Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος ή Βασίλειος (κατά κόσμον)

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1403. 
Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού της κοσμοϊστορικής εποχής της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.Το νέο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 τον βρήκε στην Μπολώνια και από εκείνη την στιγμή ο ίδιος έγινε σημείο αναφοράς για τους Έλληνες πρόσφυγες που κατέφευγαν στην Ιταλία και που σε αυτόν τον σπουδαίο συμπατριώτη τους έβρισκαν έναν προστάτη. Κύριο μέλημα του όμως, κυρίως μετά το σοκ της άλωσης της Πόλης, ήταν η διάσωση της κλασσικής ελληνικής κληρονομιάς από την τουρκική επέκταση. Με τα οικονομικά μέσα που είχε στην διάθεσή του σαν καρδινάλιος άρχισε να συγκεντρώνει ελληνικά χειρόγραφα από τον ελληνικό χώρο και να προωθεί τις ελληνικές σπουδές στην Δύση, τοποθετώντας σε έδρες ελληνικών τους πιο μορφωμένους Έλληνες που έρχονταν από την κατακτημένη Ελλάδα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη.
Πίνακας του Βησσαρίωνα, 1476
Ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος ή Βασίλειος (κατά κόσμον) Βησσαρίων (κατά Χριστόν) (Τραπεζούντα, 2 Ιανουαρίου 1403 - Ραβέννα, 18 Νοεμβρίου 1472) ήταν Βυζαντινός λόγιος, κληρικός, μητροπολίτης Νικαίας καταλήγοντας Καρδινάλιος της Καθολικής εκκλησίας όπως και φέρεται περισσότερο γνωστός, καθώς και τιτουλάριος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού της κοσμοϊστορικής εποχής της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.


Ι. Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου, τότε πρωτεύουσα της ομώνυμης Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών. Για αιώνες το κοσμικό του όνομα θεωρούνταν λανθασμένα Ιωάννης, πρόσφατα επικράτησε το όνομα Βασίλειος σαν ορθότερο. Ήταν ένα από τα 15 παιδιά βυζαντινής οικογένειας με γνωστό μόνο το όνομα της μητέρας του που ονομαζόταν Θεοδούλη και ότι όλα τα άλλα αδέλφια του πέθαναν πριν το θάνατο των γονιών του. Έλαβε την βασική του παιδεία στην Τραπεζούντα, τελώντας υπό την προστασία του επισκόπου Τραπεζούντας Δοσίθεου. Το 1415 ο Δοσίθεος μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη πήρε μαζί του τον Βασίλειο όπου και τον παρέδωσε ως τρόφιμο σε μία Μονή προκειμένου να συνεχίσει φοίτηση κοντά σε μεγάλους διδασκάλους όπως τον Γεώργιο Χρυσοκόκκη στη "Πατριαρχική Ακαδημία" και αργότερα κοντά στον επίσκοπο Σηλυβρίας τον Ιγνάτιο Χορτασμένο όπου φέρεται να μαθήτευσε μαζί με τον Φραγκίσκο Φίλελφο και τον Μάρκο τον Ευγενικό.

1. Ορθόδοξη δράση - Κωνσταντινούπολη
Στις 30 Ιανουαρίου του 1423 και σε ηλικία 20 ετών κάρηκε μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Βησσαρίων και το 1426 χειροτονήθηκε διάκονος. Το 1431, όταν ο Δοσίθεος ορίσθηκε μητροπολίτης Μονεμβασίας ο Βησσαρίων χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και στη συνέχεια μετέβη στο Μυστρά για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του διαπρεπούς φιλοσόφου Γεωργίου Πλήθωνα Γεμιστού. Με τον Πλήθωνα μυήθηκε στην πλατωνική φιλοσοφία, της οποίας αργότερα θα γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους στην Δύση. Κατά την περίπου πενταετή παραμονή του στον Μυστρά μπόρεσε ν΄ αντιληφθεί την κρισιμότητα της θέσης που βρισκόταν τότε ο βυζαντινός ελληνισμός όπου και του γεννήθηκε ο σταθερός προσανατολισμός για προσέγγιση με τη Δύση. Εξ αυτού του λόγου έκανε πολλά διαβήματα προς τους Παλαιολόγους, Δεσπότες του Μυστρά, (αδελφούς του αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄), με τους οποίους είχε δημιουργήσει φιλικές σχέσεις για την αναγκαιότητα της παραπάνω προσέγγισης. Χαρακτηριστικό υπήρξε το υπόμνημά του προς τον Κωνσταντίνο και Θεόδωρο Παλαιολόγο , υποδεικνύοντας στροφή της πολιτικής τους προς τη Δύση και την ανάγκη ριζικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Το 1436 έγινε ηγούμενος σε μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης. Το 1437 όταν ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος αποφάσισε να μεταβεί στη Φεράρα επικεφαλής της ορθόδοξης αντιπροσωπείας προκειμένου να διαπραγματευτεί με τους ρωμαιοκαθολικούς την ένωση των Εκκλησιών και την παροχή στρατιωτικής βοήθειας κάλεσε τον Βησσαρίωνα να τον συνοδεύσει στη Σύνοδο, (καθώς επίσης και τον Πλήθωνα Γεμιστό), και μάλιστα για περισσότερη επισημότητα φρόντισε να χειροτονηθεί μητροπολίτης Νικαίας. Στη βυζαντινή αυτή αντιπροσωπία στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας ο Βησσαρίων αναδείχθηκε ως ο διαπρεπέστερος εκπρόσωπος των ενωτικών, αν και αρχικά ανήκε στην παράταξη των ανθενωτικών. Σημειώνεται ότι κατά τις συζητήσεις που διεξάχθηκαν ο Βησσαρίων αρχικά υποστήριξε τις ορθόδοξες θέσεις ενώ προοδευτικά έγινε συμβιβαστικός. Αποδέχθηκε την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως του "Φιλιόκβε", υποστηρίζοντας την ισοτιμία των εκφράσεων "εκ του Υιού" και "δια του Υιού", ενώ στο επίμαχο σημείο του "καθαρτηρίου πυρός" έκλινε προς τις απόψεις των Καθολικών. Τελικά η εν λόγω σύνοδος έληξε με την υπογραφή του "Όρου της Ενώσεως". Στις 6 Ιουλίου του 1439 ήταν αυτός που ανέγνωσε στα ελληνικά την διακήρυξη της ένωσης των Εκκλησιών στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, παρουσία του πάπα Ευγενίου του Δ΄ και του αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου.

Μετά το πέρας της Συνόδου επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου του ανακοινώθηκε η προαγωγή του σε Καρδινάλιο από τον Πάπα Ευγένιο Δ΄, μαζί με τον Ισίδωρο του Κιέβου. Η παπική αυτή προαγωγή θρησκευτική και διπλωματική έγινε σε αναγνώριση της θεολογικής και φιλοσοφικής του παιδείας. Στο μεταξύ στη Βασιλεύουσα υπήρξε μεγάλη ένταση από τους ανθενωτικούς και η παραμονή του Βησσαρίωνα εκεί θεωρούμενου ως πρωτεργάτη της υπογραφής της Ένωσης και "προδότη της πίστεως" ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, όπου και αναγκάσθηκε ν΄ αποσυρθεί του δημόσιου βίου και να απομονωθεί αρχικά στη Μονή του Παντεπόπτου καθώς και σε άλλες Μονές της Κωνσταντινούπολης επιδιδόμενος σε μελέτες αρχαίων ελληνικών κωδίκων και πατερικών κειμένων. Έτσι το 1441 μετά και την κατακραυγή που δέχθηκε λαμβάνοντας μέρος στην εκλογή πατριάρχου Κωνσταντινούπολης, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να μεταβεί στη Δύση για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως καρδινάλιος.
Η οικία του Βησσαρίωνα στα προάστια της Ρώμης 
όπως είναι σήμερα
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση

2. Ρωμαιοκαθολική δράση - Ρώμη
Φθάνοντας στη Δύση γρήγορα εξοικειώθηκε με την λατινική γλώσσα και κουλτούρα και απέκτησε επιρροή στο εσωτερικό της καθολικής Εκκλησίας. Στον θυρεό του σαν καρδινάλιος επιλέγει την παράσταση των δύο χεριών, ένα από την ανατολή και ένα από την Δύση, που κρατούν έναν σταυρό, για να επισημάνει την πίστη του στην Ένωση των Εκκλησιών. Το 1450 ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ του ανέθεσε την διακυβέρνηση της Μπολώνιας, τότε μέρος του παπικού κράτους. Σε αυτή την θέση έμεινε μέχρι το 1455, όταν πέθανε ο Νικόλαος Ε΄.

Στο κονκλάβιο του 1455, για την εκλογή του νέου πάπα, για πολύ μικρή διαφορά ψήφων δεν έγινε ποντίφικας. Από τους λόγους που κάτι τέτοιο δεν συνέβη ήταν η ελληνική του καταγωγή, η προσκόλλησή του στο μοναστικό τρόπο ζωής και η απουσία κάποιας πολιτικής δύναμης που θα τον προωθούσε. Μετά τον θάνατο του Πάπα Καλλίστου Γ΄, το 1458, πάλι για μικρή διαφορά δεν κατάφερε να εκλεγεί.

3. Πολιτική δράση
Ο νέος Πάπας όμως, Πίος Β΄, γρήγορα έκανε τον Βησσαρίωνα έναν από τους σημαντικότερους συμβούλους του. Το κύριο μέλημα του Πίου Β΄ ήταν η οργάνωση μιας Σταυροφορίας εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι με τις επεκτατικές τους τάσεις αποτελούσαν τον υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο για τον χριστιανικό κόσμο, κυρίως την Βενετία και την Ουγγαρία. Ο Πάπας θέλοντας να ενώσει την χριστιανική Ευρώπη κάτω από την καθοδήγησή του, έβρισκε στον τουρκικό κίνδυνο, ο οποίος ήταν παρ'όλα αυτά πραγματικός, μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να κερδίσει πολιτικό και ηθικό κύρος. Το 1459 ο Πάπας οργάνωσε μία πανευρωπαϊκή σύνοδο στη Μάντοβα για την οργάνωση της Σταυροφορίας πετυχαίνοντας ωστόσο πολύ μικρή ανταπόκριση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης.

Λεπτομέρεια ξυλογραφίας από το Χρονικό 
της Νυρεμβέργης όπου απεικονίζεται ο 
Βησσαρίωνας, τέλη 15ου αιώνα
Αμέσως μετά το πέρας της συνόδου (1460) ο Πίος έστειλε τον Βησσαρίωνα στην Γερμανία για να πείσει τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ΄ και τους Γερμανούς πρίγκηπες να σταματήσουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις και να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους για την Σταυροφορία. Το 1463 ο Βησσαρίων αναγορεύτηκε Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (ένας τίτλος με συμβολικό μόνον χαρακτήρα) και τον ίδιο χρόνο έγινε εκπρόσωπος του Πάπα στην Βενετία για να οργανώσει την Σταυροφορία του Πάπα, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί το καλοκαίρι του 1464. Τα σχέδια ματαιώθηκαν με τον θάνατο του Πίου Β΄ τον Αύγουστο του 1464 στην Αγκώνα ενώ ετοίμαζε την άφιξη του στόλου για την Σταυροφορία. Στο μεταξύ όμως οι Βενετοί είχαν αρχίσει τον δικό τους πόλεμο με τους Τούρκους στην Πελοπόννησο. Για τους Βενετούς αυτός ο πόλεμος που θα κρατήσει 16 χρόνια θα είναι καταστροφικός, ο Βησσαρίων όμως έβλεπε τώρα στην Βενετία την κληρονόμο του Βυζαντίου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους πού το 1468 θα χαρίσει στην πόλη της Βενετίας την ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του: σχεδόν 1000 χειρόγραφα, ελληνικά και λατινικά, που θα αποτελέσουν τον πυρήνα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας. Κυρίως όμως, τα βιβλία αυτά έπρεπε, σύμφωνα με τις επιθυμίες του ίδιου του Βησσαρίωνα, να είναι στην διάθεση των Ελλήνων για να μην ξεχάσουν ποιες είναι οι ρίζες τους τώρα που δεν έχουν πατρίδα.

Από το 1464 και μετά η πολιτική δράση του Βησσαρίωνα περιορίζεται. Ασχολείται περισσότερο με τη μελέτη και την συγγραφή. Γράφει το σημαντικότερό του έργο In calumniatorem Platonis (Εναντίον του συκοφάντη του Πλάτωνα) για να υπερασπιστεί την πλατωνική φιλοσοφία από τους αριστοτελικούς επικριτές της.

To 1470 οι Τούρκοι κατακτούν την Εύβοια (Νεγροπόντε), την δεύτερη σημαντικότερη αποικία των Βενετών στο Αιγαίο μετά την Κρήτη, και το νέο συνταράσσει την Δύση. Συγκλονισμένος από τις επιτυχίες των Τούρκων στην Ανατολή (το 1460 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο, το 1461 την ιδιαίτερη πατρίδα του Βησσαρίωνα, Τραπεζούντα) ο Βησσαρίων γράφει μια σειρά επιστολών προς τους ηγεμόνες της Ιταλίας και μεταφράζει στα λατινικά τον πρώτο Ολυνθιακό του Δημοσθένη, όπου ο συγγραφέας προειδοποιεί τους Αθηναίους για τον μακεδονικό κίνδυνο και τις επεκτατικές βλέψεις του Φιλίππου, καθαρή αναφορά στον κίνδυνο που αποτελεί ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ για την Δύση αν οι ηγεμόνες αδιαφορήσουν ακόμη και δεν συμβάλλουν στην εξουδετέρωσή του. Αυτά τα κείμενα θα τυπωθούν ενώ ο Βησσαρίων ζει και θα έχουν για πολλές δεκαετίες μεγάλη διάδοση.

Ο Πάπας Σίξτος Δ΄ θα του αναθέσει το 1471 μιαν ακόμη αποστολή, στην Γαλλία αυτή την φορά, για την οργάνωση πάλι μιας εκστρατείας εναντίον των Τούρκων. Η υποδοχή του βασιλιά της Γαλλίας ήταν όμως ψυχρή, λόγω των προβλημάτων μεταξύ του Πάπα και του βασιλιά για εκκλησιαστικά ζητήματα. Στην επιστροφή του στην Ιταλία ο Βησσαρίων αρρώστησε και πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1472 στην Ραβέννα, πριν ακόμη φτάσει στην Ρώμη. Η κηδεία του έγινε μερικές ημέρες αργότερα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Ρώμη, που ήταν στην δικαιοδοσία του, παρουσία των άλλων καρδιναλίων και του Πάπα. Εκεί βρίσκεται σήμερα ο τάφος του και η επιγραφή στα ελληνικά που συνέθεσε ο ίδιος ενώ ακόμη ζούσε: «ΤΟΥΤ'ΕΤΙ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΖΩΝ ΑΝΥΣΑ ΣΩΜΑΤΙ ΣΗΜΑ ΠΝΕΥΜΑ ΔΕ ΦΕΥΞΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ», που σημαίνει «Ενώ ακόμη ζούσα, ο Βησσαρίων ανήγειρα αυτό το μνημείο για το σώμα, το πνεύμα θα πάει στον αθάνατο Θεό».
Μνημείο του Βησσαρίωνα στη Ρώμη
4. Πνευματική δράση
Το νέο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 τον βρήκε στην Μπολώνια και από εκείνη την στιγμή ο ίδιος έγινε σημείο αναφοράς για τους Έλληνες πρόσφυγες που κατέφευγαν στην Ιταλία και που σε αυτόν τον σπουδαίο συμπατριώτη τους έβρισκαν έναν προστάτη. Κύριο μέλημα του όμως, κυρίως μετά το σοκ της άλωσης της Πόλης, ήταν η διάσωση της κλασσικής ελληνικής κληρονομιάς από την τουρκική επέκταση. Με τα οικονομικά μέσα που είχε στην διάθεσή του σαν καρδινάλιος άρχισε να συγκεντρώνει ελληνικά χειρόγραφα από τον ελληνικό χώρο και να προωθεί τις ελληνικές σπουδές στην Δύση, τοποθετώντας σε έδρες ελληνικών τους πιο μορφωμένους Έλληνες που έρχονταν από την κατακτημένη Ελλάδα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη.

Πίνακας του Βησσαρίωνα, 16ος αιώνας
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ο Βησσαρίων είχε επαφές με τους σημαντικότερους ουμανιστές της εποχής του και η επίδρασή του στους κύκλους των διανοουμένων ήταν πολύ μεγάλη. Η δράση του όμως για την οργάνωση της Σταυροφορίας δεν είχε κανένα αποτέλεσμα από όσα ο ίδιος προσδοκούσε. Επιπλέον η ένωση των Εκκλησιών δεν είχε βρει, για διάφορους λόγους, απήχηση στον ορθόδοξο κόσμο και ακολούθως η ένταξή του Βησσαρίωνα στην καθολική Εκκλησία επέφερε μια «damnatio memoriae» για το πρόσωπό του στον ελληνορθόδοξο κόσμο ακόμη και στην νεώτερη βιβλιογραφία. Ο ίδιος ο Βησσαρίωνας ήταν απόλυτα πεπεισμένος για την επιλογή του να ξεπεράσει, θυσιάζοντας το, το θρησκευτικό μέρος της ταυτότητάς του για να περισώσει αυτό που ίδιος θεωρούσε σημαντικότερο: την ελληνική του διάσταση, εννοούμενη πολιτισμικά. Για αυτόν ο τουρκικός ζυγός απειλούσε την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων επειδή τους στερούσε, μαζί με την πολιτική ανεξαρτησία, την δυνατότητα της ελληνικής παιδείας, όχι της θρησκευτικής ελευθερίας (την οποία εξάλλου οι Σουλτάνοι σεβόντουσαν στους αλλόθρησκους υπηκόους τους εφόσον αυτοί πλήρωναν τους φόρους τους, αν και είχαν τη δύναμη της αναγκαστικής εξωμοσία τους). Ωστόσο η ελπίδες των ενωτικών σε μια λυτρωτική επέμβαση της Δύσης στη Ανατολή ήταν υπερβολικές, όχι μόνο επειδή η Δύση ίσως να μην ήθελε ένα δυνατό Βυζάντιο, αλλά και επειδή η Δύση κατακερματισμένη και σε μια φάση κρίσιμη της ιστορίας της, μετά μάλιστα από ένα υπερ-εκατονταετή πόλεμο που έληξε ομοίως το 1453, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει επιθετικά τους Τούρκους, παρά μόνον αμυντικά και πάλι με μεγάλες δυσκολίες. Σε μια εποχή δραματικών αλλαγών όπως αυτές που βίωνε ο ελληνισμός στον 15ο αιώνα, οι επιλογές ήταν λίγες και πάντα επίπονες και ο Βησσαρίωνας έκανε τις δικές του.


ΙΙ. Συγγραφικό έργο

Συνέγραψε πλήθος θεολογικών έργων, κυρίως προς υπεράσπιση της Ένωσης των Εκκλησιών. Έχει συντάξει πλήθος λόγων για την προώθηση της σταυροφορικής κίνησης, μια ανθολογία κλασικών κειμένων, μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων στα Λατινικά, ένα Εγκώμιο της Τραπεζούντας. Σημαντικότατο θεωρείται το φιλοσοφικό του έργο για την υπεράσπιση της Πλατωνικής φιλοσοφίας, τη σύνοψη της Αριστοτελικής Φιλοσοφίας. Επίσης κατά τα πρότυπα του Θωμά Ακινάτη προσπάθησε να εντάξει την Πλατωνική φιλοσοφία στη Χριστιανική σκέψη.
Epistolae et orationes, 1471
Όλο το συγγραφικό του έργο βρίσκεται συγκεντρωμένο σε ιδιόγραφο κώδικα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη στη Βενετία με χαρακτηριστικά στοιχεία COD. GR. 533. Τα συγγράμματά του διακρίνονται σε θεολογικά, φιλοσοφικά και διάφορα τα οποία και είναι:

1. Θεολογικά
  • "Προς την Σύνοδον δογματικός λόγος ή Περί Ενώσεως λόγος"
  • "Απόκρισις προς τα του Εφέσου κεφάλαια"
  • "Προς τα του Παλαμά κατά Βέκκου αντιρρήσεις"
  • "Προς τους Μαξίμου Πλανούδη περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος κατά Λατίνων συλλογισμούς"
  • "Προς Αλέξιον Λάσκαριν Φιλανθρωπινόν περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος"
  • "Λόγος εν ω εγκωμίοις ετίμησε την Σύνοδον και εμακάρισε τους εξάρχους αυτής"
  • "Περί του της Ιεράς Ευχαριστίας μυστηρίου"
  • "Επιστολή Καθολική"
Χαλκογραφία του Βησσαρίωνα στην
Χαλκογραφική Βιβλιοθήκη
(Bibliotheca chalcographica) του 16ου αιώνα
2. Φιλοσοφικά
  • "Έλεγχοι των κατά του Πλάτωνος βλασφημιών"
  • "Επιστολαί προς διαφόρους λογίους" (Γ. Πλήθωνα, Μ. Αποστολή, Ανδρ. Κάλλιστο, Γ. Τραπεζούντιο κ.ά.)
  • "Λόγος ηθικός περί αρετών"
  • "Περί φύσεως και τέχνης"
  • "Προς τα Πλήθωνος προς Αριστοτέλη"
  • "Μεταφράσεις" (διάφορες)
  • "Εις το περί ουσίας ζήτημα το εν κατηγορίαις του Αριστοτέλους" κ.ά.
Χαλκογραφία του 1750, Λειψία
3. Διάφορα
  • "Εγκώμιον εις Όσιον Βησσαρίωνα"
  • "Μονωδία επί τω Ρωμαίων βασιλεί Μανουήλ τω Παλαιολόγω"
  • "Προσφώνημα εις τον βασιλέα της Τραπεζούντος Αλέξιον τον Μέγα Κομνηνόν"
  • "Μονωδία επί τη δεσποίνη της Τραπεζούντος Θεοδώρα τη μεγάλη Κομνηνή"
  • "Κανών εις Άγιον Παντελεήμονα"
  • "Δικανικός προς την εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδον ή Περί των καθ΄ ημάς ως εκπροσώπου του αρχιεπισκόπου Τραπεζούντος Δοσιθέου"
  • "Εγκώμιον εις Τραπεζούντα"
  • "Επιστολαί" (περί τις 33, κάποιες εκ των οποίων αποτελούν εκκλήσεις, ή εκθέσεις επί της δραστηριότητάς του, ενώ μερικές αναφέρονται ακόμα και σε θέματα αστρονομίας και μαθηματικών) κ.ά.
ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Θεοδόσιος Β΄ ή Θεοδόσιος ο Νεώτερος ή Θεοδόσιος ο Καλλιγράφος

Ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας σε ηλικία 7 μόλις ετών. Προέκυψαν σημαντικά προβλήματα: ο λαός βρισκόταν σε κατάσταση εξαιρετικής φτώχειας, οι μικρογαιοκτήμονες ήταν καταχρεωμένοι, θρησκευτικές έριδες. Κατασκεύασε τα περίφημα Θεοδοσιανά Τείχη και το Πανδιδακτήριο, ευνοώντας την Ελληνική γλώσσα έναντι της Λατινικής. 
Theodosius II Louvre Ma1036.jpg

Ο Θεοδόσιος Β΄ (10 Απριλίου 401 - 28 Ιουλίου 450), γνωστός και ως Θεοδόσιος ο Νεώτερος ή Θεοδόσιος ο Καλλιγράφος, ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 408 έως το 450.

Ήταν εγγονός του Θεοδοσίου Α΄ (βλ. Θεοδόσιος Α΄ ΕΔΩ) και γιος του Αρκάδιου (βλ. Αρκάδιος και Ονώριος ΕΔΩ). Είχε νυμφευθεί την κόρη του Αθηναίου Λεοντίου, η οποία βαπτίστηκε χριστιανή με το όνομα Ευδοκία. Ο Θεοδόσιος υποστήριξε τα ελληνικά γράμματα και εμφύσησε στο Βυζάντιο ελληνική νοοτροπία.

Ο Θεοδόσιος είχε εκδώσει τον Θεοδοσιανό κώδικα (438 μ.Χ.), ο οποίος περιείχε όλα τα αυτοκρατορικά διατάγματα από το 312 μ.Χ. μέχρι το 438 μ.Χ.

Μετά τον θάνατό του το 450 μ.Χ. τον διαδέχθηκε ο Μαρκιανός.

Η ανάρρηση του στον θρόνο και η επιτροπεία
Ο Θεοδόσιος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας σε ηλικία επτά μόλις ετών. Ως επίτροποί του ορίστηκαν, σύμφωνα με την διαθήκη του πατρός του, ο ύπατος Ανθέμιος, η αδελφή του και μετέπειτα αυτοκράτειρα Πουλχερία και ο βασιλιάς των Περσών Ισδιγέρδης. Πρέπει, ωστόσο, να λεχθεί ότι ο Ισδιγέρδης δεν ήταν ένας οιονεί αντιβασιλεύς, εις τρόπον ώστε να διεκπεραιώνει κρατικές υποθέσεις του ρωμαϊκού (βυζαντινού) κράτους, αλλά ήταν συνυπεύθυνος για την περιφρούρηση της ζωής του μικρού παιδιού και για την φροντίδα παραμονής του στον θρόνο.

Αρχικώς η διοίκηση της αυτοκρατορίας ασκείτο από τον συνετό ύπατο (έπαρχο) Ανθέμιο, ωστόσο, προοδευτικά περιήλθε στα χέρια της Πουλχερίας, η οποία το 414 έθεσε ουσιαστικώς εκποδών τον Ανθέμιο και αναγορεύτηκε Αυγούστα. Η Πουλχερία ήταν μορφωμένη, ενώ δεν στερείτο και πολιτικών ικανοτήτων. Επειδή ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός της ήταν άβουλος και ασθενούς χαρακτήρα, άσκησε, καθ’ όλη την διάρκεια της μακράς του βασιλείας, σημαντική επιρροή στις αποφάσεις του. Σημαντική επιρροή στις αποφάσεις του Θεοδοσίου άσκησαν επίσης ο ευνούχος Χρυσάφιος καθώς και η σύζυγός του Ευδοκία.

Η Ευδοκία (αρχικώς Αθηναΐς) επελέγη από την Πουλχερία ως σύζυγος του νεαρού αυτοκράτορα. Κόρη του καθηγητή της ρητορικής στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών Λεοντίου, ήταν εθνική (ειδωλολάτρης) στην αρχή. Καταγόταν από την Αθήνα και ήταν εξαιρετικά μορφωμένη. Αφού πρώτα βαπτίσθηκε χριστιανή, παντρεύτηκε τον εικοσαετή Θεοδόσιο το έτος 421.

Οι σύμβουλοι του Θεοδοσίου έστρεψαν το ενδιαφέρον του σε πράγματα που δεν είχαν να κάνουν με την εκπαίδευση ενός αυτοκράτορα σε θέματα διοικητικά, στρατιωτικά ή οικονομικά. Εκμεταλλευόμενοι και τη φυσική του νωθρότητα, φρόντισαν απλώς να του δώσουν πνευματική - θρησκευτική ανατροφή. Έτσι, ο Θεοδόσιος φρόντιζε μεν να είναι ένας καλός χριστιανός, να εκκλησιάζεται και να νηστεύει, να μελετά και να αντιγράφει εκκλησιαστικά βιβλία, αλλά σχεδόν καθόλου δεν αναμειγνυόταν στα διοικητικά της αυτοκρατορίας. Δεν μάθαινε για τα εκτός της αυλής γινόμενα, εκτός από αυτά που ήθελαν οι σύμβουλοί του και με τον τρόπο που τους συνέφερε, υπέγραφε δε χωρίς να εξετάσει τα διάφορα θεσπίσματα και διατάγματα των συμβούλων του.

Εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα
Επί βασιλείας του Θεοδοσίου προέκυψαν σημαντικά προβλήματα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Στο εσωτερικό ο λαός βρισκόταν σε κατάσταση εξαιρετικής φτώχειας, ενώ οι μικρογαιοκτήμονες ήταν καταχρεωμένοι. Ακόμη υπήρχαν οι θρησκευτικές έριδες, οι οποίες ταλάνισαν την Εκκλησία αλλά και την κοινωνία, αφού ο λαός διαιρέθηκε σε αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η θρησκευτική πολιτική του Θεοδοσίου υπήρξε ασταθής και ανακόλουθη. Παρέσχε προστασία σε αιρεσιάρχες όπως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, ο οποίος είχε καταδικασθεί από την Γ΄ Οικουμενική σύνοδο της Εφέσου (431) (βλ. Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ) και ο Ευτυχής, ο οποίος είχε καταδικασθεί από ενδημούσα σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (448). Η έκρυθμη εκκλησιαστική κατάσταση που δημιουργήθηκε κληροδοτήθηκε στον διάδοχο του Πατριαρχικού θρόνου Φλαβιανό.

Στην εξωτερική πολιτική η βυζαντινοπερσική σύγκρουση έληξε με νίκη των Βυζαντινών και τη συνομολόγηση ειρήνης, που εξασφάλισε προσωρινή ηρεμία στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Οι επιδρομές των Βανδάλων αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με την στρατιωτική επέμβαση των αυτοκρατορικών δυνάμεων στην Βόρεια Αφρική. Ο Ουννικός κίνδυνος αντιμετωπίστηκε –όχι όμως οριστικά – με την εξαγορά ειρήνης και της παροχής δώρων, ενώ αργότερα ο αρχηγός των Ούννων Αττίλας στράφηκε προς τη Δύση. Γενικά, η αυτοκρατορία απέφυγε να εμπλακεί σε μεγάλες περιπέτειες, ενώ έδειξε έτοιμη είτε διά της διπλωματίας είτε διά των όπλων να εξουδετερώσει κάθε εχθρική απειλή.

Τα έργα
Κατά την περίοδο της βασιλείας του Θεοδοσίου κατασκευάστηκαν τα περίφημα Θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως (βλ. Θεοδοσιανά Τείχη ΕΔΩ) σε τρεις φάσεις: (επί των επάρχων Ανθεμίου το 413, Κύρου το 439 και Κωνσταντίνου το 447). Τμήμα των τειχών αυτών σώζεται μέχρι σήμερα. Ακόμη, με ενέργειες του επάρχου Ανθεμίου καθιερώθηκαν ναυτικές περιπολίες στον Δούναβη, για την παρεμπόδιση του διάπλου του ποταμού από τους βαρβάρους που κατοικούσαν πέραν αυτού.

Θετικό έργο επί της βασιλείας του Θεοδοσίου συντελέσθηκε στους τομείς της παιδείας και της νομοθεσίας. Υπό την επιρροή της Ευδοκίας αναδιοργανώθηκε η παιδεία, ιδρύθηκε το Πανδιδακτήριο (πανεπιστήμιο) (βλ. Πανδιδακτήριο ΕΔΩ) της Κωνσταντινουπόλεως και ευνοήθηκε έναντι της λατινικής η ελληνική γλώσσα, γεγονός που συντέλεσε στον βαθμιαίο εξελληνισμό της αυτοκρατορίας. Η απονομή της δικαιοσύνης επιταχύνθηκε μετά την σύνταξη του Θεοδοσιανού Κώδικα, μιας νομοθετικής συλλογής η οποία περατώθηκε το 438, και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέλιξη του δικαίου.

Γενικά
Σε γενικές γραμμές ο Θεοδόσιος ο Β΄, παρά την θετική του συμβολή στους τομείς της παιδείας και της νομοθεσίας, θεωρείτο άβουλος και κατηγορήθηκε για έλλειψη πρωτοβουλίας.

Ο Θεοδόσιος άφησε διάδοχό του την αδελφή του, Πουλχερία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 29 Ιουλίου.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ

Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ

Ιστορική μελέτη του 1954!

Περί Αλός

Του Ακαδημαϊκού και Καθ. Πανεπιστημίου
ΦΑΙΔΩΝΟΣ ΚΟΥΚΟΥΛΕ

Ελαφρύς πολεμικός δρόμων που φέρει μηχανή εκτόξευσης
υγρού πυρός.
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας.

Δημοσιεύτηκε στη «Ναυτική Επιθεώρηση»,
έτος ΛΕ’, τόμος LX, τεύχος 247, σελ. 305,
Νοε-Δεκ 1954. Αναδημοσίευση στο Περί Αλός
με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως».

Αν ο πεζός στρατός ελέχθη ότι απετέλει  την κεφαλήν και τα νεύρα του Βυζαντινού κράτους, το ναυτικόν υπήρξε «η δόξα της Ρωμανίας». Πολεμούμενον το Βυζαντινόν κράτος από πολλών σημείων είχε ανάγκην να μεταφέρει ταχέως και ασφαλώς τα στρατεύματά του, συγχρόνως δε να προστατεύη τα παράλιά του από εχθρικών και πειρατικών επιδρομών και να εξασφαλίζη τας θαλάσσιας εμπορικάς οδούς, τούτο δ’ εγίνετο δια του στόλου.
Εφ’ όσον ο Βυζαντινός στόλος ήτο ισχυρός, όλα τα παράλια ήσαν ασφαλή, η πειρατεία είχε παταχθή, το εμπόριον δεν συνήντα δυσκολίας και οι Δυτικοί δεν εζήτουν και δεν απέκτων προνόμια, τα οποία εδόθησαν εις βάρος της Βυζαντινής οικονομίας.
Την αξίαν του στόλου των καλώς εγνώριζον οι Βυζαντινοί. Ο Νικηφόρος Φωκάς καυχόμενος έλεγε προς τον πρεσβευτήν του Γερμανού αυτοκράτορος: «εγώ είμαι ο κύριος της θαλάσσης».
Αληθές είναι ότι οι Βυζαντινοί παλαιότερον, την Ρωμαϊκήν ακολουθούντες παράδοσιν, σημαντικότερον εθεώρουν το πεζικόν, όταν όμως ήλθον εις σύγκρουσιν με τους Άραβας, τότε απέδωκαν την δέουσαν σημασίαν εις το ναυτικόν.
Όταν ομιλούμεν περί Βυζαντινού στόλου, πρέπει να τον διακρίνομεν εις τον εμπορευματικόν τα εμπορικά πλοία. όπως λέγομεν σήμερον, και τα οποία ως στρογγύλαχαρακτηρίζονται, δια το σχήμα, και τα βασιλικά πλώιμα, το πολεμικόν τουτέστι στόλον, παρά τον οποίον υπήρχε και ο επαρχιακός πολεμικός στόλος, το θεματικόν πλώιμον.
ΦΩΤΟ: warandgame.com

Η συγκρότησις αξιομάχου πολεμικού στόλου εις το Βυζάντιον δεν ανάγεται εις τους πρώτους αιώνας της αυτοκρατορίας. Η πρώτη αρχή δημιουργίας αυτού συμπίπτει κατά τα μέσα του πέμπτου μετά Χριστόν αιώνος, όταν ο Αυτοκράτωρ Λέων ο Θράξ εζήτησε ν’ απαλλαγή των ενοχλήσεων των Βανδήλων εις την Αφρικήν. Επί Ιουστινιανού ακόμη δεν υπήρχον τα αναγκαία πλοία δια να μεταβιβάσουν από της Δαλματίας εις την Ιταλίαν δέκα έως δώδεκα χιλιάδας άνδρας. Την ατέλειαν τότε του στόλου δεικνύει ότι ο Βελισσάριος, ίνα τα πλοία του μετέχοντος της εκστρατείας στόλου γνωρίζουν ποίαν πορείαν έπρεπε ν΄ ακολουθούν, διέταξε ν’ αποβλέπουν εις τρία προπλέοντα μεγάλα πλοία, των οποίων επέβαινεν αυτός μετά του επιτελείου του και τα οποία είχον, προς τον σκοπόν τούτον, βάψει κόκκινα τα ιστία των, να παρατηρούν δε κατά την νύκτα τα φανάρια, τα οποία ήναπτον εις την πρύμνην των τα τρία εκείνα καράβια.
Τα εις πολεμικάς επιχειρήσεις κατά την εποχήν του Ιουστινιανού χρησιμοποιούμενα πλοία δεν ήσαν κρατικά, αλλ’ ιδιωτικά πακτωνόμενα κατά τας ανάγκας, πράγμα το οποίον είχεν ως αποτέλεσμα την κατά τας ναυμαχίας απροθυμίαν αξιωματικών και πληρωμάτων.
Στόλος πολεμικός αξιόλογος συγκροτείται επί Βασιλείου Α’ του Μακεδόνος κατά τον δεύτερον ήμισυ του ενάτου αιώνος, συντελούσης προς ανάπτυξιν αυτού και της υπό των Αράβων κατοχής της Κρήτης.
Το βασιλικόν πολεμικόν πλοίον κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήτο ο δρόμων, το εύδρομων θα ελέγομεν σήμερον, η μετέπειτα fregata. Δρομώνων υπήρχον τότε διάφορα μεγέθη με δύο ή τρεις σειράς κωπών, τα διτσέρια και τριτσέρια λεγόμενα. Υπήρχον και δρόμωνες με μίαν μόνον σειρά κωπών, αι γαλέαι λεγόμεναι, οι οποίοι όμως δεν ελάμβανον μέρος εις τας ναυμαχίας. Προς τούτοις υπήρχον και ιδιαίτεροι τύποι πλοίων οι πάμφυλοι, μικρότεροι των δρομώνων, αλλά στερεώτεροι με εκατόν είκοσι έως εκατόν τεσσαράκοντας ερέτας.

Ελαφρύς Δρόμων. Οι μελέτες βασίστηκαν στα
σχέδια του Βρετανού καθηγητή John Morrison.
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας.
ΦΩΤΟ: ΜΗΛΙΩΝΗΣ ΣΤΟΥΝΤΙΟ


Οι δρόμωνες, αναλόγως του μεγέθους των, είχον δύο ή τρεις ιστούς, ύψος ουχί μέγα και μήκος το οποίον εππίκοιλεν από τριάκοντα εξ μέχρι πεντήκοντα και πέντε μέτρων με πλάτος το πολύ πέντε έως έξ μέτρων.
Το πλήρωμα, αναλόγως του μεγέθους του δρόμωνος, ήτο εκατόν, διακοσίων ή το πολύ τριακοσίων ανδρών, εις τους οποίους δέον να προσθέσωμεν και τους ωπλισμένους στρατιώτας, οίτινες εχρησιμοποιούντο κατά τας από του συστάδην συμπλοκάς.
Εκ των ερετών του πολεμικού πλοίου, οι οποίοι έπρεπε να είναι και καλοί κολυμβηταί, οι μεν εύτολμοι, οπλισμένοι όντες, ετοποθετούντο εις την άνω ελασίαν, οι δε ολιγότερον εύτολμοι εις την κάτω. Ας προσθέσωμεν ότι τα πολεμικά πλοία έφερον κατά την πρύμνην εκατέρωθεν υψηλούς φανούς και δύο πλατείας κώπας, τους αυχένας λεγομένους, οίτινες, χειριζόμενοι  υπό του «επί των αυχένων», ως δυκνείουσιν αι εικόνες, εχρησίμευον ως πηδάλιον μέχρι της κατά τον ΙΒ αιώνα χρησιμοποιήσεως του σημερινού πηδαλίου.
Επειδή δε τα πολεμικά πλοία, τα οποία ήσαν πάντοτε με διπλά πολεμικά όργανα εφωδιασμένα είχον ανάγκην ανεφοδιασμού και μεταγωγικών πλοίων, δια τούτο τον πολεμικόν στόλον συνόδευον και πλοία ιππαγωγά καισκευοφόρα.

Πλώρη ελαφρού δρόμωνος. 
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας.
ΦΩΤΟ: ΜΗΛΙΩΝΗΣ ΣΤΟΥΝΤΙΟ


Η καθέλκυσις ενός πολεμικού πλοίου εγίνετο απαγγελομένης υπό κληρικών ειδικής ευχής δια της οποίας, πλην άλλων, παρεκαλείτο το Θείον να συμπλεύση μετά των μελλόντων να επιβιώσι του πλοίου του αποστελλομένου κατά των πορθούντων την χώραν παρέχων πράους τους ανέμους και ακύμαντον την θάλασσαν.
Προκείμένου περί των αξιωματικών και υπαξιωματικών του Βυζαντινού πολεμικού πλοίου λέγομεν ότι ο ανώτατος διοικητής του στόλου ελέγετο στρατηγός των καραβησανών έχων υπό τας διαταγάς του δύο υποναυάρχους δρουγγαρίους των πλωϊμων καλουμένους. Κατά τους μεταγενεστέρους αιώνας οι ναύαρχοι ελέγοντο αμιράλιοι, κατά δε τους τελευταίους ο αρχηγός του στόλου μέγας δουξ.
Προς τούτοις, ως είπον, εις το πλοίον υπήρχεν ο επί των αυχένων, ο πηδαλιούχος δηλαδή, ο βιγλεοφόρος, ο παρατηρών από τας κεραίας, αν φαίνονται εχθρικά πλοία και εξακριβώνων τους ανέμους, ο κελευστής, ο δι’ επιφωνημάτων κανονίζων τον ρυθμόν και την κίνησιν των κωπών, ο των αρχαίων τριηραύλης, ο πρωτοκάραβος ο ιστάμενος εις το μέσον του πλοίου και προτρέπων τους ερέτας και ο κένταρχος, ο κυβερνήτης του πλοίου, του οποίου ο θάλαμος, κράββατος καλούμενος, ήτο κατά την πρύμνην όπου ετοποθετείτο και το εικονοστάσιον του πλοίου με τας εικόνας των προστατών των ναυτικών αγίων, παλαιότερον του αγίου Φωκά και έπειτα του αγίου Νικολάου.
Η ευλάβεια των αξιωματικών και πληρωμάτων εξεδηλούτο δια της τοποθετήσεως σταυρού επί της κορυφής των ιστίων και αγίων εικόνων εις διάφορα μέρη των ιστών και κεραίων.
Εννοείτε δ’ ότι οι αξιωματικοί έπρεπε να έχουν μετ’ επιστήμης πείραν των ναυτικών, να γνωρίζουν τους ανέμους, τα ρεύματα και τα άστρα, να είναι δ’ επαρκώς ησκημένοι μετέχοντες γυμνασίων. Κατά τα γυμνάσια αυτά εγίνοντο ασκήσεις ελιγμών πλοίων και αντιμετωπίσεως ομάδος εχθρικών πλοίων, εδιδάσκοντο δε αξιωματικοί και άνδρες πως έπρεπε να γίνεται κανονικώς μία απόβασις ή εις εμβολισμός ως και πως ευκόλως να αναγνωρίζονται τα διδόμενα σήματα.
Επικειμένου απόπλου του στόλου προς ναυμαχίαν, αφ’ ου εγίνοντο προηγουμένως δεήσεις και ηγιάζοντο αι σημαίαι, ο Βασιλεύς, αν επρόκειτο περί του εν τη βασιλευούση ναυλοχούντος στόλου, επεσκέπτετο τους μέλλοντας ν’ αποπλεύσουν και διάνεμε φιλοδωρήματα προς τους αξιωματικούς και τους ναύτας. Τότε ο ναύαρχος ελάμβανεν ενσφραγίστους διαταγάς, τας οποίας ώφειλε ν’ αποσφραγίσει εις το πέλαγος.
Ο προς συνάντησιν του εχθρού αποπλέων στόλος έπρεπε να λαμβάνη όλα τα μέτρα τα οποία θα τον προεφύλασσον από αιφνιδίας επιθέσεως. Προς τούτο εις εξ μιλίων απόστασιν από του κυρίου τμήματος προέπλεον εξ ταχύπλοα μονήρη πλοία, γαλέαι, εις αρκετήν απ’ αλλήλων απόστασιν. Τούτων τα δύο πρώτα μετέδιδον τας συγκεντρομένας  πληροφορίας εις τα δύο επόμενα, τα οποία με την σειράν των τας ανακοίνουν εις τα δύο επόμενα και ταύτα εις την ανωτάτην ναυτικήν αρχήν.
Τα προς συνάντησιν του εχθρού διευθυνόμενα πλοία έπλεον εις κανονικήν απ’ αλλήλων απόστασιν, ίνα μη συγκρούωνται, προπλεόντων των βαρυτέρων πλοίων με επικεφαλής τον δρόμωνα του ναυάρχου, όστις υπερείχε κατά το μέγεθος, ήτο ταχύτατος και είχεν εκλεκτούς ναύτας.
Προ της ενάρξεως της ναυμαχίας εγίνετο επί του δρόμωνος του στολάρχου πολεμικόν συμβούλιον, όλοι δ’ οι αρχηγοί των μονάδων ήσαν υποχρεωμένοι ν’ αποβλέπουν εις τα από της ναυαρχίδος εκπεμπόμενα σήματα, τα οποία έπρεπεν ούτοι πολύ να προσέχουν, ίνα μη γίνωνται παρεξηγήσεις.
Εγίνοντο δε τα σήματα ή με σημαίας ή με παννία λευκά, κόκκινα ή πράσινα ή και με αναλαμπάς σπάθης.
Επίσης προ της ναυμαχίας ανεγιγνώσκοντο επιτίμια κατ’ εκείνων οίτινες δεν ήθελον εκπληρώσει το καθήκον των, ο δε ναύαρχος απηύθυνε προς τους αξιωματικούς και τους άνδρας διάγγελμα εκφαυλίζων τους αντιπάλους, επαινών τα ιδία και τονίζων ότι ο πόλεμος είναι υπέρ της πίστεως και του βασιλέως, υπέρ βωμών και εστιών και υπέρ σωτηρίας των γυναικών και των τέκνων των.
Η συμπλοκή προς τα  εχθρικά πλοία ήρχιζεν από αποστάσεως διακοσίων έως τριακοσίων μέτρων. Όταν τα πλοία πολύ επλησίαζον, τότε εγίνοντο εμβολισμοί και εισπήδησις μετ’ αλαλαγμών των πληρωμάτων και των στρατιωτών εις το εχθρικόν πλοίον. Συγχρόνως από ταξυλόκαστρα, τους πυργίσκους εις ύψος ανδρός, οίτινες ευρίσκοντο επί των ιστών των ημετέρων πλοίων, ερρίπτοντο υπό ησκημένων ανδρών βαρείς λίθοι ή τεμάχια μολύβδου, ίνα ούτω καταθραύωνται τα καταστρώματα των εχθρικών πλοίων, προς δε και άσβεστος, ίνα ο δια της εμβροχής καπνός ταράσση τους εχθρούς και εντός χυτρών όφεις, οι οποίοι, θραυομένων των πηλίνων δοχείων, διασκορπιζόμενοι ενέβαλλον εις ταραχήν και αναστάτωσιν τους αντιπάλους. Εν τω μεταξύ οι της κάτω ελασίας ερέται με τα λογχοδρέπανά των προσεπάθουν να τρυπήσουν τα πλευρά του εχθρικού πλοίου ή να κόψουν τας πόδας των εχθρικών ερετών.
Από του τέλους του εβδόμου αιώνος εννοείεται ότι εγίνετο και χρήσις του υγρού πυρός, το οποίον εξεσφενδονίζετο από αποστάσεως διακοσίων ή τριακοσίων μέτρων δια σωλήνων, τους οποίους εχειρίζοντο οι λεγόμενοισιφωνάτορες. Κατά την ναυμαχίαν προς τούτοις εχρησιμοποιούντο και χειροσίφωνες, αι σημεριναί περίπου χειροβομβίδες, και είδος πολυβόλων, τα οποία εις μικρά χρονικά διαστήματα εξετόξευον μικρά βέλη τας καλουμένας, δια την σμικρότητά των, μυίας.

Ελαφρύς Δρόμων. Οι μελέτες βασίστηκαν στα σχέδια του Βρετανού καθηγητή John Morrison. 
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας. ΦΩΤΟ: ΜΗΛΙΩΝΗΣ ΣΤΟΥΝΤΙΟ www.greekshipmodels.com


Όταν η ναυμαχία δεν εγίνετο παρά ξηράν, εις τρόπος ναυμαχίας ήτο ο λεγομένος πελαγολιμήν· ο Βυζαντινός δήλα δή στόλος παρετάσσετο εις σχήμα ημικυκλίου εν τω κέντρω του οποίου ετοποθετείτο ο δρόμων του ναυάρχου, ίνα ευκόλως εκατέρωθεν μεταβιβάζωνται αι διαταγαί.
Ο ναύαρχος, δια να κερδίση την νίκην, έπρεπε ού μόνον να γνωρίζη τον αριθμό των πλοίων του αντιπάλου στόλου, αλλά και δια κατασκόπων να πληροφορήται ό,τι αφορά εις αυτόν, να συνάπτη δε τη ναυμαχίαν όταν είχεν υπεροχήν απέναντι του εχθρού ή ήτο απόλυτος ανάγκη να προστατεύση το απειλούμενον Ρωμαϊκό έδαφος. Προς τούτοις συνιστάτο να ναυμαχή παρά εχθρικήν ξηράν, ώστε, ως λέγουν τα κείμενα, να καταξηλώνονται οι ναύται του εχθρού, εγκαταλείποντες δήλα δή τα πλοία των, ν’ αποβιβάζωνται εις την ξηράν και να τρέπωνται εις φυγήν. Έπρεπεν ακόμη, κατά τας περιστάσεις, να προσποιήται ότι υποχωρεί, αίφνης όμως να επιστρέφη και να επιτίθεται ή,  συλλαμβάνων εχθρικά πλοία, να εμβιβάζη εις αυτά ιδικά του πληρώματα και τοιουτοτρόπως να πλησιάζη ως φίλος, δήθεν,  τους αντιπάλους και να καταλαμβάνει τα πλοία των.
Μετά την ναυμαχίαν ο ναύαρχος εμοίραζε τα λάφυρα εις τους άνδρας του, απένεμεν επαίνους και τιμάς εις τους αριστεύσαντας, παρέθετε δε πλούσια γεύματα εις τους μετασχόντας της ναυμαχίας.
Πλειστάκις κατά την ακμήν της ναυτικής δυνάμεως της αυτοκρατορίας η νίκη έστεψε τους Βυζαντινούς στόλους, όσον όμως κατερχόμεθα προς τα κάτω και το μοιραίον τέλος επλησίαζεν, η δύναμις και αξία του στόλου εξησθένιζε. Και έλαβε μεν πρόνοιαν Μιχαήλ Η’, ο Παλαιολόγος περί του στόλου κατασκευάσας εκατόν πεντήκοντα μεγάλα πλοία, Ανδρόνικος όμως ο Β’ ο Παλαιολόγος φρονών ότι η δια των στόλον δαπάνη επιτρίβη το δημόσιον ταμείον, περιέκοψε τα δι’ αυτόν κονδύλια, τούθ’ όπερ, ως λέγει ο χρονογράφος, «εγένετο δυστυχημάτων αρχή και θεμέλιος άσειστος».
Κατά τους τελευταίους χρόνους της αυτοκρατορίας τα ολίγα πολεμικά πλοία δεν ήσαν ετοιμοπόλεμα, εξωπλίζοντο δε οσάκις παρουσιάζετο ανάγκη. Κατά την άλωσιν της βασιλίδος των πόλεων όπισθεν της αλύσεως του Κερατίου κόλπου υπήρχαν υπήρχον δέκα και τρία μόνον πολεμικά πλοία απέναντι τριακοσίων πολεμικών καραβίων τα οποία διέθετε το κράτος κατά τον ένατον αιώνα.
ΠΗΓΗ: http://perialos.blogspot.gr/2011/08/blog-post_04.html