Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Το ευρωπαϊκό όχημα στο γερμανικό μονόδρομο

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΕΠΙΚΑΙΡΑ" 
(Τεύχος 213), ημέρα Παρασκευή, την 27η Δεκεμβρίου 2013, συντάχθηκε από τον κ. Προκόπη Παυλόπουλο. 
Το ευρωπαϊκό όχημα στο γερμανικό μονόδρομο

του Προκόπη Παυλόπουλου, βουλευτή, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο ευρωπαϊκός ουρανός καλύπτεται, ολοένα και περισσότερο, από τ’ απειλητικά σύννεφα της οικονομικής καταιγίδας που απειλεί αυτό τούτο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Το οποίο ήδη έχει ραγίσει επικίνδυνα, αναδεικνύοντας το βαθύ χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά –στην πραγματικότητα μεταξύ Γερμανίας– κι ευρωπαϊκού Νότου. Χάσμα προεχόντως οικονομικό, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη λεόντεια υπεροχή των γερμανικών πλεονασμάτων έναντι των διαβρωτικών ελλειμμάτων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, και όχι μόνο. Αλλά και –φυσικά συνακόλουθα– χάσμα θεσμικό, αφού η οικονομική εξαθλίωση φέρνει στο φως έναν ευρωπαϊκό Βορρά, όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα δικαιώματα του ανθρώπου γίνονται σεβαστά, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Κι έναν ευρωπαϊκό Νότο όπου θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, πρωτίστως δε εκείνα που συνθέτουν το υπόβαθρο του κοινωνικού κράτους δικαίου, διαρκώς αποδυναμώνονται.

I. Πώς, άραγε, φθάσαμε ως εδώ; Μ’ άλλες λέξεις πώς, ιδίως από τότε που δρομολογήθηκε η πορεία της ΟΝΕ και της Ευρωζώνης, η τάση ευρωπαϊκής ενοποίησης και αντίστοιχης σύγκλισης των επιμέρους οικονομικών και θεσμικών συνιστωσών της μετατράπηκε σε ολοένα και περισσότερο εντεινόμενη ροπή απόκλισης;

Α. Η εξήγηση αυτής της καταλυτικής μεταβολής της προοπτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι μονοσήμαντη. Πλην όμως ένα είναι μάλλον βέβαιο: Στο επίκεντρό της βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία και οι βίαιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές της στρεβλώσεις. Οι οποίες έχουν, και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικώς, γερμανική προέλευση κι απηχούν τις γενικότερες πλέον πιέσεις της Γερμανίας στην παγκόσμια οικονομία.

Β. Πέραν τούτου είναι ανάγκη, πάντοτε στο πλαίσιο της προαναφερόμενης διαπίστωσης, ν’ αναδειχθεί και μια εμβληματική, κυριολεκτικώς, παράμετρος της, γερμανικής προέλευσης κι επινόησης, ανατροπής της επιχείρησης οικοδόμησης των στοιχειωδών αντηρίδων της ουσιαστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης, άρα της επίτευξης του στόχου μιας πραγματικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για την παράμετρο εκείνη, η οποία «φωτίζει» τη βαθύτερη αλήθεια –κι επέκεινα, την κυριότερη «ρίζα του κακού»– ως προς την εντεινόμενη ευρωπαϊκή απόκλιση και η οποία συνίσταται στο ότι, δυστυχώς: Η επανένωση, μετά το 1990, της Γερμανίας και η σταδιακή ενοποίησή της, ιδίως σε οικονομικό επίπεδο, μετά την εγκαθίδρυση της Ευρωζώνης λειτουργεί, εξαιτίας των γερμανικών οικονομικών - νομισματικών εμμονών, ως αντικίνητρο για την ευρωπαϊκή σύγκλιση και, τελικώς, αντίστοιχη ενοποίηση. Μ’ αφοπλιστική «ειλικρίνεια» ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας κ. Gerhard Schröder έχει τονίσει, σε συνέντευξή του στο περιοδικό  DerSpiegel(5/9/2011), ότι «όταν δημιουργείς έναν κοινό νομισματικό χώρο, τότε επικρατεί η ισχυρότερη οικονομία»!

II. Θ’ αποτελούσε πραγματικό στρουθοκαμηλισμό ν’ αγνοήσει κανείς πως, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία αλλοίωσε όχι μόνο τα συστατικά στοιχεία του ευρωπαϊκού της προσανατολισμού, αλλά και την όλη «κοσμοθεωρία» της αναφορικά με τη συμβολή της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Α. Όσο παρέμενε διχασμένη, με το Τείχος του Βερολίνου να της θυμίζει την κληρονομιά του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και να τη θέτει στο «μάτι του κυκλώνα» του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία ήταν πιασμένη από το «σωσίβιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασιζόταν στην ασφάλεια που της παρείχε η ευρωπαϊκή Δύση και οι «ανταγωνιστικές» της φιλοδοξίες περιορίζονταν στην «αναμέτρησή» της και τη σύγκρισή της κυρίως με τη Γαλλία, τη Μ. Βρετανία και την Ιταλία. Φιλοδοξίες όμως που απηχούσαν περισσότερο την τάση της να πρωταγωνιστήσει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της όλης ευρωπαϊκής δυναμικής.

Β. Μετά την ενοποίησή της, η Γερμανία «διέβη τον ευρωπαϊκό Ρουβίκωνα». Αντιπροσωπεύοντας σήμερα πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής οικονομίας της Ευρωζώνης, ρέπει οφθαλμοφανώς προς την τάση που την οδηγεί στο να διαδραματίσει παγκόσμιο οικονομικό ρόλο, ως «ηγέτιδα» δύναμη στο πλαίσιο των G-20, στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Λίγη σημασία έχει αν η Γερμανία επιδίωξε το ρόλο αυτόν –όπερ και πιθανότερο, με βάση τον εθνικό ψυχισμό της και τα «δείγματα γραφής» του παρελθόντος της, πρόσφατου αλλά και απώτερου- ή αν οδηγήθηκε, αντικειμενικώς, από τα πράγματα στο να τον επωμισθεί. Το σημαντικό είναι ότι η προαναφερόμενη μετεξέλιξη της Γερμανίας, σε συνδυασμό με την πλήρη έλλειψη ηγετικών φυσιογνωμιών στον «ευρωπαϊκό πυρήνα» καθώς και με την αναμενόμενη αποστασιοποίηση της Μ. Βρετανίας, αποσταθεροποιεί τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

III. Όμως η οικονομική γιγάντωση της Γερμανίας, μετά την επανένωσή της, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία εξηγούν πώς μεταλλάχθηκε ξαφνικά, έτσι ώστε να γίνεται σήμερα λόγος όχι για μια ευρωπαϊκή Γερμανία αλλά για μια γερμανική Ευρώπη. Και τα χαρακτηριστικά αυτά διαμορφώθηκαν με αφετηρία την εκ μέρους της διαχείριση του οικονομικού κόστους της ενοποίησης της Γερμανίας, η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί εντελώς. Ενός κόστους που, με τους μετριότερους υπολογισμούς, φθάνει ή και έχει ξεπεράσει τα 2 τρισ. ευρώ!

Α. Από τις αιτίες που διαμόρφωσαν το τεράστιο αυτό κόστος αξίζει να επισημανθούν ιδιαιτέρως, ακριβώς λόγω της καθοριστικής σημασίας τους:

1. Πρώτον, το «λάθος» ως προς την ισοτιμία του ανατολικογερμανικού με το δυτικογερμανικό μάρκο. Και τούτο επειδή μολονότι τα οικονομικά δεδομένα της εποχής οδηγούσαν σε μιαν ισοτιμία ένα προς οκτώ, για καθαρώς εθνικούς και πολιτικούς λόγους η ανταλλαγή έγινε με ισοτιμία ένα προς ένα. Αυτή η θηριώδης αύξηση της αξίας του ανατολικογερμανικού μάρκου εξάρθρωσε, κυριολεκτικώς, τον παραγωγικό ιστό της Ανατολικής Γερμανίας και οδήγησε σε ραγδαία αύξηση της ανεργίας.
Δεύτερον, η εξομοίωση μισθών σ’ Ανατολική και Δυτική Γερμανία. Η εξέλιξη αυτή περιόρισε δραματικά –μάλλον εκμηδένισε– την ανταγωνιστικότητα της Ανατολικής Γερμανίας απαιτώντας, για τη στοιχειώδη αποκατάστασή της στη συνέχεια, τη μετακίνηση κολοσσιαίων ποσών προς αυτή από τη Δυτική Γερμανία.
Τρίτον, η εξομοίωση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στις δύο Γερμανίες. Κάπως έτσι η Δυτική Γερμανία κλήθηκε να καλύψει το τεράστιο κενό του ασφαλιστικού συστήματος της Ανατολικής, αφού σ’ αυτήν, λόγω του κομμουνιστικού συστήματος, οι ασφαλισμένοι ουδόλως συνέβαλαν οικονομικώς στον ασφαλιστικό τους φορέα μ’ αντίστοιχες προσωπικές εισφορές.

Β. Στην πρώτη φάση μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, και προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις κατά τ’ ανωτέρω οικονομικές εξελίξεις, ο H. Kohl–προφανώς και λόγω του ευρωπαϊκού του προσανατολισμού– απέφυγε να μετακυλίσει πλήρως το βάρος στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποφεύγοντας όμως επίσης, για λόγους πολιτικού κόστους, ν’ αυξήσει τη φορολογία επέλεξε τη στήριξη της κοστοβόρας γερμανικής οικονομικής ενοποίησης στα –και τότε– σημαντικότατα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι αναπόφευκτες πληθωριστικές πιέσεις που προέκυψαν «ξύπνησαν» τους γερμανικούς εφιάλτες –είναι πασίγνωστος ο διαχρονικός παθολογικός φόβος των Γερμανών έναντι του πληθωρισμού, με πιο κοντινή μνήμη εκείνη της περιόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης– και οδήγησαν την Bundesbank σε ραγδαία αύξηση των επιτοκίων ήδη από το 1991, όταν το μάρκο συνδέθηκε με το σχεδιαζόμενο ευρωπαϊκό νόμισμα.
Οι συνέπειες ήταν αναμενόμενες: Επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, που λόγω της δομής της γερμανικής οικονομίας και των εγγενών χαρακτηριστικών της επέδρασαν σταδιακώς και στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδίως δε στον ευρωπαϊκό Νότο. Κάπως έτσι άρχισε η μετακύλιση του οικονομικού βάρους της γερμανικής ενοποίησης και στα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μόνο που ενώ στην αρχή η μετακύλιση αυτή εμφανιζόταν ως περιστασιακή αντανακλαστική αντίδραση της, αιφνιδιασμένης από το οικονομικό κόστος της ενοποίησης, γερμανικής οικονομίας, με την πάροδο του χρόνου μεταβλήθηκε σε συνειδητή τακτική. Η οποία επέτρεπε πια στη Γερμανία όχι μόνο να μην επιβαρύνεται με το θηριώδες κόστος της οικονομικής ενοποίησής της, αλλά, μέσω της πλήρους μετακύλισής του extramuros, ν’ αποκτά ηγετικό οικονομικό ρόλο τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην παγκόσμια οικονομική σκηνή, όπως προεκτέθηκε.

IV. Τούτο έγινε αισθητό κυρίως μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, δηλαδή μετά τη κατάρρευση της LehmanBrothers το 2008. Διότι ως τότε, με τήρηση των στοιχειωδών ευρωπαϊκών προσχημάτων, τα προμνημονευόμενα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία δημιουργήθηκαν και λόγω της γερμανικής οικονομικής ενοποίησης, χρηματοδοτούνταν, τουλάχιστον εν μέρει, από εισροές γερμανικών κεφαλαίων «εκ του ασφαλούς». Αφού οι κατ’ αυτόν τον τρόπο ενισχυόμενες περιφερειακές ευρωπαϊκές οικονομίες και εξασφάλιζαν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και, συνακόλουθα, «αιμοδοτούσαν» δεόντως τις γερμανικής προέλευσης εξαγωγές. Κάπως έτσι, άλλωστε –και πάλι ως τότε– η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρούσε το «φύλλο συκής» ως προς την intramuros ισορροπία –και το επέκεινα ισοζύγιο– στο πεδίο των εμπορικών της σχέσεων.

Α. Όταν όμως ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, και μπροστά στον κίνδυνο της γενικευμένης ύφεσης, η ισχυρώς –και λόγω επαρκούς υποδομής αλλά και λόγω προνοητικώς δασφαλισμένων αποθεμάτων– πλεονασματική Γερμανία υιοθέτησε, εγκαταλείποντας προκλητικά τις ευρωπαϊκές της «ευαισθησίες», την οδό του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Κι επικεντρώθηκε εφεξής στην, με κάθε μέσο, «υπεράσπιση» του ηγετικού της ρόλου όχι μόνον εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, στο οποίο είχε ήδη, ούτως ή άλλως, εδραιωθεί.

Β. «Κορυφαία» επιλογή της Γερμανίας ως προς τη διασφάλιση του ηγετικού οικονομικού της ρόλου εν μέσω παγκόσμιας κρίσης υπήρξε –και παραμένει πάντοτε– η με κάθε μέσο διατήρηση –και, γιατί όχι, ενίσχυση– της ανταγωνιστικότητάς της. Αφού, κατά τους κανόνες της οικονομίας, μόνον αυτή μπορεί να εγγυηθεί την πλεονασματική της υπεροχή.
Το σκοπό αυτό λοιπόν η Γερμανία ούτε καν επιχείρησε να τον επιτύχει με μέσα που είναι συμβατά, έστω και στοιχειωδώς, με τις απαιτήσεις μιας ενιαίας ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Ήτοι μιας πολιτικής που προϋποθέτει την «αναθέρμανση» της δικής της οικονομίας, μέσω λελογισμένης πληθωριστικής τάσης, η οποία επιτυγχάνεται διά της οδού της ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης. Έτσι ώστε να τηρηθούν κάποιοι κανόνες τόνωσης της ανταγωνιστικότητας των ασθενέστερων κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Όλως αντιθέτως, η Γερμανία επέλεξε το δρόμο του «στραγγαλισμού» της ανταγωνιστικότητας των κρατών αυτών, στο βωμό των δικών της σκοπιμοτήτων, επιβάλλοντας, μεταξύ άλλων:

α) Τη μέθοδο της εξασφάλισης, για δικό της φυσικά λογαριασμό, εξαιρετικά φθηνού εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, κυρίως από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης του χειμαζόμενου από την ανεργία ευρωπαϊκού Νότου.

β) Και τη μέθοδο, επίσης για δικό της λογαριασμό, της latosensu «εξαγοράς», ακόμη και με μεθόδους διαφθοράς –όρα για την Ελλάδα «Siemens» και τα κάθε είδος εξοπλιστικά προγράμματα– επιχειρήσεων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, σ’ εξευτελιστικές τιμές. Τιμές που διαμόρφωσε η ύφεση, την οποία η ίδια η Γερμανία «πυροδότησε», με την επιβολή στις «χώρες-θύματα» πολιτικών αδιέξοδης λιτότητας, δήθεν για την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων (χρέος-έλλειμμα) με άκρως υποκριτικό ευρωπαϊκό περιτύλιγμα.

2. Αυτή όμως η οικονομικώς «απομυζητική» τακτική της Γερμανίας έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου όχι μόνο δεν συμβάλλει στην έξοδό τους από την υφεσιακή τους πορεία και τις συνακόλουθες επιπτώσεις της. Αλλά, όλως αντιθέτως:

α) Τα ελλείμματά τους αυξάνονται. Κατά συνέπεια, και όταν τους επιβάλλεται η μείωση –ή και ο μηδενισμός τους– με «μνημονιακής» έμπνευσης πολιτικές, το αποτέλεσμα συνίσταται στην πλήρη οικονομική τους αποδυνάμωση και στην εξαθλίωση των κοινωνιών τους.

β) Συνακόλουθα, οι ανάγκες δανεισμού τους γίνονται πιεστικότερες. Και επειδή, με τον τρόπο αυτόν, ο δανεισμός τους είναι αδύνατο να εξασφαλισθεί από τις αγορές, ολοένα και περισσότερο υποκύπτουν στον intuitupersonae δανεισμό τους, εκτός αγορών. Πράγμα που σημαίνει αφενός αύξηση του δημόσιου χρέους τους. Και, αφετέρου, πλήρη υποταγή τους στους όρους που τους επιβάλλουν οι δανειστές τους, δηλαδή σε σταδιακή συρρίκνωση της ίδιας της εθνικής τους κυριαρχίας. Διότι η αδυναμία άσκησης στοχευμένης εθνικής οικονομικής πολιτικής πλήττει ευθέως τον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας.

Μ’ αυτόν τον προσανατολισμό πορεύεται σήμερα η Γερμανία έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυρίως δε έναντι των κρατών-μελών της που χειμάζονται, ορθότερα δε βρίσκονται σε κατάσταση κοινωνικής έκρηξης, όπως η Ελλάδα. Με μια Καγκελάριο, την κ. Α. Merkel, η οποία, μέσ’ από τις τραυματικές ανατολικογερμανικές της καταβολές και τις συνακόλουθες εμμονές της, δεν μπορεί –για να μην πει κανείς ότι δεν θέλει– ν’ αντιληφθεί επαρκώς τι σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση κι ευρωπαϊκό όραμα. Και με την πλήρη απουσία ηγετών σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, των οποίων το λυκόφως σηματοδοτεί και το λυκόφως του ευρωπαϊκού οράματος. Όπως όμως διδάσκει η ιστορία, κάθε φορά που η Γερμανία σύρθηκε πίσω από το ηγετικό της σύνδρομο τις συνέπειες δεν τις υπέστησαν μόνο τα «θύματά» της. Τις υπέστη και η ίδια. Γι’ αυτό παραμένει, ως σήμερα, υπόλογος απέναντι στην ιστορία. Τουλάχιστον μπορεί να «διδαχθεί» απ’ αυτό το ζοφερό παρελθόν; Ας το ελπίσουμε, αν και όλα δείχνουν πως κάτι τέτοιο είναι μάλλον μη αναμενόμενο, με την υπόλοιπη Ευρώπη δυστυχώς αδύναμη να της αντισταθεί και να της αντιταχθεί.

ΠΗΓΗ: http://www.epikaira.gr/

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Το γερμανικό (γοτθικό) πρόβλημα κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα (β΄μέρος)

Το γερμανικό (γοτθικό) πρόβλημα κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα (β΄μέρος)

Ο Θεοδόσιος έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δεν μπορούσε να κυριαρχήσει 
επάνω στους βαρβάρους με τη βία, αποφάσισε ν' ακολουθήσει μια τακτική 
ειρηνικών σχέσεων με τους Γότθους, να εισαγάγει δηλαδή ανάμεσά τους 
ορισμένα στοιχεία τού ρωμαϊκού πολιτισμού και να τους τοποθετήσει στις 
μονάδες του ρωμαϊκού στρατού. Στη φωτογραφία, ρωμαϊκό νόμισμα 
που απεικονίζεται ο Θεοδόσιος.
Οι ειρηνικές σχέσεις μεταξύ Αυτοκρατορίας και Γότθων διεκόπησαν το 376, όταν εμφανίστηκε, με προέλευση την Ασία, ο μογγολικής καταγωγής βάρβαρος λαός των Ούννων. Βαδίζοντας προς τη Δύση, οι βάρβαροι νίκησαν τους Οστρογότθους και ενωμένοι μαζί τους προχώρησαν περισσότερο φθάνοντας μέχρι την περιοχή των Βησιγότθων, οι οποίοι, υπο την πίεση της επιδρομής και των σφαγών, αναγκάστηκαν να εισέλθουν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι σχετικές πηγές μάς πληροφορούν ότι οι Γότθοι στάθηκαν στην βόρεια όχθη του Δούναβη, ικετεύοντας με δυνατούς θρήνους τους Ρωμαίους να τους αφήσουν να περάσουν τον ποταμό. Οι βάρβαροι έστειλαν αντιπρόσωπο στον Αυτοκράτορα και πρότειναν να εγκατασταθούν στη Θράκη και την Μοισία, να καλλιεργούν τη γη, να δώσουν άντρες για τον στρατό και να υπακούουν ακριβώς όπως και οι Ρωμαίοι υπήκοοι όλες τις διαταγές. Οι περισσότεροι απο τους Ρωμαίους αξιωματούχους δέχτηκαν ευνοϊκά την πρόταση των Γότθων, αναγνωρίζοντας το τί είχε να κερδίσει το κράτος αν γινόταν δεκτή. Κατ' αρχήν αντιμετώπισαν την πρόταση αυτή σαν μια ευκαιρία να αυξηθεί ο πληθυσμ6ς των γεωργικών περιοχών και ο αριθμός των στρατιωτών και, κατόπιν, σκέφθηκαν ότι οι νέοι υπήκοοι θα υπερασπίζονταν την Αυτοκρατορία, ενώ οι παλαιοί κάτοικοι των επαρχιών είχαν την δυνατότητα να απαλλαγούν απο τη στρατιωτική τους θητεία, πληρώνοντας χρήματα, τα οποία θα ενίσχυαν σημαντικά τα κρατικά έσοδα.
Τελικά υπερίσχυσαν αυτοί που δέχτηκαν ευνοϊκά την πρόταση των βαρβάρων και οι Γότθοι πήραν επισήμως την άδεια να διασχίσουν τον Δούναβη. «Έτσι», όπως γράφει ο Φυστέλ ντε Κουλάνζ (Fustel de Coulanges), «τετρακόσιες μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες βάρβαροι, απο τους οποίους οι μισοί μπορούσαν να πολεμούν, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Αυτοκρατορίας». Αν και ο αριθμός αυτός θεωρείται υπερβολικός, το γεγονός πάντως είναι ότι οι Γότθοι που εγκαταστάθηκαν στην Μοισία ήταν πολλοί, Κατ' αρχήν οι Γότθοι ζούσαν μια πολύ ειρηνική ζωή, αλλά σιγά-σιγά άρχισαν να μην είναι ικανοποιημένοι και να ενοχλούνται με τις καταχρήσεις των στρατηγών και των αξιωματούχων, οι οποίοι υπεξαιρούσαν μέρος των χρημάτων που είχαν παραχωρηθεί για τις ανάγκες των αποίκων που υπέφεραν όχι μόνο απο έλλειψη τροφής, αλλά και από κακοποιήσεις των ίδιων των γυναικών τους και των παιδιών τους. Πολλοί Γότθοι εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία. Οι διαμαρτυρίες τους όμως δεν εισακούστηκαν και, τελικά, οι βάρβαροι επαναστάτησαν. Ζήτησαν τη βοήθεια των Αλανών και των Ούννων, εισέβαλαν στη Θράκη και βάδισαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Την εποχή αυτή ο Αυτοκράτορας Ουάλης είχε εκστρατεύσει στην Περσία, αλλά όταν έμαθε για την επανάσταση των Γότθων άφησε την Αντιόχεια και ήρθε στην Κωνσταντινούπολη. Μια αποφασιστική μάχη που έγινε κοντά στην Αδριανούπολη, τον Αύγουστο τού 378, είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Ουάλης και να ηττηθεί ολοκληρωτικά ο στρατός του. Ο δρόμος προς την πρωτεύουσα φαινόταν ανοιχτός για τους Γότθους, οι οποίοι έφθασαν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, χωρίς όμως να έχουν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο επιθέσεως κατά της Αυτοκρατορίας. Ο διάδοχος του Ουάλη, Θεοδόσιος, με τη βοήθεια των δικών του Γότθων στρατιωτών, πέτυχε να νικήσει και να σταματήσει τους βαρβάρους. Έτσι, ενώ ένα μέρος τών Γότθων χτυπούσε την Αυτοκρατορία, ένα άλλο πολεμούσε εναντίον της φυλής του, πρόθυμο να υπηρετήσει πιστά τον αυτοκρατορικό στρατό. Ο ιστορικός του 5ου αιώνα Ζώσιμος αναφέρει ότι μετά τη νίκη του Θεοδοσίου «η ειρήνη απεκατεστάθη στη Θράκη γιατί απωλέσθησαν όλοι οι βάρβαροι που ήσαν εκεί». Η νίκη τών Γότθων στην Αδριανούπολη δεν τους βοήθησε να εδραιωθούν σε καμιά πλέον επαρχία τής Αυτοκρατορίας.
Ο Θεοδόσιος πέθανε στο Μιλάνο το 395 και το ταριχευμένο 
του σώμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και
 τάφηκε στον ναό τών Αγίων Αποστόλων. Για τις υπηρεσίες τις
 οποίες πρόσφερε ο Θεοδόσιος στον αγώνα του Χριστιανισμού 
κατά των ειδωλολατρών, ονομάστηκε «Μέγας». Οι δύο πολύ
 νεαροί γιοι του, ο Αρκάδιος και ο Ονώριος, ανέλαβαν τη διοίκηση
 της ο μεν πρώτος στην Ανατολή, ο δε δεύτερος στη Δύση. Στη 
φωτογραφία, μαρμάρινη προτομή του Αρκάδιου
Μετά, όμως, μετά από αυτά τα γεγονότα, οι Γερμανοί άρχισαν να επηρεάζουν τη ζωή της Αυτοκρατορίας με ειρηνικά μέσα. Ο Θεοδόσιος έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δεν μπορούσε να κυριαρχήσει επάνω στους βαρβάρους με τη βία, αποφάσισε ν' ακολουθήσει μια τακτική ειρηνικών σχέσεων με τους Γότθους, να εισαγάγει δηλαδή ανάμεσά τους ορισμένα στοιχεία τού ρωμαϊκού πολιτισμού και να τους τοποθετήσει στις μονάδες του ρωμαϊκού στρατού. Σιγά-σιγά ο στρατός - του οποίου βασικό καθήκον ήταν να υπερασπίζεται την Αυτοκρατορία - έγινε, κατά το μεγαλύτερό του μέρος, ένας γερμανικός στρατός, του οποίου οι στρατιώτες ήταν υποχρεωμένοι, πολλές φορές, να πολεμούν εναντίον των συμφύλων τους. Η επιρροή τών Γότθων ήταν αισθητή τόσο στους ανώτερους στρατιωτικούς κύκλους όσο και στη διοίκηση, πολλές δε υπεύθυνες θέσεις ήρθαν στα χέρια των Γερμανών. Ο Θεοδόσιος, ακολουθώντας τη γερμανόφιλη πολιτική του, δεν αντιλήφθηκε ότι μια ελεύθερη ανάπτυξη του γερμανικού στοιχείου μπορούσε ν' απειλήσει την ύπαρξη της Αυτοκρατορίας. Έδειξε αρκετή έλλειψη σοφίας, αφήνοντας την άμυνα της Αυτοκρατορίας στα χέρια των Γερμανών. Οι Γότθοι γρήγορα έμαθαν τη ρωμαϊκή τέχνη τού πολέμου, τις ρωμαϊκές τεχνικές και μεθόδούς μάχης, και εξελίχθηκαν σε μια δύναμη που σε οποιαδήποτε στιγμή μπορούσε ν' απειλήσει την Αυτοκρατορία. Ο εγχώριος ελληνο-ρωμαϊκός πληθυσμός παρακολουθούσε την ανάπτυξη της δύναμης των Γερμανών με ανησυχία και ενίσχυσε μια αντιγερμανική κίνηση, που μπορούσε να φέρει σε δύσκολη θέση την Αυτοκρατορία. Ο Θεοδόσιος πέθανε στο Μιλάνο το 395 και το ταριχευμένο του σώμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και τάφηκε στον ναό τών Αγίων Αποστόλων. Για τις υπηρεσίες τις οποίες πρόσφερε ο Θεοδόσιος στον αγώνα του Χριστιανισμού κατά των ειδωλολατρών, ονομάστηκε «Μέγας». Οι δύο πολύ νεαροί γιοι του, ο Αρκάδιος και ο Ονώριος, ανέλαβαν τη διοίκηση της ο μεν πρώτος στην Ανατολή, ο δε δεύτερος στη Δύση.
Ο Θεοδόσιος δεν πέτυχε να λύσει τα κύρια προβλήματα της εποχής του. Η Β' Οικουμενική Σύνοδος, καθιερώνοντας το Σύμβολο της Νικαίας ως τη βάση τού Χριστιανισμού, δεν πέτυχε την ενότητα της Εκκλησίας. Ο Αρειανισμός, σε όλες του τις εκφάνσεις, δεν έπαψε να υπάρχει και, κατά την εξέλιξή του, δημιούργησε νέες θρησκευτικές κινήσεις, οι οποίες κατά τη διάρκεια τού 5ου αιώνα αναστάτωσαν την θρησκευτική ζωή της Αυτοκρατορίας, ενώ συγχρόνως επηρέασαν πολύ, κατά την περίοδο αυτή, την κοινωνική της ζωή. Αυτό κυρίως ισχύει για τις ανατολικές επαρχίες της Συρίας και της Αιγύπτου, όπου οι νέες θρησκευτικές εξελίξεις είχαν πολύ μεγάλες συνέπειες. Ο Θεοδόσιος, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην προηγούμενή του αυστηρή τακτική της προσκολλήσεως στο Σύμβολο τής Νικαίας. Αναγκάστηκε δηλαδή να κάνει παραχωρήσεις στους Γερμανούς οπαδούς του Αρείου, οι οποίοι, την εποχή εκείνη, αποτελούσαν την μεγάλη πλειονότητα του στρατού. Κατ' αυτόν τον τρόπο, και στον θρησκευτικό τομέα - όπως στον διοικητικό και τον στρατιωτικό - οι Γότθοι άσκησαν μεγάλη επιρροή. Βασικά κέντρα της δυνάμεώς τους υπήρξαν η ίδια η πρωτεύουσα, η Βαλκανική Χερσόνησος και μέρος τής Μικράς Ασίας, ενώ στις ανατολικές επαρχίες της Συρίας, της Παλαιστίνης και τής Αιγύπτου έγινε ελάχιστα αισθητή η δύναμη των Γότθων.Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι διαφωνίες τών εγχωρίων στο θρησκευτικό - όπως και στο φυλετικό - ζήτημα γίνονταν, καθώς περνούσε ο καιρός, πιο έντονες. Με λίγα λόγια, ο Θεοδόσιος δεν πέτυχε να λύσει τα εξής δύο σοβαρά προβλήματα: τη δημιουργία μίας και μοναδικής και ενιαίας Εκκλησίας και την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων με τους Βαρβάρους. Τα δύο αυτά πολύπλοκα προβλήματα παρέμειναν άλυτα όταν οι διάδοχοι τού Θεοδοσίου ανέλαβαν τη διοίκηση τής Αυτοκρατορίας.


Πηγή κειμένου: Α.Α. Βασίλιεφ - Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453) Τόμος Α', σελ. 116-121

ΠΗΓΗ: http://stigmesstinistoria.blogspot.gr/2014/06/4_8.html

Το γερμανικό (γοτθικό) πρόβλημα κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα (α΄μέρος)

Το γερμανικό (γοτθικό) πρόβλημα κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα (α΄μέρος)

Αφήνοντας  την Αττική, ο Αλάριχος κατευθύνθηκε προς τα Μέγαρα,
 τα οποία κατέλαβε κατόπιν εφόδου και συνέχισε το αιματηρό και 
αποτρόπαιό του έργον στην Μεγαρίδα και κατόπιν στην Πελοπόννησο,
  Πρώτη αλώθηκε και κατεστράφηκε η Κόρινθος και στην συνέχεια το Άργος
 και όλες οι ενδιάμεσες κωμοπόλεις και οικισμοί. Στη φωτογραφία Αρχαία 
Ολυμπία: Επισκέπτες στο νότιο πτερό του Ναού του Διός το 1888.
Κατά τα τέλη του 4ου αιώνα, η Αυτοκρατορία είχε ν' αντιμετωπίσει το ζήτημα των Γότθων, το οποίο υπήρξε γι' αυτή το πιο οξύ πρόβλημα της εποχής εκείνης. Οι Γότθοι, οι οποίοι είχαν καταλάβει τις νότιες ακτές της Βαλτικής, κινήθηκαν, στα τέλη του 2ου αιώνα, ακόμα νοτιότερα, προς την περιοχή της σημερινής νότιας Ρωσίας. Έφθασαν σχεδόν στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και εγκαταστάθηκαν στις μεταξύ του Δον και του Κάτω Δούναβη περιοχές. Ο Δνείστειρος διήρεσε τους Γότθους σε δύο φύλα: τους Γότθους της Ανατολής (Οστρογότθοι) και τους Γότθους της Δύσης (Βησιγότθοι). Όπως όλα τα γερμανικά φύλα της εποχής εκείνης, οι Γότθοι ήταν Βάρβαροι, αν και σιη νέα τους χώρα βρέθηκαν κάτω από πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Οι βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, αρκετά πριν από την εποχή τού Χριστιανισμού, είχαν καλυφθεί με πολύ πλούσιες ελληνικές απoικίες οι οποίες είχαν έναν εξαιρετικά ανεπτυγμένο πολιτισμό, του οποίου η επίδραση, όπως αποδεικνύουν οι αρχαιολόγοι, έφτανε μακριά, μέχρι τον Βορρά. Την εποχή της καθόδου των Γότθων στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, η Κριμαία ήταν στα χέρια του πλούσιου και πολιτισμένου Βασιλείου του Βοσπόρου. Μέσω δε της επικοινωνίας τους με τον Βόσπορο και τις παλιές ελληνικές απoικίες οι Γότθοι γνώρισαν τον κλασικό πολιτισμό των αρχαίων, ενώ συγχρόνως, λόγω της συνεχούς προωθήσεώς τους προς τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στηη Βαλκανική Χερσόνησο, ήρθαν σε επαφή με τις τελευταίες εξελίξεις του πολιτισμού. Αποτέλεσμα αυτών των επιδράσεων είναι το γεγονός ότι οι Γότθοι, όταν εμφανίστηκαν αργότερα στη Δυτική Ευρώπη, ήταν πολύ πιο πολιτισμένοι από όλα τα άλλα γερμανικά φύλα, τα οποία παρουσιάστηκαν στη Δύση σε μια κατάσταση πλήρους βαρβαρισμού. Κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα, οι Γότθοι συγκέντρωσαν την προσοχή τους και τις ενέργειές τους σε δύο κατευθύνσεις: αφ' ενός προς τη θάλασσα και τις δυνατότητες που τους έδινε για τη λεηλασία των πόλεων που ήταν στις ακτές της και αφ' ετέρου προς τα νοτιοδυτικά, όπου οι Γότθοι αναπτύχθηκαν μέχρι τα σύνορα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας - στον Δούναβη - με αποτέλεσμα να έρθουν σ' επαφή με την Αυτοκρατορία.
Την εποχή του Κωνσταντίνου οι Βησιγότθοι συμφώνησαν
 να βοηθήσουν τον Αυτοκράτορα με 40.000 στρατιώτες, ενώ, 
αργότερα, ο Ιουλιανός διατήρησε ένα σύνταγμα Γότθων 
στον στρατό του.
Οι Γότθοι απέκτησαν πρώτα ένα κέντρο στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας και, κατόπιν, τον 3ο μ.X αιώνα, εισέβαλαν στο μεγαλύτερο μέρος της Κριμαίας και του βασιλείου του Βοσπόρου. Αργότερα έκαναν μερικές πειρατικές επιδρομές, χρησιμοποιώντας πλοία τού Βοσπόρου και, επανειλημμένως, λεηλάτησαν τις πλούσιες ακτές του Καυκάσου και της Μικράς Ασίας. Ακολουθώντας τις δυτικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας μπήκαν στον Δούναβη και κατόπιν πέρασαν από τον Βόσπορο στην Προποντίδα, και μέσω τού Ελλησπόντου (Δαρδανέλλια) στο Αρχιπέλαγος.Κατά τη διάρκεια των επιδρομών αυτών, οι Γότθοι λεηλάτησαν το Βυζάντιο, την Χρυσόπολιν (το σημερινό Σκούταρι), την Κύζικο, τη Νικομήδεια και τα νησιά του Αρχιπελάγους. Οι Γότθοι πειρατές προχώρησαν ακόμη περισσότερο: χτύπησαν την Έφεσο και τη Θεσσαλονίκη, και φθάνοντας στις νότιες ελληνικές ακτές, λεηλάτησαν το  Αργος, την Κόρινθο και, πιθανόν, την Αθήνα. Ευτυχώς όμως τα ανεκτίμητα μνημεία της κλασικής τέχνης σώθηκαν. Η Κρήτη, η Ρόδος και η Κύπρος υπέφεραν επίσης από τις επιδρομές των Γότθων. Μετά από όλες τους αυτές τις θαλασσινές εκστρατείες, αφού ικανοποιούνταν από τις λεηλασίες τους, οι βάρβαροι γύριζαν στα μέρη τους, στις βόρειες ακτές τής Μαύρης Θάλασσας. Πολλοί όμως από αυτούς τους πειρατές εξολοθρεύονταν στις ξένες ακτές ή συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι από τις ρωμαϊκές δυνάμεις. Πολύ πιο σοβαρά ήταν τα πράγματα στην ξηρά. Από τις αρχές τού 3ου αιώνα, οι Γότθοι, εκμεταλλευόμενοι την αναρχία που επικρατούσε στην Αυτοκρατορία, άρχισαν να διασχίζουν τον Δούναβη και να καταπατούν τις περιοχές της Αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Γορδιανός αναγκάστηκε να πληρώνει στους Γότθους ετήσιο φόρο. Αλλά κι αυτό δεν αρκούσε, εφόσον λίγο αργότερα οι Γότθοι καταπάτησαν και πάλι τις περιοχές της Αυτοκρατορίας και κατέβηκαν μέχρι την Μακεδονία και την Θράκη. Ο Αυτοκράτορας Δέκιος βάδισε εναντίον τους, αλλά σκοτώθηκε το 251, στη μάχη, ενώ το 269 ο Κλαύδιος πέτυχε να νικήσει τους Γότθους κοντά στη Ναϊσσό. Από τους πολλούς αιχμαλώτους που συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια της μάχης, άλλοι τοποθετήθηκαν στον στρατό και άλλοι στάλθηκαν ως άποικοι (coloni) στις αραιοκατοικημένες ρωμαϊκές επαρχίες. Για τη νίκη του εναντίον των Γότθων, ο Κλαύδιος ονομάστηκε «Γοτθικός». Ο Αυρηλιανός όμως, που για ένα διάστημα είχε ανορθώσει την Αυτοκρατορία (270-275), αναγκάστηκε να εγκαταλείψει στους Βαρβάρους τη Δακία και να μεταφέρει τον πληθυσμό της στη Μοισία. Τον 4ο αιώνα βρίσκουμε αρκετούς Γότθους στον στρατό και, όπως αναφέρει ένας ιστορικός, ένα τμήμα Γότθων υπηρέτησε πιστά τους Ρωμαίους κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού Μαξιμιανού. Επίσης είναι ήδη γνωστό ότι οι Γότθοι υπηρέτησαν στoν στρατό του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ότι τον βοήθησαν στον αγώνα του εναντίον του Λικινίου. Την εποχή του Κωνσταντίνου οι Βησιγότθοι συμφώνησαν να βοηθήσουν τον Αυτοκράτορα με 40.000 στρατιώτες, ενώ, αργότερα, ο Ιουλιανός διατήρησε ένα σύνταγμα Γότθων στον στρατό του.
Τον 3ο αιώνα άρχισε να διαδίδεται στους Γότθους ο Xριστιανισμός, τον οποίο, πιθανόν, δίδαξαν πρώτοι οι Χριστιανοί που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια των θαλασσινών επιδρομών. Οι Xριστιανoί Γότθοι έστειλαν ως αντιπρόσωπό τους στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, τον Επίσκοπό τους Θεόφιλο, ο οποίος ήταν ένας από εκείνους που υπέγραψαν το Σύμβολο της Νικαίας.Κύριος φωτιστής των Γότθων, στον Δούναβη, κατά τον 4ο αιώνα, υπήρξε ο Ουλφίλας, ο οποίος θεωρείται, από μερικούς, ότι ήταν ελληνικής καταγωγής, αν και γεννήθηκε σε γοτθικό έδαφος. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κωνσταντινoυπoλη, όπου αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος από έναν οπαδό τού Αρείου. Όταν γύρισε στους Γότθους δίδαξε για αρκετά χρόνια τον Χριστιανισμό σύμφωνα με τις αρχές του Αρείου. Θέλοντας να κάνει γνωστά τα Ευαγγέλια στον λαό του, εφηύρε ένα γοτθικό αλφάβητο, με βάση, εν μέρει, τα ελληνικά γράμματα και μετέφρασε την Βίβλο στη γοτθική γλώσσα. Η διάδοση του Αρειανισμού στους Γότθους έχει μεγάλη σημασία για τη μετέπειτα ιστορία τους, γιατί ακριβώς η θρησκευτική διαφορά τους εμπόδισε, όταν αργότερα κατέβηκαν στις περιοχές τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, να συγχωνευθούν με τους αυτόχθονες, οι οποίοι ήταν οπαδοί τού Συμβόλου της Νικαίας. Οι Γότθοι της Κριμαίας έμειναν Ορθόδοξοι.

ΠΗΓΗ: http://stigmesstinistoria.blogspot.gr/2014/06/4.html