Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Οι ποταμοί ως "τροφοδότες πατέρες της νιότης"

Τα Ελληνικά ποτάμια στη Μυθολογία και στην Ελληνική παράδοση. 
Η επιρροή κάθε ποταμού στον άνθρωπο, πάντοτε περιγράφεται διττή, αλλά και αντιφατική. Γονιμοποιεί και καταστρέφει. Ενώνει και χωρίζει. Ευεργετεί και ζημιώνει.


"… Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο ᾽Ωκεανόν και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον ᾽Ωκεανόν, τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα …" (Ησιόδου Θεογονία, μετάφρ. Π. Λεκατσά). 

Κατά την ελληνική μυθολογία, η ένωση της Τηθύος ( κόρη του Ουρανού και της Γαίας), με τον αδελφό της Ωκεανό δημιούργησε τρεις χιλιάδες ποταμούς, ισάριθμες θεότητες, τις Ωκεανίδες, αλλά και τρεις χιλιάδες νύμφες, όπως αναφέρει ο ποιητής της Θεογονίας Ησίοδος (αρχαίος ποιητής από την’Ασκρη της Βοιωτίας που έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ. ). Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι κάθε ποταμός είναι αέναος, αλλά και είναι θείος. Είναι και θεός που λατρευόταν με ιερά και βωμούς. Επίσης, θεωρούνταν οι πρωταρχικοί βασιλιάδες των περιοχών που διαβρέχουν. Αλλά, και πατέρες των ανθρώπινων φυλών που μεγάλωσαν κι απλωθήκανε στις όχθες τους. Μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια απέδιδαν τιμές στον Ίναχο στο Άργος, στον Ασωπό και στον Κηφισό στη ΑττικοΒοιωτία, στον Πηνειό στη Θεσσαλία και σε αλλού. 

Θεωρούσαν τους ποταμούς σαν τους "τροφοδότες πατέρες της νιότης" και στα νερά τους βρίσκανε μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογης με εκείνη που αναζητήσουν επισκεπτόμενοι τα ιερά του Απόλλωνα. Ο Ησίοδος αναφέρει χαρακτηριστικά: "Μη διασχίζετε ποτέ τα νερά των ποταμών με το αιώνιό τους ρέμα, πριν να πείτε μια προσευχή, με τα μάτια προσηλωμένα στα εξαίσιά τους νάματα, πριν να βρέξετε τα χέρια σας στο ευχάριστό τους και καθάριο νερό".

Βλέπουμε συχνά στα μνημεία της ελληνικής τέχνης, τους ποταμούς να εικονίζονται σαν όντα φανταστικά, όπου οι ζωικές μορφές ανακατεύονται με τις ανθρώπινες. Το κορμί τους μπορεί να είναι ένας ταύρος. Το πελώριό τους κεφάλι ενός εύρωστου και γενειοφόρου άνδρα, που το στόμα του βγάζει κύματα νερού, και στο μέτωπο του έχει δυο μεγάλα κέρατα. Είναι η εικόνα της πηγής ή του κεφαλιού του ποταμού, όπως λένε ακόμη και σήμερα, το κεφαλάρι. Τα κέρατα που στολίζουν το κεφάλι του, είναι οι ελιγμοί και οι διακλαδώσεις που σχηματίζει το ρεύμα του. Από την άλλη, οι Νύμφες σχετίζονται με τους ποταμούς, και έχουν στην ελληνική μυθολογία, την ίδια καταγωγή που έχουν και οι ποταμοί. Όπως και εκείνοι, ονομάζονται διοπετείς (που κατάγονται από το Δία ή έπεσαν από τον Ουρανό). Οι Νύμφες χρωστάνε τη γέννηση τους στα νερά του ουρανού, που πέφτουν στη γη, εισρέουν μέσα τους, μαζεύονται εκεί και ανοίγουν μυστικούς δρόμους για να εξαφανιστούν πολλές φορές κάτω από την επιφάνειά της, και να εμφανιστούν μακρύτερα με τη μορφή πηγών που αναβλύζουν και να δημιουργήσουν τα ρυάκια, τα ρεύματα και τους ποταμούς.

Η επιρροή κάθε ποταμού στον άνθρωπο, πάντοτε περιγράφεται διττή, αλλά και αντιφατική. Γονιμοποιεί και καταστρέφει. Ενώνει και χωρίζει. Ευεργετεί και ζημιώνει. Ωστόσο, στην ελληνική μυθολογία, τονίζεται η λατρεία των ποταμών, αλλά και η πάλη του ανθρώπου με τα ποτάμια, ώστε να τα δαμάσει και να τα εκμεταλλευτεί. Μεταξύ άλλων τέτοιοι μύθοι είναι η πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο, και το κυνήγι του ‘’Καλυδώνιου κάπρου’’ με τον Μελέαγρο, στην Αιτωλία. Σύμφωνα με τον Όμηρο ο κάθε ποταμός είναι "ιερός, δίος, λάβρος, ωκύρροος, δινήεις, αργυροδίνης, βαθυδίνης και κελάδων".

Το νερό, πολύτιμη πηγή ζωής και αναπόσπαστο μέρος του φυσικού πλούτου. Το υγρό στοιχείο σε συνδυασμό με την πλούσια βλάστηση έδινε τη δυνατότητα στους ανθρώπους για ηρεμία του πνεύματος και της ψυχής, καθώς και για περισυλλογή. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, τα ποτάμια και οι πηγές ήταν ιερά, και θεωρούσαν το νερό ύψιστο αγαθό και αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμού τους, αλλά και της καθημερινότητάς τους γενικότερα. Ο Αρχαίος ποιητής Πίνδαρος (λυρικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδας, 522 π.Χ. - 443 π.Χ.), στο έργο του Πυθία αναφέρει, ότι οι αρχαίοι έκοβαν τις παιδικές τους μπούκλες και τις αφιέρωναν στους ποταμούς, επειδή πίστευαν ότι το νερό συμβάλλει στην αύξηση των πάντων. Στην Αρκαδία, τα νεαρά αγόρια και κορίτσια μαζεύονταν κάθε χρόνο, μια συγκεκριμένη μέρα, στις όχθες της Νέδας, για να κόψουν εκεί τα μαλλιά τους, που τα αφιέρωναν στον ποταμό. 

Στην Ιλιάδα (23η ραψωδία), αναφέρεται ότι ο Αχιλλέας απευθυνόμενος στον Σπερχειό ποταμό, του λέει: "Τώρα που πίσω πια δεν έρχομαι στη γη την πατρική μου, ας πάρει τα μαλλιά μου ο Πάτροκλος ο αντρόκαρδος μαζί του" (Μετάφραση Ν.Καζαντζάκης-Ι.Θ.Κακριδής ) ("Σπερχειέ, του κάκου αλήθεια σου’ταξεν ο κύρης μου ο Πηλέας στην ποθητή πατρίδα αν γύριζα κει πέρα, τα μαλλιά μου στη χάρη σου να κόψω, κάνοντας τρανή θυσία από πάνω: πενήντα κριάρια πλάι στους όχτους σου βαρβάτα να σου σφάξω, πα στις πηγές, όπου’ναι το άλσος σου κι ο ευωδιαστός βωμός σου. Τέτοιαν ευκή είχε κάμει ο γέροντας, μα εσύ το ναι δεν το’πες"). Αυτή η προσφορά δείχνει ότι οι ποταμοί ξυπνούσανε στις ψυχές των Ελλήνων κάποιες θρησκευτικές ιδέες, που έφταναν και ως τη θυσία των μαλλιών τους προς αυτούς, των μαλλιών τους που ήταν αναγκαίο στόλισμα εκείνης της φυσικής τους ομορφιάς, για την οποία ήταν τόσο περήφανοι. Επίσης πίστευαν ότι στα νερά των ποταμών βρίσκανε μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογη με εκείνη που αναζητούσαν στα ιερά του Απόλλωνα. "Ποτέ των αείρροων ποταμιών τ’ομορφοκύλιστο νερό να μήν περνάς με τα πόδια, προτού να προσευχηθείς κοιτάζοντας την όμορφη ροή, νίβοντας τα χέρια στο πολυαγάπητο νερό. Όποιος περάσει ποτάμι με το κακό μέσα του και μ’άνιφτα χέρια, μ’αυτόν οι θεοί οργίζονται και βάσανα του δίνουν μετά" (Ησίοδος: Έργα και Ημέραι,737-741). Ο Πλούταρχος (συγγραφέας, βιογράφος και φιλόσοφος από τη Χαιρώνεια Βοιωτίας, 46-127 μ.Χ.) στο έργο του ‘’Περί ποταμών και ορών επωνυμίας και των εν αυτοίς ευρισκομένων’’ αναφέρεται σε 25 ποταμούς στην αρχαία Ελλάδα, με τα ονόματα, την ιστορία, αλλά και με άγνωστες μέχρι τότε γνώσεις. 


Παρακάτω παραθέτουμε στοιχεία από τη μυθολογία και την παράδοση που αναφέρονται στα κυριότερα ελληνικά ποτάμια.

Αλιάκμονας. Στη μυθολογία ο Αλιάκμονας ήταν ποτάμια θεότητα προσωποποίηση του ομώνυμου ποταμού της Μακεδονίας και κατά τον Ησίοδο ήταν γιός του Ωκεανού και της Πύθιας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ήταν γιός του Παλαιστίνου και εγγονός του Ποσειδώνα. Όταν έμαθε ο Παλαιστίνος ότι ο Αλιάκμονας σκοτώθηκε σε κάποια μάχη, έπεσε στον τότε ποταμό Καρμάνορα, ο οποίος από τότε ονομάστηκε Αλιάκμονας. Κατά μία άλλη παράδοση ο Πλούταρχος στο έργο του "περί ποταμών" αναφέρει ότι ένας βοσκός από την Τίρυνθα, ενώ έβοσκε το κοπάδι του στο Κοκκύγιο όρος είδε τυχαία το Δία. Τότε ο βοσκός κυριεύτηκε από μανία και έπεσε στο ποταμό Καρμάνορα, ο οποίος μετονομάστηκε σε Αλιάκμονα.

Αλφειός. Λατρευόταν κυρίως στην Ηλεία, Μεσσηνία και Αρκαδία. Το όνομά του προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "αλφάνω", που σημαίνει, προσφέρω πλούτο. Κατά το Στράβωνα, το ποτάμι ονομάστηκε Αλφειός επειδή θεράπευε τη λέπρα (αλφός στην αρχαιότητα). Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Αλφειός ήταν κυνηγός, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, και λατρευόταν από τους θνητούς ως θεός της γονιμότητας. Ερωτεύτηκε την Αρτέμιδα και στη συνέχεια τη νύφη Αρεθούσα, η οποία θέλοντας να τον αποφύγει έφυγε για την Ορτυγία (νησί κοντά στις Συρακούσες) και μεταμορφώθηκε σε πηγή. Τότε, ο Αλφειός μεταμορφώθηκε σε υποθαλάσσιο ποταμό, πέρασε την Αδριατική θάλασσα και έτσι ενώθηκε με τα νερά του μεγάλου του έρωτα, της πηγής Αρεθούσας. Σύμφωνα με άλλο μύθο, από τις όχθες του Αλφειού έκλεψε ο Ερμής τα βόδια του Απόλλωνα. Επίσης, ένας άλλος μύθος αναφέρει ότι στις όχθες του Αλφειού γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος από τη Σεμέλη και το Δία. Κάποτε σκότωσε τον αδελφό του Κέρκαφο και τον καταδίωκαν οι Ερινύες. Φτάνοντας στον ποταμό Νίκτυμο, έπεσε και πνίγηκε. Ο Αλφειός προσωποποιήθηκε και η μορφή του έφτασε και σε ρωμαϊκά ψηφιδωτά, όπως εκείνο που βρίσκεται στο μουσείο της Αντιόχειας, καθώς και εκείνο που βρίσκεται στο Ελληνο-Ρωμαϊκό μουσείο της Αλεξάνδρειας, όπου απεικονίζεται ο Αλφειός μαζί με την Αρεθούσα. Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, το ποτάμι ήταν πλωτό, από την εκβολή του μέχρι την περιοχή της αρχαίας Ολυμπίας, όπου έφθαναν επισκέπτες κι αθλητές με μικρά σκάφη για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους το ποτάμι ονομαζόταν Αλφέας. Οι Φράγκοι, επηρεασμένοι από τα κάρβουνα που έβγαιναν στις όχθες του, τον ονόμαζαν Καρμπόν (Carbon), ενώ αργότερα και για πολλά χρόνια επικράτησε το όνομα Ρουφιάς.

Αξιός ή Βαρδάρης. Οι αναφορές για τον Αξιό ξεκινούν από τα αρχαία χρόνια, ενώ πολλά είναι τα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για τις περιγραφές του. Στα ομηρικά έπη, ο Όμηρος τον αποκαλεί "βαθυδίνην και ευρυρρέοντα" και τον περιγράφει ως "κάλλιστον ύδωρ έχοντα", ενώ ο Ευριπίδης στις Βάκχες τον αποκαλεί "ωκυρόαν", που σημαίνει αυτός που ρέει ορμητικά. Ο ποταμός Αξιός αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο και πολλούς άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Η λέξη Αξιός έχει μακεδονική ρίζα από το "Αξός" (Λεξικό Ησύχιου του Αλεξανδρέα) που σημαίνει δάσος εξαιτίας των παραποτάμιων δασών του. Κατά καιρούς, ο Αξιός απαντάται και ως "Άξιος", "Νόξειος" ή "Αξειός". Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή ότι ο ποταμός που διαρρέει τη γη της αρχαίας Παιονίας πήρε το όνομά του από τον μυθικό Αξιό, γενάρχη των Παιόνων βασιλιάδων. Οι κάτοικοι της περιοχής τον ξέρουν και ως "Βαρδάρη", ονομασία που προέρχεται από το σλαβικό Vardar ή από το περσικό Βαρ Ντάρ που σημαίνει μεγάλο ποτάμι. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ηρόδοτο, στις εκβολές του Αξιού ή Βαρδάρη και του Λουδία, στρατοπέδευσαν πάνω από ένα εκατομμύριο Πέρσες στρατιώτες κατά τη δεύτερη εκστρατεία κατά των Ελλήνων, το 480 π.Χ. με αρχηγό τον Ξέρξη. Αναφορές στον ποταμό γίνονται επίσης και από τους Θουκυδίδη, Αισχύλο και Στράβωνα. Την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής, ο ποταμός αναφέρεται ώς Αxius, ενώ στα Βυζαντινά χρόνια, αρχίζει να ονομάζεται και Βαρδάρης, από τη μογγολική φυλή των Βαρδάρων, οι οποίοι τον 7ο μ.Χ αιώνα, εμφανίσθηκαν στην περιοχή και μετά από επιδρομές, συνθηκολόγησαν με τον αυτοκράτορα και πήραν άδεια εγκατάστασης στην κοιλάδα του Αξιού. Το όνομα Βαρδάρης παρέμεινε μέχρι σήμερα, κυρίως στους σλαβικούς λαούς. Για άλλους, το όνομα Βαρδάρης, είναι παλαιότερο και προέρχεται από το ρήμα βαρβαρίζω (=προκαλώ θόρυβο), εξ΄αιτίας της θορυβώδους ροής του ποταμού.

΄Αραχθος. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ίναχος. Το όνομα Άραχθος έχει τη ρίζα του στο ρήμα "αράττω", δηλαδή χτυπάω με δύναμη, συντρίβω. Ως ποτάμιος θεός, ήταν γεννημένος στην Πίνδο. Ξυπνώντας κάποια μέρα συνειδητοποίησε ότι τα αδέρφια του, ο Αχελώος, ο Αλιάκμονας και ο Αωός ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Αχελώος και ο Πηνειός, είχαν αρχίσει το ταξίδι τους χωρίς εκείνον. Πάνω στη βιασύνη του ο Άραχθος, για να προλάβει τα αδέρφια του, παράσερνε θυμωμένος ότι έβρισκε στο δρόμο του προς τον Αμβρακικό κόλπο, όπου και πνίγηκε. Σε κάποια άλλη εκδοχή, στην κορυφή του όρους Περιστέρι της Πίνδου, ζούσαν τρία αγαπημένα αδέλφια. Ο σοβαρός Άραχθος, η όμορφη Σαλαβρία (Πηνειός) και ο ατίθασος Άσπρος (Αχελώος). Ένα βράδυ η Σαλαβρία, κρυφά από τα αδέρφια της που κοιμόνταν, κατηφόρισε προς τον κάμπο για να συναντήσει κρυφά κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου. Μάταια όμως. Απογοητευμένη κατευθύνθηκε προς τη γειτονική θάλασσα όπου και πνίγηκε. Ο Άσπρος όταν κατάλαβε ότι έλειπε η Σαλαβρία, ανησύχησε και ορμητικός όπως ήταν κατρακύλησε χωρίς σκέψη τα βουνά, ψάχνοντας την αδελφή του. Ο Άραχθος στενοχωρημένος για τα αδέρφια του που χάθηκαν, άρχισε να τριγυρνά την Ήπειρο για να τα βρει. Όταν κατάλαβε ότι έχασε οριστικά τα αδέλφια του, έπεσε στο Ιόνιο πέλαγος και πνίγηκε.

Ασωπός ή Βουργένης και Ωρωπός. Για την αρχαία ελληνική μυθολογία ο Ασωπός ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πηρούς ή του Δία και της Ευρυνόμης ή του Ωκεανού και της Τηθύος. Από το γάμο του με τη Μετόπη, κόρη του ποταμού και θεού Λάδωνα, απέκτησε δυο γιους, τον Ισμηνό και τον Πελάγοντα και πολλές κόρες, όπως τη Νεμέα, Θήβη, Σαλαμίνα, Κλεώνη, Τανάγρα, Εύβοια, Σινώπη, Πλάταια, Αίγινα, που όλες έδωσαν τα ονόματα τους σε πόλεις. Επίσης, η ονομασία Ασωπός απαντάται σε πολλούς ποταμούς στην Κορινθία, στην Αττική και Βοιωτία, Λακωνία και αλλού.

Αχελώος ή Ασπροπόταμος. Το όνομα Αχελώος φαίνεται ότι προέρχεται από τη ρίζα ΄΄-άχ-΄΄ ή τη λέξη ΄΄-άχα-΄΄ που σημαίνει νερό και το συγκριτικό επίθετο ΄΄λώων΄΄ που σημαίνει καλύτερος ή ποσοτικά μεγαλύτερος. Ο Όμηρος τοποθετεί τον Αχελώο πριν τον Ωκεανό. Οι θάλασσες, οι πηγές και τα νερά που πηγάζουν από τη γη προέρχονται από αυτόν. Στην Ιλιάδα, θεωρούσαν, ανώτερο του Αχελώου, μόνο τον Δία. Αντίθετα, ο Ησίοδος τον συγκαταλέγει στα παιδιά της Τηθύος και του Ωκεανού. Κόρες του Αχελώου ήταν οι Σειρήνες, οι Νύμφες και πολλές άλλες πηγές (π.χ. Κασταλία, Καλλιρρόη). Ο Αχελώος είχε αρκετές μορφές. Συνήθως, απεικονίζεται από τη μέση και κάτω σαν ψάρι, γενειοφόρος με κέρατα στο κεφάλι του. Άλλες μορφές του ποτάμιου θεού ήταν σαν φίδι, σαν ταύρος και σαν ανθρωπόμορφο ον με κεφάλι ταύρου, που από τα γένια του έτρεχαν πολλά νερά. Στις περισσότερες μορφές του ήταν ένα άσχημο τέρας. Γνωστός είναι ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Ηρακλής πάλεψε με τον Αχελώο για χάρη της Δηιάνειρας. Μετά από μεγάλη γιγαντομαχία ο Ηρακλής νίκησε τον Αχελώο, αφού του έσπασε το ένα κέρατο και τον έριξε στο χώμα. Από το αίμα που έπεφτε γεννήθηκαν οι Σειρήνες. Ο Αχελώος για να πάρει πίσω το κέρατο έδωσε σαν αντάλλαγμα στον Ηρακλή το κέρας της Αμάλθειας, που ήταν πηγή αφθονίας και γονιμότητας. Υπάρχει κι ένας μύθος για τις Εχινάδες νησίδες που βρίσκονται απέναντι στις εκβολές του. Σύμφωνα με αυτόν, οι Εχινάδες ήταν κάποτε Νύμφες, που δυστυχώς ξέχασαν να τιμήσουν το θεό Αχελώο. Τότε, αυτός θύμωσε και τις μεταμόρφωσε σε νησιά. Κατά το Στράβωνα ο ποταμός ονομαζόταν παλαιότερα Θόας. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πήρε το όνομα Άσπρος ή Ασπροπόταμος, ίσως από τα άσπρα χαλίκια που γεμίζουν την κοίτη του ή την άσπρη λάσπη που κατεβάζει.

Αχέροντας. Ο Αχέροντας ήταν γνωστός και ως Μαυροπόταμος, Φαναριώτικος ή Καμαριώτικο ποτάμι. Η λέξη Αχέρων δεν είναι τυχαία αφού τα συνθετικά της ,΄΄αχέα ρέων΄΄, δηλώνουν αυτόν που φέρνει τις πίκρες και τα δάκρυα. Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι ήταν ο ποταμός, τον διάπλου του οποίου έκανε ο "ψυχοπομπός" Ερμής, παραδίδοντας τις ψυχές των νεκρών στο Χάροντα, για να καταλήξουν στο βασίλειο του Άδη. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, τα νερά του ποταμού ήταν πικρά, καθώς ένα στοιχειό που ζούσε στις πηγές του δηλητηρίαζε τα νερά. Ο Άγιος Δονάτος, πολιούχος της Μητρόπολης Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, σκότωσε το στοιχειό και τα νερά του Αχέροντα έγιναν γλυκά. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο από την ελληνική μυθολογία, που μαρτυρά τη συνέχει αυτής στη σύγχρονη λαϊκή παράδοση, είναι το εξής. Κατά την Τινανομαχία οι Τιτάνες έπιναν νερό από τον Αχέροντα για να ξεδιψάσουν, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Δία, ο οποίος μαύρισε και πίκρανε τα νερά του. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αχέροντας κατέληγε στην Αχερουσία λίμνη που ήταν ιδιαιτέρως παγερή, χωρίς ίχνος ζωής γύρω της. Εκεί στις Πύλες του Άδη φρουρούσε ο άγριος και άσπλαχνος σκύλος Κέρβερος που είχε τρία κεφάλια, χαίτη από φίδια και αγκαθωτή ουρά. Ο βαρκάρης-χάροντας παραλάμβανε τις ψυχές των νεκρών και τις μετέφερε με τη βάρκα του στον Κάτω Κόσμο. Το αντίτιμο για το ταξίδι στον Άδη ήταν ένας οβολός, γι' αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες ενταφίαζαν τους νεκρούς τους με το αντίστοιχο ποσό. Η ψυχή που δεν μπορούσε να πληρώσει ήταν καταδικασμένη να περιπλανιέται και να βασανίζεται αιώνια στις όχθες του ποταμού. Εκτός από τον Αχέροντα, στον Άδη οδηγούσαν ο Κωκυτός και ο Πυριφλεγέθοντας (παραπόταμοι του Αχέροντα), οι οποίοι συμβόλιζαν τα μαρτύρια που περνούσε μια ψυχή όταν κατέβαινε στον ‘’Άλλο Κόσμο’’.

Αώος. Στην αρχαιότητα λεγόταν Αίας ή Αράουα ή Αύος και οι εκεί κάτοικοι ονομάζονταν Παραυαίοι. Με την επωνυμία Αώοι, ονομνάζονταν κάποιες φυλές Δωριέων που λάτρευαν ηλιακές θεότητες. Στην ελληνική μυθολογία ο Αώος ήταν επίκληση του Άδωνη (ωραίος νέος, αγαπημένος της θεάς Αφροδίτης), αλλά και βασιλιάς της αρχαίας Κύπρου. Ο Αώος ήταν ο πρώτος βασιλιάς της νήσου Κύπρου, γιος του Κέφαλου και της Ηούς από την Αττική. Κατά μία άλλη εκδοχή, αδελφός του ήταν ο Πάφος, επώνυμος και ιδρυτής της πόλης Πάφου στην Κύπρο.

Γαλλικός. Το αρχαίο όνομά του ήταν Ηδωνός, πιθανότατα προερχόμενο από τους Ηδωνούς Μυγδόνες, Θρακικό φύλο που κατοικούσε στις όχθες του, τα προϊστορικά χρόνια. Κατά τα ιστορικά χρόνια μετονομάσθηκε σε Εχείδωρο και μετά σε Εχέδωρο, όταν βρέθηκε χρυσάφι (=δώρο) στην κοίτη του και άρχισε η εκμετάλλευσή του. Το όνομα Γαλλικός, προήλθε από τη ρωμαϊκή αποικία Callicum (=δερμάτινο κόσκινο από δέρμα κατσίκας, που χρησιμοποιούσαν οι άποικοι για τη συλλογή της χρυσόσκονης) που ιδρύθηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα στις όχθες του για την εκμετάλλευση του χρυσού που περιείχαν οι λάσπες του. Με τον καιρό, το όνομα Callicum παραφράσθηκε σε Gallicum, απ’ όπου και το όνομα Γαλλικός. Κατά τα μεσαιωνικά χρόνια, ονομαζόταν από τους κατοίκους της περιοχής και Γομαροπνίχτης, από τις ξαφνικές πλημύρες του, που έπνιγαν τα ζώα τους.

Έβρος ή Ρόμβος ή Μαρίτσα. Το ποτάμι ονομαζόταν στα αρχαία χρόνια Ρόμβος, ώσπου ο 'Εβρος ο γιος του βασιλιά Κασσάνδρου και της Κροτωνίκης, πνίγηκε για να αποφύγει τις συκοφαντίες, της μητριάς του Δαμασίππης, για βιασμό. Την ερμηνεία αυτή μας δίνει ο Πλούταρχος στο έργο τον "Περί ποταμών και όρων". Ο Βιργίλιος τον ονομάζει Οιάγριον 'Εβρο. Κατά τον Ησύχιο η θρακική σημασία τον ονόματος 'Εβρος σημαίνει τράγος, βατήρας (βάθρο). Ο Αλκαίος, τον αναφέρει ως "καλλίστου ποταμών". Επίσης, αναφέρεται από τους: Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Αριστοτέλη, Στράβωνα, Ευριπίδη, Πλίνιο, Οράτιο, Μελέτιο κ.ά. Λέγεται ότι ο βασιλιάς της περιοχής Κάσσανδρος, αφού παντρεύτηκε την Κροτωνίκη, γέννησαν τον Έβρο. Ο Κάσσανδρος όμως απαρνήθηκε τη συμβίωση και έφερε μια μητρυιά στον Έβρο, την Δαμασίππη. Αυτή ερωτεύθηκε παθολογικά το γιό του συζύγου της, αλλά ο Έβρος απέφευγε τη μητρυιά του, και ασχολιόταν με το κυνήγι. Αφού η Δαμασίππη απέτυχε στο σκοπό της, διέδωσε ψευδείς κατηγορίες εις βάρος του Έβρου, ότι δήθεν θέλησε να τη βιάσει. Τότε ο Κάσσανδρος, παρασυρθείς από το πάθος της ζηλοτυπίας, κατεδίωξε το γιό του και όταν τον πρόλαβε, έπεσε ο Έβρος στον ποταμό Ρόμβο και πνίγηκε, και από τότε το ποτάμι ονομάζεται Έβρος. Με τον ποταμό Έβρο συνδέεται και η ιστορία του Ορφέα, αφού στις όχθες του, κατά μια άποψη, τον κατασπάραξαν οι Μαινάδες και πέταξαν το κεφάλι του στο ποτάμι. Από την αρχαιότητα, αναφέρονται ακόμη και πολλοί παραπόταμοί του, όπως ο Αγριάνης, ο Άρισβος, ο Αρπησσός, ο Αρτίσκος ή Άρδας, ο Βάργος, ο Σύρμας, ο Τέαρος, κ.ά. Στις εκβολές του ήταν κτισμένη η σπουδαία αρχαία πόλις της Θράκης, η Αίνος (ή Άψινθος). Το αρχαίο θρακικό φύλο Βέννοι (ή Βένοι), κατοικούσε από το μέσον του Έβρου έως τις εκβολές του, ενώ στα θρακικά παράλια (μεταξύ Βιστονίδος λίμνης και εκβολών Έβρου) κατοικούσαν οι Κίκονες. Στην περιοχή του Άνω Έβρου (μεταξύ Ροδόπης και Αίμου) κατοικούσαν οι Θράκες Βεσσοί (ή Βέσσοι ή Βησσοί). Είναι αυτοί που ίδρυσαν το μαντείο του Διονύσου (Καθέρσιου;), όμοιο με αυτό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Κοντά στην Αδριανούπολη κατοικούσαν οι Θράκες Βεττεγγέροι. Από τον Έβρο έως την πόλη Κύψελα και την Οδησσό του Πόντου, κατοικούσαν οι Οδρύσες. Γύρω από τον παραπόταμο Άρισβο κατοικούσαν οι Θράκες Κεβρήνιοι. Στην κοιλάδα του ίδιου παραπόταμου, κατοικούσαν οι Θράκες Σέλλες (ή Σελλιώτες), ενώ στη λεκάνη του ίδιου παραπόταμου κατοικούσαν οι Θράκες Υπερπαίονες.

Ενιπέας. Στην ελληνική μυθολογία, ο Ενιπέας ( ποταμός της Πιερίας και διατρέχει το Λιτόχωρο), ήταν ο ωραιότερος απ' όλους τους ποτάμιους θεούς. Κατά τον Όμηρο, τον ερωτεύθηκε η Τυρώ, κόρη του Θεσσαλού Σαλμωνέοντα. Ο θεός Ποσειδώνας είδε την Τυρώ και την ερωτεύθηκε. Επειδή όμως καταλάβαινε ότι η Τυρώ δεν θα δεχόταν τον έρωτά του, πήρε τη μορφή του Ενιπέα. Η Τυρώ ξεγελάστηκε και δέχτηκε τον Ποσειδώνα. Ο θεός αποκάλυψε αργότερα την ταυτότητά του στην Τυρώ και της προείπε την γέννηση των δίδυμων παιδιών της, του Πελία και του Νηλέα. Σύμφωνα με άλλο μύθο, στο φαράγγι του Ενιπέα κατασπαράχθηκε από τις Μαινάδες ο Ορφέας, ενώ στα νερά του λουζόταν η πανέμορφη Λητώ, μητέρα της θεάς Αρτέμιδος και του θεού Απόλλωνα.

Εύηνος ή Φιδάρης. Ο Εύηνος ήταν γιος του θεού Άρη και της Στερώπης, κατά τον Πλούταρχο, ή γιος του Άρη και της Δημονίκης, κατά τον Απολλόδωρο ή γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, κατά τον Ησίοδος. Παντρεύτηκε την Αλκίππη την κόρη του Οινόμαου, βασιλιά της Ηλείας και απόκτησε την Μαρπήσσα, που ο Όμηρος ονομάζει «Καλλίσφυρο» (λιγναστράγαλη). Όταν πια η κόρη μεγάλωσε πολλοί μνηστήρες τη ζήτησαν σε γάμο, αλλά ο Εύηνος έβαζε τους υποψηφίους σε σκληρή δοκιμασία. Έπρεπε για να πάρει κάποιος για σύζυγό του την Μαρπήσσα να νικήσει σε αρματοδρομία το βασιλιά. Οι ηττημένοι που ήταν πολλοί, αποκεφαλίζονταν και τα κεφάλια τους γίνονταν θέα στους τοίχους των ανακτόρων. Παρότι η φύλαξη της βασιλοπούλας ήταν αυστηρή, ο Ίδας ο γιος του Αφάρεου δασκαλεμένος από τον Ποσειδώνα που του έδωσε άρμα με φτεροπόδαρα άλογα έκλεψε την Μαρπήσσα, ενώ χόρευε στο ναό της Άρτεμης και τη μετέφερε στην Πλευρώνα. Ο Εύηνος κυνήγησε τον άρπαγα, αλλά δεν κατόρθωσε να το συλλάβει. Έτσι, απελπισμένος και οργισμένος από την ντροπή του έσφαξε τα άλογά του και έπεσε στα νερά του Λυκόρμα και πνίγηκε. Από τότε λοιπόν το ποτάμι πήρε το όνομα Εύηνος. Ο Εύηνος ποταμός είναι γνωστός και από το πέρασμα του Ηρακλή και της Δηιάνειρας. Ο Ηρακλής μετά την επίθεση που δέχτηκε απ' τους κενταύρους στην Αρκαδία, τους απώθησε και τους εκτόξευσε σε διάφορα σημεία, ενώ ο Κένταυρος Νέσσος, γιος της Νεφέλης και του Ιξίωνα, εγκαταστάθηκε ως περατάρης στον Εύηνο ποταμό. Ο Ηρακλής, αφού πάλεψε σκληρά με τον Αχελώο για την όμορφη Δηιάνειρα και έσπασε το ένα κέρατο του αντιπάλου που αντάλλαξε με το κέρας της Αμάλθειας (αφθονίας), παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα και έμεινε στην Καλυδώνα τρία χρόνια με τον πεθερό του, το βασιλιά Οινέα. Η Καλυδώνα βρισκόταν κοντά στον Εύηνο και στο χρονικό διάστημα που ο Ηρακλής έμεινε στην Καλυδώνα βοήθησε τους Καλυδώνιους στην εκστρατεία τους κατά των Θεσπρωτών. Ο Ηρακλής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Καλυδώνα εξαιτίας ακούσιου φόνου. Ο Ευρύνομος, στενός συγγενής του Οινέα, έχυσε από απροσεξία νερό που προορίζονταν για το πλύσιμο των ποδιών πάνω στα χέρια του Ηρακλή και ο Ηρακλής εξοργίστηκε και το χτύπησε τόσο δυνατά με τη γροθιά του που εκείνος πέθανε. Ο Οινέας, βασιλιάς της Καλυδώνας και πεθερός του, το συγχώρεσε για τον ακούσιο φόνο, αλλά ο ήρωας δεν δέχτηκε τη συγχώρεση και αυτοεξορίστηκε στην Τραχίνα. Για να πάει όμως στον τόπο εξορίας του έπρεπε να περάσει το ποτάμι στο οποίο ήταν εγκαταστημένος ο Κένταυρος Νέσσος. Ο Ηρακλής πέρασε μόνος του για να αποφύγει την πληρωμή και ο Νέσσος ανέλαβε να περάσει αντίπερα την Δηιάνειρας με αμοιβή. Την ώρα όμως που διέσχιζαν το ποτάμι, ο Νέσσος προσπάθησε να τη βιάσει, αυτή φώναξε και ο Ηρακλής μη αντέχοντας την προσβολή το σκότωσε χτυπώντας τον με τόξο. Ο Νέσσος, πριν ξεψυχήσει, της έδωσε φίλτρο από το αίμα του, που ήταν δηλητήριο για να το χρησιμοποιήσει η γυναίκα, αν ο Ηρακλής κάποτε την απατούσε. Αργότερα, όταν ο Ηρακλής αγάπησε την Ιόλη, η Δηιάνειρα θυμήθηκε το μαγικό φίλτρο του Νέσσου και θέλησε να το χρησιμοποιήσει. Έτσι, κάποια μέρα που ο Ηρακλής ήθελε να θυσιάσει στο Δία και ζήτησε να του φέρουν την επίσημη φορεσιά του, η Δηιάνειρα βρήκε την ευκαιρία να την αλείψει με το μαγικό της φίλτρο, το δηλητήριο. Όταν τη φόρεσε ο Ηρακλής τον έπιασαν πόνοι σ' όλο του το κορμί και μέσα στους πόνους του παρακάλεσε το γιο του τον Ύλλο να παντρευτεί αυτός την αγαπημένη του Ιόλη και ν' ανάψει μια φωτιά να τον κάψει. Ο Ύλλος δεν δέχτηκε να τον κάψει και ανέλαβε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του ο Φιλοκτήτης. Ο Ηρακλής μετά το θάνατο του ανέβηκε στον Όλυμπο ανάμεσα στους θεούς και η Δηιάνειρα, επειδή με το φίλτρο της δεν ήθελε να σκοτώσει τον άντρα της, αλλά να εκδικηθεί την ερωμένη του Ιόλη, αυτοκτόνησε.

Ευρώτας. Ετυμολογικά, το όνομα του Ευρώτα προέρχεται από τις λέξεις εύρως και ώτος και σημαίνει ευρύ, πλατύ, αλλά και μούχλα, υγρασία μετά σήψεως και φθορά. Ο Ευρώτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ιστορία της αρχαίας Σπάρτης. Σύμφωνα με τον Παυσανία, το όνομα του ποταμού προήλθε από τον μυθικό βασιλιά Ευρώτα, πατέρα της Σπάρτης. Έως τότε η Λακωνική πεδιάδα ήταν καλυμμένη από μια λίμνη. Ο βασιλιάς Ευρώτας διέταξε τη δημιουργία μιας διώρυγας στο βουνό κοντά στο Βρονταμά, ώστε το νερό να διοχετευτεί σε ένα κανάλι με κατεύθυνση το Λακωνικό κόλπο. Το τεχνητό ποτάμι λοιπόν που δημιουργήθηκε ονομάστηκε Ευρώ τας προς τιμή του βασιλιά. Ευρώτα. Η εικόνα του Ευρώτα κατά τους αρχαίους χρόνους σώζεται μέσα από τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων. Ο Ευριπίδης τον περιγράφει ως ‘’δονακόχλοα’’ και ο Θεόγνις ως ‘’δονακοτρόφο’’, γεγονός που μας πληροφορεί πως υπήρχε υγρότοπος με καλαμιώνες. Ο ιστορικός Πολύβιος (203-120 π.Χ. ) τον χαρακτηρίζει ‘’πολύκαρπότατο και καλλιδενδρότατο’’. Ο Βιργίλιος αναφέρει πως στις όχθες του ποταμού φύτρωναν δάφνες, ενώ ο Αινείας πως φύτρωναν και μυρτιές. Κατά το ελληνικής καταγωγής Ρωμαίο ποιητή Στάτιο (45-96 μ.Χ.), ο ποταμός ήταν ‘’ololifer’’, δηλαδή κυκνοτρόφος ή κατά άλλες ερμηνείες ‘’oliferi’’, δηλαδή ελαιοφόρος. Ο Παυσανίας, όπως και άλλοι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς, μας πληροφορούν και για τις πηγές του Ευρώτα, στην Αλσέα της Μεγαλόπολης, από όπου πήγαζε και ο Αλφειός ποταμός. Αναγράφουν πως τα δύο ποτάμια, είχαν κοινό ρείθρο για είκοσι περίπου στάδια (ένα στάδιο ισούται με περίπου 185m) και πως αποχωρίζονταν αφού εισέρχονταν σε χάσμα γης. Ο Ευρώτας επανεμφανίζεται στην Βελεμινατίδα της Λακωνίας, μέσω δύο πηγών, την Πελλανίτιδα και τη Λαγκεία. Τέλος, ο Παυσανίας αναφέρει πως στην περιοχή είχαν τελεστεί υδραυλικά έργα και η περιοχή της Βελεμίνας ήταν αρδευόμενη. Σκοπός των έργων, ήταν να αξιοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος της εύφορης Λακωνικής γης για αγροτικές εργασίες και να προστατευτούν οι οικισμοί. Ο Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός Chateaubriand (1768-1848, )περιγράφει το ταξίδι του στην Σπαρτιατική γη, το 1806, κάνοντας μνεία στους δόνακες (καλάμια) και στις ροδοδάφνες που συνάντησε στις όχθες του αλλά και στην εγκατάλειψη της περιοχής, όπου δεν σώζονταν τα αρχαία μνημεία , όπως η αρχαία Γέφυρα της Βαβύκας. Αναφέρει ακόμα μια ξεχασμένη αρχαία ονομασία του Ευρώτα, Ίμερος, και την ονομασία Ίρης, που χρησιμοποιούταν τον 19ο αιώνα. Ο Γάλλος περιηγητής και διπλωμάτης Pouqueville (1779-1838 ) αναφέρει ότι το 1808, είδε στις όχθες του Ευρώτα μάρμαρα με κρίκους όπου έδεναν τις γαλέρες, γεγονός που μαρτυρά ότι κατά την αρχαιότητα, τουλάχιστον ορισμένες εποχές του έτους, ο ποταμός ήταν πλωτός μέχρι τη Σπάρτη. Τον 19ο αιώνα μ.Χ., οι αναφορές Ελλήνων, αλλά και ξένων συγγραφέων είναι παρεμφερείς με αυτές των προηγούμενων περιόδων, μας πληροφορούν όμως και για την ανάπτυξη της περιοχής.. Από πληθώρα πηγών, ανάμεσα στις οποίες, και τα κείμενα του Pouquerville, πληροφορούμαστε για ένα ακόμα όνομα του ποταμού που δόθηκε σε αυτόν κατά τους βυζαντινούς χρόνους, από τους κατοίκους, προς τιμήν των δεσποτών και των πριγκίπων του Μυστρά, το όνομα Βασιλοπόταμος. Ο Γάλλος λογοτέχνης Gustave Flaubert (1821-1880), το 1851, μιλώντας για τον Ευρώτα αναφέρει τις γεμάτες ροδοδάφνες, αγριομυρτιές και μουριές όχθες του, ενώ ο λογοτέχνης Ραγκαβής 1809-1892) το 1853, γράφει για τη Λακωνική γη που ήταν καλυμμένη από ελιές και συκιές.

Θύαμης ή Καλαμάς. Θύαμις είναι το αρχαίο όνομά του, ενώ Καλαμάς αποκαλούνταν στο παρελθόν ο μεγαλύτερος παραπόταμός του, αλλά με το πέρασμα του χρόνου οι δύο ονομασίες ταυτίστηκαν. Το αρχαίο όνομα Θύαμις προέρχεται από τη λέξη Θύω η οποία σημαίνει, κινούμαι άγρια. Στην ελληνική μυθολογία ο Κάλαμος ήταν γιος του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου. Ο Κάλαμος συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάρπο, γιο του Ζέφυρου και μιας από τις Ώρες. Ο Κάρπος όμως πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο, και τότε ο Κάλαμος καταράστηκε τον πατέρα του και ικέτευσε τον Δία να πεθάνει μαζί με τον Κάρπο. Ο Δίας μεταμόρφωσε τον Κάλαμο στο ομώνυμο φυτό, την καλαμιά, και τον Κάρπο στον καρπό της. Από την αρχαιότητα ο Καλαμάς, συγκέντρωσε δίπλα στις όχθες του σπουδαίες πόλεις όπως τη Λυγιά, τη Γιτάνη, τη Φανωτή, την Οσδίνα, τη Ραβενή. Τα μυκηναϊκά ευρύματα κατά μήκος της κοίτης του, μαρτυρούν τη σπουδαιότητα που είχε ο ποταμός για το εμπόριο των μακρινών εκείνων χρόνων, εμπόριο που συνέχισαν αργότερα στους αρχαϊκούς χρόνους οι έλληνες άποικοι από την Πελοπόννησο. Στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Καλαμά υπάρχουν, στο λόφο της Μαστιλίτσας τμήματα του οχυρωμένου οικισμού της κλασικής και ελληνιστικής εποχής, το Καστρί Σαγιάδας-μικρό οχυρό και νεότερα λίθινα αλώνια, τον Πύργο Αγιολένης, βυζαντινό πύργο στο ομώνυμο νησάκι στην περιοχή των αλυκών, και πολλά άλλα. Μεγάλοι ιστορικοί και γεωγράφοι της αρχαιότητας έγραψαν για τον Καλαμά, όπως ο Στράβωνας, ο Πολύβιος και οΘουκυδίδης. Οι μεταφραστές του Στράβωνα και ιδιαίτερα ο Μελέτιος Γεωγράφος, έκανε ένα λάθος στην Γεωγραφία του, υποστηρίζοντας ότι στο σημείο που ο μεγάλος αρχαίος ιστορικός κάνει λόγο για τον Θύαμη, τον ταυτίζει με τον Αχέροντα. Θέλει δηλαδή τον Θύαμη ποταμό να είναι αυτός που καταλήγει στην Αχερουσία λίμνη, την είσοδο - κατά την μυθολογία - προς τον κάτω κόσμο, τον Άδη. Υπάρχει στο σημείο αυτό μεταφραστικό λάθος, αφού ο Αχέροντας και όχι ο Θύαμις απολήγει στο λιμάνι της Γλυκής.

Ίναχος. Ποταμός της Ιναχίας γης , δηλαδή του Αργολικού κάμπου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν παιδί του Ωκεανού και της Τηθύος, μητέρας των ποτάμιων θεών. Επίσης, ο ΄Ιναχος, ήταν μυθικός βασιλιάς του Άργους, γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Ιναχιδών, που πρώτη εγκαθίδρυσε τη βασιλεία τους στο Άργος και από αυτόν ξεκινά η προϊστορία του Άργους. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας (περιηγητής και γεωγράφος από τη Μαγνησία της Μ. Ασίας 110-180 μΧ), ’στην δεν υπάρχουν μνήμες παλαιότερες από τον Ίναχο’’. Ο ποταμός Ίναχος υπήρξε αντικείμενο λατρείας για τους πανάρχαιους κατοίκους της περιοχής και καθιερώθηκε ως ποτάμια θεότητα, γιατί σ’ αυτόν οφειλόταν όχι μόνο η ευφορία, αλλά και η δημιουργία της ποταμογενούς αργολικής πεδιάδας, που ο Όμηρος ονομάζει «ούθαρ αρούρης», δηλαδή ‘’μαστός της γης’’.

Κηφισός. Ο Κηφισός, ήταν γιος του Ωκεανού και της Τιθύος. Στα αρχαία χρόνια ο ποταμός είχε πολλά νερά και η ροή του ήταν συνεχής, και έτσι τον τιμούσαν σαν θεό. Η λατρεία του Κηφισού υπήρχε στο Φάληρο και στον Ωρωπό. Ο αττικός Κηφισός ήταν πατέρας της Διογένειας και παππούς της Πραξιθέας, συζύγου του Ερεχθέως, και του Ελιέως. Στό Αμφιάρειο, κοντά στον Ωρωπό, μοιραζόταν ένα βωμό με τις νύμφες, τον Πάνα και τον Αχελώο. Ο Κηφισός εγκλώβισε με τη βία τη νύφη Λειριόπη στα νερά του και από το βιασμό αυτό γεννήθηκε ο Νάρκισσος. Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, ο τόπος του Κηφισού ήταν ο τόπος απαγωγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Στις όχθες του Κηφισού άντρες της φυλής των Φυταλιδών υποδέχτηκαν το Θησέα και συμφώνησαν να τον εξαγνίσουν από τους φόνους κακοποιών που είχε διαπράξει. Έτσι, εξαγνισμένος ο Θησέας μπήκε στην Αθήνα. Στις όχθες του Κηφισού υπήρχε άγαλμα του γιου της Μνησιμάχης, που σύμφωνα με τη μυθολογία αφιέρωσε τα μαλλιά του στον ποταμό, έθιμο που υπήρχε σε όλους τους Έλληνες από τους παλαιούς χρόνους. Η Ακαδημία του Πλάτωνα στην κοιλάδα του Κηφισού μετατράπηκε από τον Κίμωνα σε δενδρόκηπο με φροντισμένες δενδροστοιχίες και σκιερούς τόπους περιπάτου. Το τοπίο αυτό δημιουργούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την πνευματική περισυλλογή που είχαν ανάγκη όσοι σύχναζαν στις τότε σχολές. Ο Πλάτωνας, ζούσε σε ένα κήπο κοντά όπου δίδασκε. Ο Στράβωνας, στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ., αναφέρει ότι : «Υπάρχουν ποτάμια και το ένα είναι ο Κηφισός που ξεκινάει από την περιοχή των Τριμενιών, κυλάει στην πεδιάδα, γι’αυτό υπάρχουν γεφύρια και γεφυρισμοί, χωρίζεται σε σκέλη, φτάνει μέχρι τον Πειραιά, χύνεται στο Φαληρικό, είναι χειμαρρώδης και το θέρος μειώνεται τελείως». Ο Κηφισός είχε τις εκβολές του μέσα στο αρχαίο λιμάνι του Κάνθαρου, το σημερινό εμπορικό λιμάνι του Πειραιά. Για να αποφευχθεί, όμως, η επίχωση του λιμανιού, οι Αθηναίοι οδήγησαν τις εκβολές του ποταμού στην παραλία του σημερινού Μοσχάτου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ταχύτερη πρόσχωση του φαληρικού όρμου. Επίσης, ο ποταμός Κηφισός αναπαριστάται στο αριστερό άκρο του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα.

Λάδωνας. Πλούσιες είναι οι αναφορές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας για το Λάδωνα που χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα μυθικά ποτάμια της Αρχαίας Ελλάδας. Ένας από τους σχετικούς μύθους είναι αυτός του τραγοπόδαρου θεού Πάνα και της νύμφης Σύριγγας. Ο Πάνας περιφερόταν συχνά στην περιοχή του Λάδωνα. Όταν είδε εκεί την ωραία νύμφη, άρχισε να την κυνηγά και την πλησίασε. Τότε, αυτή εξαντλημένη, έφτασε στις όχθες του ποταμού και παρακάλεσε το Λάδωνα να τη βοηθήσει. Εκείνος, μόλις είδε τον Πάνα να την πλησιάζει, τη μεταμόρφωσε σε καλαμιά. Τότε, ο Πάνας έκοψε μερικά καλάμια, τα ένωσε μεταξύ τους και σχημάτισε μουσικό όργανο που ονομάστηκε σύριγγα. Επίσης, εδώ στον ποταμό Λάδωνα, λουζόταν η θεάΔήμητρα και εδώ κυνηγούσε η θεά του κυνηγιού Άρτεμις. Εδώ διαδραματίστηκε ομύθος του Λεύκιππου που ντύθηκε γυναίκα, για να βρίσκεται κοντά στη αγαπημένη του νύμφη Δάφνη, πράξη που πλήρωσε με τη ζωή του, όταν αποκαλύφτηκε. Κοντά στην κοίτη του, στα όμορφα δάση του Σόρωνα -που πιο πάνω ονομάζονται και Αφροδίσια όρη - η Αφροδίτη συναντιόταν με τον παράνομο εραστή της θεό Άρη. Εξάλλου, στο Λάδωνα έπιασε το ελάφι ο Ηρακλής μετά από επιτυχή καταδίωξη και εδώ ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε την κόρη του Λάδωνα Δάφνη.

Λουδίας ή Λυδίας, ή και Λοιδίας, κοινώς Μαυρονέρι. Το όνομα Λουδίας έχει ελληνική ρίζα, και σημαίνει μαύρο νερό, όπως και τα υπόλοιπα ονόματα, Λυδίας ήΛοιδίας, με τα οποία αναφέρεται στην αρχαία βιβλιογραφία. Οι πληροφορίες των αρχαίων για το Λουδία ποταμό δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ο Ηρόδοτος τον αναφέρει να χωρίζει την Ημαθία από τη Βοττιαία, ο Σκύλακαςο Καρυανδεύς, (εξερευνητής του 6ου αιώνα π.Χ.), τον αναφέρει ως παραπόταμο των εκβολών, ενώ ο Στράβωνας τον υπολόγιζε σε μήκος 120 στάδια (περίπου 22 km).

Λούσιος. Ο Λούσιος οφείλει στην ελληνική μυθολογία. Κατά τον περιηγητή Παυσανία, πήρε το όνομα αυτό, επειδή στις πηγές του (Πηγές των Αθανάτων) έλουσαν οι νύμφες Νέδα, Αγνώ και Θεισόα, το νεογέννητο Δία κρυφά από τον Κρόνο. Ο Παυσανίας τον θεωρούσε ως τον πιο κρύο ποταμό του τότε γνωστού κόσμου.

Νέδα. Η Νέδα ήταν Νύφη, θεότητα των νερών, που κοντά της μεγάλωσε ο Δίας, προστατευόμενος από την οργή του πατέρα του Κρόνου. Σύμφωνα με το μύθο, όταν η Ρέα γέννησε το Δία, τον έδωσε στη νύμφη Νέδα, θεότητα των νερών, για να τον προστατέψει από τον άνδρα της Κρόνο. Εκείνη, θήλασε το βρέφος μαζί με τις νύμφες Θεισόα και Αγνώ, το έλουσε και το έπλυνε στο κεφαλάρι στο Λύκαιο, που αργότερα έγινε το θρυλικό ποτάμι που πήρε το όνομά της. Επίσης, σύμφωνα με η μυθολογία, με τη Νέδα συνδέονται η Δήμητρα, η Περσεφόνη και ο Πλούτωνας. Ο Παυσανίας το 2ο αιώνα. μ.Χ. περιέγραψε το ναό της Δήμητρας στις όχθες της Νέδας, ενώ, όπως υποστήριζε, η Νέδα ήταν η πρώτη σε ‘’μαιάνδρισμούς’’ μετά τον Μαίανδρο ποταμό στη Μ. Ασία. Σε άλλο μύθο αναφέρεται, ότι, επειδή εκείνη την εποχή η περιοχή ήταν άνυδρη κι η Ρέα δεν έβρισκε νερό, χτύπησε με ένα ραβδί τη γη και έτσι δημιουργήθηκε το ποτάμι που ονομάστηκε Νέδα από τη νύμφη, ενός από τα δύο ελληνικά ποτάμια με γυναικείο όνομα (το άλλο ποτάμι είναι η Αραπίτσα στη Νάουσα). Σημαντικοί είναι και οι αρχαιολογικοί χώροι που υπάρχουν εκεί. Κοντά στις πηγές βρίσκεται ο Επικούρειος Απόλλων, δημιούργημα του Ικτίνου, που κατασκευάστηκε την ίδια εποχή με τον Παρθενώνα, καθώς και ο ναός του Πάνα.. Στην κορυφή του Λυκαίου όρους, λατρεύονταν ο Δίας, ενώ εκεί βρίσκεται και η Λυκόσουρα, την οποία ο Ησίοδος θεωρούσε την πρώτη πόλη της ανθρωπότητας. Την περιοχή κατοίκησαν οι Πελασγοί. Αναφέρεται ο βασιλιάς των Πελασγών ο Λυκάων, ως ο ιδρυτής της αρχαίας Λυκόσουρας, και ο πατέρας του Φίγαλου, ως ο ιδρυτής της αρχαίας Φιγαλείας. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις ήθελαν τους νέους του γειτονικού βασιλείου της Φιγαλείας να λούζονται στα νερά της Νέδας για ν’ αποκτήσουν δύναμη, ενώ η Ιστορία αναφέρει ότι οι Φιγαλιείς είχαν τέτοια δύναμη, ώστε έστειλαν καράβια στον Τρωικό πόλεμο. Στnν αρχαία Φιγαλεία υπήρχε ένας παραπόταμος της Νέδας που ονομαζόταν Λύμαξ, σημερινός Λύμακας. Το όνομα του παραπόταμου έρχεται από τη μυθολογία. Όταν οι νύμφες έκαναν τον καθαρμό στη Ρέα μετά από τη γέννηση του Δία, έριξαν εκεί τα λύματα του καθαρμού. Κοντά στο σημείο που ο Λύμακας ενώνεται με τη Νέδα υπήρχε τότε το ιερό τnς Ευρυνόμης, δυσπρόσιτο και πνιγμένο στα κυπαρίσσια. Το ιερό άνοιγε μόνο μία φορά το χρόνο και το άγαλμα της Ευρυνόμης ήταν ξύλινο, δεμένο με χρυσές αλυσίδες και παρίστανε γυμνή γυναίκα ως τη μέση που από τη μέση και κάτω είχε ουρά ψαριού, αφού n Ευρυνόμη ήταν κόρη του Ωκεανού.

Νέστος. Στις αρχαίες αναφορές ο ποταμός συναντάται με το όνομα Νέσσος και αργότερα, Μέστος. Ήταν γιος του Ωκεανού και της Τηθύος και σύμφωνα με το Στέφανο το Βυζάντιο (συγγραφέας που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα και συνέγραψε το σημαντικό γεωγραφικό λεξικό με τον τίτλο Εθνικά), πατέρας της Καλλιρρόης. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, ο Νέστος απηύθυνε χαιρετισμό στο φιλόσοφο Πυθαγόρα, όταν ο τελευταίος περνούσε μπροστά από το ποτάμι. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο Νέστος και ο Αχελώος αποτελούσαν τα όρια της περιοχή, μέσα στην οποία ζούσαν τα λιοντάρια στον ελληνικό χώρο. Στην κοιλάδα του Νέστου κατοικούσαν οι Δίοι, οι οποίοι, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν προφήτες σε διονυσιακό μαντείο της περιοχής. Νοτιότερα, από τα στενά μέχρι το πέλαγος και από τη δυτική όχθη του ποταμού μέχρι τον ποταμό Κόσινθο της Ξάνθης, κατοικούσαν οι Σαπαίοι, που λάτρευαν το θεό Διόνυσο και είχαν για πρωτεύουσα τους, την Τόπειρο. Από την κοιλάδα του Νέστου πέρασαν και άλλα θρακικά φύλα, όπως οι Βίστονες, οι Δόλογκοι, οι Κίκονες και οι Οδρύσες. Εξάλλου, με την κοιλάδα του Νέστου συνδέεται επίσης και η μυθική μορφή του μουσικού Ορφέα. Ο Ορφέας υπήρξε ο εισηγητής μιας νέας διάστασης των διονυσιακών μυστηρίων, που αναπτύχθηκε στην περιοχή του Νέστου και αργότερα σε όλη την υπόλοιπη αρχαία Ελλάδα. Αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν έξω από τα Κομνηνά, μαρτυρούν την ανάπτυξη της διονυσιακής λατρείας στην περιοχή, πιθανότατα στην ορφική της εκδοχή. Ωστόσο, ο Νέστος του Θουκυδίδη, του Ηροδότου, του Στράβωνα και του Παυσανία, έγινε Mestus για τους Ρωμαίους και Μέστος στους βυζαντινούς.

Πάμισος. Η ονομασία Πάμισος ανήκει σε προελληνικό γλωσσικό ιδίωμα και είναι ανερμήνευτη. Έχει μεταφερθεί και δοθεί ή από την κάθοδο των Πελασγών στη Μεσσηνία, γύρω στα 3000 π.Χ, από τη Θεσσαλία, όπου υπάρχει και εκεί Πάμισος ποταμός, παραπόταμος του Πηνειού ή από τη σταδιακή επαφή και ανάμειξη των ελληνικών φύλων με τους προέλληνες, οπότε και υιοθετήθηκαν από τους πρώτους, μαζί με άλλα πολιτισμικά αγαθά και διάφορες λέξεις τους, κυρίως ονόματα φυτών, βουνών (π.χ. Ιθώμη), τοπωνυμίων (π.χ. Οιχαλία) και ποταμών (π.χ. Πάμισος). Οι αρχαίοι φαντάζονταν τον Πάμισο σαν Ταύρο, που τα ρουθούνια του ήταν οι πηγές του απ' όπου ανάβλυζε το νερό του. Ο Παυσανίας αναφέρει τη λατρεία του ποτάμιου θεού Πάμισου ανάμεσα σε πολλές προδωρικές λατρείες του τόπου που με την κατάκτηση τους από τους Δωριείς είχαν παραμεληθεί, αλλά με τον καιρό επαναφέρθηκαν ή αναδιοργανώθηκαν από τους τότε ηγεμόνες τους. Οργανωτής της λατρείας του Πάμισου ήταν ο Συβότας που όρισε ετήσια γιορτή με θυσία για το θεό Πάμισο από τον εκάστοτε βασιλιά του τόπου. Η γιορτή και η θυσία αυτή φαίνεται πως γίνονταν στις πηγές του Πάμισου, κοντά στο σημερινό Άγιο Φλώρο. Πολύ κοντά σ' αυτές τις πηγές ανασκάφτηκε ο μικρός ναός του ποτάμιου θεού και η λατρεία του επιβεβαιώθηκε με επιγραφές. Υπάρχει μάλιστα μεταγενέστερο των ρωμαϊκών χρόνων βάθρο αναθήματος με την επιγραφή «Δέξιππος ευχήν επηκόω Παμίσω». Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι, στις πηγές του Πάμισου παιδιά τα οποία παρουσίαζαν δυσπλασία των ποδιών τους έβρισκαν γιατρειά: ο Πάμισος λατρευόταν ως θεός-θεραπευτής. Μία άλλωστε από τις πολλές πηγές του Αγίου Φλώρου έχει και σήμερα νερό χλιαρό και μπορεί στην αρχαιότητα να ήταν θερμή πηγή. Η αρχαιολογική έρευνα το 1933 γύρω από το ναό του Πάμισου βρήκε πλήθος αναθημάτων και η παλαιότητα της λατρείας μπορεί να σημαίνει πως μια τοπική λατρεία πήρε τη θέση ασκληπιείου, χώρου αφιερωμένου στο τοπικό θεό-θεραπευτή Πάμισο, όπως μεταγενέστερα, ο πανελλήνιος θεός-θεραπευτής Ασκληπιός. Δίπλα σ' αυτό το χτίσμα του δωρικού ναού, υπήρχε ‘’αποθέτης’’ προσφορών, όπου στην οπή του οι λάτρεις του θεού και οι ευεργετημένοι από αυτόν άφηναν τα τάματα τους μικρά μπρούτζινα και πήλινα αγαλματάκια θεών, ηρώων ,ταύρων, κατσικιών και μικρών παιδιών, που τα κάτω άκρα τους δείχνουν δυσπλασία. . Για τους αρχαίους σημασία είχε ότι τα τάματα φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στον Πάμισο, γιατί, φτωχοί καθώς ήταν, δεν είχαν ασήμι να τα «ασημώσουν», όπως γίνεται σήμερα από τους πιστούς. Το πιο συνηθισμένο τάμα για κάθε ευεργεσία του ποτάμιου θεού προς μια νεαρή ύπαρξη ήταν η αφιέρωση της κόμης του σ' αυτόν: τα παιδιά πρόσφεραν κατά κανόνα στον ποταμό την κόμη τους, όταν αίσια περνούσαν από την εφηβική ηλικία στην ανδρική.

Πηνειός Ηλείας. Ο Πηνειός ποταμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον πέμπτο άθλο του Ηρακλή, δηλαδή τον καθαρισμό των στάβλων του Αυγεία από την κόπρο. Κατά τη μυθολογία, ο Ηρακλής, αφού γκρέμισε το μαντρότοιχο των στάβλων, εξέτρεψε τα ποτάμια Πηνειό και Αλφειό και καθάρισε τους στάβλους. Ο μύθος έχει συμβολικό χαρακτήρα και συνδέεται κυρίως με την τότε κατασκευή υδραυλικών έργων στην περιοχή, την αποξήρανση ελωδών εκτάσεων και την απαλλαγή της καλλιεργήσιμης γης από τις πλημμύρες με τα νερά των ποταμών.

Πηνειός Θεσσαλίας. Ο Πηνειός ήταν ο πατέρας του βασιλιά των Λαπιθών (μυθολογικά όντα ίδιας καταγωγής με τους Κενταύρους), Υψέα. Επίσης, είναι ο ποτάμιος θεός της Θεσσαλίας, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Με τη Νύμφη Κρέουσα, γέννησε τον Υψέα και τη Στίλβη. Κόρες του Πηνειού ήταν και οι Νύμφες, Τρίκκη και Λάρισα, οι οποίες έδωσαν τα ονόματά τους στις ομώνυμες θεσσαλικές πόλεις. Μια άλλη κόρη του Πηνειού ήταν και η νύμφη Δάφνη την οποία ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας. Για να ξεφύγει από τον Απόλλωνα κατέφυγε στην κοιλάδα των Τεμπών, όπου παρακάλεσε τη Μητέρα Γη να τη βοηθήσει. Τότε, η Μητέρα Γη τη μεταμόρφωσε στο φυτό δάφνη. Ο Απόλλωνας πάντρεψε την αγαπημένη του Πίνδου, με ένα όμορφο παλικάρι το Λίγκο (Χάσια). Τα δύο σημερινά βουνά, Χάσια και Πίνδος, ήταν ευτυχισμένα, όμως οι θεοί ζήλεψαν την ευτυχία τους και τα χώρισαν, από τα δάκρυά τους δημιουργήθηκε ο Πηνειός. Ο Όμηρος αποκαλεί τον Πηνειό ‘’αργυροδίνη’’ από τις πολλές δίνες, που σχηματίζουν τα καθαρά σαν ασημένια νερά του στην πορεία τους. Στο Μεσαίωνα, ο Πηνειός αποκαλείται Σαλαβρίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρωτεργάτης, εκείνος που άνοιξε τα Τέμπη με προσωπικό μόχθο του, κατασκευάζοντας μια διώρυγα, απ’ όπου και χύθηκαν τα νερά της τεράστιας λίμνης που κάλυπτε το θεσσαλικό κάμπο, ήταν ο θεός Ποσειδών. Γι’ αυτό το λόγο και η λατρεία του Ποσειδώνος, ήταν, σε όλη τη Θεσσαλία, πολύ διαδεδομένη και είχαν καθιερωθεί προς τιμή του διάφοροι εορτασμοί.

Στρυμόνας. Στη Britannica Encyclopedia, αναφέρεται ότι το όνομα του ποταμού έχει θρακική ρίζα και προέρχεται από τη λέξη «sru» που σημαίνει ρέμα, αντίστοιχη με την αγγλική λέξη «stream», τη λέξη «sruaimm» που σημαίνει ποταμός στην αρχαία ιρλανδική γλώσσα, την λιθουανική λέξη «straumuoe» που σημαίνει γρήγορο ρέμα, την ελληνική «ρεύμα» που αποδίδει το ρέμα, την αλβανική «rrymë» που σημαίνει κύλισμα νερού, shri rain. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία το προηγούμενο όνομα του ποταμού ήταν Παλαιστίνος, από το όνομα του μυθικού βασιλιά της Θράκης Παλαιστίνου που πνίγηκε στον ποταμό που λεγόταν μέχρι τότε το όνομα Κόρναζος. Επίσης λέγεται, ότι ο Στρυμόνας ήταν βασιλιάς της Θράκης και γιος του Άρη. Όταν ο γιος του Ρήσος (μητέρα του ήταν η μούσα Ευτέρπη) σκοτώθηκε μπροστά στα τείχη της Τροίας, ο Στρυμόνας έπεσε στο ποτάμι που μέχρι τότε ονομαζόταν Παλαιστίνος και από τότε μετονομάστηκε σε Στρυμόνα. Ο Ηρακλής στο 13ο άθλο, διατάχθηκε από τον Ευρυσθέα να οδηγήσει από την Ερυθεία, ένα απομονωμένο νησί στον Ωκεανό, τις αγελάδες του βασιλιά Γηρυόνη, γιου του Χρυσάορα και της Καλλιρρόης στις Μυκήνες. Μετά, από μακρά και περιπετειώδη πορεία στις χώρες της Μεσογείου, και αφού μονομάχησε με το Γηρυόνη, στις ακτές του ποταμού Ανθεμούντα, έφτασε στις Ιωνικές ακτές της Ελλάδας, όπου μια βοϊδόμυγα, σταλμένη από την Ήρα, τρέλανε το κοπάδι και το έκανε να διασκορπιστεί στα βουνά της Θράκης. Ο Ηρακλής κατηγόρησε τον Στρυμόνα, ότι δυσκόλεψε το έργο του να συγκεντρώσει τις αγελάδες. Έτσι, γέμισε το ποτάμι με πέτρες, και από τότε ο ποταμός έπαψε να είναι πλωτός. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, ο Ηρακλής δεν μπορούσε να διασχίσει τον ποταμό επειδή δεν υπήρχε πέρασμα. Έριξε λοιπόν τεράστιους βράχους εμποδίζοντας έτσι τα τότε πλοία να τον διαπλέουν. Σε ιδιωτική συλλογή στην Kopenhagen υπάρχει μελανόμορφος αμφορέας του 480/470 π.Χ., όπου φαίνεται ο Ηρακλής να βρίσκεται στον κήπο των Εσπερίδων μαζί με τους ποτάμιους θεούς Ωκεανό, Στρυμόνα, Νείλο. Η παράσταση δείχνει προφανώς τον πλούτο της τότε περιοχής.

ΠΗΓΗ: http://envifriends.blogspot.gr

ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το ναυάγιο του Βρεττανικού και η Ελληνίδα που το φωτογράφισε στα άδυτα

Καθελκύστηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1914.
Ένα από τα μεγαλύτερα υπερωκεάνια της γραμμής του Βορείου Ατλαντικού στις αρχές του 20ου αιώνα, θα μπορούσε να θεωρηθεί πολεμικό ναυάγιο, όμως τα γεγονότα, το ότι βυθίστηκε σε ελληνικά νερά και η σημασία της κατασκευής του, του δίνουν μια θέση μεταξύ των ιστορικά σημαντικών ναυαγίων.
Image

Ο “Βρετανικός” ήταν το “μεγάλο αδελφάκι” του “Τιτανικού”, κατασκευασμένο και αυτό, σε ναυπηγείο του Μπέλφαστ, για την Γουάιτ Σταρ Λάινς, το 1914 -1915. Η εταιρία μάλλον σκόπευε να ονομάσει το πλοίο “Γιγαντικό” αλλά μετά την τραγωδία του “Τιτανικού” προτίμησε κάτι σεμνότερο. Ο “Βρετανικός” επρόκειτο να νηολογηθεί στη γραμμή Νέα Υόρκη – Σάουθάμπτον, αλλά τον πρόλαβε ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος. Το πλοίο επιτάχθηκε από το βρετανικό ναυτικό και, από τις 13 Νοεμβρίου 1915 ανέλαβε καθήκοντα πλωτού νοσοκομείου.


Άρχισε τη δράση του στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου και της Μέσης Ανατολής, από όπου παραλάμβανε και μετέφερε ασθενείς στη Μεγάλη Βρετανία. Κατόρθωσε ασφαλώς πέντε ταξίδια, πριν το μοιραίο έκτο.

Ο “Βρετανικός” έφυγε από το Σάουθάμπτον για το μοιραίο έκτο ταξίδι στις 12 Νοεμβρίου του 1916, με προορισμό τη Λήμνο. Στις 17 του μηνός ανεφοδιάστηκε στη Νάπολη και κατόπιν, εκμεταλλευόμενο μια παύση της κακοκαιρίας, πέρασε σε ελληνικά νερά. Στις 21 Νοεμβρίου, περί την ογδόη πρωινή, στην περιοχή μεταξύ Σουνίου και Κέας, οι επιβαίνοντες αισθάνθηκαν το πλοίο να χτυπά κάπου – ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος αλλά θεώρησαν ότι μάλλον επρόκειτο για κάποια μικρή βάρκα.


Η αυτοψία έδειξε ότι τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Τα τέσσερα πρώτα στεγανά και το λεβητοστάσιο είχαν γεμίσει με νερό μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ενώ ο καπετάνιος έδινε εντολή να εγκαταλειφθεί το πλοίο, το νερό ανέβαινε ταχύτατα, βρίσκοντας ανοιχτό δρόμο, λόγω τυης μετασκευής του πλοίου και των αναγκών νενός νοσοκομειακού. Ο “Βρετανικός”, που μπορούσε να επιπλέει και με τα έξη στεγανά γεμάτα νερό, γρήγορα άρχισε να βουλιάζει, μόλις τρία μίλια ανοικτά της Κέας. Στις 8.35 δόθηκε η εντολή για την εκκένωση, αλλά ήδη κάποιοι είχαν βιαστεί να εγκαταλείψουν το πλοίο.

Η πρώτη δύναμη διάσωσης των περισσοτέρων των χιλίων ναυαγών, ήταν οι ψαράδες της Κέας, που έφτασαν επιτόπου με τα καϊκια τους και συνέλεξαν εκατοντάδες ανθρώπους από τα παγωμένα νερά. Το βρετανικό πολεμικό “Ηρωικός” μάζεψε περί τους 500 ενώ 150 κατόρθωσαν να κολυμπήσουν μέχρι την ακτή.

Τους τραυματίες ανέλαβαν οι γιατροί κι οι νοσοκόμες του πλοίου, μέχρι να μεταφερθούν στον Πειραιά. Διεσώθησαν 1.036 άνθρωποι. Χάθηκαν 30 ζωές. Τα νούμερα θα ήταν πολύ διαφορετικά αν το πλοίο δεν πήγαινε προς τη Λήμνο για να παραλάβει, αλλά επέστρεφε, γεμάτο τραυματίες.

Το “κουφάρι” του Βρετανικού ανακάλυψε κι εξερεύνησε η ομάδα του Ζακ Υβ Κουστώ το 1975. Από τον τρόπο που έχει ανοίξει το πλοίο, πιστεύεται ότι επλήγη από μία και μόνη γερμανική νάρκη.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ


Η Ελληνίδα που φωτογράφισε το ναυάγιο του Βρεττανικού

Μια αμιγώς ελληνική καταδυτική αποστολή, με την άδεια και υπό την εποπτεία της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων Πολιτισμού και Αθλητισμού και την υλικοτεχνική υποστήριξη του καταδυτικού κέντρου Planet Blue του Κώστα Θωκταρίδη έφερε από βάθος 120 σχεδόν μέτρων εικόνες από ένα μοναδικό ναυάγιο που αναπαύεται στην αγκαλιά του Αιγαίου εδώ και 100 σχεδόν χρόνια. Η «Ελληνίδα της Αβύσσου», Λένα Τσοπουροπούλου κατέγραψε με τη φωτογραφική της μηχανή εικόνες μοναδικής καθαρότητας και ευκρίνειας, οι οποίες απαθανατίζουν ένα θηριώδες πλοίο μήκους σχεδόν 260 μέτρων.



Το στενό ανάμεσα στη Μακρόνησο και την Κέα, λίγα μόλις ναυτικά μίλια από το Ναό του Ποσειδώνα στο νότιο άκρο της Αττικής, είναι ένα από τα πιο πολυσύχναστα θαλάσσια περάσματα εδώ και σχεδόν 2.500 χρόνια ναυσιπλοΐας. Δεν είναι όμως πολλοί εκείνοι που γνωρίζουν ένα μυστικό που κρύβει ο βυθός: Ο «Βρετανικός», αδελφό πλοίο του θρυλικού «Τιτανικού», αναπαύεται από τις 21 Νοεμβρίου 1916 στα βαθυγάλανα νερά του Αιγαίου, σε σχεδόν άριστη κατάσταση.


«Ο Βρετανικός είναι ένα σημαντικό ναυάγιο με μεγάλη ιστορία» αναφέρει στον «ΤτΚ» η κ. Τσοπουροπούλου και συμπληρώνει: «Η κατάδυση στο ναυάγιο αυτό είναι μοναδική εμπειρία, το μέγεθος του πλοίου σε αφήνει άναυδο και όταν καταδύθηκα, απλά το κοιτούσα που χανόταν στο μπλε. Χρειάστηκα λίγη ώρα μέχρι να ξεκινήσω να φωτογραφίζω».



Οι καταδύσεις σε βάθος 120 μέτρων απαιτούν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και συντονισμού, ενώ η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, η οποία έδωσε τη σχετική άδεια στην καταδυτική αποστολή, όπως απαιτείται σε κάθε παρόμοια περίπτωση κατάδυσης σε ναυάγιο ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας, είχε την καταδυόμενη υπάλληλο κ. Αθηνά Πατσούρου παρούσα σε όλες τις φάσεις της αποστολής.

Η κ. Τσοπουροπούλου αναφέρθηκε επίσης στις τεχνικές δυσκολίες που παρουσίασε το εγχείρημα της φωτογραφικής απεικόνισης του ναυαγίου: «Οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα απαιτητικές, τόσο από τεχνικής άποψης, όσο και για την άρτια φωτογράφησή του. Είναι μεγάλη πρόκληση να μπορέσεις να αποτυπώσεις φωτογραφικά ένα τέτοιο ναυάγιο και να μπορέσεις να δώσεις μια συνολική εικόνα του πλοίου», εξηγεί στον «ΤτΚ».

Η «ταυτότητα» του Βρετανικού
Ο «Βρετανικός» ήταν ένα από τα τρία σχεδόν όμοια υπερωκεάνια της πλοιοκτήτριας εταιρείας “WhiteStar”, με τον «Τιτανικό» που βυθίστηκε το 1912 και τον… «Ολυμπιακό», το «Olympic», ο οποίος πωλήθηκε για παλιοσίδερα τη δεκαετία του 1920 να είναι συνώνυμα της πολυτέλειας των υπερατλαντικών πλόων στις αρχές του 20ου αιώνα.
Καθελκύστηκε το Φεβρουάριο του 1914
Επιτάχθηκε το Δεκέμβριο του 1915
Βυθίστηκε το Νοέμβριο του 1916
Εγγεγραμμένο μήκος: 259,80 μέτρα
Κόροι ολικής χωρητικότητας: 48.158
Υπηρεσιακή ταχύτητα: 21 κόμβοι



Της Αγγελικής Σίμωσι, Προϊσταμένης της ΕΕΑ

"Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων είναι μοναδική Υπηρεσία με κάθε έννοια της λέξεως.
Η μοναδικότητα της έγκειται τόσο στην ιδιαιτερότητα του αντικειμένου της, που αφορά στην Προστασία και Ανάδειξη της Ενάλιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όσο και στο γεγονός ότι δεν υπάρχει άλλη Υπηρεσία τέτοιου είδους στη Χώρα μας.
Ιδρύθηκε το 1976 και στα 37 χρόνια δραστηριότητας της έδωσε και δίνει ένα δυναμικό παρόν στο χώρο της υποβρύχιας αρχαιολογικής έρευνας.
Με ολιγάριθμο αλλά έμπειρο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, με μόνο τα εντελώς απαραίτητα τεχνολογικά μέσα στην διάθεση μας, με ελάχιστη χρηματοδότηση, κατορθώσαμε να εξερευνήσουμε ένα μεγάλο μέρος των Ελληνικών θαλασσών, εντοπίζοντας βυθισμένους αρχαίους οικισμούς, λιμενικές εγκαταστάσεις, ναυάγια.
Μεγάλο επίτευγμα της Εφορείας μας θεωρείται η εξερεύνηση των βαθέων υδάτων σε συνεργασία με ελληνικά και ξένα Ινστιτούτα, όπως το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) και το Wood’s Hole της Μασαχουσέτης.
Με βάση την κείμενη νομοθεσία ναυάγια πλοίων και αεροσκαφών, τα οποία ναυάγησαν ή κατέπεσαν πενήντα χρόνια από σήμερα, προστατεύονται από την ΕΕΑ. Στο πλαίσιο αυτό εποπτεύσαμε έρευνες και άρχισε να εμπλουτίζεται το αρχείο μας με εποπτικό υλικό, από σύγχρονα ναυάγια. Ως παραδείγματα αναφέρονται τα ναυάγια του Βρετανικού και του Βurdigala στα ανοικτά της νήσου Κέας, των ναυαγίων Helmstedt και Parana που έχουν βυθιστεί στα νερά της νοτίου Ευβοίας, όπως και του ισπανοτουρκικού ατμόπλοιου Ταγκαναροκ, που βομβαρδίστηκε το 1943 στο λιμάνι του Πυθαγορείου Σάμου".

ΠΗΓΕΣ: 
http://www.onalert.gr/
http://pierrekosmidis.blogspot.gr/

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Αμαλία Κουτσούρη-Φλέμινγκ, Ελληνίδα ιατρός και βουλευτής

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1986.
Ανέπτυξε δραστηριότητα για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα δικαιώματα των γυναικών και την ειρήνη: Διεθνής Αμνηστία (πρώτη πρόεδρος του ελληνικού τμήματος), Δημοκρατική Μέριμνα, Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Επιτροπή για τον Επαναπατρισμό των Πολιτικών Προσφύγων, Επιτροπή για την απελευθέρωση του Τουρκικού λαού και τη Δημοκρατία.

Η Αμαλία Κουτσούρη-Φλέμινγκ ήταν Ελληνίδα ιατρός και βουλευτής. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 28 Ιουνίου του 1912 και ήταν κόρη του γνωστού δερματολόγου της Πόλης Χαρίλαου Κουτσούρη. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ, και συνέχισε τις σπουδές της στο Παρίσι (όπου και εργάσθηκε στο Νοσοκομείο Necker), και στο Λονδίνο. Στη διάρκεια της κατοχής συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου πήγε το 1945 στο Λονδίνο όπου εργάστηκε στο Wright Fleming Institute δίπλα στον Νομπελίστα μικροβιολόγο Αλεξάντερ Φλέμινγκ βλ. Βιογραφία Αλεξάντερ Φλέμινγκ ΕΔΩ) μέχρι το 1949, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα για να αναλάβει τη διεύθυνση του Ευαγγελισμού. Το 1953 παντρεύτηκε με τον Φλέμινγκ αλλά ο γάμος τους κράτησε μόνο δύο χρόνια καθώς ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ πέθανε το 1955. Αν και δεν τον χρησιμοποιούσε, είχε τον τίτλο της Λαίδης, καθώς ο Φλέμινγκ ήταν Ιππότης (Σερ).
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και συνελήφθη τον Αύγουστο του 1971, με την κατηγορία ότι σχεδίαζε την απόδραση του Αλέκου Παναγούλη. Ύστερα από ανάκριση εικοσιπέντε ημερών, στη διάρκεια της οποίας βασανίστηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών. Η δικτατορία όμως φοβούμενη τον αντίκτυπο που θα είχε στη διεθνή κοινότητα η φυλάκιση της Αμαλίας Φλέμινγκ την άφησε ελεύθερη και την απέλασε, ενώ της αφαίρεσε και την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στο Λονδίνο από όπου ξαναγύρισε μετά την πτώση της δικτατορίας. Κατέθεσε ως μάρτυρας στη δίκη των βασανιστών της ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη χρήση παραισθησιογόνων και άλλων ουσιών κατά τη διάρκεια ανακρίσεων στην περίοδο της χούντας. Εξελέγη βουλευτής Επικρατείας το 1977 και βουλευτής Α' Αθηνών το 1981 και το 1985 με το ΠΑΣΟΚ. Δε δίστασε όμως να διαφωνήσει δημόσια με τον Ανδρέα Παπανδρέου (βλ. Βιογραφία Ανδρέα Παπανδρέου ΕΔΩ) για τις διαγραφές στελεχών της Δημοκρατικής Άμυνας και του ΠΑΚ από το ΠΑΣΟΚ. Επίσης διετέλεσε αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Πέθανε στις 26 Φεβρουαρίου του 1986, χωρίς να προλάβει να δει τη δημιουργία του Ιδρύματος Βασικής Βιοϊατρικής Έρευνας Αλέξανδρος Φλέμινγκ, το οποίο ιδρύθηκε χρόνια αργότερα στη Βάρη και σήμερα θεωρείται ως ένα από τα πληρέστερα του είδους του στον κόσμο.
Η Αμαλία Φλέμινγκ υπήρξε και Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων (ΣΕΕ) και το 1965 τιμήθηκε με το παράσημο Ευποιίας.

Παράλληλα, ανέπτυξε δραστηριότητα για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα δικαιώματα των γυναικών και την ειρήνη: Διεθνής Αμνηστία (πρώτη πρόεδρος του ελληνικού τμήματος), Δημοκρατική Μέριμνα, Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Επιτροπή για τον Επαναπατρισμό των Πολιτικών Προσφύγων, Επιτροπή για την απελευθέρωση του Τουρκικού λαού και τη Δημοκρατία.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα

Απεβίωσε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1883.
Το 1864 έγινε απόπειρα δολοφονίας του στην οδό Σταδίου στην είσοδο της Συνέλευσης. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε το Κουμουνδουρικό κόμμα και τον ίδιο χρόνο έγινε πρωθυπουργός. Από το 1865 έως τον θάνατο του, ορκίστηκε 10 φορές πρωθυπουργός.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815 - 26 Φεβρουαρίου 1883) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς του 19ου αιώνα, οπότε και διετέλεσε δέκα φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας για συνολικό διάστημα 7,5 σχεδόν ετών.

Βιογραφία

Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στον Κάμπο του Δήμου Αβίας, της επαρχίας Οιτύλου, στην Έξω Μάνη και καταγόταν από ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του αγωνιστή Γαλάνη Κουμουνδουράκη, γόνου μεγάλης Μανιάτικης οικογένειας, στρατηγού και έπαρχου Πύργου. Παιδί σχεδόν είχε κινδυνέψει να αιχμαλωτιστεί από τους Τουρκοαιγυπτίους του Ιμπραήμ.

Φοίτησε στο γυμνάσιο Ναυπλίου και σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άσκησε τη δικηγορία για ένα μικρό διάστημα στην Καλαμάτα. Το 1841 έσπευσε να πολεμήσει στην τότε επαναστατημένη Κρήτη διορισθείς από την Κεντρική Επιτροπή των Κρητών, που έδρευε στην Αθήνα και κατάρτιζε επαναστατικά σώματα, αρχηγός του σώματος Λακώνων, αποτελούμενου από άλλους νέους φοιτητές και επιστήμονες. Μάλιστα στην μάχη του Αποκορώνου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους. Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκείνης, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, ανέλαβε γραμματέας του Θεόδωρου Γρίβα και επί πρωθυπουργίας Ι. Κωλέττη, (1847), διορίσθηκε αντεισαγγελέας στην Καλαμάτα, θέση που διατήρησε για τρία χρόνια όπου παραιτήθηκε για να πολιτευτεί.

Η εκλογή του ως βουλευτή
Έτσι το 1850 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσσηνίας, (τότε Μεσσήνης). Από τότε εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής, 4 φορές επί Όθωνα (1850-1860) και επί Βασιλέως Γεωργίου Α΄ συνεχώς μέχρι τον θάνατό του, με μια μικρή μόλις 14μηνη διακοπή (1868-1869). Από την αρχή της πολιτικής του δράσης διακρίθηκε για τη ρητορεία του κυρίως ως μετριοπαθής. Οι δε πολιτικές του αγορεύσεις, ιδίως περί την οικονομία και τη διοίκηση του κράτους, του καθιέρωσαν σχετική φήμη. Όταν το τότε λεγόμενο Υπουργείο (Κυβέρνηση) Κατοχής του Μαυροκορδάτου αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (1855), ο Κουμουνδούρος ανέλαβε επί κυβερνήσεως Βούλγαρη το Υπουργείο Οικονομικών (2 Ιουλίου 1856). Στη μετέπειτα κυβέρνηση του Μιαούλη (13 Νοεμβρίου του 1857) ο Κουμουνδούρος συνέχισε ως υπουργός των Οικονομικών και στην κυβέρνηση Βούλγαρη τα υπουργεία κατά σειρά Δικαιοσύνης (1862), Παιδείας και Εκκλησιαστικών (1864) και Εσωτερικών (1864-1865,1877) ενώ χρημάτισε και δύο φορές πρόεδρος της Βουλής (1855).

Απόπειρα δολοφονίας
Το 1864 έγινε απόπειρα δολοφονίας του στην οδό Σταδίου στην είσοδο της Συνέλευσης. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε το Κουμουνδουρικό κόμμα και τον ίδιο χρόνο έγινε πρωθυπουργός. Από το 1865 έως τον θάνατο του, ορκίστηκε 10 φορές πρωθυπουργός.

Ως υπουργός και πρωθυπουργός
Ως υπουργός και πρωθυπουργός κατάφερε να εξασφαλίσει στο ακέραιο τα συμφέροντα της Ελλάδας, χάρη στη μετριοπάθειά του, την ευθύτητα του, την ψυχραιμία του και την εξαιρετική του τόλμη. Το 1866 είχε τεθεί το Κρητικό ζήτημα, το οποίο όμως κατάφερε να το ξεπεράσει με επιτυχία αφού δεν υποτάχθηκε στις απαιτήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων που ήθελαν η Ελλάδα να παρασυρθεί σε πόλεμο με την Τουρκία, γιατί πίστευε ότι μια φιλοπόλεμη πολιτική δεν θα ωφελούσε σε τίποτα την Ελλάδα, από την στιγμή που δεν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα για πόλεμο. Επίσης όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, επιτυχία της διακυβέρνησής του θεωρείται η ειρηνική προσάρτηση της Θεσσαλίας και της νοτίου Ηπείρου (Άρτα) αφού πρώτα δεν δίστασε να απειλήσει την Τουρκία με επίθεση 40.000 Ελλήνων στρατιωτών στην Θεσσαλία.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος φρόντισε για την διευθέτηση πολλών εσωτερικών προβλημάτων. Φρόντισε με νόμους τη ρύθμιση της φορολογίας ενώ με τα κατάλληλα μέτρα κατάφερε να περιορίσει την ληστεία, (νόμος ΤΟΔ΄ 1871, «Περί ληστείας», καθώς ήταν η εποχή που είχε συμβεί η σφαγή στο Δήλεσι, καθώς και η απαγωγή του πολιτικού και μετέπειτα πρωθυπουργού Σωτήριου Σωτηρόπουλου από τον Λήσταρχο Λαφαζάνη στα Φιλιατρά Μεσσηνίας.
Σημαντικός ήταν και ο νόμος ΦΠΣΤ΄, «περί ευθύνης υπουργών», με τον οποίο αμέσως παραπέμφθηκαν σε ειδικό δικαστήριο όλοι οι συνεργάτες του υπουργείου του Δημητρίου Βούλγαρη (1877) με την κατηγορία της πλαστογραφίας και της αντιποίησης αρχής. Επίσης μερικά από τα σημαντικά μέτρα που έλαβε ήταν η ανακατανομή 2.650.000 στρεμμάτων γης καθώς και η αμνηστία που έδωσε σε 100 ληστές με σκοπό να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Το τέλος και οι επίγονοι
Απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 68 ετών. Είχε αποκτήσει 3 παιδιά τους: Κωνσταντίνο, υποστράτηγο βουλευτή και Πρόεδρο της Βουλής, Σπυρίδωνα, βουλευτή, υπουργό Ναυτικών, και Όλγα, παντρεμένη με τον εφοπλιστή Εμπειρίκο. Εγγονός του ήταν ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος - Κουμουνδούρος. Διέθετε μεγάλες εκτάσεις στην Αττική και συγκεκριμένα στη λίμνη Κουμουνδούρου αλλά και μια έπαυλη στην Τροιζήνα, όπου φιλοξενήθηκαν οι βασιλείς Γεώργιος Α' και Όλγα καθώς και πολλοί άλλοι. Η έπαυλη βρίσκεται σε ένα τεράστιο κτήμα που φτάνει ως τον Άγιο Παντελεήμονα και τη Μονή Αγίου Δημητρίου, σήμερα δε βρίσκεται στην κατοχή του Γιώργου Στ. Κλάδου. Στις δόξες της, η έπαυλη είχε πιάνα κι άλλα αριστοκρατικά αντικείμενα. Το 1884 ο Δήμος Αθηναίων τον τίμησε δίνοντας το όνομα του σε πλατεία της πρωτεύουσας.

Επίσης ανιψιά του ήταν η Αικατερίνη Μυσιρλή, μητέρα του Αλέξανδρου Κορυζή.

ΠΗΓΗ: http://el.wikipedia.org/

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Βίκτωρ Ουγκώ, Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1802.
Υπήρξε από τους πλέον όψιμους Ευρωπαίους διανοούμενους που έλαβαν φιλελληνική στάση. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Κρητικό ζήτημα και για την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα, κατηγορώντας τον Έλγιν για αυτή του την πράξη, στη βάση της αντίληψής του ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού δεν πρέπει να γίνεται κτήμα ενός άλλου.
Victor hugo.jpg

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (γαλλικά: Victor Marie Vicomte Hugo) (26 Φεβρουαρίου 1802 – 22 Μαΐου 1885) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός, ο πλέον σημαντικός και προβεβλημένος εκπρόσωπος του κινήματος του γαλλικού ρομαντισμού.

Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του αντιλήφθηκε το λογοτεχνικό του ταλέντο και ξεκίνησε τις μεταφράσεις έργων από τα λατινικά καθώς και δικές του πρωτότυπες ποιητικές εργασίες. Η αξία του αναγνωρίστηκε σύντομα μέσα στο γαλλικό ακαδημαϊκό κύκλο αλλά και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την πολιτική μεταλλασσόμενος βαθμιαία από φιλομοναρχικό συντηρητικό σε ριζοσπάστη δημοκρατικό. Την τελευταία περίοδο της ζωής του γνώρισε τη λατρεία του γαλλικού έθνους, ταυτιζόμενος με την ίδια τη Γαλλία, όπως ο ίδιος έλεγε στο ποίημά του Lettre à une femme (Γράμμα σε μία γυναίκα): "Je ne sais plus mon nom, je m'appelle Patrie!" (Δε γνωρίζω πλέον το όνομά μου, ονομάζομαι Πατρίς). Προ πάντων, όμως, ήταν ο ποιητής του νέου κόσμου, ο προφητικός, παραισθησιακός φιλόσοφος και μυθοπλάστης μιας ριζικά νέας εποχής.

Η ζωή του
Ο Βίκτωρ Ουγκώ σε παιδική ηλικία
Παιδική ηλικία και νεότητα
Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802 στην πόλη Μπεζανσόν του Νομού Φρανς-Κοντέ (Franche-Comté) της ανατολικής Γαλλίας και ήταν ο νεότερος γιος του Ιωσήφ Ουγκώ και της Σοφί Τρεμπισέ. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός (έγινε στρατηγός της Αυτοκρατορίας το 1809) του Ναπολέοντα και ιδεολογικά τοποθετημένος στους δημοκρατικούς ενώ θρησκευτικά δήλωνε αθεϊστής. Στο άλλο άκρο η μητέρα του, προερχόμενη από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, ήταν φιλομοναρχική και ευσεβής ρωμαιοκαθολική.

Ως αποτέλεσμα της ασυμφωνίας πεποιθήσεων του ζεύγους Ουγκώ ήρθε το 1803 ο σύντομος χωρισμός του και η μετακίνηση της Σοφί και των παιδιών στο Παρίσι. Το 1807 η οικογένεια επανενώθηκε για δύο χρόνια με την απόφαση της Σοφί να μεταβεί στην Ιταλία, όπου ο σύζυγός της υπηρετούσε ως κυβερνήτης επαρχίας. Το 1809 φεύγουν πάλι και παραμένουν για δύο χρόνια στην κωμόπολη Φεγιαντίν (Feuillantines). Όμως η πτώση του Ναπολέοντα στέρησε την οικογένεια Ουγκώ από την άνετη και πλούσια ζωή. Ο πατέρας, που είχε φτάσει τον βαθμό του κόμητος, τέθηκε υπό περιορισμό στο Μπλουά και του περιόρισαν το εισόδημα μόλις σε 40 λίρες το χρόνο. Η οριστική διάσταση των γονιών του Βίκτωρα φτάνει το 1813, οπότε και εγκαθίστανται με τη μητέρα του οριστικά στο Παρίσι, όπου μόλις που τα έβγαζαν πέρα με τα λίγα χρήματα που είχαν. Ο Βίκτωρ Ουγκώ διέμεινε από το 1815 έως το 1818 στο οικοτροφείο Pension Cordier ενώ παρακολουθούσε μαθήματα στο περίφημο Κολλέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου (Collège Louis-le Grand).
Ο στρατηγός Ιωσήφ Λεοπόλδος Σιγισβέρτος Ουγκώ
Από πολύ νωρίς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα και να μεταφράζει κλασσικούς Λατίνους ποιητές όπως ο Βιργίλιος. Η πρώιμη φιλοδοξία του τον έσπρωξε να γράψει σε ηλικία μόλις 14 ετών σε μία εφημερίδα της εποχής: "Je veux être Chateaubriand ou rien" (Επιθυμώ να γίνω ή Σατωβριάνδος ή τίποτα). Στα 1817 βραβεύτηκε από τη Γαλλική Ακαδημία για κάποιο ποίημά του και το 1819 βραβεύτηκε από τα Ανθεστήρια της Τουλούζης (Académie des Jeux floraux de Toulouse). Ο Σατωβριάνδος αποκάλεσε τον Ουγκώ "εξαιρετική φυσιογνωμία", προφητεύοντας έτσι το μεγάλο μέλλον του νεαρού συγγραφέα. Αυτά τα γεγονότα έπεισαν τον πατέρα του να τον αφήσει να αφιερωθεί στη λογοτεχνία παρά τα σχέδιά του να φοιτήσει ο γιος του στην Πολυτεχνική Σχολή. Λίγο καιρό αργότερα θα εγκαταλείψει και τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Άλλωστε τα βραβεία ποιήσεως που κέρδισε, του έδωσαν θάρρος να συνεχίσει.

Αν και επί ένα έτος ήταν αναγκασμένος να μένει σε μία σοφίτα επί της οδού Ντι Ντραγκόν, παρέα με ποντίκια, έγραφε ωστόσο με μεγάλη επιμέλεια, επιμονή και αυτοπεποίθηση, αρετές που δεν του έλειψαν ποτέ στη ζωή του.

Ο Ουγκώ σε νεαρή ηλικία
Πρώιμη ποιητική και πεζογραφία
Το 1819 ιδρύει μαζί με τους αδερφούς του το περιοδικό Conservateur Littéraire όπου υποστηρίζει τις θέσεις του Σατωβριάνδου (François René Chateaubriand). Στις 27 Ιουνίου 1821 πεθαίνει η μητέρα του και ένα μήνα, περίπου, αργότερα στις 20 Ιουλίου ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται. Το 1822, δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή Nouvelles Odes et Poésies Diverses, η οποία προσήλκυσε την προσοχή και την εύνοια του βασιλές, κι έτσι έλαβε μία βασιλική επιχορήγηση από τον Λουδοβίκο. Την ίδια εποχή συνεργάζεται με το περιοδικό Muse Française και συχνάζει στο λογοτεχνικό σαλόνι του Καρόλου Νοντιέ (Charles Nodier), όπου συναναστρέφεται με τον Αλφρέ Ντε Βινύ (Alfred de Vigny) και το Λαμαρτίνο (Lamartine). Με γεμάτο τώρα το βαλάντιο, ήταν σε θέση να επιχειρήσει κάτι που πάντα σκεπτόταν, αλλά ποτέ δεν είχε τολμήσει: τον γάμο.

Η μούσα και ερωμένη του Ουγκώ, Ζυλιέτ Ντρουέ
Στις 20 Οκτωβρίου 1822 ο Ουγκώ παντρεύεται την Αντέλ Φουσέ (Adèle Foucher), που την ήθελε από καιρό. Ένας γάμος, που όπως και αυτός των γονιών του, χαρακτηρίζεται από δυσαρμονία μεταξύ των συζύγων και οδηγεί τον συγγραφέα σε μία μακροχρόνια σχέση με τη μούσα και ερωμένη του ηθοποιό Ζυλιέτ Ντρουέ (Juliette Drouet) μέχρι το θάνατό της το 1882. Πλην αυτού, όμως, ο γάμος του υποκρύπτει και μία τραγωδία, μιας και ο μικρότερος αδερφός του Ευγένιος, όντας κρυφά ερωτευμένος με την Αντέλ, χάνει τα λογικά του την ημέρα του γάμου και παραμένει μέχρι το τέλος της ζωής του σε ίδρυμα.

Το 1823 κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το μυθιστόρημα Χαν της Ισλανδίας (Han d'Islande), το οποίο κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο σε τέσσερις μικρούς τόμους. Η συγγραφική του σταδιοδρομία τώρα είχε αρχίσει επισήμως. Η ποίηση της εποχής εκείνης ήταν έντονα ρομαντική, αλλά ρηχή και επιτηδευμένη. Ο Ουγκώ εγκατέλειψε τον παλιό αυτό ποιητικό τύπο και με το δροσερό λυρισμό του, εγκαινίασε μία νέα ποιητική τέχνη.

Η ποιητική συλλογή, που τον καθιερώνει εκδίδεται στα 1826 και είναι οι Ωδές και Μπαλάντες (Odes et Ballades), με την οποία αναγνωρίζεται σαν αξιόλογος λυρικός ποιητής και τεχνίτης του στίχου. Ακολουθεί τον ίδιο χρόνο το μυθιστόρημα Μπυγκ Ζαργκάλ (Bug-Jargal) και το 1827 το θεατρικό έργο Κρόμγουελ (Cromwell).
Η σύζυγος του Ουγκώ, Αντέλ
Ο Κρόμγουελ είναι το έργο που του εξασφάλισε τον τίτλο του επαναστάτη του ρομαντισμού και του ηγέτη των νεωτεριστικών τάσεων της τέχνης, σ' όλες τις εκδηλώσεις. Στο μνημειώδη Πρόλογο του Κρόμγουελ (Préface de Cromwell) ο Ουγκώ προτείνει στους συγχρόνους του δραματουργούς να απαλλαγούν από τις φόρμες, που επέβαλλε ο γαλλικός θεατρικός κλασικισμός, εισάγοντας στη θεατρική τέχνη το ρομαντικό δράμα. Έχοντας ήδη γνωρίσει το σαιξπηρικό έργο, τη γερμανική θεατρογραφία και τη δραματουργία του Σλέγκελ (Schlegel) με τον πρόλογό του δίνει το έναυσμα μίας πολύχρονης διαμάχης μεταξύ γαλλικού κλασικισμού και Ρομαντισμού. Επιπλέον με τον Κρόμβελ εισηγείται ένα υπόδειγμα σύγχρονου ιστορικού δράματος, που υπακούει στη σαιξπηρική τεχνική. Εν τω μεταξύ στις 29 Ιανουαρίου 1828 πεθαίνει ο πατέρας του και από εκείνη τη στιγμή ο Ουγκώ αρχίζει να αυτοαποκαλείται βαρώνος.

Το 1829 εξέδωσε τα Ανατολίτικα, ένα από τα πιο αξιόλογα έργα του, εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο φιλελληνισμός του Ουγκώ, που φανερώνεται με το έργο αυτό, παρέμεινε θερμός και αγνός και δεν άφησε ευκαιρία, από το 1821 μέχρι την Κρητική Επανάσταση του 1866, να εκδηλώνεται σαν ιερό σύμβολο της θρησκείας του που λεγόταν Ελευθερία.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (όρθιος αριστερά) και άλλοι εκπρόσωποι του κινήματος 
του Ρομαντισμού σε φανταστική απεικόνιση
Από την καταξίωση στην εξορία
Παρόλες τις ποιητικές του δάφνες, τα οικονομικά του Ουγκώ δεν ήταν πολύ ανθηρά μέχρι που καταπιάστηκε με το δράμα. Η περίοδος των ετών 1830 έως 1843 αποτελεί διάστημα καταξίωσης του Γάλλου λογοτέχνη με πλούσια παραγωγή έργων. Το 1830 ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία το θεατρικό του έργο Ερνάνης (Hernani), του οποίου η έκδοση τού έφερε πολλά κέρδη. Λίγο αργότερα, το 1831, κυκλοφορεί το διάσημο μυθιστόρημά του Η Παναγία των Παρισίων (Notre-Dame de Paris), που σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και τον έκανε ακόμα πιο πλούσιο. Παράλληλα δημοσιεύει έργα λυρικής ποίησης, εμπνευσμένα από το ειδύλλιό του με τη Ζυλιέτ Ντρουέ. Στα 1841, έπειτα από δύο άκαρπες υποψηφιότητες, εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (Académie française).

Ο Ουγκώ με την κόρη του Λεοπολδίνη
Η ζωή του, εντούτοις, θα σημαδευτεί μέχρι τέλους από μία προσωπική τραγωδία, το θάνατο από πνιγμό της νεόνυμφης κόρης του Λεοπολδίνης (Léopoldine) και του συζύγου της Καρόλου Βακερί (Charles Vacquerie) στις 4 Σεπτεμβρίου 1843. Ο Ουγκώ εκείνες τις μέρες βρισκόταν σε ταξίδι στα Πυρηναία και πληροφορήθηκε το γεγονός διαβάζοντας τυχαία κάποια εφημερίδα. Η καταλυτική επίδρασή του συμβάντος πάνω του φάνηκε από το ότι δεν δημοσίευσε κανένα έργο του τουλάχιστον για μία δεκαετία.

Το ενδιαφέρον του τώρα κερδίζει η πολιτική και αρχικά υποστηρίζει με θέρμη το βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο (Louis-Philippe) ενώ λίγο αργότερα συνδέεται φιλικά με τη θερμή θαυμάστρια του έργου του, δούκισσα της Ορλεάνης, προσδοκώντας την ανάθεση κάποιου υπουργείου στην περίπτωση που ο σύζυγός της αναλάμβανε την εξουσία. Ο θάνατος του δούκα της Ορλεάνης, παρά ταύτα, ακυρώνει τις όποιες φιλοδοξίες του συγγραφέα.

Στα 1845 ο Λουδοβίκος Φίλιππος τον ονόμασε Pair de France, μέλος δηλαδή της Άνω Βουλής. Εκεί εκφώνησε λόγους ενάντια στη θανατική καταδίκη και την κοινωνική αδικία ενώ υποστήριξε την ελευθερία του Τύπου και την αυτοδιάθεση της Πολωνίας. Μετά την Επανάσταση του 1848 και την ανακήρυξη της Β’ Γαλλικής Δημοκρατία εκλέγεται, με τη βοήθεια του Λέοντος Γαμβέτα, βουλευτής Παρισίων στη Συντακτική και ακόλουθα στη Νομοθετική Συνέλευση. Τότε αναδεικνύεται σε θερμό υποστηρικτή του Ναπολέοντα Γ', ανιψιού του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, συντασσόμενος ενεργά με την προώθηση της υποψηφιότητάς του για την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Η πραξικοπηματική κατάλυση της δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα Γ΄ το 1851 και η ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα κάνει τον Ουγκώ να αλλάξει τις φιλοβοναπαρτικές του αντιλήψεις και να στραφεί με μένος εναντίον του. Η επικείμενη δίωξή του, μετά από αυτό, τον αναγκάζει να διαφύγει στις Βρυξέλλες μεταμφιεσμένος σε εργάτη. Έτσι εγκαινίασε τη μακρά περίοδο αυτοεξορίας του, που θα διαρκέσει περίπου 20 χρόνια.

Ο Β. Ουγκώ στο Τζέρσεϊ, φωτογραφημένος 
από το γιό του Κάρολο το 1853.
Η περίοδος της εξορίας
Στη διάρκεια της εξορίας του δημοσίευσε δύο πολιτικά μανιφέστα ενάντια στον Ναπολέοντα Γ’, το Ναπολέων ο Μικρός (Napoléon le Petit, 1852) και το Επιστολές στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη (Lettres à Louis Bonaparte, 1855), που διαδόθηκαν ευρέως παράνομα στη Γαλλία, ενώ αργότερα συνέγραψε αναφορικά με τα γεγονότα της εποχής το έργο Η ιστορία ενός εγκλήματος (Histoire d'un crime, Α’ μέρος 1877 και Β’ μέρος 1878). Το 1853 κυκλοφορεί και την ποιητική του συλλογή Τιμωρίες (Les Châtiments) όπου με λυρισμό επαγγέλλεται το θρίαμβο της παγκόσμιας δημοκρατίας.

Αρχικά εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, το 1852, όμως, μετέβη στο βρετανικό νησί Τζέρσεϋ, το οποίο η ανησυχία των τοπικών αρχών για τη δράση του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το 1855 για να μεταβεί στο γειτονικό νησί Γκέρνσεϋ. Εν τω μεταξύ το Σεπτέμβριο του 1853 μυείται από την Ντελφίν Ντε Ζιραρντέν (Delphine de Girardin), που τον επισκέπτεται στο Τζέρσεϋ, στον πνευματισμό, την επικοινωνία δηλαδή με πνεύματα νεκρών μέσω περιστρεφόμενων και ομιλούντων τραπεζιών.

Στη διετία της παραμονής του στο Τζέρσεϋ κατατρύχεται από την εμμονή του θανάτου και τον απασχολούν τα μυστήρια της ψυχής και του κόσμου. Τότε συγγράφει τα έργα Το Τέλος του Σατανά(La fin de Satan) και Θεός (Dieu), όπου στο πρώτο μεν πραγματεύεται το πρόβλημα του Κακού και στο δεύτερο το πρόβλημα του Απείρου. Και τα δύο εκδόθηκαν μεταθανάτια και έχουν τη μορφή αποκαλυπτικών οραμάτων κινούμενα από τη λανθάνουσα τάση του Ουγκώ για ποίηση σε φόρμα ενόρασης.

Το Hauteville House, τόπος παραμονής του 
Γάλλου λογοτέχνη στο Γκέρνσεϋ
Στο νησί Γκέρνσεϋ διαμένει στο Hauteville - House από όπου έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί τη θάλασσα και τις απέναντι γαλλικές ακτές. Εκεί, στρεφόμενος από τη μεταφυσική αναζήτηση στην ανθρώπινη εποποιία, συγγράφει την ποιητική συλλογή Ο Θρύλος των Αιώνων (La Légende des Siècles, 1859) και ολοκληρώνει το αριστούργημά του Οι Άθλιοι (Les Misérables, 1862). Οι Άθλιοι, που άμα τη εκδόσει τους σαγήνευσαν τα λαϊκά στρώματα, θεωρήθηκαν ως το πρώτο μοντέρνο μυθιστόρημα και χαρακτηρίστηκαν σαν κοινωνικό ευαγγέλιο των ηθικών και πολιτικών αρετών και φραγγέλιο των κακιών της τότε αστικής κοινωνίας. Σε αυτό το έργο, το οποίο δουλεύει περίπου από το 1828, ο Ουγκώ αποτυπώνει μισό αιώνα γαλλικής ιστορίας. Αποτελεί μία επική τοιχογραφία των μεγάλων γεγονότων της Γαλλίας συνδυαζόμενων με την ιστόρηση ενός μεγάλου έρωτα. Ο Ουγκώ χρησιμοποίησε μερικές από τις δικές του περιπέτειες στην κατασκευή του πλαισίου αυτού. Η ζωή του Μάριου στην πανσιόν Γκορμπό δεν είναι παρά η ίδια η ζωή του Ουγκώ στην οδό Ντι Ντραγκόν! Το βιβλίο δεν ενθουσίασε τον κύκλο των διανοουμένων κριτικών, ενώ περιελήφθη από τον Πάπα Πίο ΙΔ’ στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Εντούτοις, το έργο αυτό εξάπλωσε σε όλο τον κόσμο τη φήμη του Ουγκώ. "Οι σελίδες του αποτελούν λυρικές εποποιΐες πρωτογενούς φύσεως" έγραψε ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. Η έκδοση του βιβλίου σημείωσε πρωτοφανή επιτυχία στα εκδοτικά χρονικά. Μία επιτυχία που κανένα άλλο βιβλίο, εκτός από την Αγία Γραφή δεν γνώρισε.

Χειρόγραφο του Ουγκώ που προτρέπει σε αντίσταση 
στην πρωσική εισβολή.
Η επιστροφή στη Γαλλία και το τέλος
Το 1859 ο Ναπολέων Γ’ προσφέρει αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς εξόριστους αλλά ο Ουγκώ αρνείται να επιστρέψει μην επιθυμώντας να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση έναντι του μονάρχη. Το 1863 κυκλοφορεί μία βιογραφία του από τη γυναίκα του Αδέλα, η οποία πέθανε πέντε χρόνια αργότερα. Το ξέσπασμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου τον οδηγεί στην επιστροφή του στη Γαλλία τον Αύγουστο του 1870, λίγο μετά την ανακήρυξη της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Η είσοδός του στο Παρίσι υπήρξε θριαμβευτική. Η φήμη του ήταν ήδη παγκόσμια. Οι ικανότητές του δεν είχαν αδυνατίσει από την ηλικία του. Ως βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης ψηφίζει κατά της ειρήνης και αμέσως παραιτείται. Ακολουθούν η πολιορκία των Παρισίων και η ήττα της Γαλλίας. Ο Ουγκώ απομακρύνεται και πάλι από την πατρίδα του το 1871 κατά τη διάρκεια της επικράτησης της Παρισινής Κομμούνας και παραμένει στις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Το ίδιο έτος πεθαίνει ο γιος του Κάρολος (Charles) και το επόμενο η κόρη του Αδέλα εισάγεται στο άσυλο ψυχικά ασθενών Saint-Mandé. Στα δύο προηγούμενα οικογενειακά δράματα προστίθεται το 1873 και ο θάνατος του γιου του Φραγκίσκου – Βίκτωρα (François-Victor).

Ο Ουγκώ στο νεκρικό κρεβάτι, φωτογραφημένος από τον Félix Nadar
Στις 30 Ιανουαρίου 1876 ο Βίκτωρ Ουγκώ ονομάζεται ισόβιος Γερουσιαστής από τη Γαλλική Δημοκρατία. Την τελευταία αυτή πολιτική περίοδο της ζωής του γίνεται το είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο ίδιος είναι πλέον οπαδός ενός ουτοπικού σοσιαλισμού πιστεύοντας στην κοινωνική συμφιλίωση και την ειρηνική επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, σε σχέση με την επαναστατική βία. Θεωρεί ότι ο ατομικός δρόμος προς την ηθική τελείωση, προς την καλοσύνη οδηγεί στη "σωτηρία" του ατόμου και της κοινωνίας.

Το Φεβρουάριο του 1881 οργανώνεται ένας πανεθνικός εορτασμός προκειμένου να τιμηθεί η είσοδός του στην ένατη δεκαετία της ζωής του. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν την 25η Φεβρουαρίου με την απόδοση ενός βάζου Σεβρών, παραδοσιακού δώρου προς ηγεμόνες και την 27η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του μία από τις μεγαλύτερες παρελάσεις στη γαλλική ιστορία, όπου τον επευφήμησαν 600.000 συμπατριώτες του.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου 1885 σε ηλικία 83 ετών έχοντας λάβει εν ζωή σπάνια δόξα για πνευματικό δημιουργό. Στη Γαλλία κηρύχθηκε εθνικό πένθος και μία νύχτα η σορός του έμεινε με τιμητική φρουρά κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, ταιριαστή τιμή στον μεγάλο άνδρα των Γαλλικών Γραμμάτων. Την ημέρα της κηδείας του (1η Ιουνίου) περίπου 2.000.000 άνθρωποι συνόδευσαν τον επιφανή νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου στο Πάνθεον, το οποίο ορίστηκε ως τελευταία του κατοικία.

Το έργο του

Ποιητική
Ο Ουγκώ επαλήθευσε την πρόβλεψη του Σατωβριάνδου και έγινε μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες της Γαλλίας. Ο Ουγκώ θεωρείται ένας από τους ηγέτες της ρομαντικής κίνησης στη γαλλική λογοτεχνία καθώς επίσης και ένας από τους πλέον παραγωγικούς και πολύπλευρους συγγραφείς της. Αν και εκτός Γαλλίας είναι γνωστός κυρίως για τα μυθιστορήματα Η Παναγία των Παρισίων και Οι Άθλιοι, στη χώρα του διακρίνεται πρώτιστα για τη συνεισφορά του ως ρομαντικός ποιητής.

Ο στίχος του Ουγκώ έχει συγκριθεί με τα έργα του Σαίξπηρ, του Δάντη και του Ομήρου και έχει επηρεάσει διαμετρικά αντίθετους ποιητές όπως ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο Άλφρεντ Λορντ Τέννυσον και ο Ουόλτ Ουίτμαν. Η τεχνική δεξιοτεχνία του Ουγκώ, ο υφολογικός πειραματισμός, η ραγδαία κλιμάκωση των συναισθημάτων, η ποικιλία και η καθολικότητα των θεμάτων του όχι μόνο τον καθιέρωσαν ως ηγέτη της γαλλικής ρομαντικής σχολής αλλά και ως προπομπό της σύγχρονης ποίησης.

Ο Ουγκώ έφερε μια νέα αίσθηση της ομορφιάς των λέξεων, επέκτεινε τους λυρικούς πόρους του γαλλικού στίχου και ενδυνάμωσε τον αλεξανδρινό στίχο με εντυπωσιακά μετρικά διασκελίσματα και τοποθετήσεις της τομής του στίχου. Η παραγωγή του ήταν απέραντη και η ποικιλομορφία της ακόμα καταπλήσσει. Ακόμα έσπασε την παράδοση, όπου η ποιητική γλώσσα θεωρούνταν ως μια εξειδικευμένη μορφή γλώσσας μεταξύ των διάφορων άλλων τεχνικών γλωσσών. Η ποίηση ήταν, για αυτόν, τόσο ελεύθερη και κυρίαρχη όσο οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Πίνακας που αναπαριστά τις αντιδράσεις στο ανέβασμα 
της πρώτης παράστασης του Ερνάνη το 1830
Δραματουργία
Στη θεατρική του γραφή ο Ουγκώ αντιτάχθηκε στις φόρμες του κλασικού δράματος όπως το μέτρο, η επιλογή συγκεκριμένων θεμάτων, οι περιορισμοί στη χρήση λέξεων, εισάγοντας πρώτος στη γαλλική θεατρική παραγωγή το ρομαντικό ύφος γραφής.

Στα εικοσιέξι του χρόνια, συγγράφοντας τον Πρόλογο του Κρόμγουελ, γίνεται ο γεννήτορας ενός νέου θεατρικού είδους, του ρομαντικού δράματος. Σε αυτό το κείμενο ο νεαρός συγγραφέας αμφισβητεί το παραδοσιακό θεατρικό είδος και εισάγει στη σκηνή τη ρομαντική θεματολογία. Εντούτοις το ίδιο το έργο θεωρήθηκε αντιθεατρικό και αδύνατο να ανέβει στη σκηνή λόγω της έκτασής του και των πολλών χαρακτήρων του.

Χάρη στον Ερνάνη, όμως, το 1830 ο Ουγκώ καταφέρνει να καταξιωθεί ως θεατρικός συγγραφέας. Στην πορεία του θα συναντήσει μεγάλες επιτυχίες, όπως η παράσταση του έργου του Λουκρητία Βοργία αλλά και αποτυχίες, με το ανέβασμα π.χ. του Ο Βασιλιάς Διασκεδάζει, προτού αποφασίσουν μαζί με τον Αλέξανδρο Δουμά να ιδρύσουν ένα χώρο αποκλειστικά αφιερωμένο στο ρομαντικό θέατρο. Αυτός θα είναι το Théâtre de la Renaissance, που θα εγκαινιάσει τη σκηνή του με το έργο Ρουί Μπλας.

Εικόνα από την πρώτη έκδοση της Παναγίας των Παρισίων 
από τον Alfred Barbou (1831)
Μυθιστοριογραφία
Συνολικά ο Ουγκώ συνέγραψε εννέα μυθιστορήματα, από τα οποία το πρώτο σε ηλικία δεκαέξι ετών και το τελευταίο εβδομήντα δύο. Το μυθιστόρημα καλύπτει όλες τις περιόδους της ζωής του συγγραφέα, όλες τις μορφές και τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του δίχως ποτέ να ταυτίζεται απόλυτα με κανένα.

Η πορεία του ως μυθιστοριογράφου χωρίζεται σε δύο περιόδους με κομβικό σημείο την εξορία του από τη Γαλλία. Η περίοδος πριν την εξορία έχει σχεδόν πειραματικό χαρακτήρα περιέχοντας πέντε μυθιστορήματα με ποικίλη έκταση και διαφορετική έμπνευση. Κορυφαίο δημιούργημα αυτής της πειραματικής φάσης είναι Η Παναγία των Παρισίων, ένα ιστορικό μυθιστόρημα τοποθετημένο στα 1482 με πρωταγωνιστή το δύσμορφο κωδωνοκρούστη του ναού, Κουασιμόδο, που αποτελεί προσωποποίηση του μεσαιωνικού πνεύματος.

Προσωπογραφία τηςΤιτίκας (Causette) από την 
αρχική έκδοση τωνΑθλίων το 1862
Την περίοδο της εξορίας του και της επακόλουθης επιστροφής του στη Γαλλία ανακαλύπτει τον πραγματικό μυθιστορηματικό του δρόμο συγγράφοντας το πλουσιότερο και διασημότερο μέρος του έργου του. Η μυθιστορηματική του φόρμα βασίζεται στην εξιστόρηση μίας απλής ανθρώπινης ιστορίας, στην οποία παρεμβάλλονται μεγάλες περιγραφές και προσωπογραφίες καθώς και παρεκβάσεις σχετικές με τα αιώνια ανθρώπινα προβλήματα και αναζητήσεις.

Το θεωρούμενο ως αριστούργημά του, Οι Άθλιοι, ακολουθεί ακριβώς αυτή τη διηγηματική μορφή συνδυάζοντας τον έρωτα, την καταδίωξη και την αθλιότητα των ανθρωπίνων πλασμάτων με την εξιστόρηση κορυφαίων ιστορικών στιγμών.

Η θρησκευτικότητα του Ουγκώ
Οι θρησκευτικές, όπως και οι πολιτικές, πεποιθήσεις του Ουγκώ άλλαξαν ριζικά κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στη νεότητά του, προσδιοριζόταν ως καθολικός και δήλωνε αφοσίωση στην ιεραρχία και την εκκλησιαστική εξουσία. Αργότερα εξελίχθηκε σε μη ενεργό καθολικό εκφράζοντας όλο και περισσότερο αντιπαπικές και αντικληρικές απόψεις. Την περίοδο της εξορίας του μυήθηκε στον πνευματισμό ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του υιοθέτησε έναν ορθολογικό ντεϊσμό, όμοιο με αυτό του Βολταίρου. Όταν ένας απογραφέας τον ρώτησε στα 1872 εάν ήταν καθολικός, απάντησε: "Όχι. Ελευθερόφρονας".

Η Σαρκοφάγος του Βίκτωρος Ουγκώ φωτογραφημένη 
από τον Etienne Neurdein το 1885
Ο Ουγκώ δεν ελάττωσε ποτέ την αντιπάθειά του προς την Καθολική Εκκλησία, οφειλόμενη κατά ένα μεγάλο μέρος στην αδιαφορία της εκκλησίας για τη δύσκολη θέση της εργατικής τάξης υπό τη μοναρχία αλλά και στη συχνότητα με την οποία τα έργα του εμφανίζονταν στις λίστες του Βατικανού με απαγορευμένα βιβλία. Στους θανάτους των γιων του Καρόλου και Φραγκίσκου - Βίκτωρα, επέμεινε να ταφούν δίχως σταυρό και την παρουσία ιερέα, και τον ίδιο όρο θέσπισε για τη δική του κηδεία. Εντούτοις, αν και θεωρούσε το καθολικό δόγμα ξεπερασμένο και νεκρό, δεν επιτέθηκε ποτέ άμεσα στον ίδιο το θεσμό. Παρέμεινε επίσης βαθιά θρησκευόμενο άτομο που πίστευε έντονα στη δύναμη και την ανάγκη της προσευχής.

Ο ορθολογισμός του Ουγκώ μπορεί να επισημανθεί σε ποιήματα όπως το Torquemada (1869, για το θρησκευτικό φανατισμό), το Le Pape (1878, έντονα αντικληρικό), το Religion et Religions (1880, αρνούμενος τη χρησιμότητα των εκκλησιών) και, τα δημοσιευμένα μεταθανάτια, La fin de Satan και Dieu (1886 και 1891 αντίστοιχα, στα οποία αντιπροσωπεύει το χριστιανισμό ως γρύπα και τον ορθολογισμό ως άγγελο).

Έργο του Β. Ουγκώ με τίτλο Η πόλη με την ερειπωμένη γέφυρα (1847).
Εικαστικός δημιουργός
Η ζωγραφική ξεκίνησε για τον Ουγκώ ως ένα ευχάριστο πάρεργο, εξελισσόμενη σταδιακά σε σημαντική πνευματική ενασχόληση ειδικότερα το διάστημα πριν την εξορία του, όταν σταμάτησε προσωρινά τη συγγραφή με σκοπό να αναμιχθεί στην πολιτική. Το διάστημα των ετών 1848 – 1852 υπήρξε η μοναδική δημιουργική διαφυγή του.

Τα έργα του είναι δουλεμένα αποκλειστικά σε χαρτί και σε μικρή κλίμακα, συνήθως με σκούρα καφέ ή μαύρη μελάνη, παρεμβάλλοντας ορισμένες φορές λευκές πινελιές και σπανιότερα άλλα χρώματα. Οι σωζόμενες ζωγραφιές του είναι εξαιρετικά ολοκληρωμένες και μοντέρνες σε ύφος και εκτέλεση, προοιωνίζοντας τις πειραματικές τεχνικές του Σουρεαλισμού και του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού.

Ο Ευγένιος Ντελακρουά είχε γράψει για τον Ουγκώ πως αν αποφάσιζε να γίνει ζωγράφος αντί συγγραφέας, θα είχε επισκιάσει όλους τους καλλιτέχνες του αιώνα του. Στα σωζόμενα έργα του αναγνωρίζεται η δεξιοτεχνία, η τόλμη στην εκτέλεση και μία αίσθηση ισχυρής δημιουργικότητας. Ο Ουγκώ μελέτησε τα χαρακτηριστικά των υλικών και των μέσων του υπό όλες τις πιθανές προοπτικές. Υψώθηκε πάνω από τις σύγχρονες συμβάσεις και δε δίστασε να επεξεργαστεί τυχαίες φόρμες όταν αυτές ικανοποιούσαν την αισθητική του.

Ο Ουγκώ κράτησε τη ζωγραφική του δημιουργία μακριά από τη δημοσιότητα, φοβούμενος ότι θα επισκίαζε το λογοτεχνικό του έργο. Εντούτοις, απολάμβανε να μοιράζεται τα σχέδιά του με την οικογένεια και τους φίλους του, συχνά υπό μορφή περίτεχνων χειροποίητων καρτών επικοινωνίας, πολλές από τις οποίες δίνονταν ως δώρα στους επισκέπτες όταν ήταν εξόριστος.

Η ελληνόφωνη εφημερίδα Κλειώ της Τεργέστης αποδίδει 
φόρο τιμής στο Βίκτωρα Ουγκώ 
στο φύλλο της 13ης Ιουνίου 1885.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ και η Ελλάδα
Ο Βίκτωρ Ουγκώ αναφορικά με το ελληνικό ζήτημα υπήρξε από τους πλέον όψιμους Ευρωπαίους διανοούμενους, που έλαβαν φιλελληνική στάση. Παρότι, όμως, εισέρχεται αργά στον κύκλο των φιλελλήνων παραμένει ο συνεπέστερος των υποστηρικτών του νεότευκτου ελληνικού κράτους.

Οι πρώτες του ποιητικές αναφορές σχετικά με τον αγώνα των Ελλήνων εμφανίζονται το 1826 με τη δημοσίευση στο γαλλικό Τύπο του ποιήματος Τα Κεφάλια του Σαραγιού (Les têtes du serail), εμπνευσμένου από την Έξοδο του Μεσολογγίου, όπου εμφανίζονται μεταξύ των 6000 κεφαλών, που είχαν αποσταλεί στο σαράγι να συνομιλούν μεταξύ τους τα τρία κεφάλια του Μάρκου Μπότσαρη, του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ και του Κωνσταντίνου Κανάρη. Το 1827 συνθέτει τα ποιήματα Ναβαρίνο (Navarin) και Ενθουσιασμός(Enthousiasme) και την επόμενη χρονιά τα Κανάρης (Canaris), Λαζάρα (Lazzara) καθώς και το περίφημο Ελληνόπουλο (L' enfant). Όλα τα παραπάνω ποιήματα περιελήφθησαν στη συλλογή Τα Ανατολίτικα.

Στα 1829 ο κορυφαίος των Ελλήνων διαφωτιστών Αδαμάντιος Κοραής δηλώνει την αντίθεσή του προς το ρομαντικό κίνημα, του οποίου αρχηγέτης είναι ο Ουγκώ. Παρά ταύτα στην Αθήνα τα μέλη του λογοτεχνικού ρεύματος της Αθηναϊκής Σχολής στρέφονται προς το ρομαντισμό. Ο Νικόλαος Σούτσος είναι ο πρώτος που μεταφράζει ποιήματα του Ουγκώ στα 1842.

Κατά τη δεκαετία του 1850 πραγματοποιούνται αρκετές μεταφράσεις θεατρικών έργων του στην ελληνική αρχής γενομένης με τοAngelo, tyran de Padoue, και μέσω αυτών καθίσταται γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως ως δραματικός συγγραφέας. Στα 1862 έρχεται η μετάφραση των Αθλίων από τον Ιωάννη Ισιδωρίδη - Σκυλίτση σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία τους στα γαλλικά. Το μυθιστόρημα ενθουσίασε τους Έλληνες αναγνώστες και επηρέασε πολλούς εγχώριους λογοτέχνες.

Το ενδιαφέρον του Ουγκώ για την ελεύθερη πλέον Ελλάδα φάνηκε ιδιαίτερα σε σχέση με το κρητικό ζήτημα. Το διάστημα της Κρητικής Επανάστασης του 1866 – 1869 δημοσιεύει τρεις επιστολές υπέρ των Κρητών στον ευρωπαϊκό τύπο το Δεκέμβριο του 1866, το Φεβρουάριο του 1867 και το Φεβρουάριο του 1869, παρά το γενικότερο αρνητικό για τα ελληνικά ζητήματα κλίμα της εποχής. Εκτός της συμπαράστασης προς τους Κρήτες έδειξε ενδιαφέρον και για την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα κατηγορώντας τον Έλγιν για αυτή του την πράξη, στη βάση της αντίληψής του ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού δεν πρέπει να γίνεται κτήμα ενός άλλου.

Ο θάνατός του, τέλος, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Ελλάδα και στο σύνολό του σχεδόν ο ελληνικός Τύπος κάλυψε το γεγονός της απώλειας του διακεκριμένου φιλέλληνα συγγραφέα. Μάλιστα πραγματοποιήθηκαν τελετές προκειμένου να τιμηθεί ο μεγάλος νεκρός αντίστοιχες με αυτές, που έλαβαν χώρα στη Γαλλία.

Η Οικία - Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ. Παρίσι, Πλατεία Βοσγίων.
Οικία - Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ
Το Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ βρίσκεται στην Πλατεία Βοσγίων (Place des Vosges) στη συνοικία Μαραί (Marais) στο Παρίσι (Μετρό: Bastille). Στεγάζεται στο Μέγαρο Ροάν – Γκεμενέ (Rohan – Guéméné), που χτίστηκε το 1605 για τον Ισαάκ Αρνώ (Isaac Arnauld), βασιλικό σύμβουλο. Από το 1639 ως το 1784, το μέγαρο ανήκε στην ιδιοκτησία του Λουί ντε Ροάν (Louis de Rohan), πρίγκιπα Γκεμενέ (Rohan - Guéméné, 1745-1809). Μετά από σειρά άλλων ενοίκων, εγκαταστάθηκε το 1832 στο δεύτερο όροφο του μεγάρου ο Βικτόρ Ουγκώ με την οικογένειά του.

Ο Ουγκώ ήταν την εποχή εκείνη τριάντα ετών και παντρεμένος με την παιδική φίλη του Αντέλ Φουσέ (Adèle Foucher), με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Στα χρόνια που έζησε ο Ουγκώ σ’ αυτό το αριστοκρατικό διαμέρισμα, το σαλόνι του, με την υπέροχη θέα προς την πλατεία, ήταν χώρος συνάντησης των πιο διάσημων προσωπικοτήτων του Ρομαντικού Κινήματος «Σενάκλ» (Cénacle), που κυριαρχούσε τότε στη Γαλλία, όπως οι Αλφρέ ντε Βινιύ, Αλφόνς ντε Λαμαρτίν, Σαρλ Ωγκυστίν Σαιντ-Μπεβ, Αλεξάντρ Ντυμά, Προσπέρ Μεριμέ, Νταβίντ ντ’ Ανζέ, Λουί Μπουλανζέ κ. ά.

Ο Ουγκώ έζησε στο Μέγαρο Ροάν – Γκεμενέ επί δεκαέξι χρόνια, μέχρι το 1848, οπότε μετακόμισε με την οικογένειά του στην περιοχή της «Νέας Αθήνας» (Nouvelle Athènes), που βρισκόταν ανάμεσα στο Σταθμό Σαιν-Λαζάρ και τη Μονμάρτρη. Εδώ έγραψε πολλά από τα έργα του, μεταξύ των οποίων και μεγάλο μέρος από το αριστούργημά του «Οι Άθλιοι» (Les Misérables). Το Δεκέμβριο του 1851 αναγκάστηκε για πολιτικούς λόγους να αυτοεξοριστεί στις Βρυξέλλες, παραμένοντας στην εξορία για δεκαεννέα χρόνια.

Το 1902, έτος εορτασμού της εκατονταετηρίδας από τη γέννηση του Βικτόρ Ουγκώ, ο Πωλ Μερίς (Paul Meurice, 1818 – 1905), δημοσιογράφος, συγγραφέας, αδελφικός φίλος και φιλολογικός εκτελεστής των έργων του, δώρισε τις ανεκτίμητες συλλογές του Ουγκώ – λογοτεχνικά έργα, χειρόγραφα, φωτογραφίες, πίνακες, έπιπλα, έγγραφα και ενθύμια διαφόρων περιόδων της ζωής του – στην Πόλη των Παρισίων, με τον όρο να δημιουργηθεί στη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα ένα μουσείο στην κατοικία του της Πλατείας Βοσγίων, όπου είχε ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής του.
Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ - Το υπνοδωμάτιο του συγγραφέα με το περίτεχνο κρεβάτι του
Το Μουσείο Βικτόρ Ουγκώ, αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του, εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 1903. Εδώ βρίσκεται το διάσημο για τις φιλολογικές συγκεντρώσεις «Κόκκινο Σαλόνι», όπου υπάρχουν μια μαρμάρινη προτομή του Ουγκώ (1838), φιλοτεχνημένη από το γλύπτη και φίλο του Νταβίντ ντ’ Ανζέ (David d’ Angers), το «Πορτέτο της κυρίας Ουγκώ» (1839) του Λουί Μπουλανζέ (Louis Boulanger) και το «Πορτρέτο της Ζυλιέτ Ντρουέ, ως γυναίκα της Σμύρνης» (περ. 1827), ερωμένης του Ουγκώ επί 50 χρόνια, έργο του ζωγράφου Σαρλ-Εμίλ Καλάντ ντε Σανμαρτέν (Charles-Emile Callande de Champmartin).

Το εντυπωσιακό «Κινέζικο Σαλόνι» περιέχει τις περίφημες συλλογές από κινέζικες αντίκες, που είχε συγκεντρώσει ο συγγραφέας τόσο κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο κτίριο της Πλατείας Βοσγίων όσο και κατά την περίοδο της μακρόχρονης εξορίας του. Ένα τρίτο σαλόνι διακοσμείται με το διάσημο «Πορτρέτο του Βίκτορα Ουγκώ» (1879) του καλλιτέχνη Ντανιέλ Σωμπές (Daniel Saubés), καθώς και την αριστουργηματική μπρούντζινη προτομή του (1908), φιλοτεχνημένη από τον Ογκίστ Ροντέν (Auguste Rodin). Εντυπωσιακό είναι το υπνοδωμάτιο του Ουγκώ με το περίτεχνο κρεβάτι του σε ρυθμό Λουδοβίκου ΙΓ΄ (Louis XIII).

Εργογραφία

Θεατρικά έργα
  • Ινέ ντε Καστρό Inez de Castro (1820)
  • Κρόμγουελ Cromwell (1827)
  • Ερνάνης Hernani (1830)
  • Μαριόν Ντελόρμ Marion Delorme (1831)
  • Ο Βασιλιάς διασκεδάζει Le Roi s'amuse (1832)
  • Λουκρητία Βοργία Lucrèce Borgia (1833)
  • Μαρία Τυδώρ Marie Tudor (1833)
  • Άγγελος, ο τύραννος της Πάδουας Angelo, tyran de Padoue (1835)
  • Ρουί Μπλα Ruy Blas (1838)
  • Οι Στρατιωτικοί Διοικητές Les Burgraves (1843)
  • Τορκουεμάδα Torquemada (1882)
  • Το Θέατρο στην ελευθερία Théâtre en liberté (1886)
  • Αμοιβή Χίλια Φράγκα Mille Francs de récompense (1934)
Μυθιστορήματα
  • Χαν της Ισλανδίας Han d'Islande (1823)
  • Μπιγκ Ζαργκάλ Bug-Jargal (1826)
  • Η Τελευταία Μέρα ενός Κατάδικου Le Dernier Jour d'un condamné (1829)
  • Η Παναγία των Παρισίων Notre-Dame de Paris (1831)
  • Κλοντ Γκε Claude Gueux (1834)
  • Οι Άθλιοι Les Misérables (1862)
  • Οι Εργάτες της Θάλασσας Les Travailleurs de la mer (1866)
  • Ο Άνθρωπος που γελά L'Homme qui rit (1869)
  • Ενενήντα τρία Quatre-vingt-treize (1874)
Ποιητικές συλλογές
  • Διάφορες Ωδές και ποιήματα Odes et poésies diverses (1822)
  • Νέες Ωδές Nouvelles Odes (1824)
  • Ωδές και Μπαλάντες Odes et Ballades (1826)
  • Τα Ανατολίτικα Les Orientales (1829)
  • Φθινοπωρινά Φύλλα Les Feuilles d’automne (1831)
  • Τραγούδια του Δειλινού Les Chants du crépuscule (1835)
  • Εσωτερικές Φωνές Les Voix intérieures (1837)
  • Ακτίνες και Σκιές Les Rayons et les ombres (1840)
  • Τιμωρίες Les Châtiments (1853)
  • Ενατενίσεις Les Contemplations (1856)
  • Πρώτη σειρά του Θρύλου των Αιώνων Première série de la Légende des Siècles (1859)
  • Τραγούδια του δρόμου και του δάσους Les Chansons des rues et des bois (1865)
  • Το Φοβερό Έτος L'Année terrible (1872)
  • Η Τέχνη να είσαι παππούς L'Art d'être grand-père (1877)
  • Νέα σειρά του Θρύλου των Αιώνων Nouvelle série de la Légende des Siècles (1877)
  • Θρησκείες και Θρησκεία Religions et religion (1880)
  • Οι Τέσσερις Άνεμοι του Πνεύματος Les Quatre Vents de l'esprit (1881)
  • Ολοκληρωμένη έκδοση του Θρύλου των Αιώνων Série complémentaire de la Légende des Siècles (1883)
  • Το Τέλος του Σατανά La Fin de Satan (1886)
  • Άπαντα Ποιητικά Toute la Lyre (1888)
  • Θεός Dieu (1891)
  • Νέα έκδοση των Ποιητικών Απάντων Nouvelle série de Toute la Lyre (1893)
  • Τα Ολέθρια Χρόνια Les Années funestes (1898)
  • Τελευταία Δέσμη Dernière Gerbe (1902)
  • Ωκεανός. Πέτρινη Σωρός Océan. Tas de pierres (1942)
Άλλα κείμενα
  • Σπουδή στο Μιραμπώ Étude sur Mirabeau (1834)
  • Λογοτεχνικές και Φιλοσοφικές Διαμάχες Littérature et philosophie mêlées (1834)
  • Ο Ρήνος Le Rhin (1842)
  • Ναπολέων ο Μικρός Napoléon le Petit (1852)
  • Επιστολές στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη Lettres à Louis Bonaparte (1855)
  • Ουίλιαμ Σαίξπηρ William Shakespeare (1864)
  • Οδηγός των Παρισίων Paris-Guide (1867)
  • Οι γιοί μου Mes Fils (1874)
  • Λόγοι και Πράξεις – Πριν την Εξορία Actes et paroles - Avant l'exil (1875)
  • Λόγοι και Πράξεις – Κατά την Εξορία Actes et paroles - Pendant l'exil (1875)
  • Λόγοι και Πράξεις – Μετά την Εξορία Actes et paroles - Depuis l'exil (1876)
  • Η Ιστορία ενός Εγκλήματος – Α’ Μέρος Histoire d'un crime - 1re partie (1877)
  • Η Ιστορία ενός Εγκλήματος – Β’ Μέρος Histoire d'un crime - 2e partie (1878)
  • Ο Πάπας Le Pape (1878)
  • Ο Βλαξ L'Âne (1880)
  • Το Αρχιπέλαγος της Μάγχης L'Archipel de la Manche (1883)
  • Μεταθανάτιες Δημοσιεύσεις Œuvres posthumes
  • Θεωρήσεις – Α’ Σειρά Choses vues - 1re série (1887)
  • Άλπεις και Πυρηναία Alpes et Pyrénées (1890)
  • Γαλλία και Βέλγιο France et Belgique (1892)
  • Αλληλογραφία – Α’ Τόμος Correspondances - Tome I (1896)
  • Αλληλογραφία – Β’ Τόμος Correspondances - Tome II (1898)
  • Θεωρήσεις – Β’ Σειρά Choses vues - 2e série (1900)
  • Υστερόγραφο της Ζωής μου Post-scriptum de ma vie (1901)
  • Λίθοι Pierres (1951)
  • Μελαγχολία Mélancholia
Έργα του Ουγκώ στην όπερα
  • Λουκρητία Βοργία : Ντονιτσέττι Lucrezia Borgia (1833)
  • Άγγελος, ο τύραννος της Πάδουας :
  • Μερκαντάντε Il Giuramento (1837)
  • Πονκιέλλι La Gioconda (1876)
  • Ερνάνης : Βέρντι Εrnani (1844)
  • Ο Βασιλιάς διασκεδάζει : Βέρντι Rigoletto (1851)
  • Μαριόν Ντελόρμ : Πονκιέλλι Marion Delorme (1885)
  • Τορκουεμάδα : Νίνο Ρότα Torquemada (1943)
Ελληνικές μεταφράσεις
  • Ερνάνης : Ιωάννης Πολέμης ("Νέος Παλμός")
  • Ρουί Μπλα : Θρασύβουλος Σταύρου ("Γ.Παπαδημητρίου")
  • Η Παναγία των Παρισίων : Αντ.Μοσχοβάκης ("Βιβλιοθήκη για όλους")
  • Οι Άθλιοι : Γιώργος Κοτζιούλας ("Σ.Δαρεμάς")
  • Οι Εργάτες της Θάλασσας : Κ.Θεοφάνους ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
  • Ο Άνθρωπος που γελά : Δ.Π.Κωστελένος ("Βιβλιοθήκη για όλους")
  • Ενενήντα τρία : Κ.Θεοφάνους ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
  • Το 1793 ("Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος")
  • Φιλοσοφία & φιλολογία ("Μαρής")
  • Η τελευταία μέρα ενός κατάδικου : Κώστας Σημηριώτης ("Ροδάκης" - "Μεταίχμιο")