Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (3 Οκτωβρίου)

Τέμνῃ κεφαλήν· καὶ τὸ λοιπὸν ὡς μέγα!
Ἄρας γὰρ αὐτήν, Διονύσιε τρέχεις.
Τμηθεὶς Διονύσιε τρίτῃ κεφαλὴν θέες αἴρων.

Ἔρωτι φλεγόμενος τοῦ σοῦ Δεσπότου,
τῇ φλογὶ παρέδωκας σαὐτὸν ἡδέως.
Τρίτη Ὀκτωβρίοιο θάνε Διονύσιος.
Zoom out


Άρειος Πάγος
Όταν η Ελλάς κατελήφθη από τους Ρωμαίους, έγινε μια Ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Αχαΐα. Οι Ρωμαίοι σεβάστηκαν την ένδοξη, ιστορία της πόλεως της Αθήνας. Γι αυτό και της διατήρησαν όλα τα προνόμια, μεταξύ των οποίων, το και κυριώτερο, τον Άρειον Πάγον.

Η Αρετή του Αρεοπαγίτου Διονυσίου
Ο Άγιος Διονύσιος καταγόταν από την Αθήνα. Από την μικρή του ηλικία επιδόθηκε, στα γράμματα και στην φιλοσοφία. Οι γονείς του ήταν από τούς άρχοντας της πόλεως των Αθηνών. Για τα προσόντα του, του έδωκαν την Θέσιν ενός από τους εννέα βουλευτάς του ανωτάτου δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου.

Ο Διονύσιος, αν και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, αν και ανατράφηκε μέσα σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, εν τούτοις διεκρίνετο για τη σύνεση και τις αρετές του. Ήταν ηθικότατος και ζούσε σαν χριστιανός και προτού γίνει χριστιανός. Διέφερε από τους Χριστιανούς μόνον, ως προς το πιστεύω, ενώ κατά τον τρόπον της ζωής και κατά τα έργα του, έμοιαζε καταπληκτικά με τούς Χριστιανούς. Παρ' ότι ήταν ειδωλολάτρης, εν τούτοις έκαμνε αυτά, πού του έλεγε ο νόμος της συνειδήσεως, ο άγραφος αυτός νόμος του Θεού. Δίκαζε πολύ δίκαια, και όλοι τον θαύμαζαν, για τη δικαιοσύνη του.

«Ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται»
Όταν ο Άγιος Διονύσιος ήταν νέος, πήγε με άλλους συμπατριώτες του στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου, για ανώτερες μελέτες. Ήτανε τότε ακριβώς η εποχή, πού σταύρωσαν οι θεομάχοι Εβραίοι τον Χριστό μας. Όταν όμως σκοτίσθηκε ο ήλιος την Μ. Παρασκευή το μεσημέρι και εγένετο σκότος εφ' όλην την γήν, είδε στην Ηλιούπολη ο Διονύσιος το θαυμαστό κι υπερφυσικό σκοτισμό του ήλιου. Του έκαμε κατάπληξη το πρωτοφανές αυτό γεγονός, θαύμασε και είπε:
«Ή Θεός πάσχει ή τ ο πάν απόλλυται». Δηλαδή ή ο Θεός υποφέρει ή χάνεται το πάν. Τόσο δε πολύ του έκαμε εντύπωση το γεγονός αυτό, ώστε η ημερομηνία, κι η ώρα, πού συνέβη τούτο, του έμειναν για πάντα ανεξάλειπτα στη μνήμη του. Γι αυτό ήθελε να μάθη κάποτε τη σημασία του σκοτισμού αυτού του ηλίου.
Μετά από τις επιτυχείς σπουδές του γύρισε πάλι στην Αθήνα. Εξακολούθησε το έργον του αρεοπαγίτου. Απένειμε το δίκαιο στον καθένα, πού τον αδικούσαν οι άλλοι.

Ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο
Ανέβηκε ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο να μιλήσει στους σοφούς Αθηναίους. Παίρνοντας αφορμή από τον βωμόν Αγνώστου Θεού, εβροντοφώνησε τον υπέροχον εκείνον λόγον εις τον Άρειον Πάγον.
Ο λόγος αυτός είχε σαν αποτέλεσμα να πιστέψουν ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης, μία γυναίκα, πού την λέγανε Δάμαρι και μερικοί άλλοι.

Zoom out
Ο Διονύσιος ακολουθεί το Χριστό
Αυτός ανταποκρίθηκε ευχαρίστως στο κάλεσμα του Ουρανίου Πατρός. Με την διορατικότητα του, αμέσως διέκρινε την αλήθεια αυτών, πού κήρυττε ο Απόστολος Παύλος. Και χωρίς πολλές περιστροφές και σκέψεις, πίστεψε στο Χριστό αμέσως.
Μετά απ’ αυτά φιλοξένησε τον Απόστολο στο σπίτι του. Εκεί είχε την ευκαιρία, ν' ακούσει με κάθε λεπτομέρεια τα περί, της Θείας Οικονομίας. Δηλαδή για την ενσάρκωση τού Υιού του Θεού, για το Πάθος και την Ανάσταση Του. Μόλις όμως άκουσε για τον σκοτισμό του ηλίου, πού έγινε την ώρα της Σταυρώσεως, θυμήθηκε το γεγονός, του οποίου έγινε αυτόπτης μάρτυς, στην Αίγυπτο. Τώρα πια δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Χριστός, πού κήρυττε ο Παύλος ήταν ο Αληθινός Θεός. Από τότε, ο Διονύσιος δόθηκε πλέον ολοκληρωτικά στο Χριστό και βαπτίσθηκε, με την οικογένειά του κατά το έτος 52 μ.Χ.
Και πολλοί άλλοι Αθηναίοι, βλέποντας τον Διονύσιο να απαρνείται τα είδωλα τα αρνήθηκαν και αυτοί και βαπτίσθηκαν.

Επίσκοπος Αθηνών
Έπειτα απ’ αυτά ο μέγας των Εθνών κήρυξ και Απόστολος Παύλος χειροτόνησε τον Άγιο Ιερόθεο πρώτον Επίσκοπο των Αθηνών. Αυτός με τη σειρά του δίδαξε περισσότερο τον Διονύσιο, τον οποίον κι' άφησε διάδοχο του. Έτσι ο Άγιος Διονύσιος γίνεται επίσκοπος της ενδόξου πόλεως των Αθηνών. Ως επίσκοπος εργάσθηκε με όλες του τις δυνάμεις διά να γνωρίζουν τα πλήθη την πίστ του Χριστού. Αφού έγινε Χριστιανός τα ενδιαφέροντά του στράφηκαν ολοκληρωτικά προς την ουράνια και θεία φιλοσοφία. Γι αυτό ο Άγιος έγραψε τα πιο κάτω πολύτιμα συγγράμματα:

1. Περί ουρανίου Ιεραρχίας των υπερκοσμίων αγγέλων.
2. Περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας.
3. Περί Θείων ονομάτων.
4. Περί Καταφατικής κι Αποφατικής θεολογίας.

Συνάντησε τη Θεοτόκο
Ο Άγιος Διονύσιος είχε πολλή αγάπη προς τον Χριστό και όταν έμαθε, ότι ζούσε ακόμη η Αειπάρθενος Μητέρα Του, η Θεοτόκος, επήγε στα Ιεροσόλυμα να την επισκεφθεί. Μόλις την είδε, είπε ότι το παρουσιαστικό της, τα χαρακτηριστικά της, η όλη εμφάνιση της μαρτυρούν, ότι είναι πράγματι Μητέρα Θεού. Εκεί έμεινε λίγες ημέρες, χάρηκε πολύ και ωφελήθηκε μεγάλως από την Παναγίαν.
Εν συνεχεία επήγε σε διάφορες πόλεις και χώρες και κήρυξε το Ευαγγέλιο. Επέστρεψε όμως πάλιν εις την Αθήνα και εποίμαινε τους πιστούς.

Στα Ιεροσόλυμα ξαναβρέθηκε, όταν εκοιμήθη η Κυρία Θεοτόκος και εξεδήμησε προς τον Υιόν και τον Θεόν της. Τότε ηρπάγη και αυτός όπως οι Απόστολοι και άλλοι Ιεράρχαι, εν νεφέλαις και αιθερίως μετέβη και παρέστη εις την κηδείαν της Παναγίας.
Εργαζόταν ακατάπαυστα στην Αθήνα να κατηχεί και διδάσκει τους Χριστιανούς. Έβαλε ως σκοπό του το ξερίζωμα. της ειδωλολατρίας.

Εγκαθίσταται στο Παρίσι
Κατ' αρχάς περιόδευσε σε πολλούς τόπους με τούς μαθητές του, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού. Στο τέλος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, την πρωτεύουσα της Γαλλίας, το Παρίσι τότε ήταν μικρή μεν πόλις, αλλά ωραία. Εκεί, λοιπόν, σε κάποιο μέρος του Παρισιού ο σοφός Διονύσιος έχτισε μια μικρή Εκκλησία. Εκεί ήταν το αποστολικό του κέντρο οπού ιερουργούσε, κήρυττε και θαυματουργούσε. 
Εκεί πολλοί ειδωλολάτρες αποστρέφονταν τα είδωλα και πρόστρεχαν και πίστευαν στον Χριστό. Εκεί κουράστηκε και δεινοπάθησε πολύ, διότι, ως γνωστόν, το έργον του ευσυνείδητου διδασκάλου δεν ήταν απλό και εύκολο.

Μπροστά στον κριτή
Ο διάβολος, φυσικά, μισεί ανέκαθεν το καλό. Δεν μπορούσε, λοιπόν να υποφέρει την τόση ζημιά, πού πάθαινε από τον Αγ. Διονύσιο. Δεν μπορούσε να βλέπει απαθής τον Άγιο Διονύσιο να παίρνει τούς ανθρώπους του και να τούς πηγαίνει στο Χριστό. Γι' αυτό και παρακίνησε μερικά όργανα του να τον καταγγείλουν στον Αυτοκράτορα Δομετιανό, πού βασίλεψε το 82 μ.Χ., ότι δεν σέβεται τον Αυτοκράτορα, δεν προσκυνάει τούς θεούς και ότι κηρύττει ε να νεώτερον δικό του Θεό.
Τότε ο Δομετιανός έδωσε εντολή στον επίτροπο να συλλάβει τον Άγιο Διονύσιο. Έτσι και έγινε. Τότε ο κριτής προσπάθησε να αλλάξει τον Άγιο, αλλά ο Άγιος με ανδρεία του είπε τα εξής:
«Ομολογουμένως πόση μεγάλη άγνοια έχετε να νομίζετε θεούς και να προσκυνάτε λιθάρια και ξύλα αναίσθητα! Πόσο πίσω είστε να λέτε, ότι υπήρξαν και υπάρχουν θεοί πόρνοι και φιλήδονοι και φονείς. Είναι, ντροπή να λέτε ότι πιστεύετε για θεούς ψεύτικα ή αληθινά πρόσωπα γεμάτα βούρκο, κακία και αμαρτία, πρόσωπα πού έκαμαν τόσες αισχρότητες, πού ντρέπομαι να τις πω, για να μη μολύνω τα χείλη μου.

Ο Αποκεφαλισμός
Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο Τύραννος έδωσε αμέσως εντολή να αποκεφαλίσουν τον Άγιο Διονύσιο και μαζί του να αποκεφαλίσουν τον Ρουστικό και τον Ελευθέριο. Ήταν η 3η Οκτωβρίου του 96 μ.Χ. κατά. το τελευταίο έτος βασιλείας του Δομετιανού.

Βαδίζει με κομμένο το κεφάλι του!
Τότε όμως επακολούθησε ένα θαύμα σπουδαίο και παράδοξο. Μόλις αποκεφαλίσθηκε ο Αγ. Διονύσιος έσκυψε, σαν να ήτανε. ζωντανός, και πήρε στα χέρια του την αγία του κεφαλή και περπάτησε περίπου δύο μίλια. Εκεί συνάντησε κάποια ενάρετη γυναίκα, Κατούλαν ονόματι. Σταμάτησε και την τοποθέτησε στα χέρια της, σαν θησαυρόν πολύτιμον. Αισθάνθηκε μεγάλη χαρά η ευτυχισμένη εκείνη γυναίκα, για το θησαυρό, πού της παρέδωσε η Θεία Πρόνοια, κατά θείαν οικονομίαν. Επήγε μάλιστα και αγόρασε και τα άλλα δύο λείψανα από τούς δήμιους. Ο τύραννος, βεβαίως, είχε διατάξει να μείνουν άταφα για να τα φάνε τα θηρία. Η ευγενής όμως Κάτουλα πήρε την νύκτα τούς φύλακας και τούς έκαμε πλούσιο τραπέζι. Εκείνοι μέθυσαν και στο μεθύσι τους επάνω, αφού πήρανε και αρκετά χρήματα, της έδωσαν τα άγια λείψανα.

Η μακαρία Κάτουλα τα παρέλαβε, και τα ενταφίασε έξω των Παρισίων. Κατόπιν οι Χριστιανοί εκεί έκτισαν και ναό εις τιμήν των Αγίων αυτών, ο οποίος σώζεται, όπως λέγουν, σήμερον.
Η χαριτόβρυτος κάρα του Αγ. Διονυσίου σώζεται εις την Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους Τήν αφιέρωσε με χρυσόβουλον βασιλικόν ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός.

Ύστερα από την με αριθμ. 22/30 Σεπτεμβρίου 1999 μ.Χ. εγκύκλιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου συμπεριελήφθηκε να τιμάται επιπρόσθετα και στις 12 Οκτωβρίου όπου και ορίσθηκε να τιμάται η Σύναξη των εν Αθήναις Αγίων.



Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καὶ νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθὴν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους τῆς ἐκλογῆς τὰ ἀπόῤῥητα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσας, τὸν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Διονύσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸ συνάναρχον Λόγον.
Ἀγρευβεῖς τῷ τοῦ Παύλου Πάτερ κηρύγματι, ὑφηγητὴς ἀνεδείχθης τῶν ὑπὲρ νοῦν δωρεῶν, διαvoiα ὑψηλὴ καλλωπιζόμενος, τῶν γὰρ ἀΰλων οὐσιῶν, τᾶς ἀρχὰς μυαταγωγεῖς, ὡς μύστης τῶν ἀπορρήτων, καὶ τῆς σοφίας ἐκφάντωρ, Ἱερομάρτυς Διονύσιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Τῆς σαγήνης τόν Παύλου τό πανεύφημον θήραμα, τῆς τόν Πνεύματος αἴγλης τό χρυσαυγές φωταγώγημα. Θεολογίας τόν λαμπρόν ὑφηγήτορα, δί’ οὗ τῶν ἄνω ἡ γνῶσις τοῖς γεηροῖς πρυτανεύεται,. Διονύσιον τόν μέγαν, τόν ἐν Ἀρείω Πάγω πρῶτον, τόν ὄντως Θεόν εὐσεβήσαντα, τῶν Ἀθηναίων ὁ δῆμος πᾶς ὁμοφρόνως, δεῦτε σύν ποθῶ ἀνευφημήσωμεν. Αὐτόν γάρ Πολιοῦχον, ὁμού πλουτοῦμεν καί Πρόμαχον.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν ἀρρήτων μυητὴν καὶ ὑφηγήτορα Καὶ τῶν ἀΰλων οὐσιῶν ἱεροφάντορα Ἀνυμνοῦμέν σε ἀξίως Ἱερομάρτυς. Ἀλλ’ ὡς πλήρης τῆς τοῦ Πνεύματος ἐλλάμψεως Τῆς σῆς χάριτος μετάδος ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Πάτερ Διονύσιε.

Ἕτερον Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὰς οὐρανίους διαβὰς πύλας ἐv πνεύματι, μαθητευθεὶς τῷ ὑπὲρ τρεῖς οὐρανοὺς φθάσαντι, Ἀποστόλου Διονύσιε τῶν ἀῤῥήτωv, ἐπλουτίσθης πᾶσαν γνῶσιν καὶ κατηύγασας, τοὺς ἐν σκότει ἀγνωσίας πρὶν καθεύδοντας, διὸ κράζομεν, Χαίροις Πάτερ παγκόσμιε.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ἐξ ἀνθρώπων ἀρεταῖς χρηματίσας, ὁ μέγας Διονύσιος πᾶσαν, ὡς ὑπόπτερος, ἐμυήθη τὸν νοῦν τὴν οὐράνιον γνῶσιν· διὸ ᾄσμασιν , ὡς Ἄγγελον τιμήσωμεν, βοῶντες πρὸς αὐτὸν τοιαῦτα.

Χαῖρε, ὁ γνοὺς Χριστὸν διὰ Παύλου, χαῖρε, πολλοὺς πρὸς Χριστὸν ἐπιστρέψας.
Χαῖρε, πολυθέου σκηνῆς ὀλετήριον, χαῖρε, θεογνώστου βουλῆς σκοπευτήριον.
Χαῖρε, βίβλος θεοχάρακτος, μυστηρίων θησαυρέ, χαῖρε πίναξ θεομόρφωτε, καὶ διόπτρα οὐρανοῦ.
Χαῖρε, ὅτι τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου κατεῖδες, χαῖρε, ὅτι προθύμως δι' αὐτὸν σφαγιάζῃ.
Χαῖρε, πηγὴ βλυστάνουσα ἄφεσιν, χαῖρε, ῥανὶς κοιλαίνουσα ἄνοιαν.
Χαῖρε, ὁδὸς ἀπλανὴς σωτηρίας, χαῖρε, φραγμὸς ἀσεβῶν παροδίας.
Χαίροις, Πάτερ παγκόσμιε.

Μεγαλυνάριον
Τῶν ὑπερκοσμίων θεωριῶν, γεγονὼς ἐπόπτης καὶ ἐκφάντωρ θεοειδής, θεαρχικωτάτων, ἐλλάμψεων τὸ κάλλος, πανσόφως διαγράφεις, ὦ Διονύσιε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Πρῶτος Ἀθηναίων Ἀρχιερεύς, πρῶτος τε καὶ μάρτυς γεγονέναι ἀξιωθείς, ὑπὲρ ἡμῶν ἁπάντων ποιοῦ σὴν ἱκεσίαν Θεῷ, θερμαῖς λιταῖς σου, ὦ Διονύσιε.

ΠΗΓΗ: http://xristianos.gr/

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Οι άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη (2 Οκτωβρίου)

Ἀλγεῖ Σατανᾶς, τὸν πάλαι φίλον βλέπων,

Ξίφει φιλοῦντα συνθανεῖν Ἰουστίνῃ.
Τμήθη δευτερίῃ σὺν Ἰουστίνῃ Κυπριανός.
*********
Ἐκ τέχνης μαγικῆς, ἐπιστρέψας θεόφρον, πρὸς γνῶσιν θεϊκήν, ἀνεδείχθης τῷ κόσμῳ, ἀκέστωρ σοφώτατος, τὰς ἰάσεις δωρούμενος, τοῖς τιμῶσί σε, Κυπριανὲ σὺν Ἰουστίνῃ· μεθ’ ἧς πρέσβευε, τῷ Φιλανθρώπῳ Δεσπότῃ, σωθῆναι τοὺς δούλους σου.

Zoom out
Τα δαιμόνια φρίσσουν μπροστά στο Θεό. Και τρέμουν το σύμβολο του ενσαρκωθέντος Υιού Του, τον Τίμιον Σταυρόν. Δεν έχουν καμία εξουσία στους ανθρώπους πού φέρουν το όνομα του Χριστού, πού έχουν ενδυθεί τον Χριστό με το βάπτισμα. Αν είσαι πιστός Χριστιανός, αν ζεις κοντά στο Χριστό και παίρνεις ζωή από τα άχραντα μυστήριά Του, ο διάβολος δεν μπορεί να σε βλάψει. Αυτό μας διδάσκει η ιστορία των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, όπου φαίνεται πώς η δύναμη της μαγείας συντρίβεται με τη δύναμη του Χριστού.

Κυπριανός ο μάγος της Αντιοχείας
Στα βάθη της Μικράς Ασίας υπήρχε άλλοτε η πρωτεύουσα της Πισιδίας Αντιόχεια, πού λεγόταν και Αντιόχεια η Μικρά, για να ξεχωρίζει από την Αντιόχεια την Μεγάλη, την ξακουστή πρωτεύουσα της Συρίας. Σ’ αυτή την Αντιόχεια της Πισιδίας ζούσε στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, τον 3ον αιώνα μ.Χ. ο φοβερός μάγος Κυπριανός. Είχε γεννηθεί στην Αντιόχεια και έχοντας άφθονα πλούτη γύρισε όλη την Ανατολή, την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, τη Χαλδαία και την Αίγυπτο για να μάθη τα μυστική αρχαίων θρησκειών. Στα τριάντα του χρόνια ξαναήρθε στην πόλη του, έχοντας βαθειές γνώσεις φιλοσοφίας και μαγείας. Ήταν πια ονομαστός για τη δύναμη του και οι ειδωλολάτρες έτρεχαν σ’ αυτόν για να πετύχουν κάθε σκοτεινό τους σχέδιο. Και αυτός με τη μυστική της μαγείας τέχνη καλούσε τα δαιμόνια και τα έστελνε στα ταλαίπωρα θύματά του.

Ποιός μπορούσε να ξεφύγει απ’ τα τεχνάσματα του Μάγου Κυπριανού; Αφού οι δύστυχοι άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην ψεύτικη πίστη των ειδώλων, αφού οι ίδιοι λάτρευαν τα δαιμόνια, πώς να μη βρίσκονται κάτω από την εξουσία τους; Πώς να μη βρίσκονται κάτω από την εξουσία του αντιπροσώπου τους, του μάγου Κυπριανού;

Αλλ’ όμως στην Αντιόχεια δεν υπήρχαν μόνο ειδωλολάτρη Στην πόλη αυτή, όπως και σ’ όλες τις πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως σ’ όλη την οικουμένη το φώς της αληθινής πίστεως είχε λάμψει στις Καρδιές χιλιάδων ανθρώπων και το αίμα του Χριστού, πού χύθηκε πάνω στο Σταυρό, είχε γίνει λύτρο για να εξαγορασθούν οι άνθρωποι από την αιχμαλωσία του διαβόλου. Και σ’ αυτούς (τους Χριστιανούς) δεν είχαν εξουσία τα δαιμόνια του μάγου Κυπριανού.

Ο ίδιος όμως, βυθισμένος μέσα στα σκοτεινά βιβλία της μαγείας, στα επινοήματα αυτά του ψεύδους, δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι ο Θεός πού λάτρευαν οι Χριστιανοί, ο σταυρωμένος Χριστός, θα ήταν δυνατότερος απ’ τα δαιμόνια. Βρισκόταν ο δύστυχος μέσα στην πλάνη, χωρίς να το ξέρη. Γιατί ο διάβολος κρατεί και τους δικούς του υπηρέτες μέσα στην πλάνη. Γιατί αν γνώριζαν την αλήθεια θα τον παρατούσαν και θα γίνονταν δούλοι του αληθινού Θεού.

Η Παρθένος Ιούστα
Στην Αντιόχεια ζούσε και μία παρθένος, Ιούστα ήταν τ’ όνομά της, κόρη του Αιδεσίου και της Κληδονίας. Και αυτή και οι γονείς της βρίσκονταν μέσα στην πλάνη των ειδώλων, όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της Αντιοχείας. Ο Αιδέσιος μάλιστα ήταν ιερέας των ειδώλων.

Όσο όμως η Ιούστα μεγάλωνε, τόσο περισσότερο ένοιωθε ότι τα είδωλα πού λάτρευαν δεν είχαν θεϊκή δύναμη και ότι άλλος είναι ο αληθινός Θεός. Η ψυχή της προετοιμαζόταν έτσι να δεχτή το φωτισμό της αληθείας και της επιγνώσεως του μόνου εν Τριάδι Θεού.

Μια μέρα ο Θεός έφερε τα βήματά της στον τόπο όπου δίδασκε ένας σοφός διάκονος της Εκκλησίας της Αντιοχείας, ο Πραΰλιος. Άκουσε με θαυμασμό όσα έλεγε εκείνος για τα μεγάλα μυστήρια της αγάπης του Θεού. Η ψυχή της Ιούστας σαν «γη αγαθή» δεχόταν τον «σπόρον» της αληθείας. Θέλησε να μεταδώσει και στη μητέρα της Κληδονία την αληθινή πίστη. Εκείνη όμως, μόλις της μίλησε σχετικά, αντιστάθηκε και την συμβούλεψε να προσέξει μη μάθη τίποτε ο πατέρας της. Αλλ’ η Ιούστα ήθελε να οδηγηθεί και ο πατέρας της στην ορθή πίστη. Συνέχισε λοιπόν να ομιλεί στη μητέρα της και σιγά σιγά εκείνη υποχωρούσε. Άκουγε πια χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις. Και μια νύχτα είπε στον άνδρα της όσα της δίδαξε η κόρη της. Ο Αιδέσιος, αν και ήταν όπως είπαμε ιερέας των ειδώλων, δεν θύμωσε αλλά έμεινε σκεπτικός. Το βράδυ όμως στριφογύριζε στο κρεβάτι του, έχοντας στην σκέψη αυτό το θέμα. Πολύ αργά μπόρεσε να τον πάρει ο ύπνος. Και τότε, ώ θαύμα μέγα, βλέπει τον Χριστό ένδοξο, περιτριγυρισμένο από χιλιάδες αγγέλους, να τον προσκαλεί:
- Ελάτε σε μένα και θα σας χαρίσω την βασιλεία των ουρανών.

Έτσι, μόλις ξημέρωσε, ο Αιδέσιος πήρε τη γυναίκα του Κληδονία και την κόρη του Ιούστα και πήγε στον επίσκοπο των Χριστιανών, τον Οπτάτο, του διηγήθηκε όσα έγιναν κι εκείνος με χαρά τους αξίωσε να βαπτισθούν. Κατόπιν μάλιστα ο Αιδέσιος έγινε πρεσβύτερος, κι έτσι ο πρώην ιερεύς των ειδώλων ήταν τώρα ιερεύς του Χριστού. Η δε Ιούστα είχε αφιερωθεί στον Χριστό, και επάνω στο θεμέλιο της πίστεως έχτιζε τις ανώτερες από χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια αρετές. Ο διάβολος έβλεπε τον εαυτό του να εξευτελίζεται μπρος στην άγια ζωή της παρθένου. Γι’ αυτό και θέλησε να τη μπλέξει στα δίχτυα του. 

Ο νεαρός ειδωλολάτρης Αγλαΐδας
Ήταν στην Αντιόχεια κάποιος νεαρός ειδωλολάτρης από αριστοκρατική οικογένεια, πλούσιος και όμορφος, ο Αγλαΐδας. Σ’ αυτό τον ακόλαστο νέο άναψε ο διάβολος αμαρτωλό πόθο για τη σεμνή Ιούστα. Την έβλεπε πού πήγαινε στην Εκκλησία και θαύμαζε την ωραιότητα της. Άρχισε να παραφυλάγει στους δρόμους απ’ όπου εκείνη περνούσε και να την ενοχλεί με άπρεπα λόγια. Έκπληκτος όμως έβλεπε ότι η Χριστιανή κόρη έμενε σοβαρή κι ακλόνητη και δεν παρασυρόταν στα δίχτυα του.

Άκουγε ο Αγλαΐδας για τον μεγάλο Κυπριανό. Ήξερε ότι πετύχαινε θαυμαστά κατορθώματα με τη δύναμη των δαιμόνων. Σ’ αυτόν λοιπόν έπρεπε να καταφυγή και να ζητήσει τη βοήθειά του.
Έτσι ο Αγλαΐδας έρχεται στον Κυπριανό και του διηγείται τα παθήματά του και ότι η παρθένος στάθηκε ισχυρότερη από τα τεχνάσματά του. Στο τέλος τον παρακάλεσε:
- Σύ μού έχεις απομείνει μόνη παρηγοριά στη συμφορά, και ελπίζοντας σε σένα δεν έθεσα τέρμα στη ζωή μου. Αν μου δώσεις αυτό πού θέλω, θα σε γεμίσω πλούτη και χρυσάφια, περισσότερα απ’ όσα μπορείς να ελπίσεις.
Ο μεγάλος μάγος τον άκουσε προσεκτικά και, βέβαιος για τη δύναμη του, του υποσχέθηκε ότι γρήγορα θα θεραπεύσει τον πόνο του.

Η Ιούστα νικά τα πονηρά πνεύματα πού στέλνει ο Κυπριανός
Ο Κυπριανός άνοιξε τα μαγικά βιβλία, τα κείμενα του διαβόλου, και προσκάλεσε ένα απ’ τα πονηρά εκείνα πνεύματα, πού πρόθυμα τον υπηρετούσαν στα τερατώδη έργα του. 
Το πονηρό πνεύμα παρουσιάστηκε και ο μάγος του είπε:
- Αν φέρεις γρήγορα αυτό το έργο εις πέρας, θα σού χαρίσω μεγάλα δώρα και θα σε τιμώ περισσότερο από τα άλλα δαιμόνια.

Γέλασε αλαζονικά το πονηρό πνεύμα και απάντησε με πολύ κομπασμό:
- Τόσες φορές έσεισα ολόκληρες πόλεις, τόσες φορές σήκωσα οπλισμένο χέρι παιδιού για να σκοτώσει τον πατέρα του, έσπειρα μίσος άσπονδο ανάμεσα σ’ αδέρφια και ανδρόγυνα και μοναχούς πού ασκήτευαν στα όρη με νηστεία και εγκράτεια κατάφερα και τους έριξα στις σαρκικές ηδονές. Αλλά γιατί να πολυλογώ; Τώρα αμέσως θα δείξω τι είμαι. Κι αν δεν γίνει αυτό πού θέλεις, να μη εμφανιστώ ξανά μπροστά σου και για ανίκανο να μ’ έχεις πια.

Ο Κυπριανός έδωσε στο δαιμόνιο ένα βάζο γεμάτο μαγικό υγρό, και του είπε:
- Πάρε αυτό το βάζο και ράντισε το σπίτι της παρθένου. Αυτό θα βοηθήσει πολύ. Πήγαινε λοιπόν, και σε περιμένω. Έφυγε το πνεύμα και ο μάγος κάθισε άγρυπνος για το αποτέλεσμα.

Εκείνη τη νύχτα, όπως πάντοτε, η Ιούστα σηκώθηκε για να προσευχηθεί. Και τότε το πονηρό πνεύμα, με τη δύναμη του μαγικού υγρού, πού μ’ αυτό είχε ραντίσει το σπίτι, προσπάθησε να της ανάψει δυνατούς σαρκικούς πειρασμούς και έτσι να τη σύρει στις ηδονές. Η παρθένος ένιωθε τη φοβερή επίθεση των πειρασμών, αλλά όσο εκείνοι άναβαν, τόσο αυτή δυνάμωνε την προσευχή της. Το πονηρό πνεύμα εξακολουθούσε με λύσσα να επιμένει, ώσπου η Ιούστα έκανε το σημείο του Σταυρού. Και τότε, το αλαζονικό δαιμόνιο πού τόσο καυχιόταν για τη δύναμη του, τρομαγμένο και ντροπιασμένο έφυγε, μη αντέχοντας να βλέπει το σημείο της νίκης του Χριστού!

Δειλά παρουσιάστηκε στον Κυπριανό και προσπαθούσε με ψέματα να ξεφύγει την ομολογία της ήττας του. Όμως ο Κυπριανός επέμενε στις ερωτήσεις και έτσι το πνεύμα αναγκάστηκε να φανερώσει ότι νικήθηκε:
- Είδα κάποιο σημείο και έφριξα και δεν μπορούσα να αντέξω τη δύναμη του.
Ο Κυπριανός έδιωξε με περιφρόνηση το δαιμόνιο και κάλεσε άλλο πολύ ισχυρότερο. Πήγε κι εκείνο, αλλά νικημένο με τον ίδιο τρόπο γύρισε ντροπιασμένο στον Κυπριανό.

Τότε πια ο μάγος κάλεσε τον πατέρα και άρχοντα των δαιμόνων. Ήρθε εκείνος με πολλή έπαρση και απείλησε ότι θα τιμωρήσει σκληρά τα δύο άλλα δαιμόνια για την ανικανότητα τους. Στον μάγο έδωσε θάρρος και του είπε να μη στεναχωριέται, γιατί αυτός θα πετύχει το ποθούμενο.
Παίρνει ο δαίμονας μορφή κόρης και πηγαίνει στην Ιούστα. Η παρθένος δεν κατάλαβε τη νέα πανουργία και άρχισε συζήτησι με την άγνωστη κόρη, πού φαινόταν πολύ ευσεβής. 

Εκείνη λοιπόν της είπε ότι ήθελε να μείνει μαζί της και να ασκηθεί στην παρθενία:
- Έχω τον ίδιο πόθο για την παρθενία, πού έχεις και σύ, αλλά θέλω να μου πεις ποιά ανταμοιβή θα πάρω απ’ τον Θεό για τη ζωή της παρθενίας, πού χρειάζεται τόσους αγώνες.
Η Ιούστα της μίλησε για τους στεφάνους πού θα λάβουν απ’ το Χριστό, αν νικήσουν στον αγώνα. Κι ενώ της έλεγε αυτά, η κόρη εκείνη (δηλαδή ο δαίμονας) άρχισε να εγκωμιάζει στην παρθένο τη συζυγική ζωή. Κι αυτά πού της έλεγε ήταν λόγια πού φαίνονταν σωστά και σοφά και θα μπορούσαν να παραπλανήσουν ένα απρόσεκτο μοναχό. Αλλά η Ιούστα κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν συμβουλές του διαβόλου, υποψιάστηκε τί κρύβεται κάτω απ’ τη μορφή της κόρης εκείνης, και έκανε το σημείο του Σταυρού. Στη στιγμή η κόρη εξαφανίστηκε: Ο δαίμονας δεν μπόρεσε ν’ αντέξει!

Έτσι, αυτός πού είχε καυχηθεί περισσότερο απ’ όλους ήρθε καταντροπιασμένος στον Κυπριανό. Έκπληκτος εκείνος τον ρώτησε:
- Και σύ, πού είσαι τόσο μεγάλος, βρέθηκες μικρότερος απ’ αυτή την κόρη; Πού στηρίζεται και μπορεί να κάνη τόσο μεγάλα κατορθώματα ενάντια σε σας τους μεγάλους;
Τότε ο δαίμονας αναγκάστηκε να ομολογήσει:
- Δεν υποφέρουμε το σημείο του Σταυρού. Πριν το δούμε να σχηματίζεται ολόκληρο φεύγουμε όσο μπορούμε πιο γρήγορα.
Ο πατέρας του ψεύδους είπε την αλήθεια! Ο Σταυρός, «ό φύλαξ πάσης της οικουμένης», είναι εκείνος πού μπροστά του τρέμουν οι στρατιές των δαιμόνων!
Έφυγε ντροπιασμένος ο δαίμονας απ’ το δωμάτιο του Κυπριανού. Κι έμεινε αυτός ταπεινωμένος και συντριμμένος. Ο μεγάλος μάγος, πού νόμιζε ότι όλα τα είχε στα χέρια του, διαπίστωνε τώρα ότι τα φοβερά δαιμόνια φοβούνται και τρέμουν το σύμβολο του σταυρωμένου αρχηγού των Χριστιανών.

Zoom out
Ο μάγος Κυπριανός γίνεται χριστιανός
Πόση είναι η αγάπη του πανεύσπλαγχνου Θεού, βρήκε τρόπο να φωτίσει τη σκοτισμένη ψυχή του μάγου. Κι έτσι ο σατανάς, πού ήθελε να παρασύρει την Ιούστα στην αμαρτία, όχι μόνο απέτυχε, αλλά έχασε και τον δικό του υπηρέτη, τον Κυπριανό.

Η πρώτη απόφαση του μετανιωμένου μάγου ήταν να κάψει τα μαγικά βιβλία, τις πηγές αυτές των κακών. Αλλά ήθελε να τα κάψει μπροστά σε όλους, για να διακηρύξει έτσι την απάτη των δαιμόνων.

Ο Κυπριανός με ταπείνωση ομολόγησε ότι η δύναμη του Χριστού είναι ανίκητη και ότι το διδάχτηκε αυτό από την Ιούστα, πού έτρεψε σε φυγή τους δαίμονες. Σαν απόδειξη των λόγων του, παρέδωσε στον επίσκοπο τα βιβλία να τα κάψει, ώστε να γνωρίσουν έτσι οι δαίμονες ότι δεν έχει πια τίποτε κοινό μαζί τους.
Τότε ο επίσκοπος πίστεψε ότι ο Κυπριανός είχε μετανοήσει και τον ευλόγησε. Κατόπιν έβαλε φωτιά στα δαιμονικά βιβλία. 

Δεύτερο δείγμα της μετανοίας του Κυπριανού υπήρξε η καταστροφή των ειδώλων πού είχε στο σπίτι του. Όλα εκείνα τα μαρμάρινα αγάλματα των δαιμονίων τα έκανε συντρίμμια και τα πέταξε μακριά, ώστε να μη μένη στο σπίτι του κανένα απομεινάρι της δαιμονικής λατρείας.

Όμως η μετανιωμένη του καρδιά δεν μπορούσε να ξελαφρώσει μόνο μ’ αυτά. Γι’ αυτό έκλαιγε με πόνο για την προηγούμενη ζωή του, και απ’ τα βάθη της ψυχής του η προσευχή ολόθερμη ανέβαινε στο θρόνο του Θεού για να ζητήσει το έλεος Του. Η ταπείνωση του ήταν τέτοια, πού δεν ικέτευε με τα χείλη, αλλά με αλάλητους στεναγμούς. 

Αλλ’ όποιος ταπεινώνεται μόνος του, εκείνος εξυψώνεται. Γι’ αυτό και ο Κυπριανός, ελεημένος απ’ τη χάρη του Θεού, έγινε μέγας. Μέγας και ξακουστός ήταν όταν υπηρετούσε τον σατανά, πολύ μεγαλύτερος και ενδοξότερος έγινε υπηρετώντας τον Θεό.

Πλησίαζε η εορτή του Πάσχα. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ο Κυπριανός πήγε στην εκκλησία και στεκόταν στο νάρθηκα μαζί με τους κατηχουμένους. 

Ο σοφός Άνθιμος βάφτισε εκείνη την ημέρα τον Κυπριανό. Τον καλεί λοιπόν, του διδάσκει όσα ακόμη έπρεπε να μάθη απ’ τις αλήθειες της πίστεως και τον αξιώνει να λάβει θείον βάπτισμα. Μετά απ’ αυτό, την όγδοη μέρα τον έκανε ιεροκήρυκα, την εικοστή τον χειροτόνησε υποδιάκονο και την τριακοστή τον χειροτόνησε διάκονο.

Η μεταστροφή του στον Χριστιανισμό έγινε αίτια σε πολλούς ειδωλολάτρες ν’ αφήσουν τη λατρεία των ειδώλων και ν’ ακολουθήσουν τη μόνη αληθινή πίστη. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο νέος εκείνος πού είχε καταφύγει στη μαγική τέχνη του Κυπριανού για να παρασύρει την Ιούστα, ο Αγλαΐδας. 
Έπειτα από ένα χρόνο ο επίσκοπος Άνθιμος χειροτόνησε τον Κυπριανό πρεσβύτερο.

Zoom out
Ο Κυπριανός γίνεται Επίσκοπος
Τόσο θαύμαζαν την αγιότητα της ζωής του και τα θαύματα πού επιτελούσε, ώστε όταν μετά δέκα χρόνια ο αγαθός εκείνος επίσκοπος Άνθιμος παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, έγινε επίσκοπος της Αντιοχείας της Πισιδίας ο Κυπριανός .
Από τις πρώτες πράξεις του Κυπριανού μόλις έγινε επίσκοπος ήταν να χειροτονήσει την Ιούστα διακόνισσα (τα παλιά τα χρόνια υπήρχε και τέτοιο εκκλησιαστικό αξίωμα). 
Της άλλαξε και το όνομα σε Ιουστίνα και την έβαλε ηγουμένη στο γυναικείο ασκητήριο της περιοχής εκείνης.
Με την σοφία και την αγιότητα του προσείλκυσε πολλούς στον Χριστιανισμό.

Το μαρτύριο των αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
Όταν κηρύχτηκε ο μεγάλος διωγμός των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό, ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τον Κυπριανό ότι με τα λόγια του μεταστρέφει όλους στη θρησκεία του Χριστού. Του είπαν και την ιστορία της Ιουστίνης. Τότε ο κόμης της ανατολής Ευτόλμιος διέταξε να τους συλλάβουν.
Οδηγήθηκαν λοιπόν και οι δύο μπροστά του στην Δαμασκό και με οργή ρώτησε τον Κυπριανό:
- Σύ είσαι ο διδάσκαλος των Χριστιανών, πού συνταράζεις αυτούς πού σέβονται τούς θεούς μας; Σύ είσαι πού αλλάζεις ο ίδιος απ’ τη μια γνώμη στην άλλη; Σύ δεν ήσουν πού είχες οδηγήσει πρώτα πολλούς στη λατρεία των θεών; Γιατί κατόπιν άλλαξες και προτίμησες να απατάς τούς ανθρώπους κηρύττοντάς τους τον σταυρωμένο Ιησού;

Ο Άγιος με πολλή ηρεμία του απάντησε: 
- Εγώ, όπως είπες και σύ ο ίδιος, πιστεύοντας με θέρμη στους πολλούς θεούς και με ζήλο μελετώντας τα βιβλία της μαγείας δεν κατάφερα να κερδίσω καμιά ωφέλεια. 
Ενώ λοιπόν ξόδευα τον καιρό μου στους μάταιους εκείνους κόπους, με λυπήθηκε ο αληθινός Θεός και μου έστειλε την παρθένο αυτή σαν οδηγό στο δρόμο προς Αυτόν. 
Τί έπρεπε λοιπόν να κάνω; Πες μου σύ πού τώρα με δικάζεις: Να εξετάσω τί είναι αυτή η δύναμη του Χριστού, πού την τρέμουν οι δαίμονες, ή να συνεχίσω να ακολουθώ την προηγούμενη πίστη μου; Εγώ λοιπόν ζήτησα να μάθω, και τότε φώς γνώσεως έλαμψε στην καρδιά μου. Έμαθα ότι τα είδωλα είναι απάτη και ψευδός και ένας μόνον υπάρχει αληθινός Θεός, πού σώζει όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν.

Ο κόμης μόλις τάκουσε αυτά εξοργίστηκε και διέταξε να τον σηκώσουν ψηλά με σκοινιά και να τον γδέρνουν σιγά - σιγά. Για την Ιουστίνα διέταξε να την μαστιγώσουν στο πρόσωπο και στα μάτια.
Η Ιουστίνα καθώς την χτυπούσαν δόξαζε τον Θεό λέγοντας:
- Δόξα Σοι ο Θεός, πού με δέχτηκες την ανάξια και με αξίωσες να πάθω για το όνομά Σου.
Και ο Κυπριανός έλεγε στον κόμητα:
- Γιατί τόσο έχεις παραφρονήσει ώστε να γίνεις ανάξιος της βασιλείας των ουρανών, για την όποια εγώ, όπως βλέπεις, προτιμώ να πάθω οτιδήποτε; Δεν θα συνέλθεις; 
Δεν θα ανοίξεις τα μάτια σου; Δεν θα γνωρίσεις που είναι το αληθινό φώς, ώστε να βαδίσεις προς αυτό αφήνοντας το σκοτάδι;

Αλλά τα λόγια αυτά φούντωσαν το θυμό του κόμητος και λέγει στον Κυπριανό:
- Αν σου φαίνεται ότι γίνομαι αίτιος να κερδίσεις αθάνατη βασιλεία, τότε θα σου πολλαπλασιάσω την τιμωρία, και βέβαια θα μου οφειλής χάρη για την ευεργεσία πού σου κάνω.

Μετά από λίγες ημέρες δεύτερο βασανιστήριο περίμενε τους Αγίους. Ο κόμης έδωσε εντολή να βράζουν υλικά και να μπουν μέσα οι Άγιοι.
Προχώρησε πρώτος ο Κυπριανός με θάρρος και τον ακολούθησε η Ιουστίνα. Την είδε όμως πού βάδιζε σιγά και κατάλαβε ότι είχε κάπως δειλιάσει βλέποντας τη φωτιά. 
Γι’ αυτό της υπενθύμισε τα παλιά της κατορθώματα, πού είχε κατατροπώσει τούς δαίμονες και αυτόν τον ίδιο τον έφερε στην αληθινή πίστη. Αφού έτσι της έδωσε θάρρος, κάνοντας και οι δύο το σημείο του Σταυρού πήδησαν στο πυρακτωμένο τηγάνι, όπου έβραζαν η πίσσα, το λίπος και το κερί.

Ώ θαύμα μέγα! Έκθαμβοι οι ειδωλολάτρες τούς είδαν να κάθονται εκεί χωρίς να πάθουν τίποτε. Τούς είδαν να δοξάζουν τον Θεό με χαρούμενα πρόσωπα σαν να βρίσκονταν σε δροσερό τόπο. Αλλά ο κόμης Ευτόλμιος, αντί να πιστέψει στη δύναμη του Χριστού, λυσσασμένος έλεγε ότι αυτά είναι μαγεία.
Τότε έδωσε διαταγή να σταλούν οι δύο Άγιοι στη Νικομήδεια. Έγραψε κι ένα γράμμα στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, όπου του εξηγούσε ότι ο Κυπριανός με την Ιουστίνα δεν δέχτηκαν ν’ αλλάξουν, παρ’ όλα τα βάσανα πού υπέστησαν, γι’ αυτό τούς στέλνει σ’ αυτόν να τούς δικάσει ο ίδιος και η να τούς κάνη να φύγουν από τη μισητή θρησκεία τους ή να τούς επιβάλει τις τιμωρίες πού ικανοποιούν τον Δία και τούς άλλους θεούς.

Όταν ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός διάβασε το γράμμα, με την πείρα πού είχε κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε ο ίδιος να πετύχει περισσότερα από τον Ευτόλμιο. Έκρινε λοιπόν να μη τούς βασανίσει κι αυτός, αλλά να θέση τέλος στην υπόθεση. Έγραψε την καταδικαστική απόφαση:
«Ο Κυπριανός και η Ιουστίνα, επειδή ασέβησαν προς τούς θεούς και δεν πείσθηκαν να αλλάξουν γνώμη ούτε με τιμωρίες, ούτε με υποσχέσεις αγαθών, να υπομείνουν τον διά ξίφους θάνατον».
Καθώς οι στρατιώτες τούς οδηγούσαν για τη θανατική εκτέλεση στον ποταμό Γάλλο, κοντά στη Νικομήδεια, τα πρόσωπά τους έλαμπαν χαρούμενα.
Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί εκεί για να παρακολουθήσει τις τελευταίες στιγμές τού τόσο ονομαστού Κυπριανού και της Ιουστίνης.

Όταν έφθασαν στις όχθες του ποταμού Γάλλου, οι Άγιοι προσευχήθηκαν και ζήτησαν απ’ τον Θεό να δωρίσει ειρήνη στην καταδιωκόμενη Εκκλησία Του.
Κατόπιν ο Κυπριανός, επειδή σκεφτόταν μήπως δειλιάσει η Ιουστίνα βλέποντάς τον να αποκεφαλίζεται, ζήτησε να θανατώσουν πρώτα εκείνη. Όταν η παρθένος δέχτηκε το στέφανο τού μαρτυρίου από το ξίφος ενός στρατιώτου, χαρούμενος ο Κυπριανός θανατώθηκε κι αυτός διά ξίφους. Οι ψυχές και των δύο πέταξαν στη μακαριότητα τού ουρανού, στο θρόνο τού «Αρνίου του εσφαγμένου», μαζί με τούς άλλους άγιους τού Θεού.

Κάποιος ξένος απ’ τη Ρώμη, πού βρισκόταν εκείνες τις μέρες στη Νικομήδεια, Θεόκτιστος ήταν τ’ όνομά του, βλέποντας την γαλήνια όψη του Κυπριανού την ώρα του 
μαρτυρίου είπε με θαυμασμό:
- Άδικα ο όσιος αυτός άνθρωπος παραδόθηκε σε άτιμο θάνατο.
Αλλά τα λόγια του άκουσε ο Φέλκιος, ο αρχηγός των στρατιωτών, και αμέσως τον κατεβάζει από το άλογό του και τον αποκεφαλίζει. Έτσι και νέος μάρτυρας προστέθηκε στους δύο και τούς συνόδεψε στον ουρανό.

Τα σώματα και των τριών έμειναν άταφα και τα φρουρούσαν στρατιώτες για να μη τα κλέψει κανείς, ώσπου να καταφαγωθούν από όρνια και σκυλιά. Όμως οι ναύτες του πλοίου που ταξίδευε ο Θεόκτιστος, θέλοντας να πάρουν το σώμα του, περίμεναν να βρουν ευκαιρία. Όταν λοιπόν κάποτε ο ύπνος νίκησε τούς φύλακες, κατάφεραν και πήραν τα σώματα των τριών μαρτύρων, τα έφεραν στο πλοίο και αναχώρησαν για τη Ρώμη.

Παρέδωσαν εκεί τα μαρτυρικά σώματα, σαν πολύτιμους θησαυρούς, σε μια ευγενή Ρωμαία χριστιανή, την ευσεβέστατη ματρώνα Ρουφίνα, απ’ τη γενιά του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Εκείνη με πολύ σεβασμό τα τοποθέτησε σε πολυτελή θήκη και έχτισε ναό προς τιμή τους μέσα στη Ρώμη, κοντά στην «Αγορά του Κλαυδίου», πού έγινε προσκύνημα των ευλαβών Χριστιανών.


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὴ φωταυγεία, σκότος ἔλιπες, τῆς ἀσεβείας, καὶ φωστὴρ τῆς ἀληθείας γεγένησαι ποιμαντικῶς γὰρ φαιδρύνας τὸν βίον σου, Κυπριανὲ τὴ ἀθλήσει δεδόξασαι. Πάτερ Ὅσιε, τὸν Κτίστην ἠμὶν ἰλέωσαι, ὁμοὺ σὺν Ἰουστίνη τὴ Θεόφρονι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Κυπριανέ· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς.
Ὡς ἱεράρχην τίμιον, καὶ ἀθλητὴν στερρότατον, ἡ οἰκουμένη ἀξίως γεραίρει σέ, Κυπριανὲ ἀοίδιμε, καὶ τοὶς ὕμvοις δοξάζει, τὴν ἁγίαν σου μνήμην, αἰτοῦσα πάντοτε, πταισμάτων ἄφεσιν, διὰ σοῦ δωρηθήναι τοὶς μέλπουσιν. Ἀλληλούια.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἐκ τέχνης μαγικῆς, ἐπιστρέψας θεόφρον, πρὸς γνῶσιν θεϊκήν, ἀνεδείχθης τῷ κόσμῳ, ἀκέστωρ σοφώτατος, τὰς ἰάσεις δωρούμενος, τοῖς τιμῶσί σε, Κυπριανὲ σὺν Ἰουστίνῃ· μεθ’ ἧς πρέσβευε, τῷ Φιλανθρώπῳ Δεσπότῃ, σωθῆναι τοὺς δούλους σου.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ'. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Παιδευθεὶς ἐν τῇ πλάνῃ ἐπιμελῶς, ὡς ὁ Παῦλος ἐκλήθης ἐξ οὐρανοῦ, σταυρῷ ὁδηγούμενος, πρὸς τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· τῆς γὰρ σεμνῆς Παρθένου, τῷ πόθῳ, φλεγόμενος, δι' αὐτῆς ἡρμόσθης, τῷ Πλάστη τῆς κτίσεως· ὄθεν θριαμβεύσας, τοῦ ἐχθροῦ τὸ ἀνίσχυρον, σὺν αὐτῇ κατηξίωσαι, τοῦ χοροῦ τῶν Mαρτύρων, Κυπριανὲ ἱερώτατε πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τὸν σοφὸν Ἱεράρχην τιμήσωμεν, ὡς ποιμένα σοφὸν καὶ διδάσκαλον, ὅτι ἐξ ἀκανθῶν πλάνης ἤνθησεν, ὥσπερ ῥόδον τερπνότατον, καὶ ἡμᾶς τοὺς πιστοὺς κατεμύρισεν, ἰαμάτων ὀδμαῖς καὶ βολαῖς θαυμάτων· ὥστε ψάλλειν ἡμᾶς τοῦ Δαυῒδ τὴν ᾠδήν· Ἀλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον
Πλάνης σοφιστείας ἀπολιπών, τῆς θείας σοφίας, ἀνεδείχθης λαμπρὸς φωστήρ, καὶ σὺν Ἰουστίνῃ, Κυπριανὲ ἀθλήσας, τῆς ἄνω βασιλείας, ἄμφω ἔτυχε.

ΠΗΓΗ: http://xristianos.gr/

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Η τρίτη ηλικία ... στην οριογραμμή της θάλασσας (Παγκόσμια Ημέρα 1 Οκτωβρίου)

ΟΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΟΤΙ
... βαδίζουν στο τέλος της ζωής τους ...  χρειάζονται οικογενειακή θαλπωρή, κοινωνική φροντίδα, για μια ήρεμη και φυσιολογική ζωή, έτσι όπως καθημερινά δύει ο ήλιος και χάνεται στην οριογραμμή της θάλασσας.
Τα γηρατειά στην Τρίτη Ηλικία είναι η υποδούλωση μιας ψυχής που θέλει να ζήσει, να ονειρευτεί, να εκφραστεί, να εργαστεί, να ερωτευτεί, που όμως εμποδίζεται και καταπονείται από το κουρασμένο και γερασμένο σώμα μας.
Πίνακας του Walter Beach Humphrey

Η Τρίτη Ηλικία είναι μια από τις βιολογικές περιόδους της ζωής μας, είναι μια ευαίσθητη περίοδος στο διάβα του ανθρώπου μέσα από το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, είναι μια ευπαθής ομάδα ανθρώπων υψηλού κινδύνου σε θέματα υγείας απέναντι σε λοιμογόνους παράγοντες γιατί έχει αρχίσει η βιολογική φθορά του σώματος και η μείωση της αντίστασης του οργανισμού, η οποία ταλαιπωρεί το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή μας.

Η Τρίτη Ηλικία έχει πάντα ένα πολυσέλιδο άλμπουμ της νοσταλγίας και των αναμνήσεων του παρελθόντος, με χαρές και λύπες, με έρωτες και μίση, με δυστυχία και ευτυχία, με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής, οικογενειακής και επαγγελματικής καταξίωσης κάθε ανθρώπου και με αυτό συνοδεύεται στο τέλος της ζωής του.
Πίνακας του Franz Häussler
Τα γηρατειά στην Τρίτη Ηλικία είναι η υποδούλωση μιας ψυχής που θέλει να ζήσει, να ονειρευτεί, να εκφραστεί, να εργαστεί, να ερωτευτεί, που όμως εμποδίζεται και καταπονείται από το κουρασμένο και γερασμένο σώμα μας.

Οι άνθρωποι της Τρίτης Ηλικίας είναι σοφότεροι, από την κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική διαδρομή τους, ενώ τώρα παρακολουθούν και βλέπουν τα κοινωνικά δρώμενα μέσα από το οπτικό πρίσμα της κοινωνικής παιδείας, εμπειρίας και σοφίας που απέκτησαν μέσα στο σκληρό και πολλές φορές απάνθρωπο κοινωνικό περιβάλλον, δίνοντας τον αγώνα για την επιβίωσή τους είτε ως υπάλληλοι είτε ως έμποροι είτε ως εργάτες, είτε ως επιστήμονες, είτε ως αγρότες, είτε ως πολιτικοί.
Πίνακας του Wenzel Ulrik Tornoe
Τέλος, άνδρες και γυναίκες, ως σύζυγοι, μητέρες και πατέρες, στην Τρίτη Ηλικία βιώνουν την ώριμη και γόνιμη περίοδο της καταξίωσής τους μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία, ώστε μπορεί να αισθανθούν τη χαρά και να ευτυχίσουν να ακούσουν τις αξιολάτρευτες λέξεις «παππού» και «γιαγιά» από τα εγγόνια τους.

Οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωής τους, μέσα από έναν τεράστιο όγκο αγώνων και ευθυνών, αποκτούν ευαίσθητο ψυχισμό που τους πλημμυρίζει με συνεχή αγωνία για την επιβίωση και την πρόοδο της οικογενείας και των παιδιών τους, και πολλές φορές νιώθουν ενοχές για ό,τι παραλείψεις άθελά τους έκαναν προς τα παιδιά τους λόγω της δουλειάς τους στον αγώνα για επιβίωση ως οικογενειάρχες. Έτσι, μετά από χρόνια το άγχος της καθημερινότητας τότε, μετατρέπεται σε υπερβολική αγάπη για τα εγγόνια τους, έτσι ώστε οι ενοχές του παρελθόντος να χάνονται στα χαρούμενα χαμογελαστά προσωπάκια τους.
Πίνακας του Adolf Humborg
Η ζωντάνια και η λειτουργικότητα της Τρίτης Ηλικίας είναι αποτέλεσμα μιας μετρημένης και πειθαρχημένης περιόδου που πρέπει να κάνουν ως ενήλικες πολίτες και να το επιδιώκουν όταν είναι νέοι. Είναι μια βιολογική περίοδος της ζωής του ανθρώπου, όπως η εμβρυϊκή, η νεογνική, η νηπιακή, η παιδική, η εφηβεία και η ενηλικίωση.

Η Τρίτη Ηλικία είναι μια πολύ ευαίσθητη ηλικία στη ζωή του ανθρώπου, η συνταξιοδότηση, η αποχώρηση από την επαγγελματική του δραστηριότητα, καθώς και τα προβλήματα της γήρανσης, με έκπτωση των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων, δημιουργούν διάφορα προβλήματα ψυχικής υγείας και κυρίως γεροντική κατάθλιψη, ενώ τις περισσότερες φορές χρειάζεται συνεχής ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία.
Πίνακας του Joseph Clark
Άρα το ζήτημα είναι ότι οι άνθρωποι της Τρίτης Ηλικίας, με αυτήν τη βιολογική διαδρομή και δομή σώματός τους λόγω φθοράς, θα πρέπει να φροντίσουμε, είτε ως οικογένειες είτε ως Πολιτεία, να έχουν μια παραγωγική, ενεργή και υγιή διαδικασία που θα τους οδηγήσει προς τη γήρανση και το βιολογικό τέλος της ζωής τους.

Πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να ζήσουν με θαλπωρή και συντροφικότητα για να μη νιώσουν μοναξιά και κοινωνικό ρατσισμό στον αδιάφορο, σκληρό κόσμο που ζούμε. Πρέπει να νιώθουν ότι μπορούν να προσφέρουν και ότι ανήκουν σε μια ισχυρή Τρίτη Ηλικία. Δυστυχώς, όμως, τελευταία απαξιώνεται και εξοντώνεται από το κράτος με τα φονικά μέτρα των περικοπών και από τη διάλυση της φαρμακευτικής/ιατρικής περίθαλψης και τη μηδενική κοινωνική πρόνοια.

Η Παγκόσμια Ημέρα για την Τρίτη Ηλικία την 1η Οκτωβρίου είναι ημέρα θλίψης, πόνου και οργής, γιατί χωρίς λογική το κράτος επιτίθεται βάναυσα μισθολογικά και φορολογικά σε αυτούς τους απόμαχους της ζωής και αυτό πρέπει να είναι ντροπή για το πολιτικό ευρωπαϊκό πειραματικό οικονομικό μοντέλο της χώρας μας.
Πίνακας του George Hillyard Swinstead
Με αυτή την οικονομική κρίση, τα άτομα αυτά δεν μπορούν να επιβιώσουν σήμερα. Σε μια εποχή με αποδεδειγμένη φτώχεια, ξεκινά από αυτούς για να συμβάλουν, αυτοί να σώσουν τη χωρά πρώτοι, διότι πιστεύουν οι εταίροι δανειστές μας πως παρασιτούμε και με απρογραμμάτιστες περικοπές των συντάξεων πως θα ανατραπεί η εξαθλίωση της οικονομίας μας. Είναι ποτέ δυνατόν σήμερα, με αυτό το οικονομικό αλαλούμ, να οικοδομήσουμε και να εξασφαλίσουμε τους παράγοντες εκείνους που θα κάνουν τη ζωή των ατόμων της Τρίτης Ηλικίας καλύτερη, ώστε να έχουν οικονομική δυνατότητα , σεβασμό και αξιοπρέπεια;

Η διατροφή στην Τρίτη Ηλικία χρειάζεται ειδική παρακολούθηση, διότι οι απόμαχοι της ζωής έχουν σωματική φθορά, ψυχική αστάθεια, κατάθλιψη, μελαγχολία, γιατί νιώθουν ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής τους. Περιορίζουν την επικοινωνία με τους άλλους, απομονώνονται και επομένως αδιαφορούν για σωστή διατροφή, άσκηση και πνευματική ενασχόληση. Οποιαδήποτε περιποίηση και αν έχουν οι άνθρωποι αυτοί σε οίκους ευγηρίας, η μοναξιά και η απομόνωση από την οικογένεια με τίποτα δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Άρα οι άνθρωποι της Τρίτης Ηλικίας που βαδίζουν βιολογικά στο τέλος της ζωής τους, χρειάζονται οικογενειακή θαλπωρή, κοινωνική φροντίδα, για μια ήρεμη και φυσιολογική ζωή, έτσι όπως καθημερινά δύει ο ήλιος και χάνεται στην οριογραμμή της θάλασσας.

Θεόδωρος Μπαβέας

ΠΗΓΗ: http://www.emprosnet.gr

Αξιολύπητοι Παλιάτσοι

Για εκείνους - λίγοι είμαστε και καλά γνωριζόμαστε - που με αφορμή την μετατροπή της αυταπάτης σε ξεγυρισμένη πολιτική απάτη σπεύδουν να προσκυνήσουν τα μεταλλαγμένα «αφεντικά» τους, διαλαλώντας τον «γενιτσαρισμό» τους ... βάζοντας σαν ενέχυρο για το παντεσπάνι τους την «μεταμέλειά τους» και την ικανότητά τους να «γλείφουν» και να έρπουν.
Put up your dukes!:

του Νίκου Μπογιόπουλου

Να πανηγυρίζουν μετά τις εκλογές οι πολιτικοί εκπρόσωποι της καθεστωτικής μνημονιάδας, λογικό και αναμενόμενο.

Να συνωθούνται δίπλα στους «Νταισελμπλουμ», σε ρόλο κλακαδόρου, οι εγχώριοι δευτεροκλασάτοι ομοϊδεάτες τους, προβλέψιμο και κοινότοπο.

Να θριαμβολογούν οι μεταπολιτευτικοί φορείς της βαρβαρότητας, που με τη μορφή του «μονόδρομου» σαρώνει τα τελευταία 25 χρόνια έννοιες όπως δημοκρατία, ελευθερία, ανεξαρτησία, διεθνές δίκαιο, δικαιώματα, προφανές και πρόδηλο.

Καμία έκπληξη. Τίποτα το πρωτότυπο. Ουδέν το απροσδόκητο.

Δεν μιλάμε για αυτούς.

Μιλάμε για τους «ανανήψαντες».

Και δεν εννοούμε, φυσικά, εκείνους που για λόγους πολιτικούς και ιδεολογικούς, διαφώνησαν ακόμα και με τον εαυτό τους. Που μετέβαλαν άποψη. Που αντιλήφθηκαν αλλιώς τα πράγματα και με τους οποίους θα μπορούσες ενδεχομένως να συζητήσεις, να αντιπαρατεθείς, να συγκρουστείς πολιτικά και έντιμα.

Μιλάμε για τους άλλους.

Για εκείνον τον - εξίσου προβλέψιμο - συρφετό των «μεταλλαγμένων» που ποτέ δεν θα αξιωθούν να τους θεωρήσουμε ταξικούς ή πολιτικούς μας αντίπαλους, αφού πολύ απλά είναι αξιολύπητα τσιράκια.

Μιλάμε για τους επαναλαμβανόμενα ανά τους αιώνες και τις εποχές καταδικασμένους να εκπροσωπούν το είδος που σέρνεται κατά τα κελεύσματα των συγκυριών.

Για εκείνους - λίγοι είμαστε και καλά γνωριζόμαστε - που με αφορμή την μετατροπή της αυταπάτης σε ξεγυρισμένη πολιτική απάτη σπεύδουν να προσκυνήσουν τα μεταλλαγμένα «αφεντικά» τους, διαλαλώντας τον «γενιτσαρισμό» τους.

Που πρώτοι απ' όλους, «αναγεννημένοι» και «καθαροί» από τα «μικρόβια» του «αριστερού» αντιμνημονιακού τους αμαρτήματος, σέρνουν τώρα το χορό της θατσερικής «ΤΙΝΑ», τουτέστιν «δεν υπάρχει εναλλακτική»…

Που με τον πιο ενθουσιώδη τρόπο περιφέρουν τις «δηλώσεις μετανοίας» τους σε κανάλια, ραδιόφωνα και εφημερίδες.

Που όσο μεγαλύτερος επιλέγουν να είναι και να φαίνεται ο προσωπικός τους εξευτελισμός, τόσο περισσότερο απαραίτητοι θεωρούν ότι γίνονται στους «νικητές».

Που με ασίγαστο πάθος διαφημίζουν την «αναμόρφωσή τους» ώστε να κολλήσουν τα αναγκαία ένσημα για την εύνοια των ανωτέρων τους.

Που παρά την ικανότητά τους να αλλάζουν κασέτα λέγοντας όμως πάντα το ίδιο ψέμα, εντούτοις τρέμουν μη και δεν «ξεχωρίσουν» μεταξύ όσων διαγκωνίζονται ποιός θα περιγράψει «πειστικότερα» σαν «ρεαλισμό» την συνέχιση της φτώχειας, της φοροληστείας, της λιτότητας, των μνημονίων και όλων αυτών που «θα καταργούσαν», με έναν και μοναδικό στόχο:

Να κλέψουν μια ματιά, να αποσπάσουν έστω κι ένα δευτερόλεπτο από την προσοχή των «δυνατών», βάζοντας σαν ενέχυρο για το παντεσπάνι τους την «μεταμέλειά τους» και την ικανότητά τους να «γλείφουν» και να έρπουν.

************

Το απόσπασμα που ακολουθεί, σε αυτούς (και σε αυτές) είναι αφιερωμένο.

Αυτό το είδος των αξιολύπητων περιγράφει, που το μόνο «ακριβό» που έχουν επάνω τους είναι η φτήνια τους.

Που μόλις ο καιρός αλλάζει, την ώρα που ο λαός προδίδεται, εκείνοι σηκώνουν την πρώτη σημαία ευκαιρίας που θα βρουν μπροστά τους και τρέχουν σαν τα ποντίκια στο απέναντι στρατόπεδο έχοντας για διαβατήριο την οβιδιακή μεταμόρφωση της – ίδιας πάντα - ρηχότητάς τους...

Το ποίημα γράφτηκε πέντε χρόνια μετά την κατάπνιξη της Παρισινής Κομμούνας, στις 30 του Νοέμβρη 1876, από τον κομμουνάρο Ζιλ Βαλέ .

Τον φλογερό επαναστάτη, τον συγγραφέα και δημοσιογράφο, που συμμετείχε στην εξέγερση της Κομμούνας ως μέλος της Επιτροπής Παιδείας κι εξέδιδε την εφημερίδα «Ο Δρόμος».

Οι στίχοι του Βαλέ είναι μια ακτινογραφία των ασπάλακων υποτακτικών του καιρού του. Και όλων των καιρών.

«Ξεπουλημένα γουρούνια!

Δεν ανήκουν σε αυτόν το στάβλο, όλοι εκείνοι που για κάποια χρήματα ή λίγη δόξα, για ένα πορτοφόλι, μια σάρπα, μια κορδέλα, μετατρέπουν τις πεποιθήσεις τους σε άχυρα κάτω από τα πόδια των μεγάλων;/

Εκείνοι, ακόμη πιο αξιολύπητοι, που για να απολαμβάνουν τη χαρά να μη δουλεύουν καθόλου ή να λάμπουν λίγο, μετατρέπονται σε αυλικούς, βαλέδες και παράσιτα στις αντικάμαρες των υπουργών ή τις τραπεζαρίες των πλούσιων;/

Εκείνος ο δημοσιογράφος που πουλάει την πένα του σε όποιον πληρώνει πιότερο, κείνος ο χρονογράφος που γλείφει τις μπότες και διηγείται πώς τις γυαλίζουν, ο προαγωγός γυναικών, ο πολυπράγμων, ξερόλας γραφιάς, όλοι αυτοί ξεπουλημένα γουρούνια;/

Ξεπουλημένο γουρούνι

εκείνος ο γελωτοποιός που διατηρεί το κύρος του και κερδίζει το ψωμί του κάνοντας τον παλιάτσο μπροστά στο πλήθος, ξεπουλημένο γουρούνι, εκείνος ο κλαψιάρης ποιητής που ζητιανεύει τι θα φάει - όχι τι θα πιει - στις επιτροπές και τα υπουργεία!/

Ξεπουλημένα γουρούνια,

εκείνα τα ανθρωπάκια που κάποτε το έπαιζαν ενθουσιώδεις ή σκληροί και άκαμπτοι, που επιδείκνυαν την ανεξαρτησία και την εκκεντρικότητά τους, και ένα ωραίο πρωινό αδειασμένοι, τόσο φτωχό στομάχι είχαν, σβησμένοι, αποκαμωμένοι, τελειωμένοι, κρέμασαν σφιχτά ένα κόκκινο μεταξωτό φουλάρι στο λαιμό, έβαλαν στη μουσούδα τους ένα τετράγωνο καπελίνο, όπως τα αδέλφια τους τα γουρούνια των πανηγυριών, και που στριφογυρίζοντας και γρυλίζοντας, κατέληξαν με τη μουσούδα και τα πόδια τους στο ζωοτροφείο της μετριότητας./

Ξεπουλημένο γουρούνι

οποιοσδήποτε ζει από τις κολακείες στην εξουσία ή τη συγκατάβαση στην αντιπολίτευση, κάνει τα θελήματα της μιας ή της άλλης και ζητάει σαν αντάλλαγμα για τα θελήματά του μια μικρή υποψηφιότητα σε κάποια περιοχή, που θα μπορούσε να αγοράσει αν ήταν πλούσιος./

Ονομάζονται προστατευόμενοι κάποιου υπουργού, εθελοντές μιας σπουδαίας υπόθεσης! Εθελοντές όχι! Ξεπουλημένα γουρούνια! Δε διατρέχουν άλλο ρίσκο παρά να λιπανθούν από τη βροχή των φτυσιμάτων ή την ανουσιότητα του λιβανίσματος!».

Νίκος Μπογιόπουλος

ΠΗΓΗ: http://www.enikos.gr/mpogiopoulos

Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός (1 Οκτωβρίου)

Καὶ πρὶν μὲν ὕμνει Ῥωμανὸς Θεὸν Λόγον,
Ὑμνεῖ δὲ καὶ νῦν, ἀλλὰ σὺν τοῖς Ἀγγέλοις.
Θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ αποκαλείται και ως "Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης". Χρησιμοποίησε το ποιητικό είδος που λέγεται Εκκλησιαστικός Ύμνος, που αποτελείται από το Κοντάκιον, τους Οίκους και το Εφύμνιον και στηρίζεται πάνω στον νόμο της Ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. 


Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός είναι από τους γνωστότερους ελληνικούς υμνογράφους , αποκαλούμενος και ως "Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης». Άκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η "Χρυσή Εποχή" της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας πιθανώς τον 6ο αιώνα. Στη Βηρυτό έκανε τις σπουδές του και στα χρόνια τής βασιλείας του Αναστασίου του Α' ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Μετά την παταγώδη αποτυχία του σαν ψάλτης στον εσπερινό των Χριστουγέννων αποσύρθηκε στη μονή τής Θεοτόκου των Κύρου. Εκεί, σύμφωνα με το Μηνολόγιο του Βασιλείου η Θεοτόκος του έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης ύμνων. Τότε έγραψε το κοντάκιο των Χριστουγέννων με το γνωστό προοίμιο: «Ἡ Παρθένος σήμερον / τὸν ὑπερούσιον τίκτει / καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον / τῷ ἀπροσίτω προσάγει...».
Σύμφωνα με το συναξαριστή ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίνει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς θέματα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο.

Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφους και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτή γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν μια πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική όπως παραδέχονται ειδικοί.

Ο Ρωμανός δε δίνει μέσα από το έργο του σαφείς πληροφορίες για τη ζωή του, για αυτό κατά καιρούς υποστηρίχτηκαν διάφορες απόψεις ότι ήταν πρεσβύτερος, εκκλησιέκδικος, κήρυκας. Το βεβαιότερο είναι ότι χειροτονήθηκε Διάκονος. Πέθανε γύρω στο 560 μ.Χ. Για τη μεγάλη του προσφορά στη χριστιανική υμνογραφία ονομάστηκε Πίνδαρος τής εκκλησιαστικής ποίησης. Ή Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του την 1η Οκτωβρίου.

Ο Ρωμανός χρησιμοποίησε το ποιητικό εκείνο είδος πού λέγεται εκκλησιαστικός Ύμνος και του χάρισε την τελειότερη μορφή. Ο Ύμνος αποτελείται από το Κοντάκιον (προσόμοιον ή κουκούλιον), τους Οίκους και το Εφύμνιον και στηρίζεται πάνω στο νόμο της Ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Μαζί με το ποιητικό κείμενο συνέθετε ο ίδιος και τη μουσική ή έδενε το νέο ποίημα πάνω σε παλιότερη μουσική σύνθεση. Θεματικά τα έργα του αναφέρονται περισσότερο σε γεγονότα της ζωής του Χριστού και σε ιερά πρόσωπα της Γραφής, όπως και σε βίους άγιων.
Το όραμα του Ρωμανού του Μελωδού
(Codex Vaticanus graecus 1613)
Το είδος αυτό της ποίησης κυριαρχεί και σήμερα στην εκκλησιαστική ποίηση.


Ἀπολυτίκιον 
Ὡς σάλπιγξ θεόληπτος, τῶν οὐρανίων ᾠδῶν, ἐνθέως ἐφαίδρυνας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοὶς θείοις σου ἄσμασι, σὺ γὰρ τῆς Θεοτόκου, ἐμπνευσθεῖς τὴ ἑλλάμψει, ἔνθεος ὑμνηπόλος, ἐγνωρίσθης ἐν κόσμῳ, διὸ σὲ πόθω τιμῶμεν, Ρωμανὲ Ὅσιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ῥωμανὲ τὸ πνεῦμά σου.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Η Μάχη των Γαυγαμήλων ή Μάχη στα Γαυγάμηλα, η τελευταία και μεγαλύτερη μάχη του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 331 π.Χ., νικά τον Δαρείο Γ' της Περσίας στη Μάχη των Γαυγαμήλων. Είναι η η τελευταία και μεγαλύτερη μάχη του Αλέξανδρου Γ΄ Μακεδόνα κατά του Δαρείου Γ΄ Κοδομανού το 331 ΠΚΕ, χάρη στην οποία ο Αλέξανδρος έκαμψε την τελευταία αντίσταση του μεγάλου βασιλέα στην πορεία του για την κατάληψη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Κατέχοντας ο Αλέξανδρος τα παράλια της Αν. Μεσογείου και έχοντας εξουδετερώσει τον περσικό στόλο, ήταν έτοιμος να περάσει στη Μεσοποταμία. Πριν εκκινήσει, χρειάστηκε να καταστείλει την εξέγερση των Ιουδαίων της Σαμάρειας που είχαν κάψει ζωντανό τον Ανδρόμαχο, στρατηγό της περιοχής.
Η επίθεση των αρμάτων στη μάχη στα Γαυγάμηλα
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Ως μάχη των Γαυγαμήλων ή μάχη στα Γαυγάμηλα εννοείται η τελευταία και μεγαλύτερη μάχη του Αλέξανδρου Γ΄ Μακεδόνα κατά του Δαρείου Γ΄ Κοδομανού το 331 ΠΚΕ, χάρη στην οποία ο Αλέξανδρος έκαμψε την τελευταία αντίσταση του μεγάλου βασιλέα στην πορεία του για την κατάληψη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Κατέχοντας ο Αλέξανδρος τα παράλια της Αν. Μεσογείου και έχοντας εξουδετερώσει τον περσικό στόλο, ήταν έτοιμος να περάσει στη Μεσοποταμία. Πριν εκκινήσει, χρειάστηκε να καταστείλει την εξέγερση των Ιουδαίων της Σαμάρειας που είχαν κάψει ζωντανό τον Ανδρόμαχο, στρατηγό της περιοχής.



Ι. Προετοιμασίες για τη μάχη
Το εκστρατευτικό σώμα έφθασε στην πόλη Θάψακο, κτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ευφράτη, αρχές καλοκαιριού του 331 ΠΚΕ. Εκεί, τα προπορευόμενα τμήματα του μηχανικού είχαν ήδη αρχίσει τις προσπάθειες γεφύρωσης του ποταμού. Ωστόσο, η κατασκευή των δύο πλωτών γεφυρών δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί, καθώς ο Μαζαίος είχε καταλάβει την ανατολική όχθη του ποταμού με απόσπασμα 5.000 ανδρών του περσικού στρατού. Σύντομα, όμως, βλέποντας το στρατό του Αλέξανδρου, ο Μαζαίος υποχώρησε. Η γεφύρωση ολοκληρώθηκε και ο στρατός του Αλέξανδρου διέσχισε τον μεγάλο ποταμό. Ωστόσο, για λόγους επιμελητείας κυρίως και κλιματικών συνθηκών, ο Αλέξανδρος δεν κινήθηκε νοτιοανατολικά, όπως ίσως θα αναμενόταν αλλά βόρεια, μέσω της Μυγδονίας, όπως την αποκάλεσαν ύστερον οι Μακεδόνες με τους δροσερούς λόφους και την άφθονη βοσκή για τα άλογα, τις κατοικημένες περιοχές για την προμήθεια τροφίμων και περισσότερη δροσιά για τους πεζούς.

Λίγο αργότερα, όμως, αιχμαλωτίστηκαν Πέρσες ανιχνευτές. Από αυτούς πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος πως ο Δαρείος είχε συγκεντρώσει στρατιά μεγαλύτερη από εκείνη της μάχης της Ισσού και πως είχε στρατοπεδεύσει στη δυτική όχθη του ποταμού, με την απόφαση να μην επιτρέψει τη διάβαση του Τίγρη. Ακούγοντας την είδηση ο Αλέξανδρος θεώρησε πως δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει το πέρασμα ενός τέτοιου ποταμού κάτω από τα βέλη του αντιπάλου του και τράβηξε βορειανατολικά, στο Μπετζαμπντέ, όπου πέρασε δύσκολα τον μεγάλο ποταμό και βρέθηκε στην ανατολική όχθη. Εκεί σταμάτησε μια μέρα για να ξεκουράσει το στράτευμα στις ορεινές όχθες.

Το ίδιο βράδυ (20 Σεπτεμβρίου 331 ΠΚΕ) συνέβη ολική έκλειψη σελήνης και φόβος εξαπλώθηκε στο στρατόπεδο, καθώς η έκλειψη θεωρείτο κακός οιωνός. Ο μάντης Αρίστανδος όμως θύμισε στο στράτευμα πως σύμφωνα με τους Πέρσες μάγους ο ήλιος είναι το έμβλημα των Ελλήνων και η σελήνη έμβλημα των Περσών. Κατόπιν θυσίασε στη Σελήνη, τον Ήλιο και τη Γη ο μάντης και εξετάζοντας τα σφάγια βρήκε πως η έκλειψη ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες και ότι μέσα σε ένα μήνα θα γινόταν νικηφόρα μάχη. Με τέτοιον ευνοϊκό χρησμό ο στρατός ξεκίνησε την αυγή να συναντήσει τους Πέρσες. Βάδισαν νότια κατά μήκος του Τίγρη για τέσσερεις ημέρες. Εκεί συνάντησαν ιππείς και ο Αλέξανδρος με τη βασιλική ίλη, τους πρόδρομους, τους Παίονες και άλλη μία ίλη τους επιτέθηκε. Αρκετοί σκοτώθηκαν, άλλοι ξέφυγαν και κάποιοι αιχμαλωτίστηκαν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τους ο Δαρείος βρισκόταν κοντά στον ποταμό Βούμηλο.

ΙΙ. Τακτικές κινήσεις
Ο Αλέξανδρος αμέσως σταμάτησε την προέλαση του στρατού και στρατοπέδευσε, οχυρώνοντας το στρατόπεδο, για κάθε ενδεχόμενο. Εδώ ξεκούρασε το στράτευμα επί τέσσερις ημέρες. Το βράδυ της τέταρτης ημέρας, 29η προς 30η Σεπτεμβρίου, προέλασε και πάλι, αφήνοντας πίσω του σκεύη, αιχμαλώτους και τους απόμαχους. Αρχικά προχώρησε ανάμεσα σε γήλοφους που τον χώριζαν από τον εχθρό. Ανεβαίνοντας τις πρωινές ώρες στα υψώματα είδε απέναντί του σε απόσταση περίπου τριάντα σταδίων τις αντίπαλες δυνάμεις. Παρέταξε τη φάλαγγα και συγκέντρωσε τους ανώτερους αξιωματικούς. Τους συμβουλεύτηκε, αν έπρεπε να προχωρήσει και να αρχίσει αμέσως την επίθεση. Οι περισσότεροι ήταν της άποψης να επιτεθούν αμέσως, αλλά ο Παρμενίων επέμεινε πως θα ήταν ασύνετο να κάνουν κάτι τέτοιο, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς την περιοχή μπροστά τους, τις φυσικές και τεχνητές της δυσκολίες ούτε την παράταξη των εχθρών, επιμένοντας ότι το θα ήταν ορθότερο να παρατηρηθούν όλα αυτά πριν ξεκινήσει η μάχη.

Ο Αλέξανδρος άκουσε τη συμβουλή του Παρμενίωνα και διέταξε να μείνουν εκεί, αλλά παρατεταγμένοι σε μάχη. Κατασκεύασε εδώ νέο οχυρωμένο στρατόπεδο, στο οποίο μετέφερε τη σκευή και τους αιχμαλώτους από το προηγούμενο. Ο ίδιος παίρνοντας μαζί του τους ψιλούς και τους εταίρους από τους ιππείς, κατασκόπευσε ανεμπόδιστα τους αντιπάλους και την περιοχή. Ο Παρμενίων, ο Πολυσπέρχων και άλλοι τον συμβούλευσαν, όταν επανήλθε από την ανίχνευση, να επιτεθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας, γνώμη που ο Αλέξανδρος απέρριψε, θεωρώντας πως δεν είναι τίμιο να κλέψει τη νίκη, και ότι επιθυμεί και μπορεί να νικήσει και φανερά και χωρίς σοφίσματα τον Δαρείο. Κατόπιν έπεσε και κοιμήθηκε τόσο βαριά, που φέρεται ότι χρειάστηκε τρεις φορές το πρωί να του μιλήσει ο Παρμενίων για να σηκωθεί.

Ο περσικός στρατός που συγκεντρώθηκε εδώ, έφθανε συνολικά τους 1.000.000 πεζούς και 40.000 ιππείς όπως παραδίδει ο Αρριανός, αν και η άποψή του θεωρείται λίγο-πολύ προπαγανδιστική. Στον συγκεκριμένο στρατό που παρέταξε, ο Δαρείος επέφερε και άλλες βελτιώσεις. Έκανε τα ξίφη και τα δόρατα πολύ μεγαλύτερα από τα προηγούμενα και κατασκεύασε 200 δρεπανηφόρα άρματα, το καθένα από τα οποία διέθετε ένα είδος μυτερού καμακιού που εξείχε αρκετά από τους ίππους, ενώ εκατέρωθεν του ζυγού πρόβαλλαν τρία μακριά ακόντια. Επίσης και από τις δυο πλευρές των αξόνων των τροχών πρόβαλλαν δρέπανα. Επιπλέον, ο Δαρείος φέρεται πως είχε στα Άρβηλα 15 οπλισμένους ελέφαντες, που για πρώτη φορά αναφέρονται ότι παρατάχτηκαν σε πεδίο μάχης.

ΙΙΙ. Η παράταξη των αντίπαλων στρατευμάτων
Χάρτης της εκστρατείας, όπου απεικονίζεται 
και η πορεία προς τα Γαυγάμηλα
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Στα Γαυγάμηλα ο Δαρείος παρέταξε στην άκρα αριστερή πλευρά τους Βακτρίους, με τον Βήσσο τον σατράπη της Βακτριανής. Δίπλα σύνταξε τους Δάες και τους Αραχώτους υπό τον Βερσαέντη, τον σατράπη της Αραχωσίας. Κατόπιν παρέταξε τους δικούς του Πέρσες, ιππείς και πεζούς, τους Σούσιους υπό τον Οξάτρη και τους Καδούσιους. Στην άκρα δεξιά πλευρά παρατάχθηκαν και στην ανατολική και τη δυτική πλευρά του Ευφράτη τα συριακά στρατεύματα υπό τον Μαζαίο. Κατόπιν παρατάχθηκαν οι Μήδοι υπό τον Ατροπάτη, οι Παρθυαίοι, οι κατάφρακτοι Σάκες, οι Τάπουροι και οι Υρκάνιοι, ιππείς όλοι, υπό τον Φραταφέρνη. Τελευταίοι παρατάχθηκαν οι Αλβανοί και οι Σακεσίνες. Ο ίδιος ο Δαρείος πήρε θέση στο κέντρο, περιβαλόμενος από το καλύτερο τμήμα του στρατεύματος, τους έφιππους Πέρσες σωματοφύλακες, τους αποκαλούμενους συγγενείς του βασιλέα, τους πεζούς Πέρσες σωματοφύλακες, τους αποκαλούμενους μηλοφόρους, καθώς οι λόγχες τους έφεραν χρυσό μήλο, αντί σαυρωτήρα. Κατόπιν παρέταξε τους «ανασπάστους Κάρας», δηλαδή απογόνους των Καρών, που μετοίκησαν από την πατρίδα τους στα ενδότερα του κράτους, τους άριστους τοξότες Μάρδους και τέλος τους Έλληνες μισθοφόρους.

Πίσω από αυτούς παρατάχθηκαν ασύνταχτοι οι Ούξιοι και οι Βαβυλώνιοι και εκείνοι που κατοικούσαν προς την Ερυθρά θάλασσα και οι Συτακινοί και άλλοι, αγνώστου πλήθους. Ανάμεσα δε στο μέτωπο και τη φρουρά στέκονταν τα δρεπανηφόρα άρματα, μπροστά από τα οποία προπορεύονταν ορισμένα μικρά ιππικά σώματα, στο αριστερό κέρας ήταν Σκύθες και Βακτριανοί με 100 άρματα, και στο δεξιο κέρας Αρμένιοι και Καππαδόκες με 50 άρματα, ενώ τα υπόλοιπα 50 άρματα τοποθετήθηκαν στο μέσο. Η συγκεκριμένη παράταξη του περσικού στρατού αναφέρεται από τον Αρριανό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστόβουλου, ο οποίος λέει ότι την αντέγραψε από το επίσημο σχέδιο που βρέθηκε ανάμεσα στα έγγραφα του περσικού επιτελείου, τα οποία έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων αργότερα μαζί με την υπόλοιπη σκευή του Δαρείου.

Την 1η Οκτώβριου του 331 ΠΚΕ τελευταία του Βοηδρωμιώνα που είχε ορίσει ο χρησμός του Αρίστανδου, παρέταξε ο Αλέξανδρος σε δύο τάξεις το στρατό, που συγκροτείτο συνολικά από 40.000 πεζούς και 7.000 ιππείς. Προβλέποντας το σχέδιο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος παρέταξε τις δυνάμεις του έτσι ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα υπερφαλάγγισής τους. Στο κέντρο παρατάχθηκαν έξι τάξεις της φάλαγγας και δεξιά τους οι υπασπιστές έχοντας στο πλευρό τους τις ίλες των εταίρων. Αριστερά της φάλαγγας τάχθηκαν 500 πεζοί και 2.000 Θεσσαλοί ιππείς. Πίσω από την πρώτη γραμμή αναπτύχθηκαν οι υπόλοιποι οπλίτες και πελταστές του στρατού σχηματίζοντας αμφίστομη φάλαγγα, ώστε σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπερφαλάγγισης και κύκλωσης να μπορούν να σχηματίσουν νέο μέτωπο πλάγιο (επικαμπή) ή αντίθετο του αρχικού.

Στη δεξιά πλευρά ο Αλέξανδρος τοποθέτησε ελαφρούς πεζούς και ιππείς. Μπροστά από τις ίλες των εταίρων παρατάχθηκαν σε πλαγιοφυλακή οι Αγριάνες ακοντιστές, υποστηριζόμενοι στο δεξιό τους πλευρό από ψιλούς τοξότες και ακοντιστές. Τις μονάδες των ψιλών υποστήριζαν με τη σειρά τους οι πρόδρομοι σαρισσοφόροι υπό τον Αρέτη και οι Παίονες ελαφροί ιππείς. Την πλαγιοφυλακή, που κάλυπτε τον χώρο μεταξύ των δυο κυρίων γραμμών μάχης, κάλυπταν Έλληνες ιππείς και τμήματα Αγριάνων και ψιλών τοξοτών. Την εμπροσθοφυλακή του δεξιού ελληνικού κέρατος αποτελούσαν οι ιππείς του Μενίδα. Με τον ίδιο τρόπο παρατάχθηκαν και στην αριστερή πλευρά τμήματα Κρητών τοξοτών και Θρακών ακοντιστών, ως πλαγιοφυλακή υποστηριζόμενα από θρακικά και ελληνικά τμήματα ιππικού. Εμπροσθοφυλακή του αριστερού κέρατος αποτελούσε το τμήμα του μισθοφορικού ιππικού του Ανδρόμαχου. Τέλος, τη φύλαξη του στρατοπέδου ανέλαβαν οι Θράκες πελταστές.

IV. Η μάχη
Παράταξη στρατευμάτων και αρχικές κινήσεις 
εμπλοκής
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Στην απλούστερη εκδοχή της και προκειμένου να κατανοήσει ο αναγνώστης τις εκδραματισμένες και ενίοτε αμφισβητούμενες σκηνές που παρατίθενται πιο κάτω, η μάχη ξεκίνησε με τους Πέρσες να επιτίθενται στο δεξιό πλευρό των Ελλήνων. Τότε ο Αλέξανδρος ενίσχυσε τη δεξιά πλευρά με ιππείς. Ο Δαρείος με τη σειρά του έστειλε και άλλες ενισχύσεις στο σημείο αυτό, δημιουργώντας, όμως, κενό στο αριστερό του πλευρό. Αντιλαμβανόμενος το κενό ο Αλέξανδρος επιτέθηκε αστραπιαία επικεφαλής των εταίρων. Μέσα από το κενό αυτό προσπάθησε να στραφεί προς το κέντρο του περσικού στρατεύματος, τρέποντας τη φρουρά του Δαρείου που πολεμούσε σκληρά από το άρμα του σε φυγή. Ο Δαρείος, εκτεθειμένος μετά την υποχώρηση της προσωπικής φρουράς του αναγκάστηκε να διαφύγει με τη σειρά του. Η φυγή γενικεύτηκε και όταν ο Αλέξανδρος έσπευσε προς ενίσχυση του Παρμενίωνα, η μάχη είχε ουσιαστικά λήξει. Ο Αλέξανδρος κατεδίωξε τους Πέρσες ως τα Άρβηλα, ενώ ο Δαρείος κατόρθωσε να διαφύγει στη Μηδία, με φρουρά μερικών χιλιάδων ιππέων.

Ας δούμε ωστόσο και την αναλυτική εικόνα αυτής της σπουδαίας μάχης από άποψης τακτικής. Καθώς πλησιάζουν οι δύο στρατοί ο Αλέξανδρος βρίσκεται απέναντι από τον Δαρείο και το αριστερό περσικό κέντρο, δηλαδή τους Πέρσες, δορυφόρους τους Ινδούς, τους Αλβανούς και τους Κάρες. Κατανοεί πως υπερφαλαγγίζεται από το αριστερό του εχθρού και δίνει εντολή να προελάσουν δεξιά του σε λοξή τάξη και κλιμακωτά ο Κλείτος με την ίλη του, οι ψιλοί δεξιά της και οι υπασπιστές και όλες οι τάξεις της φάλαγγας. Ο Δαρείος αναγκαστικά μετακίνησε πάλι το μέτωπο προς τα αριστερά, για να εμποδίσει τούτη την κίνηση του Αλέξανδρου. Εξαιτίας του όγκου του περσικού στρατεύματος υπερφαλάγγιζε συνεχώς τους Μακεδόνες προς τα αριστερά. Διακρίνοντας ο Δαρείος πως ο Αλέξανδρος σε αυτή την πορεία προς τα δεξιά είχε ξεπεράσει τον χώρο που εξομάλυνε για την επίθεση των αρμάτων, θεώρησε ότι έπρεπε να αναχαιτίσει κάθε είδους κίνηση προς αυτό το σημείο. Για αυτό διέταξε τους θωρακισμένους Σκύθες και χίλιους Βακτρίους ιππείς υπό τον Βήσσο να υπερφαλαγγίσουν το δεξί πλευρό των Μακεδόνων και να αναχαιτίσουν την προς τα δεξιά κίνησή τους. Εναντίον τους έστειλε ο Αλέξανδρος τους ιππείς με επικεφαλής τον Μενίδα.

Βλέποντας τον Μενίδα να προελαύνει, οι Βάκτριοι και οι Σκύθες σταμάτησαν την κυκλωτική τους κίνηση και του επιτέθηκαν, αναγκάζοντάς τον να οπισθοχωρήσει. Λίγο μετά επιτίθενται οι Παίονες και Έλληνες ιππείς και οι Βάκτριοι μαζί με τους Σκύθες υποχωρούν. Ενώ εξακολουθεί ακόμα η ιππομαχία και το μέτωπο συνεχίζει να προωθείται σταθερά λοξά, οι μακεδονικές ίλες και οι υπασπιστές βρίσκονται πλέον απέναντι από τα δρεπανηφόρα. Ο Δαρείος εξαπολύει τα δρεπανηφόρα και δίνει εντολή να ακολουθήσει η πρώτη παράταξη ολόκληρου του στρατού, ελπίζοντας πως τα άρματα θα επιφέρουν σύγχυση στη φάλαγγα και ότι μέσα σε αυτή τη σύγχυση και με την επίθεση του υπόλοιπου στρατού, θα υπερνικήσει τη μακεδονική φάλαγγα. Τα άρματα αποδείχθηκαν ωστόσο άχρηστα. Τα άλογα αναχαιτίζονταν εύκολα ή τα τραυμάτιζαν οι Αγριάνες και οι τοξότες, ορισμένοι από τους οποίους άρπαζαν τα χαλινάρια, έριχναν τους ηνιόχους και έσφαζαν τα άλογα. Έτσι, πολλά από αυτά ακινητοποιήθηκαν, άλλα στράφηκαν προς τα πίσω και άλλα, όσα έφθασαν έως τη φάλαγγα, περνούσαν ανάμεσα από τα ανοίγματα που άφηναν οι φαλαγγίτες αραιώνοντας, για να τα παραλάβουν πιο πίσω εκτεθειμένα οι ιπποκόμοι.

Απαλλαγμένος ο Αλέξανδρος, από τα δρεπανηφόρα και βλέποντας να ακολουθεί η κύρια δύναμη των Περσών, έδωσε και εκείνος εντολή να αντεπιτεθούν τα στρατεύματα της πρώτης του παράταξης, που έμεναν ως εκείνη τη στιγμή ακίνητα. Παράλληλα, έδωσε εντολή στον Αρέτη να αποκρούσει με τους Παίονές του τους εχθρούς που επιτέθηκαν στη δεξιά πλευρά του, κάτι που εκείνος έπραξε με τον καλύτερο τρόπο, κρίνοντας τη μάχη και πίσω από το κυρίως μέτωπο. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος επικεφαλής της ίλης του Κλείτου, σταματώντας τη λοξή κίνηση, όρμησε κατά της περσικής παράταξης και επιτέθηκε με όλους τους εταίρους στο ρήγμα που δημιουργήθηκε από την κίνηση των Βακτρίων.

Με αυτόν τον τρόπο έσπασε το εχθρικό μέτωπο και ο Αλέξανδρος επιτέθηκε κατευθείαν εναντίον του Δαρείου, γύρω από τον οποίο έγινε φοβερή ιππομαχία. Την ίδια στιγμή επιτέθηκε και η μακεδονική φάλαγγα, η οποία συντεταγμένη πυκνά και προτείνοντας τις μακριές σάρισσες πίεσε ακόμα περισσότερο τους αντιπάλους. Η μάχη πιθανώς εδώ θα παρατεινόταν περισσότερο, γιατί εδώ βρίσκονταν τα καλύτερα στρατεύματα του Δαρείου, Έλληνες, Κάρες, Πέρσες δορυφόροι, συγγενείς του βασιλέα και άλλοι που τράπηκαν σε φυγή, ωστόσο, αφήνοντας τον μεγάλο βασιλέα εκτεθειμένο. Ο Δαρείος εκτιμώντας τον προσωπικό κίνδυνο που διέτρεχε, διέταξε το άρμα του να στραφεί προς τα πίσω, τρεπόμενος και ο ίδιος σε μακρά φυγή.

Κατά τη διάρκεια της γοργής προέλασης του Αλέξανδρου, ωστόσο, δημιουργήθηκε ένα κενό μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης τάξης της φάλαγγας. Μέσα από αυτό το κενό πέρασε μεγάλος αριθμός Περσών και Ινδών ιππέων και έφθασε ως το ελληνικό στρατόπεδο σφαγιάζοντας τους υπηρέτες και τους ιπποκόμους, παρά την αρχική αντίσταση των Θρακών που δέχθηκαν επίθεση από πίσω από τους αιχμαλώτους και κατατροπώθηκαν. Άλλοι Ινδοί, Πέρσες και Πάρθοι ιππείς άρχισαν να πλαγιοκοπούν το θεσσαλικό ιππικό, με αποτέλεσμα ο Παρμενίων να ζητήσει βοήθεια από τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος, μαθαίνοντας τι συνέβαινε στους άλλους τομείς του μετώπου, έσπευσε να ενισχύσει τα πιεζόμενα τμήματα του χτυπώντας την αδιάσπαστη δεξιά πλευρά των Περσών. Χτυπάει πρώτα τους Ινδούς και τους Πάρθους που επιστρέφουν κυνηγημένοι από το στρατόπεδό του. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν 60 Εταίροι και τραυματίστηκαν βαριά ο Ηφαιστίωνας και ο Μενίδας. Κατόπιν, συνέχισε την επίθεσή του ο Αλέξανδρος προς ενίσχυση των ανδρών του Παρμενίωνα, αλλά οι Πέρσες, έχοντας πλέον αντιληφθεί την υποχώρηση του υπόλοιπου στρατεύματος, τράπηκαν σε φυγή, καταδιωκόμενοι από τους ιππείς του Παρμενίωνα. Ακολούθησε γενική καταδίωξη των ηττημένων, έως ότου έπεσε το σκοτάδι.

V. Συνέπειες
Περισσότεροι από 30.000 άνδρες του Δαρείου παραδίδεται ότι σκοτώθηκαν στη μάχη. Οι συνολικές απώλειες των Ελλήνων υπολογίζονται από 100 έως 500 νεκρούς. Αμέτρητα ήταν και τα λάφυρα που περιήλθαν στην κατοχή των νικητών, ανάμεσά τους τα όπλα και το άρμα του Δαρείου, οι 15 ινδικοί ελέφαντες που δε χρησιμοποιήθηκαν στη μάχη, χιλιάδες υποζύγια, χρήματα, τρόφιμα και εφόδια των Περσών. Με αυτόν τον τρόπο έληξε η μεγαλύτερη μάχη της εκστρατείας του Αλέξανδρου, μια μάχη που πλήγωσε βαθιά και ανεπανόρθωτα το γόητρο του περσικού κράτους και του ίδιου του μεγάλου βασιλέα είτε πολέμησε σκληρά σύμφωνα με κάποιους, είτε ήταν όντως δειλός στη μάχη.

Ο μεν Αλέξανδρος αναγορεύθηκε μεγάλος βασιλέας τελώντας τις ανάλογες θυσίες, ο δε Δαρείος φυγάδας, έγινε εντέλει θύμα συνωμοσίας εναντίον του με αρχηγό τον Βήσσο, τον σατράπη της Βακτριανής. Από δε τον διαλυμένο στρατό περίπου σαράντα χιλιάδες Πέρσες συγκεντρώθηκαν υπό τον σατράπη Αριοβαρζάνη, γιο του Αρτάβαζου και οχυρώθηκαν στις Περσίδες πύλες, το μόνο σημείο που θα μπορούσαν πλέον να αντισταθούν στον Αλέξανδρο και να διασώσουν την περσική επικράτεια. Ο Αλέξανδρος δεν κυνήγησε τον Δαρείο στις ορεινές περιοχές, ούτε πήρε το δρόμο για τα Σούσα, αλλά τράβηξε για τη Βαβυλώνα.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org