Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (25 Ιανουαρίου)

Η γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας έγινε όχημα για την πρόοδο και τη δυναμική έκφραση της διδασκαλίας του ... έγραψε ποιήματα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, υψηλής φιλολογικής αξίας και πλούσια σε χριστιανικά μηνύματα. 
Θεοῦ γινώσκειν ὀρθοδόξως οὐσίαν,
Χριστιανοῖς λεγάτον ἐκ Γρηγορίου.
Εἰκάδι Γρηγόριος Θεορήμων ἔκθανε πέμπτῃ.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ονομάσθηκε Θεολόγος, διότι η συμβολή του στη διαμόρφωση και ανάπτυξη των θεολογικών εννοιών υπήρξε αποφασιστική. 

Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα, προήρχοντο από ευγενείς οίκους της εποχής. Η μητέρα του διεκρίνετο για την εκκλησιαστική της συνείδηση, ενώ ο πατέρας του ανήκε αρχικά στου Υψισταρίους, μία θρησκευτική παραφυάδα («ἄτοπον καί ἀλλόκοτον»), με ιουδαϊκά και ελληνικά εθνικά στοιχεία. Ο Γρηγόριος χαρακτήριζε τη θρησκευτική αυτή ομάδα συμπίλημα «ἑλληνικῆς πλάνης καί νομικῆς τερατείας». Ο πατέρας του επέστρεψε στην χριστιανική πίστη, λόγω της υπομονής της συζύγου του Νόννας, βαπτίστηκε από επισκόπους οι οποίοι μετέβαιναν για την συμμετοχή τους στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο Νικαίας. Στον πατέρα Γρηγόριο, λίγο αργότερα ανατέθηκε η επισκοπή Ναζιανζού. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτουμε, η γέννηση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τοποθετείται γύρω στο 328 μ.Χ. στην πολίχνη της Καππαδοκίας Αριανζό. Έτυχε επιμελημένης παιδείας λόγω των οικονομικών μέσων που διέθετε η οικογένειά του. Σπούδασε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου και συνάντησε για πρώτη φορά τον μετέπειτα στενό φίλο του Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στην Αθήνα, ενώ πρώτοι διδάσκαλοί του υπήρξαν ο εξάδελφός του Καρτέριος και ο εκ μητρός θείος Αμφιλόχιος. Στην Καισάρεια Παλαιστίνης καλλιεργήθηκε σ’ αυτόν η αγάπη προς τον Ωριγένη από τον γνωστό διδάσκαλο της ρητορικής Θεσπέσιο. Στην Αλεξάνδρεια γνώρισε τον Μ.Αθανάσιο (βλ. Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας ΕΔΩ) και τον καθηγητή της ερήμου Μ.Αντώνιο (βλ. Άγιος Αντώνιος ο Μέγας ΕΔΩ)

Στην Καισάρεια Καππαδοκίας και στην Καισάρεια Παλαιστίνης είχε συμμαθητή τον νεώτερο αδελφό του Καισάρειο, ο οποίος επέλεξε να γίνει ιατρός, ενώ απεβίωσε πολύ νωρίς. Στην Αθήνα παρακολούθησε μαθήματα εκ του εκ Βιθυνίας κατόχου της αριστοτελικής λογικής Ιμερίου και του εξ Αρμενίας χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου, ο οποίος ήτο γνωστός για την ρητορική του δεινότητα. Ο Γρηγόριος περαιώνοντας τις σπουδές του στην Αθήνα, επέστρεψε στη Ναζιανζό, όπου αρχικά εργάσθηκε ως καθηγητής της ρητορικής, μετέπειτα βαπτίσθηκε και στη συνέχεια έβαλε σε πρόγραμμα την κοινή με τον Μ.Βασίλειο (βλ. Άγιος Βασίλειος ο Μέγας ΕΔΩ) απόφασή τους να μονάσουν. Στην αρχή ασκήτευσαν στο κτήμα του Γρηγορίου στην Τιβερίνη, όμως αργότερα ο Βασίλειος αποσύρθηκε στο δικό του κτήμα στον Πόντο, όπου το 360 τον ακολούθησε και ο Γρηγόριος. Κατά τη διάρκεια της κοινής μοναχικής τους ζωής, μελέτησαν θεολογικά συγγράμματα, από τα οποία προέκυψε το συλλογικό βιβλίο «Φιλοκαλία», συνεργάσθηκαν για τη σύνταξη κανόνων για τη μοναχική πολιτεία, όμως μεταξύ τους υπήρχε διαφορά ιδιοσυγκρασίας, δηλ. ο Βασίλειος έδινε έμφαση στον πρακτικό βίο, ενώ ο Γρηγόριος ήταν περισσότερο θεωρητικός. 

Το 361, μετά από προτροπή και επιμονή του πατέρα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και επέστρεψε για λίγο στο ασκητήριο στον Πόντο, όμως το Πάσχα του 362 επανήλθε στη Ναζιανζό για να συμπαρασταθεί στο έργο του επισκόπου πατέρα του. Το 372 επελέγη και χειροτονήθηκε επίσκοπος Σασίμων, ύστερα από απόφαση του Βασιλείου, ο οποίος ήταν πλέον επίσκοπος Καισαρείας. Ο Γρηγόριος στην αρχή αρνήθηκε να αναλάβει τη νέα Μητρόπολη των Σασίμων, αφ’ ενός μεν διότι δεν ήτο του χαρακτήρα του η εμπλοκή σε διοικητικές ευθύνες, αφ’ ετέρου δε διότι τα Σάσιμα ήταν μία ασήμαντη πολίχνη, χωρίς σταθερό ποίμνιο, με λαό διερχόμενο. Με περισσή γλαφυρότητα, ο Γρηγόριος περιγράφει την κατάσταση εκείνης της Εκκλησίας: 
«Σταθμός τίς ἐστιν ἐν μέσῃ λεωφόρῳ τῆς Καππαδοκιῶν, ὅς σχίζετ’ εἰς τρισσήν ὁδόν, ἄνυδρος, ἄχλους, οὐδ’ ὅλως ἐλεύθερος, δεινῶς ἀπευκτόν καί στενόν κωμύδριον. Κόνις τά πάντα καί ψόφοι καί ἅρματα, θρῆνοι, στεναγμοί, πράκτορες, στρέβλαι, πέδαι, λαός δ’ ὅσοι ξένοι τε καί πλανώμενοι. Αὕτη Σασίμων τῶν ἐμῶν Ἐκκλησία».

Τελικώς, δεν προσήλθε ν’ αναλάβει το επισκοπικό έργο. Αυτή η ανυπακοή του ήτο και η αιτία της προς στιγμήν διάστασής του με τον Μ.Βασίλειο, η οποία και σημάδεψε την περαιτέρω πορεία του. Το 374 απεβίωσε ο εκατοντούτης πατέρας του και λίγους μήνες μετά η μητέρα του Νόννα, ενώ λίγα χρόνια πριν (368-369) είχε αποβιώσει και ο αγαπημένος του αδελφός Καισάρειος. 

Ο Γρηγόριος έφυγε και εγκαταστάθηκε στη μονή της Θέκλας στη Σελεύκεια, όπου παρέμεινε 4 χρόνια και εκεί έμαθε για την εκδημία του πνευματικού του αδελφού Μ.Βασιλείου. Η ψυχή του πλημμύρισε βαθιά θλίψη και κάποια απελπισία για το παρόν και το μέλλον των εκκλησιαστικών πραγμάτων, τα οποία αποτύπωσε με ζωηρά χρώματα σε μία από τις επιστολές του:

«Ἐρωτᾷς πῶς τά ἡμέτερα. Καί λίαν πικρῶς. Βασίλειον οὐκ ἔχω, Καισάρειον οὐκ ἔχω, τόν πνευματικόν ἀδελφόν καί τόν σωματικόν. Ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με μετά τοῦ Δαυίδ φθέγξομαι. Τά τοῦ σώματος πονηρῶς ἔχει, τό γῆρας ὑπέρ κεφαλῆς, φροντίδων ἐπιπλοκαί, πραγμάτων ἐπιδρομαί, τά τῶν φίλων ἄπιστα, τά τῆς Ἐκκλησίας ἀποίμαντα. Ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά, ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ. Χριστός καθεύδει. Τί χρή παθεῖν; Μία μοι τῶν κακῶν λύσις, ὁ θάνατος. Καί τά ἐκεῖθεν μοι φοβερά, τοῖς ἐντεῦθεν τεκμαιρομένῳ». 

Ύστερα από πρόσκληση ποιμένων και λαού, εν έτει 379, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατάφερε μέσα σε δύο χρόνια ν’ αλλάξει την κατάσταση και να επαναφέρει την Ορθοδοξία, μετά από 40 χρόνια κυριαρχίας του Αρειανισμού (βλ. Αρειανισμός ΕΔΩ). Εκεί, ο Γρηγόριος, έδειξε την βαθιά θεολογική του κατάρτιση, όπου εκφώνησε τους περίφημους θεολογικούς του λόγους. Το 381 η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία είχε συνέλθει ως Σύνοδος του Ανατολικού μόνο κράτους, ανεκήρυξε τον Γρηγόριο αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, ετέθη όμως θέμα εγκυρότητας της εκλογής του, διότι ήτο ακόμη επίσκοπος Σασίμων. Όμως, δεν ήθελε να θυσιάσει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος για τη δική του τακτοποίηση. Έτσι, πριν εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, εξεφώνησε τον «Συντακτήριον» λόγο του από άμβωνος, όπου αποτυπώνεται όλος ο πλούτος του συναισθηματικού του κόσμου, το μεγαλείο της ευγενικής του ψυχής, το εκκλησιαστικό του φρόνημα και η αγωνία του για την ενότητα της Εκκλησίας, ενώ παρηγορεί τους πιστούς για τον χωρισμό τους και τους προτρέπει να μείνουν πιστοί στην ιερή παρακαταθήκη. Μερικά αποσπάσματα:

«Οὐχ ἡ μετάθεσις τό αἰσχρόν ἔχει, ἀλλ’ ἡ τοῦ κακοῦ τήρησις τήν ἀπώλειαν... Οὐ γάρ καί τόν Θεόν ἀπολοῦσιν οἱ τῶν θρόνων παραχωρήσαντες, ἀλλ’ ἔξουσι τήν ἄνω καθέδραν, ἥ πολύ τούτων ἐστίν ὑψηλοτέρα τε καί ἀσφαλεστέρα ... Χαῖρε μοι, ὦ Τριάς, τό ἐμόν μελέτημα καί καλλώπισμα ... μέμνησθέ μου τῶν λιθασμῶν ...». 

Από την Κωνσταντινούπολη ο Γρηγόριος μετέβη στην Ναζιανζό, ενώ το 384 για λόγους υγείας στην Αριανζό, στο πατρικό κτήμα, όπου στην ησυχία της ερήμου συγκέντρωσε σε μία συλλογή τις επιστολές του και συνέγραψε λίγα ακόμα, συμπληρώνοντας το μεγάλο έργο του, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τους αγώνες της Εκκλησίας και με τις δικές του αγωνίες για τη στήριξη του λαού του Θεού. Σ’ εκείνη τη γαλήνη της ερήμου εξεδήμησε το έτος 390 μ.Χ. 

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
Είναι μεγάλο σε έκταση και περιεχόμενο, καθώς επίσης και μεγαλόπνευστο σε βάθος και θεολογική πληρότητα, γι’ αυτό δικαίως η Εκκλησία του έδωσε τον τιμητικό τίτλο του Θεολόγου. 

Η αξιοποίηση του έργου του ήταν και σύμφωνα με την ελληνική φιλοσοφική του κατάρτιση, διότι η γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας έγινε πραγματικά όχημα για την πρόοδο και τη δυναμική έκφραση της χριστιανικής διδασκαλίας. 

Κατά την περίοδο που ο Ιουλιανός «ἐκώλυε Χριστιανούς ... τοῦ μετέρχεσθαι τήν ἑλληνικήν παιδείαν», ο Γρηγόριος έγραψε ποιήματα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, υψηλής φιλολογικής αξίας και πλούσια σε χριστιανικά μηνύματα. Το όλο συγγραφικό του έργο περιέχει λόγους, επιστολές και ποιήματα. Τα ποιήματά του είναι σπουδαία φιλολογικά μνημεία, στα οποία αποτυπώνεται η ποιητική του διάθεση και η σε βάθος γνώση της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, καθώς επίσης είναι δείγματα συνδυασμού ποιητικής ευαισθησίας, φιλοσοφικού λόγου και χριστιανικής διδασκαλίας. Διακρίνονται σε καθ’ αυτό θεολογικά – δογματικά, σε ιστορικά και σε ηθικά – πρακτικά. Το θεματολόγιο είναι από την προσωπική του εμπειρία και τη χριστιανική του πίστη, την οποία εκφράζει χρησιμοποιώντας τη μεγάλη γνώση του της ελληνικής γλώσσας και νοοτροπίας. Χρησιμοποιεί γλώσσα της ομηρικής περιόδου μέχρι και της εποχής του. 

Παραθέτουμε από τα «Έπη θεολογικά, δογματικά» τον «Ὕμνο εἰς Θεόν»

«Ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γάρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;
Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; Σύ γάρ λόγῳ οὐδενί ῥητός. 
Πῶς νόος ἀθρήσει σε; Σύ γάρ νόῳ οὐδενί ληπτός. 
Μοῦνος ἐών ἄφραστος· ἐπεί τέκες ὅσσα λαλεῖται. 
Μοῦνος ἐών ἄγνωστος· ἐπεί τέκες ὅσσα νοεῖται. 
Πάντα σε καί λαλέοντα καί οὐ λαλέοντα λιγαίνει. 
Πάντα σε καί νοέοντα καί οὐ νοέοντα γεραίρει. 
ὑυνοί γάρ τε πόθοι, ξυναί δ’ ὡδῖνες ἁπάντων 
ἀμφί σε· σοί δέ τά πάντα προσεύχεται· εἰς σέ δέ πάντα
σύνθεμα σόν νοέοντα λαλεῖ σιγώμενον ὕμνον. 
Σοί ἑνί πάντα μένει· σοί δ’ ἀθρόα πάντα θοάζει. 
Καί πάντων τέλος ἐσσί, καί εἷς, καί πάντα, καί οὐδείς, 
οὐχ ἑν ἐών, οὐ πάντα· πανώνυμε, πῶς σέ καλέσσω, 
Τόν μόνον ἀκλήϊστον; Ὑπερνεφέας δέ καλύπτρας
τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται; Ἵλαος εἴης, 
ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γάρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;»
Ελένη Δραμπάλα

Ἀπολυτίκιον 
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον