Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Η Επανάσταση του 1821, το νόημα και η σημασία της στο σήμερα

Ε π α ν ά σ τ α σ η    1   8   2   1

Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και την καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης ...

Ευγένιος Ντελακρουά "Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου" (1827)

Η Επανάσταση του 1821, το νόημα και η σημασία της στο σήμερα



«Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή - πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση - με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή, στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της» (Καρλ Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», πρόλογος).

Η 25η Μάρτη θεωρείται ως ημερομηνία έναρξης της ελληνικής εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης των Ελλήνων στα 1821, αν και στις 23 Μάρτη ο Κολοκοτρώνης απελευθέρωνε την Καλαμάτα. Βεβαίως, τα χρονικά όρια έναρξης κοινωνικοϊστορικών γεγονότων είναι συμβατικά πολύ περισσότερο γεγονότων που πιστοποιούν τις κοινωνικές επαναστάσεις. Αλλά η συγκεκριμένη ημερομηνία, δοσμένη από την αστική ιστοριογραφία, δεν έχει σχέση τόσο με αυτό που η ιστοριογραφία γενικά καταγράφει ως επέτειο των ιστορικών γεγονότων. Θα μπορούσε π.χ. να είναι ένα άλλο γεγονός που προηγήθηκε ή διαδραματίστηκε αργότερα από την 25η Μάρτη, στα πολλά γεγονότα κρίκους της ελληνικής Επανάστασης. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σηματοδοτεί αυτό που η άποψη της «επίσημης» από το κράτος ιστορίας θεμελιώνει ως γεγονός έναρξής της. Δηλαδή, την ημερομηνία που, σύμφωνα με την αστική ιστοριογραφία, η «σημαία της Επανάστασης υψώθηκε από το δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό». Και φαίνεται να επιλέχτηκε, από την κυρίαρχη, μετά τη νίκη της Επανάστασης, τάξη, για το συμβολισμό της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης και της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, θέλοντας να επιβάλει σ' αυτό το συμβολισμό και τη συμμετοχή της επίσημης εκκλησίας στην Επανάσταση. Χρειαζόταν και την ορθόδοξη εκκλησία ως ένα στοιχείο του δικού της εποικοδομήματος που θα επιδρούσε στη δημιουργία υποταγμένης σ' αυτήν συνείδησης στις λαϊκές μάζες. Γιατί το γεγονός της «σημαίας στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό» είναι ανύπαρκτο.

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης. Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» «Ανώνυμος Ελλην», «ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της Επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες», (Νίκου Μπελογιάννη, «Κείμενα από την απομόνωση»). Είναι, επίσης, χαρακτηριστικοί οι διάλογοι του Παπαφλέσα με τους κοτζαμπάσηδες και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο Αίγιο, (τότε Βοστίτσα), στις 26 Γενάρη 1821, όταν ως πληρεξούσιος του Αλέξανδρου Υψηλάντη τους συνάντησε στο σπίτι τού Αντρέα Λόντου, προκειμένου να τους πείσει να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός αρνιόταν την Επανάσταση, ρωτώντας: «Πού πολεμοφόδια; Πού όπλα; Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος;». Για να καταλήξει: «... Αλλ' εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητας έχομεν, διά να πιστεύσωμεν όσα λέει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;». Ενώ ο Σωτήρης Χαραλάμπης είπε: «... πιστεύω πως η Ρωσία, όπου έχει την ίδια θρησκεία μ' εμάς, θα συντροφέψει τον Υψηλάντη με στρατεύματα... Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, σε ποιον θα παραδοθούμε; Ποιον θα 'χουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, αφού πάρει τα όπλα δε θα μας ακούει πια και δε θα μας σέβεται και θα πέσουμε στα χέρια εκείνου, που δεν μπορεί να κρατήσει το πιρούνι να φάει! (σ.σ. αυτός ήταν ο Νικήτας Φλέσας, αδελφός του Παπαφλέσα). Κάλλιο οι Τούρκοι κι ο ραγιάς υπόδουλος, παρά λεύτερο έθνος με το λαό να 'χει δικαιώματα»! Αυτό ήταν το πραγματικό τους πρόβλημα. Ο επαναστατημένος λαός, με τα όπλα, θα αφαιρούσε τα προνόμια των κοτζαμπάσηδων, θα αποκτούσε ο ίδιος δικαιώματα.

Αλλά ο Παπαφλέσας τούς δίνει την πρέπουσα απάντηση: «Η Επανάσταση είτε θέτε είτε όχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω το λαό και να την κάνω. Και τότες όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι, ας τον κόψουν...». Για να του ανταπαντήσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός: «Είσαι απατεώνας, άρπαγας, εξωλέστατος!» (Αμβρόσιος Φραντζής «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδας, τ. α΄ σελ. 98).

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821

«Ας εξετάση διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβεν μέρος εις την Επανάστασιν, και θέλει ίδει ότι η τάξις των ξενιτευμένων λογιοτάτων και εμπόρων είναι ήτις πρώτη ετόλμησεν και εκίνησεν τον μοχλόν τούτον και έμβασεν και τους Προεστούς και τους Αρματολούς εις τα αίματα».(1)

Ετσι περιγράφει την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του 1821 ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο Σερραίος επαναστάτης Ν. Κασομούλης, καταδεικνύοντας το κοινωνικό της περιεχόμενο. Εκτοτε, αυτό εκτοπίστηκε από την κρατούσα ιστοριογραφία, για να κυριαρχήσουν το θρησκευτικό και μια «υπερταξική» έννοια του εθνικού ως αποκλειστικά κίνητρα της Επανάστασης.

Σε κάθε ιστορική εποχή, μια κοινωνική τάξη προβάλλει ως πρωτοπόρα, αποτελώντας την ηγέτιδα δύναμη - μοχλό της κοινωνικής προόδου. Την περίοδο που εξετάζουμε, ο ρόλος αυτός ανήκε στην αστική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Σε μια μακρόχρονη πορεία, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής έγιναν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων, των καπιταλιστικών. Επρεπε, λοιπόν, να σπάσουν. Και έσπασαν, με τη νίκη των αστικών επαναστάσεων, οι οποίες συνέτριψαν τη φεουδαρχική εξουσία και συγκρότησαν τα αστικά έθνη - κράτη.

Η ελληνική Επανάσταση του 1821 δε διέφερε ως προς αυτό, από τις αντίστοιχες επαναστάσεις και κινήματα που σημειώθηκαν σε μια σειρά χώρες το ίδιο διάστημα. Βεβαίως, πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες οθωμανικής κατάκτησης, με ηγετική δύναμη την ελληνόφωνη χριστιανική αστική τάξη. Ηταν, επομένως, εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενο.

Οπως σε όλες τις αστικές επαναστάσεις, έτσι και στην ελληνική του 1821, πήραν μέρος, ως κινητήριες δυνάμεις, οι πλατιές μάζες της αγροτιάς, καθώς και η μικρή ακόμα αριθμητικά εργατική τάξη (ναύτες, τεχνίτες, κ.ά.). Ο μαζικός λαϊκός ηρωισμός, ακόμα και μεταξύ των αμάχων, η συλλογική δράση που έλαβε όλες τις μορφές πάλης - και κυρίως την ένοπλη - η αυτοθυσία, σφράγισαν τον πολυετή αγώνα, αφήνοντας πίσω διαχρονικά διδάγματα.

Η άνοδος της αστικής τάξης

Ο 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες. Οι αλλαγές στο οθωμανικό καθεστώς γαιοχρησίας και η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο της αγροτικής οικονομίας, που, από κλειστή, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται εμπορευματική. Το χρήμα έπαψε πια αποκλειστικά να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία, κ.α.

Η Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή (1774) και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793 - 1813) δημιούργησαν τις συνθήκες για ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Εκατοντάδες πλοία ναυπηγήθηκαν, εμπορικά δίκτυα εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομείς των τραπεζών και των ασφαλειών. Σημαντική υπήρξε, επίσης, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας.

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, η ελληνική αστική τάξη, πέραν της οικονομικής δύναμης, οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα, που άντλησε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Τα εμπορικά - βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια, όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση, μετατρέποντας το «χριστιανικό γένος των Ρωμαίων» σε «ελληνικό έθνος». Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε σε μια πορεία και η επαναστατική ψυχολογία.

Ολη αυτή η κίνηση - απειλή για την παλαιά τάξη πραγμάτων - προκάλεσε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τα «αθεΐας λίμπερα» των Γάλλων, ζήτησε να καούν τα «ανίερα» βιβλία (όπως του Βολτέρου) και να αφοριστούν όσοι τα διάβαζαν. Λίγο πριν την Επανάσταση δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν: «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου».(2)

Ωστόσο, η δυναμική που απελευθέρωσε η αστική τάξη της Γαλλίας δεν κατέστη εφικτό να καταπνιγεί. Οπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης, «η γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέοντας, έκαμε, κατά την γνώμη μου, ν' ανοίξουν τα μάτια του κόσμου».(3)

Η ανερχόμενη αστική τάξη δεν υπήρξε μόνον ο κοινωνικός φορέας της εθνικής αφύπνισης - συνειδητοποίησης, αλλά και ο οργανωτής της Επανάστασης, στην οποία προσέδωσε σαφές ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο. Ο Ρήγας Φεραίος μέσα από τον Θούριο πρόβαλλε τόσο ένα απελευθερωτικό σχέδιο όσο και ένα πολιτικό πρόγραμμα. Εκεί, καθώς και στο έργο του Νέα Πολιτική Διοίκησις που ακολούθησε, καλούσε σε εξέγερση όλους τους λαούς της Βαλκανικής («Χριστιανούς και Τούρκους»), με σκοπό το γκρέμισμα της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία μιας Βαλκανικής ομοσπονδίας. Ο Ρήγας ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης, ίδρυσε μυστική Εταιρεία και ανέπτυξε δράση στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, στον ελλαδικό χώρο και τα Βαλκάνια.

Η σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων με ταξικούς - εθνικοαπελευθερωτικούς σκοπούς υπήρξε συνήθης πρακτική για τα αντίστοιχα κινήματα της εποχής. Εκτός από την Εταιρεία του Ρήγα, συγκροτήθηκαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά οργανώσεις, όπως η Εταιρεία των Πέντε, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1813) και, βεβαίως, η Φιλική Εταιρεία (Οδησσός 1814). Η τελευταία υπήρξε σαφώς η πιο σημαντική, τόσο από την άποψη της μαζικότητας, όσο και της μαχητικότητας, αλλά και του ρόλου τον οποίο έπαιξε.

Στον πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας (ΦΕ) ήταν η αστική τάξη. Στις γραμμές της εντάχθηκαν πολλοί σημαίνοντες έμποροι και τραπεζίτες (όπως οι Α. Κροκίδας ή ο Εμμ. Παππάς αντίστοιχα), εφοπλιστές (όπως οι Κουντουριώτης και Μεξής), κ.ο.κ. Η οργάνωση, η δομή και οι αρχές λειτουργίες της ΦΕ αντλούνταν από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, ιδιαίτερα της καρμποναρίας.

Στη συνέχεια, μυήθηκαν στη ΦΕ και κοτζαμπάσηδες (όπως οι Π. Μαυρομιχάλης και Λόντος, οι Ρούφοι και οι Ζαΐμηδες), Φαναριώτες (όπως οι Μαυροκορδάτος, Νέγρης Νούτσος και Φιράρης) και ανώτεροι κληρικοί (όπως οι Α. Γαζής, Παλαιών Πατρών Γερμανός και Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας). Οι δυνάμεις αυτές δεν υπήρξαν ομοιογενείς, δημιουργώντας συχνά αντιθέσεις και τριβές στους κόλπους της Φιλικής, ενώ η στάση τους στην Επανάσταση ποίκιλλε. Τέλος, ενόψει της ταυτόχρονης κήρυξης της Επανάστασης στα Βαλκάνια εντάχθηκαν στη ΦΕ πολλοί Σέρβοι, Βούλγαροι, Μολδαβοί και Βλάχοι. Το 1819 - 1820 άρχισαν να στρατολογούνται στο Μοριά και μέλη από τις λαϊκές τάξεις.

Παραμονές του 1821, ο μηχανισμός της Φιλικής κινητοποιήθηκε για την έκρηξη της Επανάστασης. Στην Πελοπόννησο, όπου θα δινόταν βάρος λόγω της ύπαρξης συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού και της έλλειψης σημαντικών οθωμανικών δυνάμεων (οι οποίες είχαν δεσμευτεί για την αντιμετώπιση του Αλή πασά των Ιωαννίνων), στάλθηκαν οι Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (αρχηγός της ΦΕ) πέρασε τα σύνορα της Ρωσίας με την οθωμανική αυτοκρατορία, κηρύσσοντας στη Μολδαβία την Επανάσταση.

Το διεθνές πλαίσιο

Η Επανάσταση του 1821 εκδηλώθηκε όταν στη Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί ο Ναπολέων (1815) και στην Ευρώπη είχε συγκροτηθεί η Ιερά Συμμαχία, η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία έως και ανοιχτή καταστολή όλα τα ανάλογα πολιτικά - επαναστατικά κινήματα της εποχής (στη Νεάπολη, στη Σικελία, στο Πεδεμόντιο, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα, κ.α.).

Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εθνικών - αστικοδημοκρατικών αυτών κινημάτων κατέφυγαν διωκόμενοι στην επαναστατημένη Ελλάδα, λαμβάνοντας ενεργό μέρος στον Αγώνα. Τα φιλελληνικά «κομιτάτα» που εμφανίστηκαν σε μια σειρά χώρες έδρασαν όχι μόνον ως πόλοι συγκέντρωσης χρημάτων και εθελοντών για την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και ως «βιτρίνες» για τη διεξαγωγή της αστικοδημοκρατικής προπαγάνδας στις ίδιες, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διώξεων.

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν υπήρξε ενιαία. Οι αντιθέσεις και η διαπάλη που αναπτύχθηκε μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και που εκφράστηκε με τη διαφορετική στρατηγική της κάθε μιας στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα, επέδρασαν σημαντικά - κάποια στιγμή αποφασιστικά - στην τελική έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Επέδρασαν, όμως, άμεσα και στα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης, αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση.

Κοινωνικές δυνάμεις και Επανάσταση

Η Εκκλησία: Ως επικεφαλής του μιλιέτ των Ρουμ η Εκκλησία κατέστη αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας, επιφορτισμένη με συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, εξουσίες και αρμοδιότητες. Αναπτύσσοντας ιστορικά και σε μια πορεία σημαντικούς δεσμούς με το εμπορικό κεφάλαιο, εξελίχθηκε η ίδια σε οικονομική δύναμη. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνη και για τη διατήρηση της ευταξίας στους υπ' ευθύνη της πληθυσμούς. Ετσι, το Πατριαρχείο αρχικά, όχι μόνο δεν ευνόησε, αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση.

Προς το σκοπό αυτό επιστράτευσε επανειλημμένα το όπλο του αφορισμού: Για τους συμμετέχοντες στα Ορλωφικά (και την παρεπόμενη εξόντωση των κλεφτών του Μοριά), για τις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, για την εξέγερση των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και - βεβαίως - για την Επανάσταση του 1821.

Η αντεπαναστατική δραστηριότητα της επίσημης Εκκλησίας συνεχίστηκε και στη διάρκεια της Επανάστασης. Βεβαίως, η στάση στις γραμμές της γενικά δεν υπήρξε ενιαία. Σημαντικό μέρος, κυρίως του κατώτερου κλήρου, δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου, μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση. Μαζί τους και μια σειρά μεσαίοι ή ανώτεροι κληρικοί, όπως οι Φιλικοί Ανθιμος Γαζής και Γρηγόριος (Δίκαιος) Παπαφλέσσας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, κ.ά.

Οι Φαναριώτες: Πρόκειται για πρώην ευγενείς του Βυζαντίου που απέκτησαν σημαντικό πλούτο μέσω του εμπορίου, ενώ αναρριχήθηκαν σε υψηλά πόστα της οθωμανικής διοίκησης (Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης, Δραγουμάνου του Στόλου και Ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας). Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση επίσης δεν ήταν ενιαία. Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ανεξάρτητου αστικού κράτους. Οι περισσότεροι, όμως, υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά.

Οι Φαναριώτες - μέλη της Φιλικής Εταιρείας, όπως οι Α. Μαυροκορδάτος και Θ. Νέγρης, που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση, κλήθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πολιτειακών θεσμών και μηχανισμών διοίκησης, συνδράμοντας αποφασιστικά στον αστικοφιλελεύθερο χαρακτήρα τους.

Κλέφτες και αρματολοί: Οι κλέφτες ήταν κυρίως πρώην αγρότες ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, είτε λόγω της φτώχειας είτε από αντίθεση στις οθωμανικές αρχές και τους κοτζαμπάσηδες (χριστιανούς και μουσουλμάνους), κατέφευγαν στην παρανομία, στο βουνό, μακριά από την κατασταλτική δυνατότητα των οργάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αρματολοί ήταν κλέφτες που αμνηστεύονταν και επανεντάσσονταν στην οθωμανική νομιμότητα, επιφορτιζόμενοι με την τήρηση της τάξης σε συγκεκριμένες περιοχές.

Η διατάραξη των υφιστάμενων κοινωνικών ισορροπιών - συσχετισμών και οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση, άνοιξαν νέες προοπτικές για τους ενόπλους, οι οποίοι διεκδίκησαν την απεξάρτησή τους από πρότερες δεσμεύσεις εξουσίας (π.χ. τους προκρίτους), διεκδικώντας αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο. Στον απεγκλωβισμό τους αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξης, την ΦΕ και τον Υψηλάντη. Εν συνεχεία, η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα τοπικά προνόμιά τους, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες.

Οι πρόκριτοι - εφοπλιστές των νησιών: Διακρίνονταν από τους προκρίτους της ηπειρωτικής Ελλάδας, αφού, αν και εκπλήρωναν παρόμοιες λειτουργίες στα πλαίσια του οθωμανικού αυτοδιοικητικού συστήματος, η οικονομική τους βάση ήταν πολύ διαφορετική. Αν και το εφοπλιστικό κεφάλαιο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους, παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό. Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το αγγλικό κεφάλαιο (η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Οι όποιες επιφυλάξεις - αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα, καθώς και από την αλλαγή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι κοτζαμπάσηδες: Οι κοτζαμπάσηδες στελέχωναν το κατώτερο τμήμα της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, για την απονομή δικαιοσύνης σε μια σειρά θέματα, για την είσπραξη των φόρων και βεβαίως για την καταστολή των χωρικών στις περιοχές υπ' ευθύνη τους.

Αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία, στα πλαίσια της ιστορικής της αποσύνθεσης, οι κοτζαμπάσηδες σταδιακά αστικοποιούνταν. Η είσπραξη των φόρων, μία από τις κύριες λειτουργίες τους και στοιχείο εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, υπήρξε βασικός παράγοντας στην τελική μετάλλαξη - αστικοποίησή τους.

Την εξέλιξή τους αυτή αντανακλά η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση. Από τη μια, διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον οθωμανικό καθεστώς. Από την άλλη, είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του. Ετσι, άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής, άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον. Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης, κάποιοι κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχτηκαν με τους εμπόρους, τους εφοπλιστές, κ.λπ., ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς, σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης. Η σύγκρουση για τον έλεγχο των επαναστατικών διεργασιών και οργάνων υπήρξε σφοδρότατη.

Η εξέλιξη της Επανάστασης

Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης των νέων επαναστατικών δομών και θεσμών (συντάγματα, διοίκηση, κ.λπ.), όσο και στη διαπάλη για την εξουσία, που δεν άργησε μάλιστα να λάβει και ένοπλη μορφή (οι λεγόμενοι «εμφύλιοι»).

Το Προσωρινόν Πολίτευμα (Σύνταγμα) της Επιδαύρου που ψηφίστηκε στην Α' Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβρης 1821) αποτέλεσε μια σύνθεση ιδεών και αρχών, επηρεασμένων από τα αντίστοιχα επαναστατικά Συντάγματα της Αμερικής (1787) και της Γαλλίας (1793 και 1795).

Αντλώντας από την ιδεολογικοπολιτική δεξαμενή της επαναστατημένης αστικής τάξης και του Διαφωτισμού, το νέο Σύνταγμα προέβλεπε: Τη διάκριση των εξουσιών (Βουλευτικό - Εκτελεστικό), την ανεξιθρησκία, την τυπική ισονομία, την κατοχύρωση των ατομικών, πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την εισαγωγή καθολικού συστήματος αντιπροσώπευσης και βεβαίως την κατάργηση των όποιων τοπικών - ταξικών προνομίων. Ετσι, τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αστικού κράτους. Οι πολιτικές εξουσίες (και κάποιες από τις οικονομικές) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργούνταν ή περιορίζονταν σημαντικά. Η αποδυνάμωση των τοπικών - περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία, σήμαινε και αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδραζόταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν και στις επόμενες Εθνοσυνελεύσεις (Β' του Αστρους, 1823 και Γ' της Τροιζήνας, 1827).

Η διαπάλη, που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο, οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και τη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων: Της Τρίπολης (κοτζαμπάσηδες - Κολοκοτρώνης) και του Κρανιδίου (Υδραίοι, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης). Σύντομα, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή.

Γνωρίζοντας πως το δάνειο από τη Μ. Βρετανία είχε ήδη εγκριθεί, η κυβέρνηση του Κρανιδίου έδρασε αποφασιστικά. Επιτέθηκε σε όλα τα στρατηγικά σημεία που έλεγχε η άλλη πλευρά, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ έθεσε σε πολιορκία Ναύπλιο και Τρίπολη. Δίχως προοπτική άμεσης επικράτησης της μίας ή της άλλης μεριάς, η πρώτη φάση του «εμφυλίου» (α' εξάμηνο του 1824) έληξε με συμβιβασμό, σαφώς όμως υπέρ της κυβέρνησης του Κρανιδίου. Οι «στασιαστές» αμνηστεύτηκαν, αποκλείστηκαν όμως από τα όργανα της κεντρικής διοίκησης.

Βεβαίως, οι προσωρινά ηττημένοι κοτζαμπάσηδες δεν προτίθεντο εύκολα να καταθέσουν τα όπλα. Οταν στις εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1824 για το Βουλευτικό - Εκτελεστικό δεν κατάφεραν και πάλι να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία, άρχισαν να προσανατολίζονται ξανά προς την ένοπλη σύγκρουση: Κάτι που το επιδίωκε εξίσου και η άλλη πλευρά, ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της μορφής άσκησης της εξουσίας. Ξεκίνησε, λοιπόν, η δεύτερη φάση του «εμφυλίου», που επικεντρώθηκε κυρίως στην Τρίπολη και έληξε στα τέλη του 1824 με ήττα των κοτζαμπάσηδων και τη φυγή τους εκτός Πελοποννήσου.

Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις, όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια (1825 - 1827) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας.
Σε μια περίοδο, λοιπόν, έντονων πολιτικών ζυμώσεων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και η οργάνωση των αντιτιθέμενων συμφερόντων σε κόμματα: Το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Η ονομασία τους, που παραπέμπει στις αντίστοιχες «προστάτιδες Δυνάμεις», δεν υποδηλώνει εξάρτηση (όπως μονοσήμαντα και ισοπεδωτικά έχει ειπωθεί στο παρελθόν), αλλά τμήματα αστικά προσκείμενα από άποψη συμφερόντων σε κάποιο ισχυρό κράτος.

Οδεύοντας προς την Γ' Εθνοσυνέλευση, το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων (κυριαρχία Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο, πτώση Μεσολογγίου, κ.λπ.), μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς διαμεσολάβησης - προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα. Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι «αγγλόφιλοι» με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίας (ή Πράξη υποταγής). Η Γ' Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος.

Το καλοκαίρι του 1827, η πορεία της Επανάστασης φαινόταν καταδικασμένη. Η πορεία αυτή ανατράπηκε από μια σειρά παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) και η Συνθήκη του Λονδίνου (1827), η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβρης 1827), ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828 - 1829) και η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά του Ιμπραήμ στο Μοριά (Ιούλιος 1828) υπήρξαν γεγονότα - σταθμοί ενόψει της αναγνώρισης της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους (Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3 Φεβρουαρίου 1930). Βασικός όρος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπήρξε η μορφή του πολιτεύματος, το οποίο όφειλε να είναι μοναρχικό.

Το Γενάρη του 1828 αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας. Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις, απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό - όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο.

Οι αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν, συγκροτώντας το μέτωπο των «συνταγματικών» με κέντρο την Υδρα. Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε. Συνεχίστηκε δε και μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831, δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης. Το 1932, λοιπόν, η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά, ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στις 25 Γενάρη 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από τη βρετανική φρεγάτα Μαδαγασκάρη ο Οθωνας, υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην «αναρχία» του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας - σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών - καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Το ελληνικό αστικό κράτος άρχιζε να κάνει τα πρώτα του βήματα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά, τ. Γ, 1942, σελ. 625 - 626.

2. Gazette de France, 7 Ιουλίου 1821, στο Μοσκώφ Κ., Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, 1988, εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 95 - 96.

3. Κολοκοτρώνης Θ., Διηγήσεις των συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, 1889, «Εστία», σελ. 49.
______________________________________


Η σύγχρονη σημασία, το νόημα και το περιεχόμενο της Επανάστασης

Το κύριο, που σαν αποτέλεσμα του ένοπλου ξεσηκωμού κατακτήθηκε στην Ελλάδα με την Επανάσταση, είναι η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού αστικού κράτους. Ηταν ένα άλμα μπροστά στην ιστορική εξέλιξη, που συνέβαλε επίσης στην αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αυτό το συμπέρασμα έχει διπλή σημασία για τις σύγχρονες συνθήκες. Η μία είναι η ίδια η επανάσταση σαν πράξη, το αναπόφευκτό της, όταν οι παλιές σχέσεις παραγωγής φρενάρουν τις νέες παραγωγικές δυνάμεις. Η δράση των καταπιεσμένων λαϊκών μαζών ενάντια στην παλιά εξουσία και την ξεπερασμένη ιστορικά κοινωνία, για την ανατροπή της και την εγκαθίδρυση της νέας εξουσίας και την οργάνωση της νέας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Η δεύτερη, είναι το γεγονός ότι όταν οι λαοί συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της δικής τους κοινωνικής απελευθέρωσης, τότε η δύναμη της δράσης τους γίνεται ακατανίκητη και καμιά εξουσία δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επαναστατική τους πάλη. Η Επανάσταση του 1821 ήταν επανάσταση που σαν αποτέλεσμα, μαζί με την απελευθέρωση του έθνους, άνοιξε την πρώτη σελίδα της νέας κοινωνίας, του καπιταλισμού. Ετσι είναι, δημιουργείται το έθνος - κράτος. Η μεγάλη σημασία της είναι το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της νικηφόρας επανάστασης είναι το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνική βαθμίδα στην ανώτερη.

Η συγκεκριμένη ιστορική επέτειος, όπως κάθε ιστορική επέτειος, έχει ένα συμβολισμό. Αυτόν που αναδεικνύεται από το αποτέλεσμα και κατέγραψε η ιστορία μέσα από τα πραγματικά γεγονότα. Αποκτά δε συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε ιστορική περίοδο κατά την οποία γιορτάζεται.

Στις σημερινές συνθήκες, το μήνυμα και το νόημά της έχουν το δικό τους περιεχόμενο. Μόνο που αυτό έχει σχέση με τη σκοπιά που κάθε κοινωνική δύναμη σήμερα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό προσεγγίζει και τα τότε ιστορικά γεγονότα και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα, ο καπιταλισμός ιστορικά είναι ξεπερασμένος. Είναι καπιταλισμός που σαπίζει και παρασάπισε και ως τέτοιος πρέπει να αντικατασταθεί από την επόμενη κοινωνική βαθμίδα, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

Σήμερα, η επίθεση που έχουν εξαπολύσει οι δυνάμεις του κεφαλαίου, τα κόμματά του, ολόκληρο το αστικό πολιτικό σύστημα συνεπικουρούμενο από τη διακρατική καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ενωση και άλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη συμμάχους των αστών της Ελλάδας όπως οι ΗΠΑ, γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη για τη ζωή και το μέλλον της εργατικής τάξης και των συμμάχων της των αυτοαπασχολουμένων, της φτωχής αγροτιάς. Χτυπά με λύσσα κάθε δικαίωμα, κάθε κατάκτηση που παραχώρησε η αστική τάξη, σε άλλες προηγούμενες συνθήκες ραγδαίας ανάπτυξης του καπιταλισμού μεταπολεμικά και με διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων διεθνώς αφού το σοσιαλιστικό σύστημα ως αντίβαρο στον καπιταλισμό επιδρούσε σε σημαντικό βαθμό και βελτίωνε τη θέση, τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, βεβαίως μετά από αιματηρούς ταξικούς αγώνες χρόνων, όπως και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Σήμερα η παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγής εμποδίζεται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Οι ιδιοκτήτες ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος, για την αύξηση του κεφαλαίου τους. Η κερδοφορία και η αναπαραγωγή του κεφαλαίου εμποδίζεται από τον ανταγωνισμό, εσωτερικό και διεθνή, από την αναρχία στην παραγωγή, από την πτώση του ποσοστού κέρδους. Παράγοντες που έχουν οξυνθεί συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους εξαιτίας των μονοπωλίων.

Μπροστά στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης και συγχρονισμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, δεν έχει άλλο δρόμο από το να αυξάνει στο έπακρο το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, με δεδομένο ότι από και με τη δουλειά της εργατικής τάξης, βγάζουν οι καπιταλιστές τα κέρδη. Ολα τα αντεργατικά μέτρα, οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις που λένε οι καπιταλιστές ως το μέσο για την έξοδο από την κρίση, σε όφελός τους βεβαίως και την ανάπτυξη απαιτούν ολοένα και πιο φτηνούς για το κεφάλαιο εργάτες. Δηλαδή να πληρώνουν οι μεγαλοεπιχειρηματίες ολοένα λιγότερο κεφάλαιο για μισθούς. Και ταυτόχρονα μειώνουν δραστικά τους μισθούς, αυξάνουν τον απλήρωτο χρόνο δουλειάς, επιβάλλοντας ευέλικτη εργασία, απολύουν κατά το δοκούν με δεδομένη τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και ξαναπροσλαμβάνουν με μισθούς πείνας κλπ.

Αυτή η κατάσταση οφείλεται στην κυριαρχία και την ισχυροποίηση του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εχουν συσσωρευτεί τεράστια κεφάλαια, η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μεγάλη πρόοδο και έχει οξυνθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μονοπώλια. Ο ανταγωνισμός επίσης οδηγεί στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Τα μονοπώλια με μεγαλύτερο μέγεθος κεφαλαίου είναι πιο ανθεκτικά στον ανταγωνισμό απ' αυτά που έχουν μικρότερο μέγεθος. Ταυτόχρονα επειδή έχει διεθνοποιηθεί η καπιταλιστική αγορά, τα κεφάλαια μετακινούνται από χώρα σε χώρα αναζητώντας συνθήκες για μεγαλύτερο κέρδος. Βασικός παράγοντας σ' αυτό είναι οι μικροί μισθοί και ο μεγάλος ημερήσιος εργάσιμος χρόνος γιατί μεγαλώνει η απλήρωτη στους εργάτες δουλειά και αυξάνονται τα κέρδη. Αλλά ο διεθνής ανταγωνισμός και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, οδηγούν και στη συνεχή μείωση μισθών και στην αύξηση της ανεργίας. Η συγχώνευση επιχειρήσεων είναι επίσης ένας παράγοντας που οδηγεί σε μείωση εργαζομένων, άρα στην ανεργία.

Αυτή η τάση της συμπίεσης μισθών προς τα κάτω, της μείωσης εργαζομένων στις επιχειρήσεις, της εκ περιτροπής εργασίας κλπ, υπάρχει σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, επομένως συμπιέζουν συνεχώς την τιμή της εργατικής δύναμης προς τα κάτω. Ταυτόχρονα η μετακίνηση κεφαλαίων καταστρέφει κλάδους οικονομίας η ύπαρξη των οποίων είναι απαραίτητη για τις λαϊκές ανάγκες. Ετσι καταδικάζουν τους εργάτες στην ανεργία και την εξαθλίωση και καταστρέφουν παραγωγικές δυνάμεις.

Δεν είναι μόνο οι συνθήκες της κρίσης που επιβάλλουν αυτή τη χωρίς όρια βαρβαρότητα για τους εργαζόμενους. Αυτή θα είναι μια μόνιμη κατάσταση, συνεχώς αυξανόμενης απόλυτης εξαθλίωσης για την εργατική τάξη, που συνεχώς θα χειροτερεύει τη θέση της στην κοινωνία και την παραγωγή. Ακριβώς γιατί ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός συμπιέζει τους μισθούς και αλλάζει τις εργασιακές σχέσεις, αρνητικά για την εργατική τάξη.

Ολα τα παραπάνω έρχονται ως απάντηση στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει και να αυξάνει τα κέρδη του συνεχώς. Αυτή η τάση δεν αλλάζει. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι σε συνθήκες ανάκαμψης ίσως σε κάποιους κλάδους της οικονομίας να υπάρξει προσωρινά και μια αύξηση μισθών ως παραχώρηση κάτω βεβαίως και από άλλους συσχετισμούς δυνάμεων στο εργατικό κίνημα και στο πολιτικό επίπεδο, αλλά ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και διεθνώς, η συγκέντρωση του κεφαλαίου, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας που σημαίνει εκσυγχρονισμός μέσων παραγωγής που βγάζουν μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων στη μονάδα του χρόνου με λιγότερους εργαζόμενους, οι δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του, όλ' αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τους καπιταλιστές παρά με τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό εκμετάλλευσης, με την πλήρη ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, τη δραστική μείωση των μισθών, την ανεργία, οξύνοντας στο έπακρο την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Καμιά πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού δεν μπορεί να αλλάξει αυτήν την κατάσταση.

Επιβεβαιώνονται επομένως οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ, όπως εκφράζονται και στις Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η εκδήλωση της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης έφερε στο προσκήνιο τον ιστορικά ξεπερασμένο και απάνθρωπο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος... Η καπιταλιστική κρίση έδωσε συντριπτικό χτύπημα στις αστικές θεωρίες, π.χ. περί αειφόρου ανάπτυξης. Ανέδειξε ολοκάθαρα την όξυνση των αντιφάσεων και δυσκολιών της αστικής διαχείρισης και γενικότερα τις δυσκολίες για το πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Η όποια ανάκαμψη σημειώθηκε ήταν ανισόμετρη, αναιμική... Ο επόμενος κύκλος της κρίσης σε διεθνές επίπεδο θα είναι ακόμα πιο βαθύς.

Η σύγχρονη φιλομονοπωλιακή πολιτική, η οποία έχει στρατηγικό χαρακτήρα και στοχεύει στην άνοδο του ποσοστού κέρδους (φτηνότερη εργατική δύναμη, αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, αποκρατικοποιήσεις κ.ά.), ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '80 στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία, στη συνέχεια επεκτάθηκε στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και αλλού. Ο στρατηγικός χαρακτήρας της καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι προωθήθηκε εξίσου από τις φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αστικές κυβερνητικές δυνάμεις κατά την τελευταία τριακονταετία. Αποτελεί μονόδρομο της καπιταλιστικής ανάπτυξης για την ανάσχεση της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και την προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες, όπου εντείνεται συνεχώς η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και της αγοράς της εργατικής δύναμης.

Η κρίση ανέδειξε ακόμα πιο έντονα τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Οξύνονται οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και γενικότερα της δυσκολίας για πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Απότομα διευρύνθηκε το χάσμα ανάμεσα στις σύγχρονες εργατικές και λαϊκές ανάγκες και στη μη ικανοποίησή τους... Απ' όλες τις πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού με εργατική εξουσία...».

Επίσης στο Σχέδιο Προγράμματος, αναφέρεται: «Ο ελληνικός λαός θα απαλλαγεί από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Ο στρατηγικός στόχος του ΚΚΕ είναι η κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, δηλαδή της δικτατορίας του προλεταριάτου, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως ανώριμη βαθμίδα της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική» (Θέση 73).

«Με βάση το χαρακτήρα της εποχής και το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ανώτατο στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή το μονοπωλιακό καπιταλισμό, η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική.

Η γιγάντωση των μονοπωλίων, η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας οξύνουν όλες τις αντιθέσεις, με μεγαλύτερη ένταση και ταχύτητα. Είναι βασικοί παράγοντες που οξύνουν την άναρχη ανάπτυξή του, την ανισομετρία ανάπτυξης χώρων και κλάδων οικονομίας. Είναι αυτοί οι παράγοντες που γεννούν τις κρίσεις που είναι όλο και πιο βαθιές, φέρνουν τον ανταγωνισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η διαπάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τη συγκεκριμένη περίοδο, εστιάζεται στον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς τους, των πηγών νερού, των θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων, με χαρακτηριστικές εστίες έντασης την Κασπία, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αφρική, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και την Αρκτική. Δυναμώνει ο κίνδυνος και πιο γενικευμένων περιφερειακών συγκρούσεων, ακόμα και ενός γενικότερου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Σε αυτά τα πλαίσια αναδιατάσσονται ιμπεριαλιστικοί άξονες για τον έλεγχο αγορών και εδαφών» (Θέσεις 5 και 6).

Μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, ο Β. Ι. Λένιν μιλούσε βασικά και πρωταρχικά για την οικονομία του καπιταλισμού σ' αυτό το στάδιο της εμφάνισης και της κυριαρχίας των μονοπωλίων στην οικονομία. Στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», που έγραψε το 1916, στον πρόλογο αναφέρει τα εξής:

«Θα ήθελα να ελπίζω ότι η μπροσούρα μου αυτή θα βοηθήσει να γίνει κατανοητό το βασικό οικονομικό πρόβλημα, που χωρίς τη μελέτη του δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τίποτε από την εκτίμηση του σύγχρονου πολέμου και της σύγχρονης πολιτικής, και συγκεκριμένα: το πρόβλημα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού» («Απαντα», τ. 27, σελ. 308). Και συνέχιζε: «Αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινομένου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος» (στο ίδιο, σελ. 314).

Ενώ στον πρόλογο στη γαλλική και τη γερμανική έκδοση του συγκεκριμένου έργου του («Απαντα», τ. 27, σελ. 314), έγραφε: «Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου. Από το 1917 και δω αυτό επιβεβαιώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα».

Είναι αλήθεια πως, οι επικλήσεις στην «εθνική ομοψυχία», την «εθνική ενότητα», την «κοινωνική γαλήνη» ενώπιον του «εθνικού κινδύνου» κοκ., έχουν πολλαπλασιαστεί τον τελευταίο καιρό - ιδιαίτερα κάθε φορά που επρόκειτο να ψηφιστεί ένας ακόμα σφαγιασμός των μισθών, των συντάξεων, των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών. Σήμερα, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, οι επικλήσεις για «εθνική ομοψυχία» επανήλθαν στο προσκήνιο γινόμενες σημαία σύσσωμου του αστικού πολιτικού κόσμου. Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και την καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.

Για ποια όμως «εθνική ομοψυχία» του 1821 μιλάμε; Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, ανταγωνισμοί ακόμα και εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που μετείχαν στην Επανάσταση; Υπάρχουν άλλωστε εκτενείς αναφορές στο σημερινό ένθετο ως προς αυτό.

Αλλά για ποια εθνική ομοψυχία μπορεί να γίνεται λόγος στις σημερινές συνθήκες, όταν η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, που διατρέχει τον καπιταλισμό από την εμφάνισή του, σήμερα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις; Μπροστά στις δυσκολίες που έχει το κεφάλαιο να αναπαράγει την κερδοφορία του δεν έχει άλλον τρόπο από την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, οξύνοντας στο έπακρο την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Αυτό που ζούμε σήμερα και επιταχύνεται λόγω της κρίσης. Δεν πρόκειται για κάτι προσωρινό, αλλά για μόνιμη κατάσταση που θα οξύνεται ολοένα και περισσότερο. Και αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να λυθεί διαφορετικά παρά με την κοινωνική επανάσταση, την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, την αντικατάστασή της από την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.

Ποια εθνική ομοψυχία όταν η αστική τάξη της Ελλάδας οικειοθελώς παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα προκειμένου στα πλαίσια της διεθνοποίησης του καπιταλισμού, της ανισότιμης εξάρτησης και της ανισόμετρης αλληλεξάρτησης να αναπαράγεται το κεφάλαιο και η κερδοφορία του;

Γίνεται φανερό ότι και σε πολιτικό επίπεδο γίνονται ολοφάνεροι οι δύο αντίθετοι πόλοι που σχετίζονται και συνδέονται οργανικά με το ταξικό περιεχόμενο της ανάπτυξης. Ανάπτυξη καπιταλιστική ή ανάπτυξη σοσιαλιστική - κομμουνιστική. Διαιώνιση της κυριαρχίας του κεφαλαίου, των μονοπωλίων, στην οικονομία και στην εξουσία ή εργατική, λαϊκή εξουσία και οικονομία.

Ετσι, από τη μια μεριά βρίσκονται η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της (μεσαία στρώματα που αναπαράγονται επειδή κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής), η κυβέρνηση, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, τα αστικά κόμματα, ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός. Από την άλλη, η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης και του χωριού, οι ταξικές δυνάμεις στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις σε αυτοαπασχολούμενους, φτωχή αγροτιά, τα ριζοσπαστικά κινήματα της νεολαίας και των γυναικών από τα λαϊκά στρώματα. Που εκφράζονται με την κοινωνική συμμαχία των ΠΑΜΕ - ΠΑΣΕΒΕ - ΠΑΣΥ - ΜΑΣ - ΟΓΕ. Και το ΚΚΕ που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντικαπιταλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης. Υπάρχει και ο ΣΥΡΙΖΑ, που κάνει κριτική στην κυβέρνηση και την πολιτική της από τη σκοπιά της διατήρησης του καπιταλισμού με άλλη, τάχα φιλολαϊκή, διαχείρισή του. Προτείνοντας ως διέξοδο έναν ηθικό καπιταλισμό, όπου θα συνυπάρχουν μονοπώλια και λαός και θα κερδοφορούν τα μονοπώλια και θα ζει καλά ο λαός, πράγματα ασυμβίβαστα. Που περιορίζει τις λαϊκές διεκδικήσεις στην αναδιανομή, όταν στρατηγική του κεφαλαίου είναι η μεγαλύτερη λαϊκή αφαίμαξη. Παραπλανά το λαό, υπονομεύει την ταξική πάλη, πασχίζει για τη χειραγώγηση στην αστική πολιτική.

Υπάρχει βεβαίως και η ναζιστική Χρυσή Αυγή. Που ανάγει τον πατριωτισμό σε ακραίο εθνικισμό προβάλλοντας τη φασιστική ιδεολογία και δράση ως διέξοδο για τα λαϊκά συμφέροντα, ταυτίζοντας τις λαϊκές ανάγκες με την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, πασχίζοντας με κάθε μέσο να ενισχύσει τα μονοπώλια που δρουν στην Ελλάδα, κηρύσσοντας την τυφλή υποταγή του λαού σ' αυτά. Ελληνες καπιταλιστές και εργάτες μαζί, με τη βία των λούμπεν, αυτή είναι η δράση της, για την προστασία και ενίσχυση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτό το περιεχόμενο δίνει στην επέτειο της κοινωνικής επανάστασης του 1821, διαστρέφοντας και αμαυρώνοντας την Ιστορία. Και αναλαμβάνοντας ρόλο και καθήκοντα αντεπαναστατικού στρατού στον πόλεμο των αστών ενάντια στο εργατικό κίνημα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, προκειμένου να τσακίσει κάθε βήμα προς τα μπρος στην κοινωνική εξέλιξη, στην ταξική πολιτική πάλη για την αναπόφευκτη ανατροπή - κατάργηση του καπιταλισμού.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν είναι απλά και μόνο η απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο, αλλά αυτός ο αγώνας να αναπτύσσεται σε σύνδεση με τη διεκδίκηση ικανοποίησης όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και των όρων που αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν. Πολιτική πάλη, δηλαδή, για ρήξη και ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, για κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.

Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα και περιεχόμενο της επετείου της Επανάστασης σήμερα. Χωρίς τον επαναστατικό ξεσηκωμό στα 1821 όλων των τότε καταπιεσμένων, δε θα υπήρχε αυτό το ιστορικό γεγονός και το αποτέλεσμά του, η ανατροπή της παλιάς εξουσίας και η εγκαθίδρυση της νέας. Ετσι και τώρα η εργατική τάξη και τα πιο καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα μπορούν να οργανώσουν τη δική τους αντεπίθεση, με τη δική τους Λαϊκή Συμμαχία, που θα δρα σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, όχι μόνο για να παρεμποδίζει την αντιλαϊκή πολιτική, όχι μόνο στα πλαίσια διεκδίκησης της ικανοποίησης όλων των λαϊκών αναγκών να έχει κατακτήσεις μέσα στον καπιταλισμό, αλλά η πάλη της να έχει στόχο, έκβαση στο επίπεδο της εξουσίας, δηλαδή για την εργατική, λαϊκή εξουσία. Και τότε, η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, ο λαός, θα 'ναι υπερήφανοι, γιατί ως συνεχιστές της Ιστορίας θα δημιουργούν το δικό τους σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό μέλλον. Αυτό είναι το σύγχρονο πατριωτικό και διεθνιστικό μαζί καθήκον της εργατικής τάξης, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων σήμερα. Οταν ο λαός θέλει μπορεί να συντρίψει το παλιό και να επιβάλει το καινούριο, για να τραβήξει η Ιστορία προς τα μπρος, προς την αταξική κοινωνία, για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Η επανάσταση του 1821 το νόημα και η σημασία της στο σήμερα" (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ: Σάββατο 23 Μάρτη 2013 - Κυριακή 24 Μάρτη 2013).

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Ναυμαχία του Γέροντα (Ελληνική Επανάσταση του 1821)

Μοίρα του ελληνικού στόλου, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1824, υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, κατατροπώνει τον ενωμένο τουρκο-αιγυπτιακό στόλο στη Ναυμαχία του Γέροντα. Η ναυμαχία αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και έλαβαν μέρος 100 Τουρκικά, Αιγυπτιακά, Αλγερινά και Τυνησιακά πλοία εναντίον 75 περίπου Ελληνικών πλοίων. Ο Ισλαμικός στόλος συνετρίβη και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος ο ναύαρχος της Τυνησίας.


Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς ή Ναυμαχία της Κω υπήρξε η πολεμική ναυτική συμπλοκή της Επανάστασης του 1821 (Βλ. Επανάσταση του 1821 ΕΔΩ).

Χάρτης της Ναυμαχίας. 
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση

Περιγραφή της μάχης
Η ναυμαχία αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και έλαβαν μέρος 100 Τουρκικά Αιγυπτιακά Αλγερινά και Τυνησιακά πλοία εναντίον 75 περίπου Ελληνικών πλοίων. Ο Ισλαμικός στόλος συνετρίβη και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος ο ναύαρχος της Τυνησίας.

Έλαβε χώρα στις 29 Αυγούστου 1824 απέναντι από τη Λέρο, ανάμεσα στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, υπό την αρχηγία του Ιμπραήμ και του Χοσρέφ Πασά, και του ελληνικού, που αποτελούνταν κυρίως από πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες και που διοικούσε ο Ανδρέας Μιαούλης (Βλ. Ανδρέας Μιαούλης ΕΔΩ). Την ναυμαχία παρακολούθησαν πολλοί κάτοικοι της Λέρου από τα υψώματα του νησιού. Πολλά τουρκικά πλοία χάθηκαν, ενώ ο Υδραίος Βατικιώτης πυρπόλησε μια τυνησιακή φρεγάτα. Ο Τουρκικός στόλος διασπάσθηκε, ενώ μετά την πυρπόληση τολμηροί ψαράδες πλησίασαν με τα καΐκια τους και λαφυραγώγησαν το πεδίο της μάχης. Με το τέλος της μέρας ο τουρκικός στόλος αποσύρθηκε προς την Αλικαρνασσό.

Αξιολόγηση της μάχης
Η ναυμαχία του Γέροντα εξασφάλισε τη Σάμο από τον τουρκικό στόλο, ενώ από τη μάχη έμεινε γνωστή η φράση «κάνω τσατάλια» (καταστρέφω) από το όνομα του κόλπου της Μικράς Ασίας κοντά στον οποίο έγινε η ναυμαχία. Αν η ναυμαχία αυτή είχε διαφορετικό αποτέλεσμα θα είχε καταστραφεί πιθανότατα η Σάμος με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί το σχέδιο των Οθωμανών για την καταστροφή του ναυτικού των Ελλήνων πριν την εισβολή τους στην Πελοπόννησο από τη θάλασσα. Στα πλαίσια αυτού του σχεδίου καταστράφηκαν τα Ψαρά από τον Τουρκικό στόλο και η Κάσος από τον Αιγυπτιακό στόλο, ενώ νωρίτερα είχε καταπνιγεί η επανάσταση στην Κρήτη. Η ήττα αυτή ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του Οθωμανικού ναυτικού αν ληφθεί υπόψη ότι τα Ελληνικά πλοία δεν ήταν πολεμικά αλλά εμπορικά εξοπλισμένα. Παρ' όλο που η Σάμος σώθηκε και μετά την Επανάσταση, μολονότι δεν ενώθηκε με την Ελλάδα έμεινε ανεξάρτητη, οι Οθωμανοί συνέχισαν την εκτέλεση του σχεδίου τους με την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο την επόμενη χρονιά. Αν όμως είχαν νικήσει τον Ελληνικό στόλο η Ελλάδα θα είχε υποδουλωθεί πριν προλάβουν να έρθουν οι Ευρωπαίοι και η ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν θα είχε γίνει ποτέ.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Η Μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821)

Η μάχη του Βαλτετσίου στις 12-13 Μαΐου του 1821 αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες νίκες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η επιτυχία της οφείλεται στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη, που επέμενε να δοθή η μάχη στην τοποθεσία εκείνη, και στον ηρωϊσμό των υπερασπιστών τών οχυρωμάτων, κυρίως των Μαυρομιχαλαίων και του του γέρου Μητροπέτροβα.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Η μάχη του Βαλτετσίου στις 12-13 Μαΐου του 1821 αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες νίκες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η επιτυχία της οφείλεται στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη, που επέμενε να δοθή η μάχη στην τοποθεσία εκείνη, και στον ηρωϊσμό των υπερασπιστών τών οχυρωμάτων, κυρίως των Μαυρομιχαλαίων και του του γέρου Μητροπέτροβα. 
Ο ηρωϊκός Μητροπέτροβας, οπλαρχηγός της Ανδρούσας και του Λεονταρίου
(Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
Αν και οι πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό και τη θέση των ταμπουριών, την αριθμητική δύναμη του τουρκικού στρατού, καθώς και τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της μάχης, είναι ως ένα βαθμό συγκεχυμένες, γεγονός παραμένει ότι οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς υπό τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά ξεκίνησαν με μεγάλο αριθμό στρατευμάτων με κατεύθυνση τη Μεγαλόπολη για να καταπνίξουν την επανάσταση στον Μοριά. Ισχυρό τμήμα του τουρκικού στρατού υπό την αρχηγία του Βαρδουνιώτη Ρουμπή έφθασε πριν από τα χαράματα στο Βαλτέτσι κατευθείαν από την Τριπολιτσά, ενώ άλλα τμήματα κατευθύνθηκαν λίγο αργότερα προς το Καλογεροβούνι, το Φραγκόβρυσο και τους Αραχαμίτες, κυρίως για να εμποδίσουν τυχόν βοήθεια από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, για να εξοντώσουν τους Έλληνες που θα εγκατέλειπαν, όπως πίστευαν, το Βαλτέτσι για να σωθούν, και ακόμη για να βοηθήσουν σε περίπτωση ανάγκης το κύριο εκστρατευτικό σώμα του Ρουμπή. 
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Κολοκοτρώνης, ξεκινώντας από το Χρυσοβίτσι έφθασε πρώτος στη βόρεια ράχη του Βαλτετσίου, προκαλώντας αντιπερισπασμό στον Ρουμπή, ενώ λίγες ώρες αργότερα έφθανε ΒΑ του Βαλτετσίου και ο Πλαπούτας από το στρατόπεδο της Πιάνας. Η μάχη συνεχίστηκε αδιάκοπα όλη τη νύκτα ενώ έφθαναν ενισχύσεις στους Έλληνες από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, πρώτα υπό τον Π.Βαρβιτσιώτη και Α.Μαυρομιχάλη και ύστερα υπό τον Π.Γιατράκο. 

Τελικά, οι Τούρκοι, βλέποντας ότι και άλλα ελληνικά σώματα υπό τον Νικηταρά και άλλους έσπευδαν προς το πεδίο της μάχης, άρχισαν να υποχωρούν προς την Τριπολιτσά. Στην υποχώρηση υπέστησαν μεγάλη φθορά, κυρίως από το σώμα του Πλαπούτα. Έτσι, μετά από 23 ώρες γενναία και από τις δύο πλευρές μάχη, έμειναν οι Έλληνες, αν και μειονεκτούσαν αριθμητικά, αδιαφιλονίκητοι νικητές στο Βαλτέτσι. Η σημασία της νίκης τους εκτός από τα άμεσα αποτελέσματά της, είχε και γενικώτερο αντίκτυπο για τον Αγώνα. Γεμάτοι αυτοπεποίθηση πλέον είχαν και άλλες επιτυχίες που οδήγησαν στην άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου.

Η Μάχη  

Όταν πληροφορήθηκε ο κεχαγιάμπεης τη σύσταση του νέου στρατοπέδου στο Βαλτέτσι, αποφάσισε να κινηθή με μεγάλη δύναμη εναντίον του, να το διαλύση και να συντρίψη κατόπιν την επανάσταση στη Μεσσηνία και στη Λακωνία. Υπολόγιζε ότι γυρνώντας νικητής στη Μεγαλόπολη θα μπορούσε να υποτάξη ολόκληρη την Πελοπόννησο. 

Πριν από τα χαράματα της 12ης Μαΐου ξεκίνησε από την Τριπολιτσά το πρώτο και κυριώτερο σώμα των Τούρκων υπό την αρχηγία του Βαρδουνιώτη Ρουμπή και έφθασε κατευθείαν προς βορράν του Βαλτετσίου, με σκοπό να εμποδίση την αποστολή βοήθειας από τα στρατόπεδα της Πιάνας και του Χρυσοβιτσίου και να υπερκεράση συγχρόνως τα οχυρώματα των Γορτυνίων. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά άλλο σώμα με κατεύθυνση το Καλογεροβούνι, μιά ώρα περίπου νότια του Βαλτετσίου, για να ενισχύση σε περίπτωση ανάγκης το σώμα του Ρουμπή ή να εμποδίση μαζί με τα σώματα που κατευθύνονταν προς το Φραγκόβρυσο και την Κανδρέβα (σημερινή Ασέα) την πιθανή άφιξη βοήθειας από τα Βέρβαινα στους Έλληνες και επιπλέον να αποκόψη τον δρόμο υποχωρήσεως των Ελλήνων από το Βαλτέτσι και να τους αιχμαλωτίση. Το τουρκικό ιππικό κατέλαβε τους Αραχαμίτες, ΝΔ του Βαλτετσίου, με ανάλογη αποστολή, ενώ ακολουθούσε και πέμπτο σώμα 3.000 ανδρών με πολεμοφόδια, κανόνια κ.λπ. 
Πλαπούτας
Ο Κολοκοτρώνης, μόλις πληροφορήθηκε την πορεία των Τούρκων, έτρεξε από το Χρυσοβίτσι με το εκεί ελληνικό τμήμα στο Βαλτέτσι, αφού ειδοποίησε και τον Πλαπούτα που βρισκόταν στην Πιάνα, καθώς και τους άλλους οπλαρχηγούς, να σπεύσουν. Πρόλαβε και κατέλαβε ένα ύψωμα βόρεια από το χωριό και άρχισε να κτυπά το σώμα του Ρουμπή, που προσπαθούσε με κυκλωτική κίνηση να συντρίψη τους οχυρωμένους στον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Κατά το μεσημέρι έφθασε και ο Πλαπούτας με τους άνδρες του στα ΒΑ του Βαλτετσίου και επιτέθηκε και εκείνος κατά του σώματος του Ρουμπή, που βαλλόταν συγχρόνως και από τους κλεισμένους στα ταμπούρια. Βλέποντας ο κεχαγιάμπεης τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει ο Ρουμπής, έστειλε δυνάμεις από το Καλογεροβούνι για να κτυπήσουν το ταμπούρι των Μανιατών και να ανακουφίσουν έτσι τον στρατό του Ρουμπή. Και αυτή η έφοδος όμως αποκρούσθηκε και τότε στήθηκαν κανόνια απέναντι από τον κεντρικό προμαχώνα. Το έδαφος όμως ήταν ανώμαλο και τα βλήμματα των πυροβόλων άλλοτε κτυπούσαν τους άνδρες του Ρουμπή και άλλοτε αστοχούσαν πέφτοντας στη γη. 

Ήδη είχε βραδιάσει, αλλά η μάχη συνεχιζόταν με πείσμα και από τις δύο πλευρές. Ο Κολοκοτρώνης έτρεξε τότε σε ένα ύψωμα, που μέχρι σήμερα ακόμη λέγεται "του Κολοκοτρώνη το βουνό", και φωνάζοντας στον γέρο Μητροπέτροβα, που ακούραστος αντιμετώπιζε τις επιθέσεις του ιππικού, "έρχεται ο Κολοκοτρώνης με 10.000 έρχεται και ο Πετρόμπεης με όλους τους Μανιάτες, βαστάτε", του έδωσε κουράγιο. Κάνοντας μάλιστα και αιφνιδιαστική έφοδο το ίδιο βράδυ, ο Κολοκοτρώνης διέσπασε τον κλοιό και έφερε τροφές και πολεμοφόδια στους κλεισμένους στους προμαχώνες, όπως αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Φωτάκου. Βαθιά νύκτα η μάχη σταμάτησε και οι δύο αντίπαλοι έμειναν ακλόνητοι στις θέσεις τους, ελπίζοντας από τη μιά οι Τούρκοι ότι οι Έλληνες τη νύκτα θα διασκορπίζονταν, κι από την άλλη οι Έλληνες ότι μετά από την τόσο σθεναρή τους αντίσταση θα υποχωρούσαν οι εχθροί στην Τριπολιτσά. 


Γύρω στα μεσάνυκτα έφθασαν από τα Βέρβαινα στο Καλογεροβούνι ενισχύσεις υπό τον Π.Βαρβιτσιώτη και τον Αντ. Μαυρομιχάλη, ενώ άλλο σώμα 400 ανδρών έφθασε τη χαραυγή υπό τους Π.Γιατράκο, Α.Κονδάκη και άλλους. Το επόμενο πρωί συνεχίσθηκε η μάχη. Έγινε και δεύτερη προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν τα πυροβόλα εναντίον του μανιάτικου προμαχώνος, αλλά και αυτή κατέληξε σε αποτυχία. Βλέποντας ο κεχαγιάμπεης ότι το σώμα του Ρουμπή κυκλωνόταν όλο και πιό πολύ, διέταξε γενική υποχώρηση - άλλωστε οι τουρκικές φρουρές στο Καλογεροβούνι είχαν διακρίνει και άλλη βοήθεια που ερχόταν από τα Βέρβαινα για να ενισχύση τους αμυνόμενους. Ήταν ο Νικηταράς, ο Ιω. Κολοκοτρώνης και άλλοι που επέστρεφαν από το Άργος, μεταφέροντας μολύβι για τις πολεμικές ανάγκες. Αυτοί έσπευσαν προς το Ζέλι και από εκεί στη λίμνη Τάκκα, αλλά όταν έφθασαν στη Μπολέτα οι Τούρκοι είχαν ήδη τραπή σε άτακτη φυγή. Σημαντική φθορά υπέστησαν στην υποχώρηση από τους κλεισμένους ως τότε στα ταμπούρια, από τα οποία βγήκαν για να τους κυνηγήσουν, αλλά κυρίως από το σώμα του Πλαπούτα. Τριακόσιοι νεκροί έμειναν στο πεδίο της μάχης και πάνω από 500 τραυματίες μεταφέρονταν όλη τη νύκτα στην Τριπολιτσά. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, που κράτησε 23 ώρες, και κατά την οποία για πρώτη φορά οι Έλληνες αγωνίστηκαν άρτια οργανωμένοι, είχε μεγάλο αντίκτυπο στο ηθικό τους. Συνειδητοποίησαν την υπεροχή τους και πήραν νέο θάρρος, πολύτιμο για τις μελλοντικές επιχειρήσεις εναντίον των εχθρών. Έκπληκτοι οι Τούρκοι από την έκβαση της μάχης άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η επανάσταση δεν ήταν μιά απλή εξέγερση λίγων ραγιάδων, όπως ήθελαν να πιστεύουν ως τότε. 

Ελένη Δραμπάλα


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Αθήνα 2000. 

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν

Ο πλοίαρχος Τόμας Κόχραν του HMS Speed, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1801, καταλαμβάνει την ισπανική φρεγάτα El Gamo.
Θεωρείται ένας από τους φιλέλληνες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Διορίστηκε, από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, με διάταγμά της, αρχιναύαρχος του Ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.
Κόχραν Τόμας - (1775 ­ 1860) 'Aγγλος ναύαρχος με κυβερνητική απόφαση ορίστηκε αρχηγός του στόλου, το 1827 ,στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη
Ο Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν θεωρείται ένας από τους φιλέλληνες της ελληνικής επανάστασης του 1821. Η καταγωγή του ήταν από την Μεγάλη Βρετανία. Αποτέλεσε αρχηγό του ελληνικού στόλου στη θέση του Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.


Ι. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Τόμας-Αλεξάντερ Κόχραν (Thomas Alexander Cochrane) γεννήθηκε στο Annsfield της Μεγάλης Βρετανίας, κοντά στο Χάμιλτον, South Lanarkshire, Σκωτία το 1775 και απεβίωσε σε ηλικία 85 ετών το 1860. Ήταν 1ος Μαρκήσιος του Maranhão, Σκωτσέζος ναύτης, αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού και ριζοσπάστης πολιτικός. Καθώς ήταν στρατιωτικός και ναύαρχος, τέθηκε επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδας κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν ένας τολμηρός και επιτυχημένος καπετάνιος στους Ναπολεόντειους Πολέμους, οδηγώντας τους Γάλλους με το παρατσούκλι του Le Loup des Mers («Το Sea Wolf»). Απολύθηκε από το Βασιλικό Ναυτικό το 1814, μετά από την καταδίκη για απάτη στο χρηματιστήριο. Οργάνωσε και οδήγησε τις επαναστάσεις του πολεμικού ναυτικού της Χιλής, της Βραζιλίας και της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων πολέμων της ανεξαρτησίας τους. Στο τέλος του πολέμου της Χιλής, ο Κόχραν συνέβαλε στην περουβιανή ανεξαρτησία. Το 1832, του δόθηκε ξανά η θέση, όπου ο Βασιλιάς τον επανέφερε στο Βασιλικό Ναυτικό με το βαθμό του μπλε υποναυάρχου. Πέθανε το 1860 με το βαθμό του ναυάρχου του Κόκκινου, και τον τιμητικό τίτλο του υποναυάρχου του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ζωή του και τα κατορθώματά του ενέπνευσαν την ναυτική φαντασία μυθιστοριογράφων του 19ου και του 20ου αιώνα. Ο Κόχραν πέρασε τα νιάτα του στην Culross Fife, όπου η οικογένειά του είχε ένα κτήμα. Μέσα από την επιρροή του θείου του, Αλέξανδρου Κόχραν, ο ίδιος είχε εγγραφεί ως μέλος του πληρώματος στα βιβλία των τεσσάρων πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού, η εγγραφή του σε αυτά άρχισε από όταν ήταν πέντε χρόνων. Αυτή η γνωστή και παράνομη τακτική, ήταν ένα μέσο για την αύξηση των ετών υπηρεσίας που απαιτείται για την προώθηση ένταξης στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο πατέρας του , τον εξασφάλισε σε μια επιτροπή στο βρετανικό στρατό σε νεαρή ηλικία, αλλά ο Κόχραν προτίμησε το Πολεμικό Ναυτικό. Το 1793 κατατάχτηκε στο βρετανικό ναυτικό, αναδείχτηκε κυβερνήτης καταδρομικών πλοίων και έδρασε με επιτυχία στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Το 1806 εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στη Βουλή των Κοινοτήτων, αλλά λόγω της ανάμειξής του σε χρηματιστηριακή απάτη διαγράφτηκε από το ναυτικό και έχασε τη βουλευτική του ιδιότητα. Το 1807 εκλέχτηκε μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων, ως ριζοσπάστης. Το 1818 ανέλαβε την αρχηγία του χιλιανού στόλου στους αγώνες του εναντίον των Ισπανών αποικιοκρατών. Το 1820 πέρασε στην υπηρεσία του Περού και το 1823 τέθηκε επικεφαλής του στόλου στη Βραζιλία. Η συμβολή του στους απελευθερωτικούς αγώνες των χωρών αυτών εδραίωσε τη φήμη του ως ικανού ναυάρχου. Το 1823 αναδιοργάνωσε το βραζιλιάνικο στόλο και πέτυχε το συμβιβασμό μεταξύ Βραζιλίας - Πορτογαλίας. Το 1825 υπέγραψε συμφωνητικό με την ελληνική επιτροπή που τότε διαπραγματευόταν στο Λονδίνο τη σύναψη δανείου για να αναλάβει την αρχηγία του ελληνικού στόλου.

ΙΙ. Η στρατιωτική και πολιτική του δράση πριν την επανάσταση

Ο Τόμας Κόχραν, το 1793, σε ηλικία 18 ετών διορίστηκε στο Βρετανικό Ναυτικό και σημείωσε πολλές επιτυχίες. Παράδειγμα αποτελεί η καταστολή της πειρατείας στη Μεσόγειο με την αιχμαλωσία πεντακοσίων πειρατών σε διάστημα 15 μηνών. Την περίοδο του πολέμου μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, ωστόσο, φυλακίστηκε αλλά κατάφερε να διασωθεί και διορίστηκε πλοίαρχος, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλη περιουσία από πειρατικές λείες. Το 1806, εξελέγη βουλευτής στο Χόνιτο και έπειτα στο Γουεστμίνστερ, φτάνοντας στο αποκορύφωμα της δόξας του μετά την αποκάλυψη καταχρήσεων που γίνονταν στο ναυτικό. Αποφάσισε να τα αποκαλύψει εκείνη την περίοδο λόγω του γεγονότος ότι το ναυαρχείο σταμάτησε να προμηθεύεται πίσσα και βερνίκι από τον ίδιο. Μάλιστα, εκείνα τα χρόνια, ο Τόμας είχε αρχίσει να ασχολείται με την εφεύρεση και επινόηση νέων τεχνικών μεθόδων, κύριως στον τομέα των ναυτιλιακών. Είχε πάρει την εφευρετικότητα από τον πατέρα του, ο οποίος είχε δική του βιοτεχνία και ασχολούνταν με την παραγωγή υποπροϊόντων του άνθρακος. Παράδειγμα του ταλέντου του στον τομέα αυτό ήταν το 1812, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, η πρότασή του για επίθεση με έναν συνδυασμό βομβαρδιστικών, εκρηκτικών και εκτοξεύσεως χημικών αερίων πλοίων. Επιπλέον, το 1818 δημιούργησε σε συνεργασία με τον μηχανικό Marc Isambard μια πατέντα για την ενίσχυση της σήραγγας Blackwall, κάτω από τον ποταμό Τάμεση. Το 1809, ορίστηκε κυβερνήτης μιας φρεγάτας και, κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με την Γαλλία, κατέστρεψε τέσσερα γαλλικά πλοία, στο λιμάνι του Εξ. Το 1814, όσο αποτελούσε μέλος του Αγγλικού Κοινοβουλίου, κατηγορήθηκε για συκοφαντία. Η κατηγορία του, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Ηλία Μεταξά «Βίος και Πολιτεία του Κόχραν», ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος διέδωσε ψευδείς φήμες για τον θάνατο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη με απότερο σκοπό την άνοδο των μετοχών του χρηματιστηρίου προκειμένου να πουλήσει χρεόγραφα που ο ίδιος είχε αγοράσει. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο, είχε συμμετάσχει και σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού με θέμα την κατασκευή ενός προηγμένου φαναριού νηοπομπής, ώστε να μην χάνονται τα πλοία τη νύχτα, και, λόγω της χρηματιστηριακής του απάτης, οι οργανωτές απέρριψαν την προτασή του. Βέβαια, όταν ξανασυμμετείχε με άλλο όνομα κέρδισε στον διαγωνισμό και πήρε το βραβείο των 50 λιρών. Παρ’ όλα αυτά, η φήμη του στην Αγγλία είχε καταρρεύσει και αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Το 1818, ωστόσο, κλήθηκε από τους Χιλιανούς, προκειμένου να οργανώσει τον στόλο τους εναντίον των Ισπανών, και διορίστηκε ναύαρχος, σημειώνοντας πολλές επιτυχίες. Την περίοδο αυτή, και πιο συγκεκριμένα το 1820, σχέδιασε το πρωτοποριακό πλοίο «Rising sun» ή «star» προορισμένο για τον στόλο το Χιλίων, το οποίο, όμως, κατέφθασε μετά την λήξη του πολέμου. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1823, λόγω της αγνωμοσύνης που κατά τη γνώμη του διακατείχε τους συμπολεμιστές του παραιτήθηκε. Το 1820 πέρασε στην υπηρεσία του Περού και, στη συνέχεια, κλήθηκε απο την Βραζιλία, προκειμένου να επιτελέσει ναύαρχος στο πόλεμο εναντίον της Πορτογαλίας. Μετά την λήξη των συγκρούσεων και την γνωστοποίηση των στρατιωτικών επιτυχιών του από τον ίδιο με στομφώδους ύφους ομιλίες, που εκφωνούσε, επέστρεψε στην Αγγλία, έχοντας πια ανακτήσει την καλή φήμη του.

ΙΙΙ. Χρηματηστηριακή απάτη

Η χρηματιστηριακή απάτη του Τόμας Κόχραν αποτελεί μια από τις χειρότερες σελίδες στην επιτυχή σταδιοδρομία του. Ο Τόμας, μαζί με τον θείο του Andrew Cochrane-Johnstone , ο οποίος ήταν Βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια του Grampound, τον Richard Gathorne Butt, που ήταν κερδοσκόπος χρηματιστής, τον Charles Random de Berenger και τον John Peter Holloway είχαν αγοράσει, μια εβδομάδα πριν την αποκάλυψη της γνωστής απάτης τους, κρατικά χρεόγραφα‘’Omniun’’ αξίας 1.100.000 λίρων και μέσω των ψευδών φημών που έβγαλαν, είχαν ως σκοπό να ανεβούν οι μετοχές στο Χρηματιστήριο, ώστε να τα πουλήσουν σε μεγαλύτερη τιμή. Εκτός από το προφανές κέρδος που θα έβγαζαν από αυτό , ήθελαν να ξεχρεώσει και ο θείος του Κόχραν, ο οποίος ήταν καταχρεωμένος λόγω συνεχών αποτυχιών στο Χρηματιστήριο, έπειτα από τον διωγμό του από τον στρατό. Το συνωμοτικό τους σχέδιο, παρ’ όλα αυτά, ανακαλύφθηκε και τα κέρδη που έβγαλαν από την ‘’κομπίνα’’ τους δόθηκαν σε δωρεές από το Χρηματιστήριο. Πιο αναλυτικά, στις 21 Φεβρουαρίου του 1814, ξημερώματα Κυριακής, ο Random de Berenger κατέφθασε στο λιμάνι του Dover, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον αντισυνταγματάρχη Du Bourg, και άρχισε να διαδίδει την εξής φήμη : «Οι συμμαχικές δυνάμεις νίκησαν και εισήλθαν στο Παρίσι και σκότωσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Επομένως, επίκειται άμεση ειρήνη με φιλοβασιλική Κυβέρνηση του Οίκου των Βourbons». Η επαλήθευση των γεγονότων αυτών ήταν αρκετά δύσκολη να πραγματοποιηθεί καθώς στην Μάγχη επικρατούσε ομίχλη, τα πλοία δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν με αποτέλεσμα την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ των δύο ακτών. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, ο de Berenger συνέχισε να διαδίδει τις ψευδείς φήμες του. Προκειμένου να ενημερωθεί και ο ανώτατος διοικητής της ναυτικής φρουράς «Deal», έστειλε γράμμα με το οποίο τον ενημέρωσε για τις υποτιθέμενες εξελίξεις. Έπειτα, αναχώρησε για το Λονδίνο με προορισμό την οικεία του Κόχραν, συνεχίζοντας να διαδίδει τα ‘’χαρμόσυνα νέα’’. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1814, ημέρα Δευτέρα, λόγω των καλών νέων περί επικείμενης ειρήνης, επιτεύχθηκε άνοδος των τιμών στο Χρηματιστήριο, και ειδικότερα των χρεογράφων ‘’Omnium’’ που είχαν αγοράσει, τα οποία είχε εκδώσει η ασταθής Κυβέρνηση των Tories. Από 27,5 ανήλθαν σε 32 (κλίμακα χρηματιστηρίου), μέσα σε ένα απόγευμα. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, κατέφθασε μια άμαξα με τρεις υποτιθέμενους ‘Γάλλους Βασιλόφρονες Αξιωματικούς’, οι όποιοι συνέβαλαν στην διάδοση της ψευδής φήμης. Στην πραγματικότητα, αυτοί ήταν οι Ralf Sandom, Alexander Macrae και Henry Lyte. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε τα αντίθετα και απέστειλε έναν αγγελιαφόρο να το αναγγείλει επίσημα μέσα στο Χρηματιστήριο. Έτσι, οι τιμές επανήλθαν στα φυσιολογικά τους επίπεδα. Στην συνέχεια, οργανώθηκε μια Υπό-επιτροπή, προκειμένου να ερευνήσει την απάτη. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι την στιγμή της ανόδου των τιμών στο Χρηματιστήριο οχτώ άνδρες είχαν πουλήσει υπέρογκα ποσά κρατικών χρεογράφων. Και αποδείχθηκε ότι αυτά τα άτομα διέδωσαν την ψευδή φήμη, καθώς το κίνητρο ήταν πειστικό. Στις 7 Μαρτίου του 1814 η Υπό-Επιτροπή του Χρηματιστηρίου προσέφερε αμοιβή 250 λιρών σε όποιον κατάφερε να βρει τον υποτιθέμενο "αντισυνταγματάρχη du Bourg" . Τελικά, ένας βαρκάρης βρήκε την κόκκινη στολή που φορούσε, όταν είχε μεταμφιεστεί σε Du Bourg και ο ράφτης Solomon, που του την είχε πουλήσει, τον αναγνώρισε. Στις 8/03/1814, ενώ προσπαθούσε να καταφύγει στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον συνέλαβαν με μια άλλη κατηγορία καθώς δεν είχαν αρκετές αποδείξεις για τη χρηματιστηριακή απάτη του. Στις 8 Ιουνίου, έγινε το δικαστήριο και με τους οχτώ άνδρες παρευρισκόμενους. Οι ένορκοι τούς κατέστησαν ένοχους και οι δύο από τους οχτώ άνδρες κατάφεραν να καταφύγουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά την απόφαση των ενόρκων περί ενοχής τους, υποστηρίζεται ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου Edward Law κράτησε ιδιαίτερα μεροληπτική στάση κατά τη διάρκεια της δίκης και επηρέασε σημαντικά την απόφαση των ενόρκων καθώς δεν τους έθετε απλώς τις ερωτήσεις αλλά τις απαντούσε κιόλας χωρίς να τους αφήνει το περιθώριο κρίνουν από μόνοι τους. Επιπλέον, στο δικαστήριο παραβρέθηκαν ο Νομικός Σύμβουλος του Ναυαρχείου, Ger-main Lavie, ως δικηγόρος του Χρηματιστηρίου, ο οποίος και ήταν αντίδικος του Κόχραν στο Ναυτοδικείο εναντίον του Gambier. Ο Κόχραν ισχυρίζονταν ότι οργανωτής αυτών των άδικων –ως προς αυτόν- διορισμών ήταν ο γραμματεύς του Ναυαρχείου John Wilson Crocker, ο οποίος ήταν παλιός εχθρός του, μέσα και έξω από το κοινοβούλιο. Ήταν, επομένως, λογικό οι δυο αυτοί άνδρες να επιθυμούν να καταστρέψουν την σταδιοδρομία του Κόχραν. Άδικο για αυτόν ήταν, επίσης, το γεγονός ότι οι μάρτυρες κατηγορίας, μερικοί από αυτούς δωροδοκημένοι, είχαν το προνόμιο από τον εισαγγελέα να καταθέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με τους μάρτυρες υπερασπίσεως, που δεν τους δίνονταν το ίδιο χρονικό περιθώριο. Τέλος, τα στοιχεία για την κατηγορία του ήταν επουσιώδη. Στηρίζονταν μόνο στην δοσοληψία των χρεογράφων και στην σχέση του Κόχραν με τους διαπιστωμένους συνωμότες. Αυτό που απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα το δικαστήριο ήταν το χρώμα της στολής του De Berenger, την ημέρα που επισκέφθηκε την οικεία του Κόχραν. Ο ίδιος, καθώς και οι υπηρέτες της οικείας του Κόχραν, υποστήριξαν ότι φορούσε πράσινη στολή, αλλά ο αμαξάς (William Crane) , ο οποίος τον μετέφερε στην οικεία, ορκίστηκε ότι η στολή που φορούσε ήταν κόκκινη. Εν τέλει, την δεύτερη ημέρα της δίκης, ο Πρόεδρος υποστήριξε ότι ο De Berenger έλεγε ψέματα και ότι η στολή ήταν κόκκινη. Ο Κόχραν προσέλαβε την καλύτερη και πιο έμπειρη ομάδα υπερασπίσεως. Αυτή αποτελούνταν από τον Ηenry Peter Brougham, που αργότερα έγινε Πρόεδρος Εφετών και πολιτικός, William Draper Best, βαρόνο του Wynford, που αργότερα έγινε Αρχιδικαστής πολιτικών δικαστηρίων και πολιτικός και James Scarlett, βαρόνο του Abinger, που αργότερα έγινε Υπουργός Δικαιοσύνης. Παρ’ όλα αυτά, λόγω λαθών τακτικής, όπως το γεγονός ότι τον συμβούλευσαν να μην πηγαίνει στο δικαστήριο, πυροδότησε νέες αφορμές για κατηγορίες εις βάρος του, κρίνοντας τον, τελικά, ένοχο. Στις 20 Ιουνίου του 1814, το δικαστήριο εξέδωσε την ποινή τους, η οποία συνοψίζεται στο παρακάτω κείμενο: «Όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 12 μηνών. Ο Κόχραν και ο BUTT σε πρόστιμο 1.000 λιρών. O Holloway σε πρόστιμο 500 λιρών. Επιπρόσθετα, ο Κόχραν, ο De Berenger και ο Butt να υποστούν την εξευτελιστική τιμωρία να σταθούν μία φορά και επί μία ώρα μόνον επάνω στο ικρίωμα του ‘Pillory’». Μετά, όμως, την υποστήριξη του Κόχραν από τον Βουλευτή Sir Francis Βurdett και την προθυμία του να επιτελέσει και αυτός την ποινή του ‘Pillory’ μαζί με τον Κόχραν, καθώς και από φόβο οχλαγωγικών εκδηλώσεων συμπάθειας προς τον αυτόν, το δικαστήριο απέσυρε την εξευτελιστική ποινή του ‘Pillory’, όχι μόνο για τον Κόχραν αλλά και για κάθε ένοχο που θα δικαζόταν.

Στις 5 Ιουλίου του 1814, παρά την παθιασμένη ομιλία του εκδιώχθηκε από την Βουλή με 144 ψήφους εναντίον και 44 υπέρ του και ακολούθησαν επαναληπτικές εκλογές με στόχο την αναπλήρωση της έδρας του, που κατείχε στην εκλογική περιφέρεια του Westminster. Με την υποστήριξη του λαού, παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να ανακτήσει την θέση του στο κοινοβούλιο, στις 16 Ιουλίου.

Παρ’ όλα αυτά, δεν γλίτωσε την διαμονή του στην πολυτελής φυλακή ‘King’s Bench’. Μετά την παραμονή των εννιά μηνών του εκεί, λόγω της παρότρυνσης του φίλου του Cobbett, επιχείρησε να αποδράσει και τα κατάφερε. Δυο εβδομάδες μετά, εμφανίστηκε στο Κοινοβούλιο και συλλήφθηκε από την Αστυνομία, ξαναστάλθηκε στην φυλακή όπου και επιτέλεσε ολόκληρη την ποινή του. Εκεί, αρρώστησε παρουσιάζοντας συμπτώματα τύφου και αναγκάστηκε να πληρώσει το πρόστιμο των 1000 λιρών προκειμένου να βγει (3/07/1815). Όταν βγήκε, το μόνο που ήθελε ήταν να μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του. Τον Αύγουστο του1815, τον κάλεσαν να μεταβεί στην επαρχιακή πόλη Guildford, για να παρουσιαστεί ενώπιον του μεταβατικού ποινικού δικαστηρίου (Court of Assize), με την κατηγορία της αποδράσεως. Τον έστειλαν εκεί μακριά έτσι ώστε να αποφύγουν οχλοκρατικές διαδηλώσεις. Τελικά, αποφασίστηκε ότι η αρχική ποινή ήταν αρκετή και ο δικαστής του επέβαλε απλά ένα πρόστιμο 100 λιρών. Ο ίδιος αρνήθηκε να το πληρώσει αλλά οι ψηφοφόροι του κατάφεραν να μαζέψουν με έρανο το προαναφερόμενο ποσό. Το θέμα περί ενοχής ή αθωότητας του Τόμας Κόχραν απασχόλησε πολλούς νομικούς. Κατά τον 19ο αιώνα, τρεις Lord Chancellors, που σημαίνει είτε «Πρόεδροι Βουλής των Λόρδων» είτε «Πρόεδροι Εφετών», κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι βάση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ο Κόχραν δεν έπρεπε να καταδικαστεί. Ο ίδιος, σε όλη την μετέπειτα ζωή του, έκανε προσπάθειες να αποδείξει την αθωότητα του και να αποκαταστήσει την τιμή και την φήμη του.

IV. Η ανάμειξή του σε δάνειο της Ελλάδας

Η κυβέρνηση της Ελλάδας αποφάσισε να συναφτούν δυο εσωτερικά δάνεια, το ένα για 5.000.000 τουρκικά πιάστρα, και το δεύτερο για 2.000.000 πιάστρα. Επειδή όμως κανείς δεν έδειξε προθυμία ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, με διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1822, το πρώτο, των πέντε εκατομμυρίων, κηρύχτηκε αναγκαστικό δάνειο και υποχρεώθηκαν να το καλύψουν ο κλήρος, οι έμποροι, όσοι είχαν ακίνητα και γενικά όλοι οι πλούσιοι. Αλλά όταν αποδείχτηκε ότι και το αναγκαστικό αυτό δάνειο δεν επαρκούσε για να καλυφτούν οι άμεσες ανάγκες, αποφασίστηκε στις 9 Μαρτίου 1822 να συναφτεί ένα εξωτερικό δάνειο από 1.000.000 ισπανικά τάληρα. Μόνον όμως ύστερα από δυο χρόνια, επί κυβερνήσεως Γεωργίου Κουντουριώτη και με τη μεσολάβηση του φίλου του Μαυροκορδάτου, οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σ' ένα αποτέλεσμα. Πήγε στο Λονδίνο μια επιτροπή, από το γαμπρό του Κουντουριώτη, Ιωάννη Ορλάνδο, και δυο άλλους ανθρώπους του Μαυροκορδάτου, τον Ανδρέα Λουριώτη και τον Ιωάννη Ζαΐμη, και όταν αποτραβήχτηκε ο Ζαΐμης τον αντικατέστησε ο Σπανιολάκης. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, η επιτροπή έκλεισε συμφωνία για δύο δάνεια, το ένα πίσω απ' τ' άλλο, το πρώτο με 59% και το δεύτερο με 55%. Εκτός του ότι τα δάνεια αυτά συνομολογήθηκαν με τόσο δυσμενείς όρους, καταβλήθηκαν επιπλέον πρωτάκουστα ποσά για προμήθειες. Από τα δάνεια αυτά, το κράτος βρέθηκε χρεωμένο με 2.400.000 λίρες στερλίνες, ενώ η Αμερική πήρε 700.000 ισπανικά πιάστρα για μια μοναδική φρεγάτα, για ένα ατμόπλοιο όπου ξοδεύτηκαν 150.000 λίρες στερλίνες ενώ 36.000 λίρες στερλίνες πήρε ο λόρδος Κόχραν.

Τα στοιχεία για το πρώτο σκάνδαλο εξοπλισμών προέρχονται από το βιβλίο "Ιστορία των Εθνικών Δανείων" του καθηγητή Δημόσιας Οικονομίας Α. Ανδρεάδη που εκδόθηκε το 1904.
Ανάγκη υπήρξε ακόμα να μοιραστούν δώρα σε φιλέλληνες να κρατηθούν οδοιπορικά, ναύλοι και να πληρωθούν εφημερίδες. Ο λόρδος Κόχραν προσλήφθηκε ναύαρχος των Ελλήνων με μισθό. Και μόνο η πρόσληψή του, επειδή είχε πολεμικές περγαμηνές στη Βραζιλία, έφτασε για να υψωθούν οι τιμές των ελληνικών χρεογράφων και να κερδοσκοπήσουν οι Ρίκορντ. Ο Κόχραν πήρε 37.000 λίρες και άφησε σ' ένα ναυπηγείο έξι βραδυκίνητα ατμόπλοια, που τα είχε παραγγείλει η Αιγυπτιακή κυβέρνηση και αρνήθηκε να τα παραλάβει εξ αιτίας της κακής κατασκευής τους. Οι τιμές που συμφωνήθηκαν ήταν 130.000 λίρες, με τον όρο να βρίσκονται στην Ελλάδα στα τέλη του 1825. Όμως ένα μόνο κατάφερε να καταπλεύσει, η «Καρτερία», το φθινόπωρο του 1826· άλλα δυο έφτασαν στα 1827 και τα τρία υπόλοιπα, διαλύθηκαν για παλιοσίδερα στα ναυπηγεία του Λονδίνου. Ο Κόχραν μόλις την άνοιξη του 1827 έφθασε στην Ελλάδα. Εκτός τούτου στάλθηκε στην Αμερική ένας Γάλλος στρατηγός του ιππικού ονομαζόμενος Παλεμάν, ο οποίος έλαβε εντολή, αφού πληρώθηκε, να παραγγείλει εκεί δυο φρεγάτες για λογαριασμό της Ελληνικής κυβερνήσεως. Αν και η τιμή τους ορίστηκε σε 160.000 λίρες, οι ληστρικοί οίκοι που ανέλαβαν την κατασκευή τους απαίτησαν τα διπλά κι έτσι άρχιζαν να ετοιμάζουν τα πλοία. Επειδή μάλιστα ο ένας οίκος κινδύνευε να χρεοκοπήσει οι αντιπρόσωποι Παλεμάν και Κοντόσταυλος ευχαριστήθηκαν παραλαβαίνοντας μόνο τη μία, που ονομάστηκε «Ελλάς» και κατέπλευσε στην Ελλάδα τέλη του 1826.

Αλλά ούτε και το υπόλοιπο των δανείων παραδόθηκε έγκαιρα και πρόθυμα στην Ελλάδα. Η πρώτη δόση του δανείου από 80.000 λίρες έμεινε στη Ζάκυνθο και δεν παραδινόταν στην Κυβέρνηση, γιατί ο Μπάϋρον, που απαιτούνταν η εντολή του, είχε πια πεθάνει, η κυβέρνηση παρενέβαλε προσκόμματα για την εξαγωγή του. Μόλις στα τέλη του 1824 στάλθηκε από το Λονδίνο η εντολή να παραδοθεί.

V. Οι εφευρέσεις του

Ο Τόμας Κόχραν υπήρξε υποστηρικτής των νέων τεχνολογικών μέσων και μεθόδων. Ως απόρροια αυτού, ο ίδιος αποφάσισε να εφεύρει πολλά από αυτά. Το κίνητρο για την επινόηση αυτών δόθηκε από τον πατέρα του, ο οποίος κατείχε μία βιοτεχνία που πραγματοποιούσε έρευνες και παραγωγή διαφόρων υποπροϊόντων του άνθρακος και προμήθευε πίσσα και βερνίκι στο Ναυτικό μέχρι που η αγορά του σταμάτησε. Έτσι, η πλειονότητα των ιδεών του Κόχραν αφορούσαν τη ναυτιλία. Εκείνη την εποχή, στις νηοπομπές τα προπορευόμενα καράβια χρησιμοποιούσαν φανάρια με σκοπό την ακολουθία τους από τους επόμενους. Το 1805 ο Κόχραν έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού για την κατασκευή ενός εξειδικευμένου και προηγμένου φαναριού με στόχο την αποφυγή του διασκορπισμού των πλοίων κατά τις νυχτερινές ώρες. Έστειλε την επιστολή με όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία, όμως καθώς είχε προηγηθεί μία απάτη στο Χρηματιστήριο της οποίας υπεύθυνος ήταν ο Κόχραν, η αίτησή του απορρίφθηκε. Λίγες μέρες μετά ξανά έστειλε την επιστολή του, αλλάζοντας το όνομα, και τελικά κέρδισε τον διαγωνισμό και το βραβείο των 50 λιρών.

εφευρέσεις
Το 1812 πρότεινε να επιτίθενται σε λιμένες οχυρωμένους και μη με συνδυασμό βομβαρδιστικών, εκρηκτικών πλοίων και εκτοξεύσεων χημικών αερίων. Μετά το νυχτερινό βομβαρδισμό και έκρηξη του λιμένος θα ακολουθούσε η απόβαση των στρατευμάτων. Παρά τη συνεχή προώθηση των ιδεών του από τον ίδιο, το Ναυαρχείο αρνούνταν να τις υλοποιήσει. Ταυτοχρόνως, μία άλλη από τις ιδέες του ήταν το προπέτασμα καπνού, το οποίο και διατηρήθηκε κρυφό μέχρι το 1914. Το 1818 μαζί με τον μηχανικό Marc Isambard Brunel ανέλαβαν την ενίσχυση της σήραγγος στο Blackwall κάτω από τον ποταμό Τάμεση. Το 1820 έφτασε στη Χιλή το πρωτοποριακό πλοίο Rising Star ή Sun, το οποίο είχε κατασκευασθεί υπό τις οδηγίες του Κόχραν. Διέθετε πλήρη ιστιοφορία, 2 μηχανές 45 ιππών, 2 τσιμινιέρες και ανασυρρόμενο εσωτερικό τροχό.

Κατά τη δεκαετία του 1830 ο Κόχραν πειραματιζόταν με την περιστροφική μηχανή και την έλικα. Το 1851 έλαβε την πατέντα ατμοπλοίων με κάυσιμο την άσφαλτο, για την οποία βελτίωσή τους δαπάνησε περίπου 15.000 λίρες. Παρά τις επιτυχίες του με το πλοίο "Καρτερία" ο Υπουργός Ναυτικών δεν ενέκρινε τη διάδοση της ιδέας του Κόχραν. Ένα άλλο σχέδιο πάνω στο οποίο δούλευε ο Κόχραν και αναζητούσε πελάτες ήταν το Mosquito Fleet, το οποίο συνδύαζε μία πρώιμη μορφή των μελλοντικών ταχέων τορπιροβόλων και κανονιοφόρων.

Καρτερία
Στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856) το Ναυαρχείο Το 1857 έγινε επίτιμο μέλος στο Ίδρυμα Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας. Συνέχισε με τη γραφή μελετών και χάραξη σχεδίων τα οποία δεν κατείχαν απαραίτητα ναυτικό ή στρατιωτικό χαρακτήρα. Μερικά παραδείγματα αυτών αποτελούν οι ιδέες του για πολιτικές εφαρμογές όπως ο φωτισμός των δρόμων και η εγκατάσταση σωληνώσεων μεταφοράς υγρών.

Μερικές από τις ιδέες του υλοποιήθηκαν από κάποιους άλλους ακόμη και δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Ένα γνωστό σε όλους παράδειγμα είναι η χρήση πεπιεσμένου αέρος, τα σημερινά κομπρεσέρ, η οποία και χρησιμοποιήθηκε για τη διάνοιξη της σήραγγος κάτω από τον ποταμό Hudson στη Νέα Υόρκη.

VI. Ο γάμος και τα παιδιά του

Το 1812, παντρεύτηκε την Katherine Cochrane Frances Corbet Barnes, μια ορφανή κοπέλα, η οποία ήταν περίπου είκοσι χρόνια νεότερή του.Ο Κόχραν νυμφεύθηκε με πολιτικό γάμο, λόγω διαφωνιών που εξέφρασε ο θείος του Τόμας Κόχραν. Εξαιτίας της καταγωγής της κοπέλας, ο πλούσιος θείος του, Βασίλειος, αποκλήρωσε τον ανιψιό του λόγω της απόφασής του να παντρευτεί κοπέλα τέτοιας καταγωγής.Η Katherine αποκαλούνταν από τον Κόχραν, συχνά, «Kate», «Kitty» ή «ποντικάκι» σε επιστολές του προς αυτή. Ο Cochrane και η Katharine ξαναπαντρεύτηκαν σε Αγγλικανική Εκκλησία το 1818, και στην Εκκλησία της Σκωτίας το 1825. Απέκτησαν έξι παιδιά :
Thomas Burns Cochrane, 11ος Κόμης του Dundonald
William Horatio Bernardo Cochrane, αξιωματικός, 92η Gordon Highlanders
Elizabeth Katharine Cochrane, πέθανε στα πρώτα της γενέθλια
Katherine Elizabeth Cochrane
Sir Arthur Oklant Leopold Pedro Cochrane KCB (Διοικητής του HMS Νίγηρα )
Captain Ernest Gray Lambton Cochrane RN ( υψηλός σερίφης Donegal )

VII. Ο διορισμός του ως αρχηγού του ελληνικού στόλου

Ο Τόμας Κόχραν διορίζεται, από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, με διάταγμά της την 3η Απριλίου, αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη. Αρχιστράτηγος, για τον στρατό της ξηράς, ορίζεται ο Άγγλος στρατηγός Ρίτσαρντ Τσάρλς στη θέση του Καραϊσκάκη. Η τετραρχία έπεισε την ελληνική αντιπροσωπεία να υπογράψει συμβόλαιο με τον Κόχραν, σύμφωνα με το οποίο θα εισέπραττε αμοιβή 57.000 λιρών.Ο Κόχραν δέχτηκε την πρόσκληση από την Ελλάδα για την ανάληψη της διοίκησης των θαλάσσιων δυνάμεών της, αποβλέποντας σε μια επικερδή σταδιοδρομία. Έτσι διορίστηκε ναύαρχος όλου του ξένου επικουρικού στόλου. (ο όρος επικουρικός αποδόθηκε για διπλωματικούς λόγους, καθώς ο στόλος περιλάμβανε ατμοκίνητα πλοία τα οποία ναυπηγούνταν στην Αγγλία.)
Χειρόγραφος Πίνακας με τα ονόματα των Φιλελλήνων

Το 1827 ο Κόχραν κατέπλευσε στον Πόρο, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Αφού ορκίστηκε, ανέλαβε τα καθήκοντα του στολάρχου, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να σημειώσει αξιόλογες επιτυχίες κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα.

Η συμπεριφορά του, εξάλλου, προς την ελληνική κυβέρνηση υπήρξε ανάρμοστη και αλαζονική, αφού δεν συμμορφωνόταν με τις διαταγές της και δε λάμβανε υπόψη του τη γνώμη των άλλων ναυάρχων. Επιπλέον, έφυγε τελείως απρόοπτα από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1827 και επέστρεψε έπειτα από έξι μήνες, προκειμένου να τακτοποιήσει τις οικονομικές υποθέσεις του.

Για τους δύο Άγγλους στρατιωτικούς γράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας: Οι δύο ούτοι διορισθέντες αρχηγοί επί των κατά ξηράν και θάλασσαν ελληνικών δυνάμεων, αντί να επιφέρουν όφελος, έφεραν βλάβην, μάλιστα ο του στόλου (εννοεί τον Κόχραν) έγινεν αίτιος της φθοράς τόσου στρατού και τόσων αρχηγών, ώστε τοσούτοι δεν εχάθησαν εν όλη την επαναστάσει…

Ο Καραϊσκάκης μετά των Ελλήνων ήξευρε να πολεμή τους εχθρούς. Αυτός εδείχθη παντού νικητής, αλλ’ ατυχώς την εξουσία αυτού την ανέθεσαν εις άλλον, και απ’ αυτόν πάλιν την εσφετερίσθη θαλάσσιον άπειρος των μαχών των Οθωμανών, και ούτως απωλέσθησαν τόσοι άριστοι αρχηγοί της Ελλάδος, το άνθος του στρατού, και η Ακρόπολις αυτή.

VIII. Η δράση του στην ελληνική επανάσταση

Μετά το σπάσιμο των αλυσίδων της τουρκικής σκλαβιάς και τη διαμόρφωση των κομμάτων, αποφασίστηκε από τους αρχηγούς των κομμάτων (γαλλικό, αγγλικό, ρωσικό), μετά από οξύτατες αντιπαραθέσεις να συνεδριάσει η Εθνοσυνέλευση στο χωριό Δαμαλά της Τροιζήνας (Γ' Εθνοσυνέλευση ή Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας 19 Μαρτίου- 5 Μαΐου 1827). Μία από τις πρώτες πράξεις της νέας συνέλευσης υπήρξε η ανάθεση της αρχιναυαρχίας στο λόρδο Κόχραν. Ο Μιαούλης του παρέδωσε τη φρεγάτα «Ελλάδα» και πρώτος τάχθηκε υπό τις διαταγές του Άγγλου ναυάρχου.

Richard Church
Στις 15 Απριλίου διορίστηκε αρχιστράτηγος ο Τσωρτς, αλλά ο Κολοκοτρώνης δεν υποτάχθηκε με την ίδια προθυμία του Μιαούλη. Στο μεταξύ, είχαν ανατείλει ταραχώδεις ημέρες, γιατί πρόβαλε στη μέση το ζήτημα της εκλογής του Κυβερνήτη και ο φατριασμός αναρριπίστηκε. Μόλις ακούστηκε το όνομα του Καποδίστρια , οι Υδραίοι πρώτοι σηκώθηκαν και εγκατέλειψαν το χώρο των συνεδριάσεων. Ωστόσο, χάρη στις ενέργειες του Κολοκοτρώνη, τόσο ο Άγγλος ναύαρχος Χάμιλτον, όσο και οι Κόχραν και Τσωρτς εκφράστηκαν υπέρ της εκλογής του Καποδίστρια. Έτσι, στις 11 Απριλίου 1827 η Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Καποδίστρια αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβερνήτης) για επτά χρόνια.

Μία από τις πρώτες του ενέργειες μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ελληνικού στόλου ήταν να συγκροτήσει εκστρατεία στην Αίγυπτο, για να καταστρέψει τον στόλο του Μοχάμετ Άλι. Πίστευε ότι, αν το επιτύγχανε, θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον Ιμπραήμ, που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων στην Πελοπόννησο. Η αφορμή δόθηκε από μια ανώνυμη επιστολή, γραμμένη στα ιταλικά, που έφθασε στην Ύδρα από την Αλεξάνδρεια και προειδοποιούσε ότι στα τέλη Μαΐου τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία θα ένωναν τις δυνάμεις τους, για να καταλάβουν την Ύδρα. Ο ανώνυμος επιστολογράφος καλούσε τους Έλληνες να μην πτοηθούν, αλλά να δράσουν άμεσα, γιατί ο αιγυπτιακός στόλος παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα. Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε ο παρορμητικός Κόχραν για μια εντυπωσιακή επιχείρηση, που θα αναστήλωνε το γόητρό του μετά τις καταστροφικές για τους Έλληνες μάχες του Φαλήρου (23 Απριλίου 1827) και Αναλάτου (24 Απριλίου 1827).

Οι πρώτες του ενέργειες μετά την εκλογή του
Αρχικά ασχολήθηκε εντατικά με το στόλο του. Θέλησε να επέμβει στην κατασκευή των πλοίων , εφαρμόζοντας σε αυτά ένα νέο σύστημα μηχανών που είχε εφεύρει ο ίδιος. Κάτι τέτοιο, όμως, προϋπέθετε τροποποιήσεις στα ήδη ημιτελή σκάφη τα οποία, όπως αποδείχτηκε από το αποτέλεσμα, δεν έγιναν καθόλου ή δεν έγιναν όπως έπρεπε. Συνολικά δαπανήθηκαν 160.000 λίρες για έξι πλοία (μαζί με την αμοιβή του Κόχραν), από τα οποία μόνο το ένα πρόλαβε να πολεμήσει .

πολιορκία της ακρoπολης
Η πολιορκία της Ακρόπολης
Το ενδιαφέρον της νέας κυβέρνησης απορρόφησε η δοκιμαζόμενη Αττική. Η νικηφόρα έκβαση των τελευταίων μαχών του Καραϊσκάκη είχε εμπνεύσει εμπιστοσύνη δημιουργώντας ελπίδες για την απελευθέρωση της Ακρόπολης. Η συνέλευση διακήρυξε ότι το αδιαίρετο ελληνικό κράτος επρόκειτο να αποτελέσουν όλες οι επαρχίες που σήκωσαν τα όπλα. Ο Κόχραν και ο Τσωρτς πρότειναν αμέσως μεγάλη εκστρατεία για τη λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης. Ο Κόχραν έβγαλε προκήρυξη που διαβεβαίωνε ότι ο πόλεμος θα μεταφερόταν γρήγορα σε τουρκικό έδαφος και ότι η σημαία του σταυρού θα κυμάτιζε και πάλι στην Αγία Σοφία. Έτσι, έχοντας πεποίθηση στα λόγια του Κόχραν, άρχισαν από παντού να μαζεύονται οι εθελοντές (Μέχρι τα τέλη Απριλίου ο ελληνικός στρατός στην Αττική είχε φτάσει τους 10000 άνδρες.) Ωστόσο, μεγάλη έριδα είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους Έλληνες αρχηγούς και στους δύο ανώτατους φιλέλληνες ως προς το σχέδιο της εκστρατείας. Ο Καραϊσκάκης είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να παρατήσουν τα σχέδια περί λύσης της πολιορκίας της Ακρόπολης και να δράσουν στα νώτα του Κιουταχή από τις Θερμοπύλες ή τον Ωρωπό, ώστε να αποκόψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να τους αναγκάσουν σε λιμοκτονία (σκόπευε να περικυκλώσει τον εχθρό με ταμπούρια και επιδρομές , διότι γνωρίζοντας ότι το έδαφος από την παραλία ως την Ακρόπολη ήταν άδενδρο και ομαλό, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια βιαστική ενέργεια θα άφηνε το στράτευμα εκτεθειμένο στο τουρκικό πυροβολικό και ιππικό, για πάνω από οχτώ χιλιόμετρα και μια πανωλεθρία τέτοιου μεγέθους θα ήταν το τέλος της Ακρόπολης, αλλά και της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα.) Ο Άγγλος αρχιστράτηγος όμως ζητούσε κατά μέτωπο επίθεση και επέμενε απειλώντας με αποχώρηση από την Ελλάδα, οπότε ο Καραϊσκάκης δέχθηκε, τελικά, η κίνηση του στρατεύματος από την παραλία προς την πεδιάδα των Ελαιώνων και το λόφο των Μουσών να γίνει το βράδυ μεταξύ 23 και 24 Απριλίου.

Ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε θανάσιμα σε μια τυχαία αψιμαχία με ένα απόσπασμα τουρκικού ιππικού την 21 Απριλίου και πέθανε δύο μέρες αργότερα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε βγει με το επιτελείο του για να κάνουν αναγνώριση του εδάφους πριν τη μεγάλη επίθεση.

Όπως είχε προβλέψει, ο Καραϊσκάκης, τα ελληνικά στρατεύματα, ακάλυπτα στο ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν βαριές απώλειες πριν καν αποκτήσουν επαφή με τις οχυρώσεις της Ακρόπολης. Το σχέδιο των Κόχραν-Τσωρτς οδήγησε σε μια από τις μεγαλύτερες ήττες της ελληνικής επανάστασης. Αποτέλεσμα της ήττας στη μάχη του Ανάλατου-Φαλήρου ήταν η εκκένωση της Αττικής από τα επαναστατικά στρατεύματα και η τελική παράδοση της Ακρόπολης, παρά τη 10μηνη άμυνα και τις τόσες απώλειες πολεμιστών.

Η εκστρατεία στο Φάληρο
Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη που έφερε γενικό πένθος στο στρατό, ο Κόχραν κάλεσε συμβούλιο (5 Μαΐου) με τους παρευρίσκοντες να μην επιθυμούν την επίθεση. Ο Κόχραν θύμωσε και απείλησε ότι θα έφευγε με το στόλο, αν δεν αποτολμούσαν την επίθεση και έτσι η επιχείρηση ορίστηκε τελικά στις 6 Μαΐου. Το βράδυ της 5ης Μαΐου άρχισε η επιβίβαση στο Φάληρο των σωμάτων των Νοταρά, Μακρυγιάννη και Βάσου, ενώ ο Τζάβελλας θα βάδιζε από τον ελαιώνα στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι, «οι δύο άγγλοι αρχηγοί λησμονώντας τα ηχηρά λόγια τους, έμειναν στα καράβια και δεν ντράπηκαν να αφήσουν στην τύχη τους τους αποβιβασθέντες.»

Περί την ανατολή του ηλίου, το σώμα της προφυλακής των Ελλήνων είχε φτάσει μπροστά στο λόφο του Μουσείου, ενώ οι γραμμές του έφτασαν ως το Φάληρο σε έκταση 8 χιλιομέτρων. Ο Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι αναφέρει χαρακτηριστικά : «Ο Κιουταχής, που δεν μπορούσε στην αρχή να πιστέψει τη βλακεία του σχεδίου των άγγλων Κόχραν και Τσωρτς, δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την περίσταση και όρμησε εναντίον των ελληνικών προφυλακών ανάμεσα στο λόφο Μουσείου και το ναό του Ολυμπίου Διός.» Φοβερή καταστροφή επακολούθησε και οι έλληνες τράπηκαν σε φυγή διωκόμενοι από το εχθρικό ιππικό. Ο Κόχραν και ο Τσωρτς μόλις πρόλαβαν να πηδήξουν στις βάρκες, ενώ το πλήθος του στρατού συνωθούνταν στην παραλία και μόλις μετά βίας κατορθώθηκε, με την προστασία των πυροβόλων, να το επιβιβάσουν στα πλοία. Η ήττα αυτή ήταν από τις πιο αιματηρές απ’ όσες υπέστησαν οι έλληνες κατά τη διάρκεια του αγώνα, δεδομένου ότι χάθηκαν 1500 μαχητές, μεταξύ αυτών οι Νοταράς, Βέικος, Τζαβέλλας, Φωτομάρας και Ιγγλέσης.

Η Δεύτερη Ναυτική Εκστρατεία στην Αίγυπτο
Η εκστρατεία στην Αλεξάνδρεια
Ενώ ο πόλεμος του Κολοκοτρώνη μαινόταν στο Μοριά, ο Κόχραν θέλησε να εξαλείψει την αποτυχία του στην Αττική μ’ ένα τολμηρό κατόρθωμα, σύμφωνα με τον Καρλ Μέντελσον –Μπαρτόλντι. Αποφάσισε λοιπόν να πλεύσει στην Αλεξάνδρεια και να χτυπήσει το ναύσταθμο του Μεχμέτ Αλή. Συγκέντρωσε 22 πλοία και 8 πυρπολικά και με ναυαρχίδα την «Ελλάδα» ανοίχτηκε στις 10 Ιουνίου. Το βράδυ της 16ης έφτασε στην Αλεξάνδρεια και ύψωσε την αυστριακή σημαία για να ξεγελάσει τη φρουρά της βάσης. Στην αρχή το στράτευμα πέτυχε, αλλά μόλις μπήκε πια στο λιμάνι και είδε ότι δεν τον ακολουθούσαν τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία, δείλιασε και ανέκρουσε πρύμαν για τον Πόρο, καταδιωκόμενος από τον αιγυπτιακό στόλο. Ύστερα από την αποτυχία του αυτή, ο Κόχραν έχασε, σύμφωνα με τον ιστορικό, «και το τελευταίο ίχνος υπόληψης και οι βραζιλιανές του δάφνες φυλλορρόησαν εντελώς.

Η ναυαρχίδα Ελλάς
Η εκστρατεία για τον ξεσηκωμό της Δ.Ελλάδας και την ανακατάληψη του Μεσολογγίου που εμποδίστηκε
Στο Φθινόπωρο της επανάστασης άρχισαν να αναθάλλουν οι ιδέες που βλάστησαν κατά την άνοιξη της. Οι Έλληνες θέλησαν να επεκταθούν σε μεγαλύτερο μέρος της χώρας, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν διάφορες εκστρατείες για το σκοπό αυτό. Ο Κόχραν ξεκίνησε με 23 πλοία για την πραγμάτωση της εκστρατείας που αφορούσε τον ξεσηκωμό της Δ. Ελλάδας και την ανακατάληψη του Μεσολογγίου, αλλά ο Κόδριγκτον τον εμπόδισε. Έτσι αφού κανονιοβόλησε το Βασιλάδι, ο Άγγλος ναύαρχος επέστρεψε στη Σύρο .

Τελικός απολογισμός των μαχών που έλαβε μέρος ο Κόχραν
Τελικός απολογισμός της δεκάμηνης παραμονής του στην Ελλάδα: Εκτός από το μισθό του, τις τριάντα επτά χιλιάδες λίρες που του δόθηκαν, άφησε πίσω του πάνω από 3.000 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους, ανυπολόγιστες υλικές ζημίες, στάχτη και αίμα. «Απ' αυτόν περίμεναν πολλά, αν και μέχρι τέλους δεν έκαμε τίποτε».

IX. Μετά την Ελληνική Επανάσταση

Έξι μήνες μετά, οκτώ ημέρες πριν έρθει ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τέλος Δεκεμβρίου 1827, αποφάσισε να φύγει, χωρίς να ειδοποιήσει την Κυβέρνηση, αφού είχε λάβει 37.000 λίρες. Προκειμένου να μην του ζητήσει το ελληνικό δημόσιο πίσω τα λεφτά, αφού "έσπασε" το συμβόλαιο, προσποιήθηκε ότι παραιτείται από τις υπόλοιπες 20.000 λίρες. Ο Καποδίστριας χειρίστηκε διπλωματικά το θέμα, ώστε να αποφύγει τη διηνεκή ανάμειξη του Κόχραν στα ναυτικά ζητήματα της Ελλάδας. Ο Καποδίστριας ανακοίνωσε στους αξιωματικούς του Ελληνικού Ναυτικού ότι «εγκατέλειψε την Ελλάδα άνευ διαταγής ή αδείας της Κυβερνήσεως, αυτός ό άδρώς μισθωθείς και τους μισθούς λαβών εκ προκαταβολής...».

Ο φόρος τιμής που δόθηκε στον Κόχραν από το ελληνικό κράτος
Ο Δήμος Αθηναίων αφιέρωσε δρόμο με το όνομα του, όπως και του Τσωρτς.

X. Η οικογένεια του
Ο Κόχραν έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Culross, 
όπου ζούσε η οικογένειά του

Ο Κόχραν ήταν γιος του Archibald Cochrane, ο οποίος ήταν 9ος κόμης του Dundonald, και της Άννας Gilchrist, η οποία ήταν κόρη του Τζέιμς Gilchrist και της Άννας Ρόμπερτον. Ο Κόχραν είχε έξι αδέλφια. Οι δύο υπηρέτησαν με διάκριση στο στρατιωτικό. Αυτοί ήταν ο William Erskine Cochrane της 15ης φρουράς Dragoon, ο οποίος υπηρέτησε κάτω από το Sir John Moore και έφτασε το βαθμό του ταγματάρχη και ο Archibald Cochrane, ο οποίος έγινε καπετάνιος στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο Κόχραν καταγόταν από την Σκωτία. Και οι δύο γονείς του προέρχονταν από αριστοκρατική οικογένεια, με στρατιωτική θητεία. Ο Κόχραν έχει συνονόματο ξάδελφο τον έκτο γιο του θείου του ( Sir ναυάρχων Αλέξανδρος Cochrane), τον Sir Thomas John Cochrane. Thomas Cochrane είχε μια ναυτική σταδιοδρομία [4] και διορίστηκε ως Κυβερνήτης της Νέας Γης και αργότερα Αντιναύαρχος του Ηνωμένου Βασιλείου. Το 1793, η οικογενειακή περιουσία είχε δαπανηθεί και το οικογενειακό κτήμα είχε πωληθεί για την κάλυψη των χρεών.

XI. Ταφή και μνημόσυνο

Ο Λόρδος Κόχραν, ως 10ος κόμης του Dundonald και 1ος Μαρκήσιος του Maranhão, κηδεύτηκε στο Westminster Abbey. Ο επιτάφιος του, γραμμένος από τον Sir Lyon Playfair, έχει ως εξής: «Εδώ έγκειται στο 85ο έτος Thomas Cochrane Δέκατη του κόμη του Dundonald του Paisley και του Ochiltree στο σώμα ευπατριδών της Σκωτίας Μαρκήσιος του Marenham στην Αυτοκρατορία της Βραζιλίας ΕΚΒ και ναύαρχος του στόλου, που με την εμπιστοσύνη και την ευφυΐα του, την επιστήμη του και εξαιρετική τόλμη εμπνευσμένη από ηρωική προσπάθεια του για την υπόθεση της ελευθερίας και splended τις υπηρεσίες του όσο για την ίδια του τη χώρα, την Ελλάδα, τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού πέτυχε όνομα επιφανούς σε όλο τον κόσμο για το θάρρος, ο πατριωτισμός και των ηρώων. Γεννήθηκε 14 Δεκεμβρίου 1775. Πέθανε 31 Οκτωβρίου του 1860 »

XII. Με έμπνευση τη ζωή του
With Cochrane the Dauntless
Για πρώτη φορά εμφανίζεται σε ένα μυθιστόρημα, στο GA Henty 's, με τίτλο Με τον Ατρόμητο With Cochrane the Dauntless(1897). Ακόμη πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα "Ο Κύριος Θάλασσα" (αρχικά Ο Αντιπλοίαρχος ) του Showell Styles, πρωταγωνιστεί ο Λόρδος Κόχραν. Επίσης είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος του Sharpe's Devil του Bernard Cornwell, που ανήκουν στη εποχή του 1821 και περιγράφεται η επίθεση του Κόχραν στο λιμάνι της Χιλής, Valdivia. Ένα ακόμη μυθιστόρημα στο οποίο έχει δευτερεύοντα ρόλο και το οποίο μιλάει για τις επαναστάσεις της Νότιας Αμερικής είναι το Manuela του Gregory Kauffman Ένα άλλο μυθιστόρημα το Flashman and the Seawolf, του Robert Brightwell, βασίζεται στην αρχή της σταδιοδρομίας του Κόχραν. Και η συλλογή του 1967 με ποιήματα του Pablo Nerouda με τίτλο "Λόρδος Cochrane de Chile", είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του. Η καριέρα του, όμως, ενέπνευσε και μια σειρά από συγγραφείς ναυτικών ιστοριών φαντασίας. Η πρώτη τέτοια ιστορία ήταν του καπετάνιου Frederick Marryat, ο οποίος είχε υπηρετήσει κάτω από αυτόν ως δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού και δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1829. Τον 20ο αιώνα, το μυθιστορήματα του CS Forester με πρωταγωνιστή τον Horatio Hornblower και το μυθιστόρημα του Patrik O'Brin με πρωταγωνιστή τον Jack Aubrey στη σειρά μυθιστορημάτων Aubrey-Maturin είχαν ως βασικό κορμό τα κατορθώματα.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/