Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεγάλο συνέδριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεγάλο συνέδριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ (Τα Άγια και Άχραντα Πάθη)

Ἐλωΐ, Ἐλωΐ, λιμᾶ σαβαχθανί;
(Μάρκ. ιε' 34)
Η Ακολουθία των Αγίων και Αχράντων Παθών ή 12 Ευαγγελίων

Τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν, τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαίναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην, καὶ πρὸ πάντων, τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι’ ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο, ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐγνώμονος Λῃστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ, σωτήριον ἐν τῷ Σταυρῷ ὁμολογίαν. 
______________________________________

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης τελείται η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και στο τέλος οι πιστοί μεταλαμβάνουν της Αγίας Κοινωνίας, το απόγευμα προς βράδυ γίνεται η Ακολουθία των Αγίων και Αχράντων Παθών ή Δώδεκα Ευαγγελίων στην οποία αναγιγνώσκονται 12 περικοπές από τα 4 Ευαγγέλια, του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη σχετικά με τα Άγια Πάθη του Χριστού από το Μυστικό Δείπνο μέχρι την Ταφή, παράλληλα γίνεται και η έξοδος του Τιμίου Σταυρού με τον Εσταυρωμένο από την Αγία Τράπεζα και η περιφορά του σε όλο το χώρο του ναού ενώ ψάλλεται το κατανυκτικό ΙΕ΄ αντίφωνο "Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας".

Στο χωριό Γεθσημανί, ο Ιησούς ευρίσκεται σε πολύ δυσχερή θέση, όμως μάταια αναζητεί την συμπαράσταση των μαθητών του, οι οποίοι δεν μπορούν ακόμη να συνειδητοποιήσουν την κρισιμότητα της κατάστασης. Η μόνη ενίσχυσή Του είναι «ὁ ἄγγελος ἀπ’ οὐρανοῦ», διότι όλοι τον έχουν εγκαταλείψει. Το χωριό Γεθσημανί ο Ιησούς επισκεπτόταν συχνά, ιδιαίτερα τις νύκτες μετά την ημερήσια διδασκαλία, είναι το ονομαζόμενο «όρος των Ελαιών», όπου πολλές φορές συγκεντρώνονταν με τους μαθητές του. Η Γεθσημανί ήταν «χωρίον» μέσα στον τότε ελαιώνα του Όρους των Ελαιών, όπου εκεί υπήρχε ελαιοτριβείο. 

Στην περιοχή αυτή έγινε η Προδοσία (Βλ. Συμφωνία της Προδοσίας ΕΔΩ) και η Σύλληψή του. Οι μαθητές ήταν οπλισμένοι, όμως μόνον ο Πέτρος τράβηξε το ξίφος του και τραυμάτισε τον δούλο του αρχιερέα. Στην ουσία τον Ιησού συνέλαβαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, το ΙΕΡΑΤΕΙΟ του ναού, οι οποίοι ασκούσαν συγκεντρωτική εξουσία, ήταν Νομοδιδάσκαλοι και είχαν δικαίωμα εφαρμογής του Νόμου, οι λεγόμενοι Σανχεντρίν, (Βλ. απόφαση Μεγάλου Συνεδρίου ΕΔΩ) αυτοί δίκαζαν, οι Ρωμαίοι περισσότερο εκτελούσαν τις αποφάσεις, ο Ιωάννης όμως στο Ευαγγέλιό του εμπλέκει και τους Ρωμαίους.

Το φίλημα του Ιούδα: Αποτελεί την υπέρτατη ειρωνία, καθώς είναι ο παραδοσιακός χαιρετισμός μαθητού προς διδάσκαλο ("Ἑταῖρε, ἐφ' ὅ πάρει" = σύντροφε, κάνε αυτό που ήλθες να κάνεις). Ο Ιησούς γνωρίζει ακριβώς τί πρόκειται να συμβεί. 
_____________________________________________________

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ: «Τετέλεσται», δηλ. όλα συντελέστηκαν σύμφωνα με το Σχέδιο του Θεού, εν είδει θριάμβου.
[Ο Ματθαίος τονίζει πάντοτε ότι όλα γίνονται με βάση το προβλεπόμενο Σχέδιο του Θεού ("οὕτως δεῖ γενέσθαι"). "Αἱ γραφαί" είναι η προηγούμενη προφητεία του Ζαχ. 13,7. Και στα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης, οι άγγελοι (Μτ. 53) γίνονται συμπολεμιστές των "υιών του φωτός", των δικαίων (IQM 7,6)].
______________________________________


1) Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Ο Ματθαίος και ο Μάρκος περιγράφουν δύο δίκες, μία κατά την ίδια νύχτα της συλλήψεως και μία δεύτερη πρωινή. Ο Λουκάς και ο Ιωάννης περιγράφουν μία δίκη, πρωινή και νυχτερινή αντίστοιχα. Η λύση του P.Benoit, είναι ότι οι Μάρκος και Ματθαίος μετέφεραν στιγμιότυπα της πρωινής δίκης ενώπιον του αρχιερέως ("Jesus devant le Sanhedrin" Angelicum 20 (1943) 143-65, Exegese 1, 265-359). Η εκδοχή του Λουκά, μολονότι συνηθίζει να ομαδοποιεί διάφορες σκηνές, φαίνεται ως η περισσότερο ορθή, υποστηριζόμενη και από στοιχεία του Ιωάννη. Δύσκολα μπορεί κανείς να φαντασθεί "ὅλον τὸ συνέδριο" (Μτ. 59, Μκ. 55) να συνεδριάζει τη νύχτα του Πάσχα στο σπίτι του Καϊάφα. 

Η συνήθης ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Συνεδρίου περιγράφεται αναλυτικά στην πραγματεία Sanhedrin της Mishna. Οι θανατικές ποινές έπρεπε να εκδίδονται μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας και μάλιστα όχι αυθημερόν, αλλά την επομένη της δίκης (Sanhedrin 4,1). Επιπλέον, σε ημέρα εορτής "καμμιά δικαστική απόφαση δεν πρέπει να εκδίδεται" (Tosefta, Yom iv. 4,207). Το ερώτημα είναι, ίσχυαν οι κανονισμοί αυτοί ήδη από την εποχή του Χριστού; Ή μήπως επρόκειτο απλώς για μία παρωδία δίκης; Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσον το Συνέδριο είχε το δικαίωμα εκτελέσεως θανατικής ποινής, το ius gladii. Σύμφωνα με το Λευ. 24,10-24 η θανατική ποινή του Ιησού έπρεπε κανονικά να είναι ο λιθοβολισμός, εν τούτοις, όπως λέγει ο Ιωάννης (18,31), οι Ιουδαίοι είπαν στον Πιλάτο "ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα". (Βλ. J. Blinzler, The Trial of Jesus, Westminster, 1949, P.Winter, On the Trial of Jesus, Berlin, 1961).

Κατά τον Ιωάννη (18,13) ο Ιησούς οδηγήθηκε αρχικά, όχι στον Καϊάφα (Μτ. 57), αλλά στον πρώην αρχιερέα και πεθερό του, Άννα. Ο Άννας ή Άνανος Α΄, μολονότι πρώην αρχιερέας (6-15 μ.Χ.), ασκούσε πάντοτε μεγάλλη επιρροή και ήταν αυτός που ουσιαστικά κινούσε τα νήματα μέχρι τον θάνατό του το 35 μ.Χ. Ανηκε στο Κόμμα των Σαδδουκαίων και είχε διορισθεί από τον Λεγάτο (Legatus) της Συρίας Κυρίνιο (Quirinius, 6-11 μ.Χ.) ακριβώς για τα φιλορωμαϊκά του αισθήματα (Ιωσ. Ιουδ. Αρχαιολογία, 18,26). Το Συνέδριο, όσο ζούσε, υπήρξε οικογενειακή του υπόθεση, "πέντε γὰρ ἔσχε παῖδας καὶ τούτους πάντας συνέβη ἀρχιερατεῦσαι τῷ Θεῷ, αὐτὸς πρότερος τῆς τιμῆς ἐπὶ πλεῖστον ἀπολαύσας, ὅπερ οὐδενὶ συνέβη τῶν παρ' ἡμῖν ἀρχιερέων" (Ιωσ. Ιουδ. Αρχ. 20,198).

Η φράση "ὁ δὲ ἐσιώπα καὶ οὐκ ἀπεκρίνατο οὐδέν" (Μκ), συνδέει τον Ιησού στα μάτια της εκκλησίας με τον Πάσχοντα Δούλο του Θεού του Ησαία "κακοποιήθηκε, αλλά υπέκυπτε και δεν άνοιγε το στόμα του" (Ο΄) "καὶ αὐτὸς διὰ τὸ κεκακῶσθαι οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα" (Ησ. 53,7). Το ίδιο ισχύει και για τα ραπίσματα (Ησ. 50,6, 53,3-5).

"Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ;" (Μκ.) ή "τοῦ Θεοῦ" (Μτ.) ή "ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ" (Λκ.) στο ιουδαϊκό λεξιλόγιο του αρχιερέως σημαίνουν μόνον ότι ο Ιησούς αξιώνει τον τίτλο του "χριστοῦ", του "κεχρισμένου" βασιλέως του Ισραήλ, του φορέα των εθνικών προσδοκιών του ιουδαϊσμού (Β΄ Βασ. 7,14, Ψ.2,7). Δεν σημαίνουν βεβαίως το ίδιο για τους αναγνώστες των ευαγγελιστών. Το "εὐλογητοῦ", όπως και η γενική "τῆς δυνάμεως", είναι αποφυγή του θείου Ονόματος. Αντίθετα, απ' ότι στους Ματθαίο και Λουκά, η απάντηση του Ιησού στον Μάρκο είναι ευθεία. Η αναφορά στον Δαν. 7,13 και τον Ψ.109,1 ("εἶπεν ὁ κύριος τῷ κυρίῳ μου, Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἄν θῶ τοὺς ἐχθροὺς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου") είναι προφανής. Ο Ιησούς είναι ήδη ο ο εσχατολογικός Μεσσίας, και ακριβώς αυτό συνιστά την "βλασφημία" ενώπιον του αρχιερέως. Ο T.F.Glasson [NTS 7 (1960-61) σ. 88-93] θεωρεί ότι οι μετοχές "καθήμενον" και "ἐρχόμενον" δεν έχουν κυριολεκτική σημασία, αλλά αναφέρονται και οι δύο στην ενθρόνιση του Ιησού. 

Η φράση του Μάρκου (14,68β) "καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησεν" ενδέχεται να είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Παρά την υποστήριξή της από μεγάλο αριθμό χειρογράφων, παραλείπεται από πολύ σημαντικά χειρόγραφα. Εάν είναι προσθήκη, έχει τεθεί για να επιβεβαιώσει το "δὶς ἀλέκτορα φωνῆσαι" του 14,30 και του 14,72 ("ἐκ δευτέρου", "δίς"). Εάν είναι γνήσια, η παράλειψή της μπορεί να οφείλεται στην εναρμόνιση της περικοπής προς τα άλλα τρία ευαγγέλια, στα οποία έχουμε μόνον ένα λάλημα πετεινού, και στην απορία των αντιγραφέων γιατί ο Πέτρος δεν συνειδητοποίησε την πρόρρηση του Ιησού ήδη από το πρώτο εκείνο λάλημα. Παρόμοια εναρμόνιση επιχειρείται και με την παράλειψη του "δίς" στο 14,30 από κώδικες, όχι αποκλειστικά ταυτόσημου προς όσους παραλείπουν το 14,68β (B.M.Metzger, A Textual Commentary on the New Testament, Stuttgart 2002(2), σ. 96-97).

Η κοινή στους Λουκά και Μάρκο φράση "καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν" (ή "εἶ" - Μκ.) παραπέμπει στη διευκρίνιση του Ματθαίου για την γαλιλαιϊκη "λαλιά", δηλ. προφορά του Πέτρου. 



2) Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ

(Α) Ο βίος και το πολιτικό τέλος Πιλάτου - Ιστορικά στοιχεία
Ο Πιλάτος (26-36 μ.Χ.) [pileus = σκούφος, που φορούσαν οι απελεύθεροι στα Σατουρνάλια] υπήρξε ο πέμπτος ρωμαίος επίτροπος ή έπαρχος της Ιουδαίας. Ιταλική ανασκαφή από τον Antonio Frova απεκάλυψε το 1961 στην Καισάρεια, λατινική επιγραφή (ευρίσκεται στο Μουσείο του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ) σε ναό προς τιμή του Τιβερίου, στην οποία ο Πιλάτος υπογράφει ως praefectus Iudaeae [J.Vardaman, JBL 81 (1962) σ. 70-71. A.Calderini, BTS 57 (1963) σ. 8-19)]. Ο Τάκιτος (Annales 15,44) αναφέρει ότι "Christus Tiberio imperitante per procuratorem Pontium Pilatum supplicio adfectus est" (= ο Χριστός, εξουσιάζοντος του Τιβερίου, υπό του επιτρόπου Ποντίου Πιλάτου υπέστη μαρτυρικό θάνατο). Ο Τάκιτος χρησιμοποιεί τον όρο procurator, επειδή ο όρος praefectus είχε αντικατασταθεί από την εποχή του Κλαυδίου (41-54 μ.Χ.) (J.Finegan, The Archeology of the New Testament, Princeton NJ, 1992, σ. 138). Τόσο ο Ιώσηπος, όσο και ο αλεξανδρινός φιλόσοφος Φίλων ο Ιουδαίος, περιγράφουν τον Πιλάτο με μελανά χρώματα. Όταν ανέλαβε την εξουσία, εισήγαγε στην Ιερουσαλήμ, κατά τρόπο άκρως προκλητικό για τα ανεικονικά ήθη των Ιουδαίων, σημαίες με την εικόνα του Τιβερίου. Επί πέντε ημέρες πλήθος Ιουδαίων ικέτευε τον Πιλάτο έξω από το ανάκτορό του στην Καισάρεια να αποσύρει τις σημαίες. Εκείνος ανένδοτος ανεβαίνει στο βήμα του μεγάλου σταδίου, δήθεν για να απαντήσει στους Ιουδαίους. Μόλις συγκεντρώθηκε το πλήθος των διαδηλωτών, διέταξε τον στρατό να τους περικυκλώσει και αντί άλλης απαντήσεως, απείλησε να τους κατακρεουργήσει, αν δεν δεχθούν τις σημαίες του Καίσαρος. Προς μεγάλη έκπληξη, όμως, εκείνοι γονάτισαν και γύμνωσαν τους αυχένες. Καλύτερα να σκοτωθούμε, φώναξαν, παρά να παραβούμε τους νόμους μας. Αυτή την αντίδραση δεν την περίμενε ο Πιλάτος. Υποχώρησε και διέταξε να αποσυρθούν οι σημαίες και να τοποθετηθούν στην Καισάρεια (Ιωσ. Πόλ. 2,169-174, Αρχ. 18,55-59. Βλ. και Φίλωνος Πρεσβεία προς Γάϊον 299). 

Ένα άλλο σοβαρό επεισόδιο προκλήθηκε, όταν ο Πιλάτος επεχείρησε να κατασκευάσει υδραγωγείο στην Ιερουσαλήμ, χρησιμοποιώντας χρήματα, που απέσπασε από το θησαυροφυλάκειο του Ναού. Δεκάδες χιλιάδων διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν, απαιτώντας να σταματήσει το έργο. Ο Πιλάτος περικύκλωσε το πλήθος με στρατιώτες με πολιτική περιβολή, οι οποίοι έφεραν όπλα κάτω από τα ρούχα τους. Με το σύνθημά του, εκείνοι εφόρμησαν κατά των διαδηλωτών και η στάση κατεστάλη με πολλούς νεκρούς και τραυματίες (Πόλ. 2,175-177, Αρχ. 18,60-62).
Το πολιτικό τέλος του Πιλάτου επήλθε εξαιτίας υπερβολικών βιαιοτήτων κατά των Σαμαρειτών. Κάποιος ευφάνταστος Σαμαρείτης κάλεσε τους συμπατριώτες του στο όρος Γαριζείν, όπου ισχυρίσθηκε ότι θα βρουν ιερά σκεύη, που υποτίθεται ότι είχε θαμμένα εκεί ο Μωϋσής. Πλήθος οπλισμένων Σαμαρειτών άρχισε να ανεβαίνει στο βουνό, αλλά ο Πιλάτος διέταξε μαζική σφαγή, καταπνίγοντας στο αίμα το συγκεντρωμένο πλήθος και φονεύοντας μεγάλο μέρος της ηγεσίας των Σαμαρειτών. Τότε η σαμαρειτική Βουλή προσέφυγε κατά του Πιλάτου στον Βιτέλλιο, επίτροπο της Συρίας, ο οποίος είχε διατελέσει ύπατος και ήταν ανώτερος του Πιλάτου, λέγοντας ότι κατέφυγαν στο βουνό, όχι για να επαναστατήσουν κατά της Ρώμης, αλλά για να γλυτώσουν από τις βιαιότητες του Πιλάτου. Ο Βιτέλλιος προέβη στην αντικατάσταση του Πιλάτου με τον Μάρκελλο και τον υποχρέωσε να απολογηθεί ενώπιον του Τιβερείου στη Ρώμη. Πριν φθάσει όμως στη Ρώμη ο Πιλάτος, ο Τιβέριος είχε ήδη πεθάνει (Αρχ. 18,85-89). Έκτοτε, τα ίχνη του Πιλάτου χάνονται. Ο Ευσέβιος αναφέρει ότι αυτοκτόνησε (Εκκλ. Ιστ. 2,7,1).

(Β) Το Πραιτώριο - Ιστορικά στοιχεία.
Οι μεγάλες συγκεντρώσεις πλήθους Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ κατά τις μεγάλες προσκυνηματικές εορτές, προσφέρονταν ιδιαίτερα για εθνικιστικές εξεγέρσεις. Ο ρωμαίος επίτροπος θεωρούσε καθήκον του, προκειμένου να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να μεταφέρει προσωρινά την έδρα του από την Καισάρεια στην Ιερουσαλήμ καθόλη τη διάρκεια των εορτών, ενισχύοντας παράλληλα και την μόνιμη φρουρά της πόλης. Στην Ιερουσαλήμ, ο επίτροπος διέμενε στο διοικητήριο, στο "πραιτώριον" (praetorium). Η ακριβής θέση του πραιτωρίου είναι αμφιλεγόμενη. Η κλασσική άποψη ταυτίζει το πραιτώριο με τον πύργο ή φρούριο Αντωνία, την οποία είχε κτίσει ο Ηρώδης ο Μέγας στο ΒΔ άκρο του Ναού, προς τιμήν του Μάρκου Αντωνίου. Με την θέση αυτή συνδέεται η λεγόμενη Via dolorosa (οδός της θλίψεως), η υποτιθέμενη οδός του Μαρτυρίου του Ιησού Χριστού, από το πραιτώριο μέχρι τον Γολγοθά, την οποία ακολουθούν κάθε χρόνο την Μ.Παρασκευή οι προσκυνητές από την εποχή των σταυροφόρων. Είναι βέβαιο ότι εκεί ήταν τουλάχιστον ο χώρος στρατωνισμού της ρωμαϊκής φρουράς της πόλης, της "σπείρας" του Ιω. 18,3 (Ιωσ. Πόλ. 5,244). 
[Η «σπείρα» που αναφέρει το Κατά Μάρκον, ήταν το ένα δέκατο της λεγεώνας (απόδοση από το λατινικό cohors = Κόορτις), το οποίο εδιοικείτο από τον χιλίαρχο, ενώ σε πλήρη σύνθεση αποτελούνταν από 600 άνδρες]. 

"Αὐλή" είναι ανάκτορο και όχι φρούριο. Τέτοια ανάκτορα υπήρχαν δύο στην Ιερουσαλήμ, το παλαιό ανάκτορο των Ασμωναίων και το ανάκτορο του Ηρώδη του Μεγάλου. Όσοι προτιμούν το ανάκτορο των Ασμωναίων, συσχετίζουν τον χώρο με την αρχαιότερη, βυζαντινή, προ της εποχής της εισβολής των Αράβων, Via dolorosa, η οποία ξεκινούσε από το Όρος των Ελαιών, περνούσε νοτίως της περιοχής του Ναού και, πριν καταλήξει στον Γολγοθά, στάθμευε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, η οποία είχε κτισθεί το 450 μ.Χ. στον τόπο, όπου επιστεύετο τότε ότι ήταν το πραιτώριο. Η εκκλησία αυτή, η οποία δεν σώζεται, σύμφωνα με τον χάρτη του μωσαϊκού της Μαδαβά, ήταν κοντά στην μεγάλη Νέα εκκλησία της Παναγίας του Ιουστινιανού (483-565 μ.Χ.). Η ανασκαφή εντόπισε τα ερείπια της ιουστινιάνειας εκκλησίας νοτίως της εβραϊκής συνοικίας της παλαιάς πόλης, έτσι γνωρίζουμε πού περίπου ήταν και η Αγία Σοφία. Ήταν στην "ἄνω πόλη" του Ιωσήπου (Πόλ. 2,530), εκεί όπου υπήρχε το ανάκτορο των Ασμωναίων, το οποίο ο Ηρώδης είχε ανακαινίσει πριν κατασκευάσει το δικό του. Ίσως το πραιτώριο να ήταν αυτό. Εν τούτοις, το νέο ανάκτορο, που έκτισε ο Ηρώδης ο Μέγας το 23 π.Χ. στο δυτικό τμήμα της πόλης, στον χώρο του σημερινού Citadel δίπλα στην σημερινή πύλη της Γιάφας, έχει περισσότερες πιθανότητες. Ήταν πολύ μεγαλύτερο, πολυτελέστερο και ιδιαίτερα ενισχυμένο, με τρεις οχυρούς πύργους (Ιωσ. Πόλ. 5,161 εξ.). Αν συνδυασθούν μάλιστα δύο χωρία του Φίλωνος (Πρεσβεία πρός Γάϊον 38,299 και 39,306), τότε προκύπτει ότι ακριβώς αυτό ήταν η "οἰκία τῶν ἐπιτρόπων". Άλλωστε και στην Καισάρεια, ο Πιλάτος διέμενε όπου και ο Φήλιξ, δηλ. "στό πραιτώριον τοῦ Ἡρώδου" (Πρ. 23,35) [P.Benoit, "Pretoire, Lithostroton et Gabbatha" RB 59 (1952) σ. 531-50, "Le Pretoire de Pilate a l' ere byzantine" RB91 (1984) σ. 161-77. J.Murphy O΄Connor, The Holy Land: An Arcaeological Guide, Oxfort, 1986 σ.25-26. J.Finegan, The Archaeology of the New Testament, Princeton NJ, 1992, σ.246-253].

(Γ) "Η ανάκριση" του Ιησού και ο Βαραββάς
"Σὺ λέγεις": Η απάντηση του Ιησού δεν είναι ούτε καταφατική ούτε αρνητική, είναι προπάντων επιφυλακτική, ως προς το περιεχόμενο της εννοίας "βασιλεύς". 
Το συμπέρασμα του Πιλάτου "οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ" (Λκ. 4 και Ιω. 38), αποτελεί επίσημη έκδοση αθωωτικής αποφάσεως και κανονικά η υπόθεση θα έπρεπε να είχε κλείσει στο σημείο αυτό λόγω ελλείψεως επιβαρυντικών στοιχείων. 

Ο Ηρώδης ο Αντίπας (Λκ. 4-16), ως Ιουδαίος (αν και ιδουμαϊκής καταγωγής εκ πατρός) είχε έλθει κι αυτός στην Ιερουσαλήμ, προφανώς για τον εορτασμό του Πάσχα και των Αζύμων. Εάν ο Πιλάτος χρησιμοποιούσε το ανάκτορο του Ηρώδη, τότε ο Αντίπας πρέπει να κατέλυε στο παλάτι των Ασμωναίων (ή αντιστρόφως). Πληροφορούμενος ο Πιλάτος ότι ο Ιησούς είναι Γαλιλαίος και θέλοντας μάλλον να αποσύσει τις ευθύνες του, παρά επειδή το θεωρούσε ως νομική ή ηθική υποχρέωση, έστειλε τον Ιησού στον Αντίπα, στην δικαιοδοσία του οποίου ανήκε ούτως ή άλλως η Γαλιλαία. Ο Λουκάς περιέχει πολλές αναφορές στον Ηρώδη τον Αντίπα. Ανέκαθεν ο Ηρώδης ήθελε να γνωρίσει τον Ιησού, τον οποίο πολλοί περιέγραφαν ως τον νέο Ιωάννη τον Βαπτιστή (Λκ. 9,7-9). Κάποια άλλη στιγμή "προσῆλθάν τινες Φαρισαῖοι λέγοντες αὐτῷ, Ἔξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν, ὅτι Ἡρώδης θέλει σε ἀποκτεῖναι. καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ, Ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ἰάσεις ἀποτελῶ σήμερον καὶ αὔριον, καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι" (Λκ. 13,31-32). 

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ιστορία αυτή με τον Αντίπα δεν είναι ιστορικό γεγονός, αλλά κατασκευή του Λουκά ή της πηγής του Λουκά, με κέντρο τον Ψ.2,1, "ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά; παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ" (βλ. Πρ. 4,27). Εν τούτοις, οι επανειλημμένες αναφορές του Λουκά στον Ηρώδη τον Αντίπα και σε ανθρώπους του περιβάλλοντός του φανερώνουν ότι ο ίδιος ή οι πηγές του είχαν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο πρόσωπο (βλ. Λκ. 8,3, 13,31. Πρ. 4,27, 12,20-23, 13,1).

Ο φόβος του Πιλάτου προέρχεται από την διάχυτη στον ελληνορωμαϊκό κόσμο της εποχής δυσειδαιμονία. Προς στιγμήν τού περνάει από τον νου μήπως ο Ιησούς είναι όντως κάποιος θεόσταλτος "θεῖος ἀνήρ" ή "υἱὸς θεοῦ", με εμφάνιση ανθρώπου, όπως τόσα και τόσα πρόσωπα της αρχαίας μυθολογίας, γι' αυτό και η επόμενη ερώτησή του είναι "πόθεν εἶ σύ;". Και στην περίπτωση του εκατοντάρχου παρακάτω, έχουμε μιά αναγνώριση του Ιησού ως "υἰοῦ θεοῦ" σε παρόμοια βάση. 

Για το έθιμο της απελευθέρωσης κρατουμένου το Πάσχα, δεν έχουμε άλλη μαρτυρία εκτός αυτής των Ευαγγελίων. 
iisous_5
Βαραββάς στα αραμαϊκά σημαίνει "υιός του Αββά" ή "υιός του πατρός". Η γραφή "Βαρραββᾶς" [υἱὸς ῥαββὰ(ν) (= διδασκάλου)] είναι άλλη μία προσπάθεια αναδείξεως της διαφοράς Ιησού και "Βὰρ Ῥαββᾶ", ως διαφοράς μεταξύ ενός κατ' εξοχήν "Διδασκάλου" προς ένα "διδάσκαλο" μόνο κατ' όνομα. Σημειωτέον, ότι το όνομα Ιησούς ήταν πολύ κοινό εβραϊκό όνομα, το δε Βαραββάς είναι γνωστό επίθετο ραββίνου στο Βαβυλωνιακό Ταλμούδ. Η "στάσις", για την οποία κάνει λόγο ο Μάρκος, ενδεχομένως να σχετίζεται με την υπόθεση του υδραγωγείου, που επεχείρησε να κατασκευάσει ο Πιλάτος με τα χρήματα του Ναού. Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί τον όρο "ληστής" εκεί, όπου ο Μάρκος έχει "στασιαστής". Την ίδια ορολογία, ληστής, χρησιμοποιεί και ο Ιώσηπος, για να περιγράψει αργότερα τους Ιουδαίους επαναστάτες κατά των Ρωμαίων. Φαίνεται ότι ο Βαραββάς ανήκε σε κάποια εθνικιστική ομάδα με αντιρωμαϊκό προσανατολισμό.

Η μεταστροφή του όχλου, από θαυμαστού του Ιησού μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, σε κατήγορο, οφείλεται στην απογοήτευσή του για το οικτρό θέαμα του υποτιθέμενου Μεσσία στα χέρια των διωκτών του. Προφανώς αισθάνθηκαν ότι είχαν εξαπατηθεί. Οι αρχιερείς τελικώς δικαιώνονται. 

Ο Πιλάτος, μολονότι "νίπτει τὰς χείρας του" (Μτ.) και ομολογεί ότι δεν συμμερίζεται τις απόψεις του Συνεδρίου για την επικινδυνότητα του Ιησού, δεν παύει να είναι συνένοχος. Υποχωρεί μπροστά στις αξιώσεις ενός πλήθους, που όχι μόνο δεν τον σέβεται, αλλά και τον απειλεί (Ιω. 19,12). 

Όλα έχουν ήδη τελειώσει, σύμφωνα με το Σχέδιο του Θεού. "Φραγελλώσας", προέρχεται από το "φραγέλλιον" (Ιω. 2,15), εξελληνισμένη παραφθορά του λατινικού flagellum, μαστίγιο ενισχυμένο με μεταλλικές αιχμές. Η γραφή "φραγγέλιον" με δύο γγ είναι μεταγενέστερη. Η μαστίγωση αποτελούσε αναπόσπαστο προκαταρκτικό τμήμα της ποινής του θανάτου δούλων και μη Ρωμαίων πολιτών (βλ. Ιωσ. Πόλ. 2,306, 5,449).

Η αραμαϊκή ονομασία Γαββαθά, κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει "υπερυψωμένη τοποθεσία", "ύψωμα" (πρβλ. Ιωσ., Ιουδ. Πόλ. 5, 51, όπου το "Γαβάθ Σαούλ" αποδίδεται ως "λόφος Σαούλου"), ακόμη κι αν προέρχεται από την λατινική λέξη gabata = γαβάθα. Στην αρμενική συνοικία της παλαιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, η ανασκαφή απεκάλυψε μιά τεράστια πέτρινη εξέδρα, εκτεινόμενη από το Citadel (τοποθεσία του ανακτόρου του Ηρώδη του Μεγάλου), μέχρι το νότιο τείχος της πόλης. Εκεί προφανώς ήταν το επίσημο βήμα (rostrum), από το οποίο απευθύνοντο οι ρωμαίοι επίτροποι προς τον λαό.

Η πορφύρα (murex) είναι θαλάσσιο οστρακόδερμο, από το οποίο εξάγεται χρωστική ουσία για τη βαφή των λεγομένων πορφυρών ενδυμάτων. Τέτοιο χρώμα δεν είχαν μόνο οι βασιλικοί μανδύες, αλλά και οι χλαμύδες των ρωμαίων στρατιωτικών, το sagum purpulatum των στρατιωτών και το paludamentum των στρατηγών. Μιά τέτοια στρατιωτική πορφυρή χλαμύδα φόρεσαν οι στρατιώτες στον Ιησού μαζί με τον ακάνθινο στέφανο κι ένα καλαμένιο σκήπτρο, περιπαίζοντάς τον, προφανώς με την συνήθη επευφημία του αυτοκράτορος, "Ave, Caesar, victor, imperator". 

Ο ακάνθινος στέφανος (βλ. και Ιω. 19,2), ενδεχομένως να αποσκοπούσε να διακωμωδήσει τον Ιησού, παριστάνοντάς τον ως Sol invictus (ήλιος ο ανίκητος), με το βασιλικό στέμμα του ήλιου, της πλέον διαδεδομένης μεταξύ των ρωμαίων στρατιωτικών ηλιακής θεότητας, της ρωμαϊκής εκδοχής του θεού Μίθρα.  


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Σταμ. Ν. Χατζησταματίου, «ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ», Αθήνα 2007.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Η απόφαση του Μεγάλου Συνεδρίου για τη δολοφονία του Χριστού

Ο Ιησούς θα συλληφθεί και θα σταυρωθεί ακριβώς μέσα στο Πάσχα, σύμφωνα με την απόφαση του Σανχεντρίν (Μεγάλο Συνέδριο) του ανώτατου διοικητικού, δικαστικού, πολιτικού και θρησκευτικού οργάνου του απανταχού ιουδαϊσμού.
Οι Φαρισαίοι, όπως και οι Σαδδουκαίοι και οι Εσσαίοι, εμφανίζονται ως πολιτικοθρησκευτικές παρατάξεις ή κόμματα περί τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. 


Γράφει η Ελένη Δραμπάλα 

Ερμηνευτικά σχόλια σύμφωνα με τους Συνοπτικούς

(Ματθ. 26)
ΚΑΙ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς πάντας τοὺς λόγους τούτους εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· 2 οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι. 3 τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα, 4 καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν ᾿Ιησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν. 5 ἔλεγον δέ· μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ.

(Μάρκ. 14)
ΗΝ δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα μετὰ δύο ἡμέρας. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν. 2 ἔλεγον δὲ μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, μήποτε θόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ.

(Λουκά 22)
ΗΓΓΙΖΕ δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα.
2 καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὸ πῶς ἀνέλωσιν αὐτόν· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν.

Η πρόρρηση του πάθους στους μαθητές σκοπό έχει να δείξει ότι όλα όσα επακολουθήσουν είναι μέσα στο Σχέδιο του Θεού κι ότι ο Ιησούς, το κεντρικό πρόσωπο των γεγονότων, είναι κύριος της ιστορίας. Αντιθέτως, τα σχέδια της σύλληψης και θανάτωσης του Ιησού, όχι κατά τη διάρκεια της εορτής, για να μην εμποδισθεί από το συρρέον πλήθος ή για να μη προκληθεί τυχόν εξέγερση λόγω της δημοφιλίας του Ιησού, δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά θα γίνει ακριβώς το αντίθετο: ο Ιησούς θα συλληφθεί και θα σταυρωθεί ακριβώς μέσα στο Πάσχα.

Η σύσκεψη των ιουδαϊκών Αρχών, σύμφωνα με τον Ματθαίο, έγινε στο σπίτι του Καϊάφα, ο οποίος είχε διορισθεί μέγας αρχιερέας το 18 μ.Χ., από τον προκάτοχο του Πιλάτου (26-36 μ.Χ.), τον Βαλέριο Γράτο (Valerius Gratus 15-26 μ.Χ.), μέχρις ότου παύθηκε από τον Βιτέλλιο (Vitellius) το 36 μ.Χ. (Ιωσήπου, Αρχαιολογία 18,2,2 και 18,4,3). Ο Καϊάφας είναι ακόμη αρχιερέας, όταν ο Πέτρος και ο Ιωάννης προσήχθησαν ενώπιον του Συνεδρίου. Πιθανώς και επί του πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Δεν αποκλείεται, ο αρχιερέας, από τον οποίο ο Παύλος ζήτησε επιστολές προς τις συναγωγές της Δαμασκού για τη σύλληψη των εκεί χριστιανών, να είναι ο ίδιος ο Καϊάφας. 

Το 1990 ανακαλύφθηκε τυχαία το οστεοφυλάκιο του Καϊάφα, 3 χλμ νότια της Ιερουσαλήμ, με την επιγραφή "Yehosef bar Qayyafa". Η φράση του Ιωάννη "ἀρχιερεὺς ὤν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου" σημαίνει απλώς ότι ήταν αρχιερέας εκείνη τη μοιραία χρονιά. Οι εκάστοτε αρχιερείς ήταν δοτοί της ρωμαϊκής εξουσίας και παρέμεναν στη θέση τους όσο εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της ρωμαϊκής πολιτικής. 

Ο πληθυντικός "οἱ ἀρχιερεῖς", εννοεί το αρχιερατικό συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου και του αρχιερέως. Ο διοικητικός αυτός θεσμός είναι ελληνιστικής καταγωγής και αντιστοιχεί στο διοικητικό συμβούλιο των ελληνιστικών πόλεων, τη Βουλή ή το "κοινὸν τῶν ἱερέων" (Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχαιολογία 13, 166, Πρ. 19,14). Απετελείτο από δέκα μέλη αριστοκρατικής προελεύσεως, ιερείς και επιχειρηματίες λαϊκούς, "τοὺς πρώτους δέκα" (Ιωσ. Ιουδ. Αρχ. 20,194, λατ. decem primi). 

Οι "ἀρχιερεῖς" μαζί με τους "γραμματεῖς" και τους "πρεσβυτέρους" του λαού συγκροτούσαν το Μεγάλο Συνέδριο (εβρ. Σανχεντρίν), το ανώτατο διοικητικό, δικαστικό, πολιτικό και θρησκευτικό όργανο του απανταχού ιουδαϊσμού. 

Οι "γραμματεῖς" ήταν οι νομοδιδάσκαλοι, γνωστοί και ως "σοφοί" ή "ραββί". 

Οι "πρεσβύτεροι" ήταν διακεκριμένα μέλη της αριστοκρατίας. 

Σε πλήρη σύνθεση το Συνέδριο περιελάμβανε εβδομήντα ένα (71) μέλη (Mishna, Sanhedrin 1,6, επί τη βάσει των "ἑβδομήκοντα ἀνδρῶν ἀπό τῶν πρεσβυτέρων Ἰσραήλ" του Αρ. 11,16 συν τον Μωϋσή). Συνεδρίαζε στο κτήριο της Βουλής, νοτιοδυτικά του Ναού των Ιεροσολύμων (Ιωσ., Περί του Ιουδ. Πολέμου 5,144). Εν τούτοις, η πλήρης σύνθεση ήταν απαραίτητη μόνο στις μεγάλες δίκες, που επέσυραν θανατικές ποινές. Ένας μικρός αριθμός μελών ήταν συνήθως αρκετός. Αν η σύσκεψη, η οποία δεν ήταν βεβαίως δίκη, έγινε στην αυλή του σπιτιού του Καϊάφα, θα επρόκειτο πιθανότατα για άτυπη σύσκεψη με περιορισμένο ή κατ' επιλογή αριθμό μελών.

Η χρονολογική διατύπωση του Μάρκου (14,1) και πολύ περισσότερο του Λουκά (22,1), ο οποίος συγχέει το Πάσχα με την εορτή των Αζύμων, κανονικά δεν είναι απολύτως ακριβής. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο διαφορετικές εορτές. Το Πάσχα ("Πέσαχ", αραμ. "Πίσχα") ήταν στις 14 του μηνός Νισάν (Μάρτιος - Απρίλιος), του πρώτου μήνα του θρησκευτικού ημερολογίου, ενώ η εορτή των Αζύμων ("Ματσώτ ή -ώθ") άρχιζε στις 15 και διαρκούσε επτά ημέρες μέχρι την 21 του μηνός (Εξ. 12,6, 15, Λευ. 23,5-9). Εν τούτοις, και ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος χρησιμοποιεί ακριβώς την ίδια "χαλαρή" ορολογία: "καὶ δὴ τῆς τῶν ἀζύμων ἐνστάσης ἑορτῆς, ἤ πάσχα παρά Ἰουδαίοις καλεῖται" (Ιουδ. Αρχαιολογία 2,10), "κατὰ τὸν καιρὸν τῆς τῶν ἀζύμων ἑορτῆς, ἥν πάσχα λέγομεν" (14,21), "τῶν ἀζύμων τῆς ἑορτῆς ἀγομένης, ἥν πάσχα καλοῦμεν ἐκ μέσης νυκτός" (Ιουδ. Αρχ. 18,29). 

Σύμφωνα με το ιουδαϊκό ημερολόγιο, η ημέρα άρχιζε και τελείωνε με τη δύση του ηλίου, επομένως η 14η του μηνός τελείωνε την ίδια ακριβώς ώρα που άρχιζε η 15η του μηνός, περίπου στις 6 το απόγευμα. Η σύγχυση, ως προς την ορολογία, δεν προήρχετο μόνο από το γεγονός ότι το πασχάλειο δείπνο ετελείτο μετά τη δύση της 14ης του μηνός, δηλ. το βράδυ της 15ης και, επομένως, συνέπιπτε με την αρχή της εορτής των Αζύμων, αλλά είναι παλαιότερη. Ανάγεται στη σύγχυση δύο διαφορετικών παραδόσεων της Πεντατεύχου. Κατά την παλαιότερη (Εξ. 12,6.8.18) το Πάσχα προσδιορίζεται στις 14 Νισάν, ενώ κατά τη νεώτερη, η οποία και επεκράτησε τελικά (Λευ. 23,5 εξ. Αρ. 28,16 εξ.), το Πάσχα προσδιορίζετο στις 15 Νισάν. Η έκφραση "μετὰ δύο ἡμέρας" μπορεί βεβαίως να σημαίνει ότι η πρόρρηση του πάθους έγινε στις 13 Νισάν, αλλά μάλλον εννοεί στις 14 Νισάν, καθώς η ανάλογη έκφραση "μετᾶ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι" (Μκ. 8,31) εννοεί ουσιαστικά δύο ημέρες μετά την Παρασκευή, δηλ. την Κυριακή. Στη μέτρηση προσμετράται και η ημέρα αφετηρίας, η Παρασκευή. 

"Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου" [εβρ. ben (ha)adam, αραμ. bar nasha] είναι ιδιωματισμός, που στα εβραϊκά σημαίνει απλώς "ο άνθρωπος". Στο όραμα του Δαν. 7,13, μιά ουράνια μορφή "ὡς υἱὸς ἀνθρώπου" κατέρχεται στο τέλος των ημερών ως εκπρόσωπος "τῶν ἁγίων τοῦ Ὑψίστου", του λυτρωμένου Ισραήλ. Αυτήν ακριβώς την ιδιότητα υπαινίσσεται η χρήση του τίτλου αυτού εκ μέρους του Ιησού στα ευαγγέλια. Το νέο στοιχείο, όμως, που προσδίδει στον τίτλο ο Ιησούς, είναι ότι τον συνδέει με το πάθος του, συνδυάζοντας το περιεχόμενό του με τον "πάσχοντα δοῦλο τοῦ Θεοῦ" του Ησαία 53.

Ερμηνευτικά σχόλια σύμφωνα με τον Ιωάννη
(Ἰω. 11)
47 Συνήγαγον οὖν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συνέδριον καὶ ἔλεγον· τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σημεῖα ποιεῖ; 48 ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ἐλεύσονται οἱ Ρωμαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος. 49 εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν Καϊάφας, ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν,
Οι "ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι" δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι ο Ιησούς όντως "πολλὰ ποιεῖ σημεῖα". Εκείνο που αμφισβητούν είναι ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Φοβούνται μήπως ο λαός παρασυρόμενος από έναν ψευδομεσσία ξεσηκωθεί κατά των Ρωμαίων κατακτητών και προκαλέσει την εκδικητική μανία τους. 

Ο Καϊάφας αναδεικνύεται σε δραματικό πρόσωπο, που η ιστορία ξεγλυστράει μέσα από τα χέρια του, κοιτάζοντάς τον πίσω της ειρωνικά. Χωρίς ο ίδιος να το συνειδητοποιεί, η αρχιερατική του ιδιότητα τον καθιστά προφήτη, μέσω του οποίου φανερώνεται το σχέδιο του Θεού. 

Ο Ιησούς πράγματι πέθανε υπερ του έθνους του, και όχι μόνον υπερ του έθνους του, αλλά όχι έτσι όπως ήλπιζε ο Καϊάφας. Οι δε Ρωμαίοι, τελικά, πράγματι "ἀροῦσιν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος", καταπνίγοντας στο αίμα την ιουδαϊκή επανάσταση του 66-70 μ.Χ. Η φράση "συμφέρει ὑμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ" είναι γνωστή ραββινική αντίληψη και υπάρχει στο Midrash Genesis Rabah 94,9. 

Οι Φαρισαίοι, όπως και οι Σαδδουκαίοι και οι Εσσαίοι, εμφανίζονται ως πολιτικοθρησκευτικές παρατάξεις ή κόμματα περί τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. 

Οι Σαδδουκαίοι προέρχονται από την αριστοκρατική τάξη και μονοπωλούν την ηγεσία του Μεγάλου Συνεδρίου, ενώ 

Οι Φαρισαίοι ανήκουν κυρίως στη μεσαία τάξη. 

Ο θεσμός των "γραμματέων", δηλ. των νομοδιδασκάλων, είναι οπωσδήποτε πολύ παλαιότερος των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων, αλλά προϊόντος του χρόνου οι περισσότεροι "γραμματεῖς" προσχωρούν όλο και περισσότερο στην παράταξη των Φαρισαίων, στην παράταξη που τελικά επεκράτησε και διαμόρφωσε τον μεταγενέστερο ιουδαϊσμό. Στην εποχή του Χριστού "γραμματεῖς και Φαρισαῖοι" είναι ήδη έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. 

Η "πόλις Ἐφραίμ" είναι πιθανώς η Αφρά (Ιησ. Ν. 18,23 Ο΄, εβρ. Οφρά) του Ευσεβίου [Ονομαστικόν 28 "Ἀφρά. κλήρου Βενιαμίν. καὶ νῦν ἐστι κώμη Αἰφραίμ τῆς Βηθὴλ ἀπὸ σημείων (= ρωμ. μίλια) ε΄ προς ἀνατολάς"], το "πολίχνιον" Ἐφραίμ του Ιωσήπου (Ιουδ. Πόλμ 4,551). Ταυτίζεται με το σημερινό Et-Taiyibeh στην ορεινή περιοχή 24 χλμ βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ και 7,5 χλμ βορειοανατολικά της Βαιθήλ. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
Σταματίου Ν. Χατζησταματίου "Το Πάθος του Ιησού Χριστού στα Ευαγγέλια", Αθήνα 2007.