίνος δεν περιορίστηκε στη θεωρητική θεσμοθέτηση του Χριστιανισμού, αλλά προστάτευσε έμπρακτα τις χριστιανικές κοινότητες με οικονομικές επιχορηγήσεις, επιστροφή των δημευμένων τόπων λατρείας και των κτημάτων των χριστιανών πολιτών, την απαλλαγή του κλήρου από τα δημόσια βάρη, κ.ά. Τα μέτρα αυτά κατέστησαν ιδιαίτερα προσφιλή τον Κωνσταντίνο στους χριστιανούς, ακόμη και στην Ανατολή, στην επικράτεια του Λικίνιου.

Αφού υπόγραψαν τις αποφάσεις για τη θρησκευτική πολιτική που θα ακολουθούσαν και τη μεταξύ τους συμμαχία, ο Κωνσταντίνος πάντρεψε τη δεκαοχτάχρονη αδερφή του Κωνσταντία με το Λικίνιο, που το 313 ήταν 45 χρονών. Έτσι επισφραγίστηκε μια εύθραυστη ειρήνη, στην οποία οι δύο αντίπαλοι οδηγήθηκαν από την ανάγκη των δεδομένων περιστάσεων και όχι από αμοιβαία καλή θέληση.

Η σύγκρουση με το Λικίνιο
Τον Ιούνιο του 313 ο Λικίνιος νίκησε τον ανιψιό του Γαλέριου Μαξιμίνο Δάια, ο οποίος είχε ακόμη στην κατοχή του ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σε αποφασιστική μάχη ανατολικά της Αδριανούπολης. Ο Μαξιμίνος αυτοκτόνησε και ο Λικίνιος ως απόλυτος πλέον άρχοντας της Ανατολής αναζητούσε ευκαιρία να αναμετρηθεί με τον Κωνσταντίνο.

Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί, μόλις ένα χρόνο έπειτα από τις συμφωνίες που είχαν υπογραφεί. Ο Λικίνιος συμμάχησε με τον Βασιανό και τη σύζυγό του Αναστασία, ετεροθαλή αδερφή του Κωνσταντίνου εις βάρος του τελευταίου. Ο Κωνσταντίνος δεν άφησε βέβαια την ευκαιρία να χαθεί, αφού και ο ίδιος εποφθαλμιούσε την εξουσία του Λικίνιου και επιθυμούσε τον πόλεμο μαζί του.

Οι στρατοί τους συγκρούστηκαν στην πόλη Κίβαλι της Παννονίας στις 8 Οκτωβρίου 314 μ.Χ. Η μάχη έμεινε γνωστή ως bellum Cibalense και έληξε με πύρρεια νίκη του Κωνσταντίνου. Οι δυνάμεις και των δύο αντιπάλων είχαν αναλωθεί στις κοπιαστικές εκστρατείες του προηγούμενου έτους και οι αντοχές των στρατιωτών τους είχαν φτάσει στο όριο. Οι δύο αυτοκράτορες δεν είχαν άλλη επιλογή από την επιστροφή στα εδάφη τους, προκειμένου να θεραπεύσουν τις πληγές τους σε ανθρώπινο δυναμικό.

Στο διάστημα αυτής της ανακωχής, ο Κωνσταντίνος από τους Τρεβήρους και ο Λίκινιος από το Σίρμιον, παράλληλα με τις υπόλοιπες δραστηριότητές τους, ετοιμάζονταν για την επόμενη αναμέτρηση.

Η αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Ρώμη
Ο Κωνσταντίνος στη Ρώμη γιόρτασε τη δέκατη επέτειό του από την ανακήρυξή του σε Αύγουστο (τα decennalia του). Η περίφημη αψίδα του Κωνσταντίνου ήταν ήδη έτοιμη για την περίσταση. Οι γιορτές περιλάμβαναν όλες τις καθιερωμένες εκδηλώσεις, όμως ο Κωνσταντίνος δεν θυσίασε προσωπικά στους θεούς της Ρώμης κι αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο στους εθνικούς της αιώνιας πόλης.

Αφού ολοκληρώθηκαν τα decennalia, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στους Τρεβήρους, όπου παρέμεινε την άνοιξη και το καλοκαίρι του 316 και ετοιμαζόταν πυρετωδώς για τον επερχόμενο πόλεμο με το Λικίνιο. Και ο Λικίνος όμως ενεργούσε αναλόγως. Είχε ανασυγκροτήσει πλήρως τις δυνάμεις του και είχε ανακηρύξει έναν Ιλλυριό στρατηγό, τον Ουάλη, καίσαρα. Τον Δεκέμβριο του 316 ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στη Σερδική (σημερινή Σόφια της Βουλγαρίας).

Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν κάποια στιγμή ανάμεσα στην 1 Δεκεμβρίου 316 και στις 28 Φεβρουαρίου 317 στη Θράκη. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν αμφίρροπο και ο Κωνσταντίνος προτίμησε να υπογράψει συμφωνία με τον Λικίνιο. Παρέμενε όμως σε θέση ισχύος κι έτσι επέβαλε τους όρους του.

Την 1 Μαρτίου 317 ο Κωνσταντίνος εισήλθε θριαμβευτικά στη Σερδική, όπου υπογράφτηκε η concordia Augustorum (η συμφωνία των Αυγούστων). Χάρη στην παρέμβαση της Κωνσταντίας, η οποία ήταν αφοσιωμένη στο Λικίνιο, ταυτόχρονα όμως είχε και την ιδιαίτερη εύνοια του αδερφού της, ο Αύγουστος της Ανατολής διατήρησε το θρόνο του. Υποχρεώθηκε όμως να παραχωρήσει στον Κωνσταντίνο την Παννονία και τη Μοισία, καθώς και να εκτελέσει τον Ουάλη. Ακόμη, ανακηρύχθηκαν καίσαρες ο δωδεκάχρονος γιος του Κωνσταντίνου από τη Μινερβίνη Κρίσπος, ο πρωτότοκος γιος του από τη Φαύστα Κωνσταντίνος Β' (που ήταν μόλις επτά μηνών βρέφος), και ο γιος του Λικίνιου και της Κωνσταντίας Λικινιανός (μωρό 20 μηνών).

Ακολούθησε μια περίοδος λεπτής ισορροπίας. Ο Λικίνιος ενίσχυσε το στρατό του και συσσώρευσε τεράστιους θησαυρούς. Σύντομα οι παλιές εντάσεις και οι αμοιβαίες υποψίες βγήκαν στην επιφάνεια. Από το 320 οι χριστιανοί υπήκοοι του Λικινίου έδειχναν απροκάλυπτα μεγάλη αφοσίωση και συμπάθεια στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου. Ο Λικίνιος, φοβούμενος αυτά τα συναισθήματα, εξαπέλυσε επτά χρόνια μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων που ο ίδιος εξέδωσε, ήπιο διωγμό εναντίον τους. Ο διωγμός αυτός βαθύτερο στόχο είχε να εξοργίσει τον Κωνσταντίνο, ώστε να αρχίσει πρώτος τις εχθροπραξίες. Ο Λικίνιος γνώριζε ότι ο αυτοκράτορας της Δύσης προστάτευε το Χριστιανισμό και υποπτευόταν ότι και ο ίδιος είχε ασπαστεί τη νέα θρησκεία, αρνούμενος τις ρωμαϊκές θεότητες.

Με τελική αφορμή τις εξεγέρσεις των Σαρματών και των Γότθων στα 321, ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στην επικράτεια του Λικίνιου, προφασιζόμενος την καταστολή των επαναστατών. Ο Λικίνιος θεώρησε ότι ο Κωνσταντίνος παραβίασε τη συνθήκη που είχαν υπογράψει.

Ο πόλεμος ξέσπασε το 324. Στις 3 Ιουλίου ο Κωνσταντίνος νίκησε το Λικίνιο σε αποφασιστική μάχη στην Αδριανούπολη. Ο Λικίνιος οχυρώθηκε στην πόλη του Βυζαντίου, όπου πολιορκήθηκε από τον αντίπαλό του. Στη θάλασσα ο στόλος του Κωνσταντίνου με επικεφαλής το γιο του Κρίσπο νίκησε ολοκληρωτικά στον Ελλήσποντο το στόλο του Λικινίου, που τελούσε υπό τις εντολές του Άβαντου. Έχοντας χάσει κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού, ο Λικίνιος εγκατέλειψε το Βυζάντιο και πορεύτηκε προς τη Χρυσούπολη της Μικράς Ασίας. Εκεί ηττήθηκε για άλλη μια φορά από τις ενωμένες δυνάμεις του Κωνσταντίνου και του Κρίσπου, στις 18 Σεπτεμβρίου. Ο Λικίνιος, μετά από την οριστική αυτή ήττα, κατέφυγε στη Νικομήδεια, όπου και συνελήφθη.

Για ακόμη μια φορά οι ικεσίες της Κωνσταντίας προς τον αδερφό της έσωσαν τη ζωή του Λικίνιου. Ως απλός πολίτης τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στη Θεσσαλονίκη. Λίγους μήνες αργότερα όμως καταδικάστηκε σε θάνατο, επειδή ο Κωνσταντίνος φοβήθηκε τις φήμες ότι ο Λικίνιος ήρθε σε μυστικές συμφωνίες με τους Γότθους προκειμένου να ανακτήσει το θρόνο του. Λίγο μετά ο Κωνσταντίνος διέταξε και την εκτέλεση του ενδεκάχρονου Λικινιανού, του γιου του Λικίνιου, αθετώντας τις υποσχέσεις του στην Κωνσταντία.

Ο Κωνσταντίνος ήταν πια ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

324 - 337 μ.Χ
  • 325: Αρχίζει η κατασκευή της νέας πρωτεύουσας (Κωνσταντινούπολη) στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων.
  • 326 ή 327: Ο Κωνσταντίνος εκτελεί τη γυναίκα του Φαύστα.
  • 330: Εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολη. Για τη διακόσμηση της πόλης χρησιμοποιήθηκαν μνημεία της Ρώμης, της Αθήνας, της Αλεξάνδρειας της Εφέσου και της Αντιόχειας
  • 337 μ.Χ: Θάνατος του Κωνσταντίνου στη Νικομήδεια. Το λείψανό του μεταφέρεται αργότερα και θάβεται στο Ναό των Αποστόλων, στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Κωνσταντίνος και ο Χριστιανισμός

Ένα πολυσυζητημένο και μελετημένο υπό ποικίλα πρίσματα κεφάλαιο της ζωής και της πολιτικής του Κωνσταντίνου είναι η σχέση του με το Χριστιανισμό. Έχει ήδη προαναφερθεί ότι ο Κωνσταντίνος αξιοποίησε χωρίς διακρίσεις τους χριστιανούς στο στρατό του, εφάρμοσε στην επικράτειά του την αρχή της ανεξιθρησκίας και προστάτεψε έμπρακτα τις χριστιανικές κοινότητες με διάφορους τρόπους (βλ. Υποκεφάλαιο 3.4: "Το διάταγμα των Μεδιολάνων, Φεβρουάριος 313 μ.Χ."). Έχει λεχθεί ότι ο Κωνσταντίνος επέλεξε την ανοχή προς τον Χριστιανισμό ώστε να ενδυναμωθεί η εσωτερική συνοχή του ρωμαϊκού κράτους, το οποίο είχε επί 60 έτη μια πολύπλευρη κρίση.

Το πρώτο διάταγμα που ευνοούσε τον χριστιανισμό εκδόθηκε το 311 από τον Γαλέριο, που υπήρξε ένας από τους πιο άγριους διώκτες του. Το διάταγμα αυτό αναγνώριζε το νόμιμο δικαίωμά τους να υπάρχουν. «Οι Χριστιανοί», έγραφε το διάταγμα, «μπορούν να υπάρχουν και να συναθροίζονται, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό, και υποχρεούνται να προσεύχονται στον Θεό τους για το καλό μας, το καλό της πολιτείας και το δικό τους».

Από τα διάφορα μέτρα που θέσπισε μεγαλύτερη σημασία για τους χριστιανούς είχαν η επιστροφή της δημευμένης περιουσίας τους κατά τις περιόδους των διωγμών και το δικαίωμα που αποκτούσαν να αυξήσουν αυτή την περιουσία. Ο κάθε άνθρωπος επίσης θα μπορούσε πια να κληροδοτήσει την ιδιοκτησία του στην Εκκλησία, η οποία πάλι αποκτούσε το δικαίωμα της κληρονομιάς. Έτσι αναγνωριζόταν και η νομική υπόσταση της κάθε χριστιανικής κοινότητας. Ακόμη ο Κωνσταντίνος ενίσχυσε την ηθική θέση που είχαν οι επίσκοποι στις κοινωνίες τους. Τους παραχώρησε το δικαίωμα να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές του ποιμνίου τους, όχι με την ιδιότητα του δικαστή, αλλά περισσότερο ως διαιτητές. Οι αποφάσεις των επισκοπικών δικαστηρίων αναγνωρίζονταν από το κράτος, ακόμη και για θέματα μη εκκλησιαστικά. Η επισκοπική δικαιοδοσία, όπως λεγόταν, ήταν μία ευνοϊκή για τους Χριστιανούς θεσμοθέτηση, αφού οι Χριστιανοί είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους επισκόπους από ότι στους δικαστές τις πολιτείας. Επίσης οι επίσκοποι απαλλάχτηκαν από όλες τις δημόσιες υποχρεώσεις και τα οικονομικά βάρη που τους αντιστοιχούσαν. Επιπλέον μέτρα ήταν η απαγόρευση της εργασίας την Κυριακή, καθώς και σε άλλες μεγάλες κατά τους Χριστιανούς γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι αυτοκρατορικές χορηγίες, με τις οποίες ανεγέρθηκαν χριστιανικοί ναοί. Μεταξύ αυτών των ναών είναι και οι χριστιανικοί ναοί της Ανάστασης, της Γέννησης και του Όρους των Ελαιών στους χριστιανικούς Αγίους Τόπους.

Με όλα αυτά τα θεσπίσματα, και παρόλο που ο ίδιος ήταν κατηχούμενος στο Χριστιανισμό, ο Κωνσταντίνος διατήρησε το αξίωμα τού pontifex maximus της κύριας θεότητας του ρωμαϊκού κράτους, του Δία, που αποτελούσε το ανώτατο αξίωμα της αυτοκρατορικής θρησκείας που ασκούσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του χρησιμοποιούσε τις εκφράσεις «Ημέρα του Ήλιου» (Dies Solis) και «Ανίκητος Ήλιος» (Sol Invictus). Είναι δε βέβαιο ότι ο Κωνσταντίνος υπήρξε υποστηρικτής της λατρείας του Ήλιου, έχοντας κληρονομήσει την αφιέρωση του αυτή στον Ήλιο από την οικογένειά του. Δεν στέρησε τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας από τα δικαιώματά τους ούτε έπαψε παράλληλα να στηρίζει την παραδοσιακή θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Για παράδειγμα, σεβάστηκε τα προνόμια που είχαν δοθεί στις Εστιάδες παρθένες, το κράτος εξακολουθούσε να καλύπτει τα έξοδα για τις διάφορες γιορτές και τελετές των εθνικών, στα νομίσματα παρέμειναν για αρκετά χρόνια τα συναφή σύμβολα, ενώ αναφέρεται ότι ίδρυσε ακόμη και ναούς για τους πιστούς της ρωμαϊκής λατρείας.

Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία οι πληροφορίες πως ο Κωνσταντίνος κατέστρεψε ναούς της παραδοσιακής θρησκείας δεν ευσταθούν και δεν μπορούν να εξακριβωθούν με βεβαιότητα ούτε από τα ιστορικά γεγονότα ούτε από την πολιτική σκέψη του Κωνσταντίνου. Επιπλέον, είναι σημαντικό το γεγονός ότι στα χρόνια του Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός μπορεί να είχε εξαπλωθεί σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όμως οι εθνικοί εξακολουθούσαν να αποτελούν την πλειονότητα των κατοίκων της. Δεν θα μπορούσε λοιπόν ο αυτοκράτορας να στραφεί εναντίον των υπηκόων του τόσο απροκάλυπτα. Άλλωστε, ακόμη και μέσα στην αυτοκρατορική οικογένεια η γυναίκα του και ο γιος του παρέμεναν πιστοί στους θεούς της Ρώμης. Ακόμη, το πρωταρχικό κίνητρο του Κωνσταντίνου, όταν νομιμοποίησε το Χριστιανισμό, ήταν η ομόνοια μεταξύ των πολιτών. Θα ήταν λοιπόν ενάντια στην πολιτική του να ξεκινήσει καινούργιο κύκλο αντιπαραθέσεων και διωγμών, αυτή τη φορά σε βάρος των ειδωλολατρών.

Οι κατεδαφίσεις αρχαίων ναών που πρέπει να διέταξε είναι αυτές στα Ιεροσόλυμα, όπου κατεδαφίστηκε ο ναός της Αφροδίτης από το λόφο του Γολγοθά, για να κτιστεί ο ναός της Ανάστασης. Αυτοί οι τόποι όμως είχαν αποσυνδεθεί πλήρως από τη ρωμαϊκή λατρεία και είχαν χαρακτηριστεί ως άγιοι και θεοβάδιστοι για τους χριστιανούς, ιδιαίτερα ύστερα από τις εκτεταμένες ανασκαφές που διεξήγαγε η Ελένη, συνεπώς σε αυτούς αποδόθηκαν. Ακόμη, έκλεισε θρησκευτικά κέντρα ηθικά επιλήψιμων θεοτήτων, όπως της Αστάρτης και απαγόρευσε την τέλεση νυχτερινών και μυστικών θυσιών, καθώς αυτές δεν μπορούσαν να ελεγχθούν για τα δρώμενα που επιτελούσαν οι συμμετέχοντες σε αυτές. Αγάλματα και αρχιτεκτονικά μέλη ειδωλολατρικών ναών λεηλατήθηκαν από τους ναούς και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για τον καλλωπισμό της από τον Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος, ακολουθώντας τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του πατέρα του, είχε υιοθετήσει τον ενοθεϊσμό, την πίστη δηλαδή σε έναν υπέρτερο θεό και στην ύπαρξη άλλων μικρότερων θεοτήτων. Λάτρευε ως ύψιστο θεό το θεό Ήλιο (Απόλλωνα) και τη θεά Νίκη με σαφή συγκρητισμό, με ανάμειξη δηλαδή στοιχείων από την αρχαία ελληνική θρησκεία και από ανατολικές θρησκείες. Το πέρασμα από τον ενοθεϊσμό στο μονοθεϊσμό δεν θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Ίσως ο Κωνσταντίνος δυσκολεύτηκε να υποτάξει την ορμητική του προσωπικότητα στο ασκητικό και συγχωρητικό πνεύμα του Χριστιανισμού. Η αποδοχή του Χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο πρέπει να θεωρηθεί όχι ως γεγονός που έλαβε χώρα εν μιά νυκτί, αλλά μάλλον ως μια πορεία ζωής που ολοκληρώθηκε με τη βάπτισή του την ημέρα του θανάτου του.

Εξαιρετικής σημασίας είναι το γεγονός πως με τον Κωνσταντίνο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τον αυτοκράτορα-θεό στον ελέω θεού αυτοκράτορα. Η πεποίθηση αυτή σφραγίζει όλο το Μεσαίωνα της Ευρώπης και αναπόφευκτα επηρεάζει και την πολιτική σκέψη. Στην πολυθεϊστική παραδοσιακή θρησκεία της Ρώμης ο αυτοκράτορας ήταν ένας ακόμη θεός επί γης και έπειτα από το θάνατό του επέστρεφε στο Πάνθεο. Στο μονοθεϊστικό χριστιανισμό αυτή η θεωρία ήταν εξ ορισμού ασύμβατη. Έτσι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος προσδιόρισε το ρόλο του χριστιανού αυτοκράτορα ως του ανθρώπου που θέσει υποχρεούται να φροντίζει τους πιστούς της νέας θρησκείας. Μιλώντας σε κάποιους επισκόπους, διαχώρισε το έργο του αυτοκράτορα από αυτό του επισκόπου: «υμείς μέν των εισω της εκκλησίας, εγώ δέ των εκτός υπό Θεού κατεσταμένος επίσκοπον αν είη» (Ευσ.²Β.Κ.Β.² Λογ. Δ΄. 24). Χαρακτηριστική είναι η προτροπή του προς τους υπηκόους του και τους αξιωματούχους του να ασπαστούν το Χριστιανισμό και η άποψή του ότι πρέπει να βοηθήσει τους επισκόπους στη διάδοση της θρησκείας τους (Ευσ.²Β.Κ.Β.² Λογ.Γ΄ 17.1,2). Ο ίδιος πίστευε ότι ο Θεός τού είχε αναθέσει την ειδική αποστολή να φέρει την αρμονία στο κράτος και την εκκλησία. Η εκκλησία, αντίστοιχα, τον θεωρούσε δούλο Θεού και την μεταστροφή του θεία ενέργεια που αποσκοπούσε στην επέκταση του χριστιανισμού. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο χριστιανισμός απέκτησε το επίσημο δικαίωμα να υπάρχει και να αναπτύσσεται.

Α΄ Οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας, 325 μ.Χ.

Κωνσταντίνος ο Μέγας, Ισαπόστολος, Άγιος (εορτασμός 21 Μαίου)
Αιτία για μία από τις μεγαλύτερες διαμάχες των Χριστιανών υπήρξε στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνος ο Άρειος, (Άρειος και Αρειανισμός ΕΔΩ) πρεσβύτερος στην Αλεξάνδρεια, ίσως στο μεγαλύτερο φιλοσοφικό κέντρο της εποχής. Ο Άρειος, απόφοιτος της θεολογικής σχολής του Λουκιανού στην Αντιόχεια, άρχισε να διατυπώνει τη θεωρεία πως ο Χριστός ήταν «κτίσμα» του Θεού και δεν ήταν και ο ίδιος Θεός. Η διδασκαλία του Αρείου, η οποία έμεινε γνωστή ως Αρειανισμός, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα διδάγματα της χριστιανικής εκκλησίας, σύμφωνα με τα οποία ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.

Η βαθιά μόρφωση του Αρείου και η δεινότητα του λόγου του (χαρακτηριστική είναι η παροιμία της εποχής «του Αρείου το απύλωτον στόμα») οδήγησαν πολλούς ανθρώπους από όλες τις τάξεις να ασπαστούν τις πνευματικές του πεποιθήσεις. Έτσι, σύντομα βρέθηκε να στηρίζεται από οπαδούς σε ολόκληρη την Ανατολή, παρά τον αφορισμό και το ανάθεμα που εξαπέλυσε εναντίον του ο γηραιός επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος. Ανάμεσα στους οπαδούς του Αρείου ήταν οι επίσκοποι Νικομήδειας Ευσέβιος και Καισαρείας Ευσέβιος, προσωπικοί φίλοι του αυτοκράτορα, καθώς και μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, με σημαντικότερη ίσως την αδερφή του Κωνσταντίνου, την nobilissima femina Κωνσταντία, που όπως έχει προαναφερθεί απολάμβανε ιδιαίτερη εύνοια από τον αδερφό της.

Ο Κωνσταντίνος προσπάθησε αρχικά να συμφιλιώσει τους αντιμαχόμενους, μέσω μιας επιστολής που απέστειλε και στις δύο πλευρές με αγγελιοφόρο τον επίσκοπο της Κορδούης της Ισπανίας. Επιστρέφοντας ωστόσο, ο επίσκοπος εξήγησε στον Κωνσταντίνο την πολιτική σημασία της κίνησης του Αρείου, οπότε ο αυτοκράτορας αποφάσισε να συγκαλέσει μια Σύνοδο.

Πληροφορίες σχετικά με την Σύνοδο έχουμε μόνο από τους συμμετέχοντες και ιστορικούς, καθώς δεν διασώζονται πρακτικά, αν υποτεθεί ότι κρατήθηκαν. Ύστερα από ζωηρές συζητήσεις, η Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση του Αρείου ενώ ο Άρειος και οι πιο θερμοί οπαδοί του καταδικάστηκαν σε περιορισμό και εξορία.

Παρ' όλα αυτά, τα αποτελέσματα της Συνόδου δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν τον Αρειανισμό. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Κωνσταντίνος άλλαξε στάση, ανακάλεσε τον Άρειο από την εξορία, και τιμώρησε με τον ίδιο τρόπο τον μεγάλο αντίπαλο του Αρείου στην Σύνοδο, τον Αθανάσιο, Αρχιδιάκονο της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Ο Αθανάσιος παρέμεινε εξόριστος μέχρι την άρση της ποινής από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, την ημέρα που βαπτίσθηκε Χριστιανός. Για τους λόγους της μεταστροφής αυτής του Κωνσταντίνου δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ των ιστορικών. Έχουν αναφερθεί λόγοι όπως η επίδραση της αυλής, οικογενειακοί λόγοι, η πολιτική επιρροή του Αρειανισμού στην Ανατολή κ.α.

Οι εκτελέσεις του Κρίσπου και της Φαύστας

Κάποια χρονική στιγμή μεταξύ 15 Μαΐου και 17 Ιουνίου του 326 συνελήφθη και εκτέλεστηκε, μετά από διαταγή του Κωνσταντίνου, ο μεγαλύτερος γιος του (και γιος της Μινερβίνης), ο Κρίσπος με «ψυχρό δηλητήριο» στην Πούλα της Κροατίας. Τον Ιούλιο ο Κωνσταντίνος εκτέλεσε τη σύζυγό του Φαύστα, κατ' εντολή της μητέρας του Ελένης. Η Φαύστα αφέθηκε να πεθάνει σε ένα υπερθερμασμένο λουτρό. Τα ονόματά τους διαγράφηκαν από πολλές επιγραφές, οι αναφορές στη ζωή τους αφαιρέθηκαν από τα φιλολογικά αρχεία, και η μνήμη τους καταδικάστηκε. O Ευσέβιος, για παράδειγμα, στο εγκώμιο του Κρίσπου που συνέθεσε από μεταγενέστερα αντίγραφα της Historia Ecclesiastica του, και της Vita Constantini δεν συμπεριλαμβάνει αναφορές στη Φαύστα ή στον Κρίσπο. Λίγες αρχαίες πηγές προτίθενται να αναλύσουν τα πιθανά κίνητρα για αυτά τα γεγονότα. Αυτές οι λίγες πηγές, που προσφέρουν μη πειστικές εξηγήσεις, είναι πιο πρόσφατης προέλευσης, και είναι γενικά αναξιόπιστες.

Ο Κωνσταντίνος πέθανε το 337 μ.Χ. Τόσο το έργο του όσο και ο ίδιος έτυχαν μιας σπάνιας εκτιμήσεως από πολλές πλευρές. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ευτρόπιος, θεοποίησε τον Κωνσταντίνο. Η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org