Ξυπνούσαν έντονα οι τύψεις για τον άσωτο βίο του και δυνάμωνε η διάθεσή του ν’ασχοληθεί με τη συγγραφή. Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν' απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα.
Σε ηλικία 23 ετών χειροτονήθηκε επίσκοπος και αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική. Άρχισε σιγά σιγά να γίνεται παντοδύναμος, μέχρι που ο Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄ τον έχρισε καρδινάλιο και λίγο αργότερα σε ηλικία 39 ετών, ο καρδινάλιος Ρισελιέ έγινε πρωθυπουργός, ασκώντας συγκεντρωτική εξουσία στα χέρια τα δικά του και του βασιλιά. Ήταν ο πραγματικός ιδρυτής της δεσποτικής μοναρχίας, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Σπουδαίος προστάτης της γαλλικής λογοτεχνίας, αυτός ίδρυσε τη Γαλλική Ακαδημία το 1635.
Προσωπογραφία του καρδινάλιου Ρισελιέ από τον Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1637)
Ο Καρδινάλιος Ρισελιέ (Αρμάν Ζαν ντυ Πλεσί, δούκας του Ρισελιέ και του Φρονσάκ, γαλλικά: Armand Jean du Plessis, cardinal-duc de Richelieu et de Fronsac, 9 Σεπτεμβρίου 1585 – 4 Δεκεμβρίου 1642) ήταν Γάλλος κληρικός, ευγενής και πολιτικός.
Το 1608, σε ηλικία 23 ετών, χειροτονήθηκε επίσκοπος και αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική. Σύντομα αναρριχήθηκε τόσο στην Καθολική Εκκλησία όσο και στη γαλλική κυβέρνηση, καθώς το 1622 έγινε καρδινάλιος και το 1624 πρωθυπουργός του Λουδοβίκου ΙΓ'. Παρέμεινε στη θέση του μέχρι το θάνατό του το 1642, οπότε τον διαδέχθηκε ο Καρδινάλιος Μαζαρίνος.
Ως πρωθυπουργός επιχείρησε να κάνει μεγάλη τη Γαλλία με το να συγκεντρώσει όλη την εξουσία και την κρατική δύναμη στα χέρια του βασιλιά και στα δικά του. Δεν προσποιήθηκε καθόλου ότι κυβερνά συνταγματικά και χρησιμοποίησε τη δύναμή του για να ακολουθήσει επιθετική εξωτερική πολιτική. Ήταν ο πραγματικός ιδρυτής της δεσποτικής μοναρχίας, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Σπουδαίος προστάτης της γαλλικής λογοτεχνίας, αυτός ίδρυσε τη Γαλλική Ακαδημία το 1635.
Ι. Τα πρώτα χρόνια
Γεννημένος στο Παρίσι, ο Αρμάν ντυ Πλεσί (Armand du Plessis) (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά και ο τελευταίος από τους τρεις υιούς του Φρανσουά ντυ Πλεσί και της Συζάν ντε λα Πορτ. Τα μέλη της οικογενείας του ήταν μικροευγενείς από την επαρχία του Πουατού. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και αυλικός και υπηρέτησε ως Μέγας Κοσμήτορας της Γαλλίας. Το 1590, όταν ο Ρισελιέ ήταν 5 ετών, ο πατέρας του σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών πολέμων αφήνοντας την οικογένεια σε δεινή οικονομική κατάσταση. Εξαιτίας της κακοδιαχείρισης αλλά και των συνεπειών των θρησκευτικών πολέμων (1562-1598) οι πόροι της οικογένειας Ντυ Πλεσί είχαν περιοριστεί στα έσοδα από την Επισκοπή της Λυσόν, την οποία είχε παραχωρήσει στον πατέρα Ντυ Πλεσί ο βασιλιάς Ερρίκος Γ΄.
Στην ηλικία των 9 ετών, ο Ρισελιέ γράφτηκε σε κολλέγιο για να σπουδάσει φιλοσοφία και στη συνέχεια άρχισε να εκπαιδεύεται για στρατιωτική καριέρα. Όμως για να διατηρηθεί το κληρονομικό δικαίωμα της οικογένειας στα έσοδα της επισκοπής έπρεπε ένας από τους γιους να ακολουθήσει τον ιερατικό κλάδο. Ο πρώτος γιος, ο Ανρί Ντυ Πλεσί, ήταν δικαιωματικά κληρονόμος του φέουδου του Ρισελιέ. Έτσι, η μητέρα του Ρισελιέ πρότεινε στο δεύτερο γιο της, τον Αλφόνς, να γίνει επίσκοπος της Λυσόν. Όμως ο Αλφόνς, καθώς δεν είχε καμία επιθυμία να γίνει επίσκοπος, επέλεξε το μοναστικό βίο. Έτσι, το 1608, σε ηλικία 23 ετών, ο Ρισελιέ χειροτονήθηκε επίσκοπος και αμέσως έδωσε δείγματα της στιβαρής πυγμής του στην επισκοπή του καθότι έγινε ο πρώτος επίσκοπος στη Γαλλία που εφάρμοσε τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ορίστηκαν από τη Σύνοδο του Τρέντο.
ΙΙ. Άνοδος στην εξουσία
Υπέρμετρα φιλόδοξος αλλά ταυτόχρονα προικισμένος με ατσάλινη θέληση και ακούραστη εργατικότητα, ο Ρισελιέ παρά την εύθραυστη υγεία του κατόρθωσε μέσα σε λίγα χρόνια να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό της επαρχίας.
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ στην πολιορκία της Λα Ροσέλ, του Henri Motte
Με τη δολοφονία του Ερρίκου Δ' το 1610 οι θρησκευτικές έριδες που εξακολουθούσαν να ταλανίζουν τη Γαλλία οξύνθηκαν. H αντιβασιλεία της Μαρίας των Μεδίκων, μητέρας του ανηλίκου Λουδοβίκου ΙΓ΄, αποδείχθηκε ανίκανη και διεφθαρμένη και οι διάφοροι ευγενείς και αξιωματούχοι προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν τις προσωπικές τους επιδιώξεις σε βάρος των συμφερόντων της χώρας.
Το 1614 παρουσιάστηκε η μεγάλη ευκαιρία για τον νεαρό επίσκοπο της Λυσόν. Τότε οι κληρικοί της επαρχίας Πουατού ζήτησαν από τον Ρισελιέ να τους εκπροσωπήσει στη Συνέλευση των Τριών Τάξεων. Εκεί ο Ρισελιέ αποδείχθηκε ο πιο εξέχων κληρικός, υποστηρίζοντας την υιοθέτηση των διαταγμάτων της Συνόδου του Τρέντο σε όλη τη Γαλλία και αναλαμβάνοντας τη δύσκολη αποστολή να κατευνάσει τα οξυμένα πνεύματα. Στο τέλος της συνέλευσης, η τάξη των κληρικών τον επέλεξε για να εκφωνήσει τις αποφάσεις της. Ευφυής, εύστροφος και καλός ρήτορας, ο Ρισελιέ εντυπωσίασε όχι μόνο τα μέλη της συνέλευσης αλλά και την ίδια τη βασιλομήτορα, τη [Μαρία των Μεδίκων, που ήταν και αντιβασίλισσα. Με την επιρροή τη δική της, ο Ρισελιέ κέρδισε μια θέση στην Αυλή ως προσωπικός πνευματικός της βασίλισσας Άννας της Αυστριακής, συζύγου του Λουδοβίκου ΙΓ'.
Ωστόσο η ιεροσύνη δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τον Ρισελιέ. Πολύ σύντομα τα καθήκοντα του πνευματικού αντικαταστάθηκαν με τα καθήκοντα του γραμματέα (υπουργού) του Πολέμου και των Εξωτερικών. Ο Ρισελιέ ανέβηκε πολιτικά υπηρετώντας πιστά τον Κοντσίνο Κοντσίνι, τον πιο ισχυρό υπουργό του βασιλείου. Όμως τον Απρίλιο του 1617, μετά από δολοπλοκία, ο Κοντσίνι δολοφονήθηκε και η Μαρία των Μεδίκων ανατράπηκε με εντολή του γιου της, Λουδοβίκου ΙΓ΄. Με τον προστάτη του νεκρό, ο Ρισελιέ έχασε την εξουσία του και αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Λυσόν. Στη συνέχεια ο βασιλιάς τον εξόρισε στην παπική πόλη της Αβινιόν, όπου ο Ρισελιέ, για να καταπραΰνει την πίκρα του και την οργή του άρχισε να συγγράφει, δραστηριότητα που τη συνέχισε κατά καιρούς ως το τέλος της ζωής του.
Το 1619 η Μαρία των Μεδίκων δραπέτευσε από το ανάκτορο του Μπλουά, όπου ήταν αιχμάλωτη, και ηγήθηκε μία αριστοκρατικής επανάστασης ενάντια στον γιο της, βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄. Τότε ο βασιλιάς, με ανάμεικτα αισθήματα προς τον Ρισελιέ, τον ανακάλεσε στην Αυλή πιστεύοντας ότι ήταν σε θέση να μεταπείσει τη μητέρα του. Ο Ρισελιέ πέτυχε στην αποστολή του, συμφιλιώνοντας το βασιλιά με τη μητέρα του.
Ο Ρισελιέ άρχισε σιγά σιγά να γίνεται παντοδύναμος. Το 1622 ο βασιλιάς τον πρότεινε για καρδινάλιο και ο Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄ συμφώνησε χρίζοντάς τον καρδινάλιο στις 19 Απριλίου 1622. Στις 29 Απριλίου του 1624 ο Ρισελιέ διορίστηκε στο υπουργικό συμβούλιο του βασιλιά ως γραμματέας του Ναυτικού και του Εμπορίου. Στις 13 Αυγούστου του ίδιου έτους, και σε ηλικία 39 ετών, ο καρδινάλιος Ρισελιέ έγινε πρωθυπουργός (όμως διορίστηκε επίσημα πρόεδρος του συμβουλίου το Νοέμβριο του 1629).
ΙΙΙ. Πρωθυπουργία
Ο Ρισελιέ κατάλαβε ότι το στέμμα της Γαλλίας είχε χάσει μεγάλο μέρος από το κύρος του από την εποχή που βασίλευε ο Ερρίκος Δ΄. Πιστεύοντας ότι "οι βασιλιάδες είναι η ζωντανή εικόνα του Θεού", έβαλε σαν πρώτο του σκοπό να αποκαταστήσει τη μοναρχία στην παλιά της αίγλη. Σ' όλο το διάστημα της πρωθυπουργίας του δεν κάλεσε ούτε μία φορά τα μέλη του Κοινοβουλίου σε σύσκεψη, και καθώς ο Λουδοβίκος ήταν αδύνατος και άβουλος, ο Ρισελιέ έμεινε ο απόλυτος κυβερνήτης της Γαλλίας.
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ, του Robert Nanteuil
Η πολιτική του καρδινάλιου Ρισελιέ περιλάμβανε δύο πρωταρχικούς στόχους: τη συγκεντρωτική διοίκηση στη Γαλλία και την αντίθεση στη δυναστεία των Αψβούργων (η οποία κυβερνούσε την Αυστρία και την Ισπανία).
Το 1626 διέταξε να γκρεμιστούν όλα τα οχυρωμένα κάστρα, με μόνη εξαίρεση εκείνων που ήταν απαραίτητα για την άμυνα ενάντια σε εισβολείς. Έτσι στέρησε από τους πρίγκιπες, τους δούκες και άλλους αριστοκράτες, σημαντικές αμυντικές θέσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ενάντια στα στρατεύματα του βασιλιά σε περίπτωση εξέγερσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο Ρισελιέ να γίνει μισητός από την πλειοψηφία της αριστοκρατίας.
Ένα άλλο εμπόδιο για τη συγκέντρωση της εξουσίας ήταν ο θρησκευτικός διχασμός στη Γαλλία. Οι Ουγενότοι, μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές και θρησκευτικές παρατάξεις στη χώρα, έλεγχαν μία σημαντική στρατιωτική δύναμη και ήταν σε εξέγερση. Το 1627, ο Ρισελιέ διέταξε το στρατό να πολιορκήσει την πόλη Λα Ροσέλ, όπου , με τη βοήθεια του βασιλιά της Αγγλίας Καρόλου A΄, είχαν οχυρωθεί οι επαναστατημένοι Ουγενότοι. Η πόλη έπεσε μετά από ένα χρόνο (το 1628) αλλά οι Ουγενότοι συνέχισαν τον αγώνα. Ύστερα, αφού κατέστειλε και τις άλλες εξεγέρσεις τους, ο Ρισελιέ, χωρίς να θίξει τα θρησκευτικά τους δικαιώματα τα οποία τους είχε παραχωρήσει ο Ερρίκος Δ' το 1598 με το Έδικτο της Νάντης, πρότεινε στον Λουδοβίκο και τον έπεισε να υπογράψει άλλο διάταγμα (28 Ιουνίου 1629) το οποίο στερούσε από τους Ουγενότους τα πολιτικά και τα στρατιωτικά τους δικαιώματα.
Αφού αφόπλισε τους Ουγενότους, ο Ρισελιέ στράφηκε προς τους μεγαλοευγενείς και εξουδετέρωσε όλους εκείνους που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την απόλυτη βασιλική εξουσία. Το 1630 ματαίωσε μία προσπάθεια της βασιλομήτορος και των ευγενών να πείσουν τον βασιλιά να τον διώξει. Η Μαρία των Μεδίκων εξορίστηκε στο Κομπιέν και πολλοί από τους ευγενείς φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Ο Ρισελιέ εξακολούθησε να καταπνίγει με μεγάλη σκληρότητα διάφορες τέτοιες συνωμοσίες. Το 1632, λόγου χάρη, καρατομήθηκε ο Ερρίκος B´ του Μονμορανσί, ο οποίος είχε τολμήσει να εξεγερθεί κατά του θρόνου. Εξουδετερώνοντας τους ισχυρούς ευγενείς και επανδρώνοντας τον μηχανισμό της διοίκησης με ανθρώπους του, ο Ρισελιέ κατόρθωσε να διασφαλίσει την εσωτερική συνοχή της χώρας και να σταθεροποιήσει την απόλυτη εξουσία του βασιλιά.
IV. Ο Τριακονταετής Πόλεμος
Η εξωτερική πολιτική του Ρισελιέ είχε σκοπό να αποκαταστήσει την επιρροή και τη δύναμη της Γαλλίας στην Ευρώπη και κυρίως στην Αυστρία και την Ισπανία. Πριν την άνοδο του Ρισελιέ στην εξουσία, οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης είχαν εμπλακεί στον Τριακονταετή Πόλεμο. Η Γαλλία δεν ήταν ανοιχτά σε πόλεμο με τους Αψβούργους, ο οποίοι κυβερνούσαν την Ισπανία και την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και γι' αυτό οι βοήθειες και οι ενισχύσεις δίνονταν στους αντιπάλους τους κρυφά.
Προσωπογραφία του Ρισελιέ, από τον Φιλίπ ντε Σαμπέν (περ. 1635)
Το 1629 ο αυτοκράτορας Φερδινάνδος Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπέταξε πολλούς από τους Προτεστάντες αντιπάλους του στη Γερμανία. Ο Ρισελιέ, θορυβημένος από την επιρροή του Φερδινάνδου, και παρότι καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, δεν δίστασε να προτρέψει τους Σουηδούς προτεστάντες να εισβάλλουν στη Γερμανία, ενισχύοντάς τους οικονομικά. Για να αντιμετωπίσει τα στρατιωτικά έξοδα, ο Ρισελιέ επέβαλε φόρο στο αλάτι και στην ακίνητη περιουσία. Για να κάνει πιο αποτελεσματική την είσπραξη των φόρων και για να περιορίσει τη διαφθορά στο ελάχιστο δυνατό, παρέκαμψε τους τοπικούς εφοριακούς αντικαθιστώντας τους με υπαλλήλους στην άμεση υπηρεσία του στέμματος. Η οικονομική πολιτική του Ρισελιέ προκάλεσε διάφορες εξεγέρσεις, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με αγριότητα.
Ο Ρισελιέ συνέβαλε σημαντικά στη μετατροπή του Τριακονταετούς Πολέμου από μία σύγκρουση Προτεσταντών εναντίον Καθολικών σε πόλεμο εναντίον της ηγεμονίας των Αψβούργων. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του πέτυχε μεγάλες νίκες εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού της Γερμανίας. Σ' αυτή τη διαμάχη η Γαλλία στράγγιξε αποτελεσματικά τους πόρους της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και την οδήγησε αμείλικτα στην πτώχευση. Ο ίδιος ωστόσο δεν μπόρεσε να δρέψει τους καρπούς των κόπων του. Το όραμά του υλοποιήθηκε μετά τον θάνατό του, με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, το 1648.
V. Τα τελευταία χρόνια
Ο Ρισελιέ δυσαρεστήθηκε από την άρνηση του Πάπα Ουρβανού Η΄ να τον ονομάσει απεσταλμένο του Πάπα στη Γαλλία. Όμως παρά τις ταραγμένες σχέσεις του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ο Ρισελιέ δεν υποστήριξε την αποκήρυξη της παπικής εξουσίας στη Γαλλία.
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ στην επιθανάτιο κλίνη, έργο του Φιλίπ ντε Σαμπέν
Ο Ρισελιέ υπήρξε αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος πολιτικός στην ιστορία της Γαλλίας. Ωστόσο τον μίσησαν οι πάντες. Γλίτωσε από δεκάδες απόπειρες δολοφονίας, και παρά την κακή υγεία του κατόρθωσε να ζήσει 57 χρόνια.
Από την παιδική ηλικία, η υγεία του Ρισελιέ ήταν εύθραυστη με αποτέλεσμα ο ίδιος να περνά συχνά περιόδους κακής υγείας. Για πολλά χρόνια υπέφερε από πυρετούς (ενδεχομένως ελονοσία), φυματίωση με συρίγγιο και ημικρανίες. Τελικά πέθανε από μόλυνση λόγω σταφυλόκοκκου στις 4 Αυγούστου 1642. Ωστόσο πρόλαβε να υποδείξει ως διάδοχό του τον Μαζαρίνο, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο πιστούς οπαδούς του.
Το Παρεκκλήσιο της Σορβόνης, το οποίο χτίστηκε από τον Ζακ Λεμερσιέ, αποτελεί μνημείο αφιερωμένο στον Ρισελιέ, του οποίου το οικόσημο βρίσκεται στα στηρίγματα του τρούλου και στο μαρμάρινο τάφο του.
VI. Τέχνη και Πολιτισμός
Ο Ρισελιέ ήταν διάσημος προστάτης των τεχνών. Ο ίδιος ήταν συγγραφέας διάφορων θρησκευτικών και πολιτικών έργων και αρκετά καλός ζωγράφος και μουσικός. Επιπλέον έστειλε αντιπροσώπους του στο εξωτερικό προς αναζήτηση βιβλίων και χειρογράφων για να εμπλουτίσει τη βιβλιοθήκη του. Στη διαθήκη του όρισε πως η βιβλιοθήκη του θα πρέπει να είναι χρήσιμη όχι μόνο για την οικογένειά του, αλλά να είναι ανοικτή σε σταθερές ώρες για τους μελετητές. Η βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη Σορβόνη το 1660. Ο Ρισελιέ υπήρξε μέντορας πολλών συγγραφέων, μεταξύ των οποίων και του περίφημου θεατρικού συγγραφέα Πιέρ Κορνέιγ. Επίσης, το 1635 ίδρυσε τη Γαλλική Ακαδημία.
Ο Ρισελιέ επέβλεψε την κατασκευή του δικού του παλατιού στο Παρίσι, του Παλαί Καρντινάλ, το οποίο το 1642 κληροδοτήθηκε στο βασιλιά και είναι το γνωστό σήμερα Παλαί Ρουαγιάλ.
VII. Η κληρονομιά του Ρισελιέ
Η θητεία του Ρισελιέ ήταν μία κρίσιμη περίοδος για τη μεταρρύθμιση στη Γαλλία. Πριν απ' αυτόν, η πολιτική δομή της χώρας ήταν σε μεγάλο βαθμό φεουδαρχική, με ισχυρούς ευγενείς και ευρεία ποικιλία νόμων σε διάφορες περιοχές. Κατά περιόδους, ορισμένα τμήματα της αριστοκρατίας συνωμότησαν εναντίον του βασιλιά, ανέπτυξαν ιδιωτικούς στρατούς και συμμάχησαν με ξένες δυνάμεις. Το σύστημα αυτό έδωσε τη θέση του στην κεντρική εξουσία υπό τον Ρισελιέ.
Καρδινάλιος Ρισελιέ από τον Φιλίπ ντε Σαμπαίν, Μουσείο Καλών Τεχνών του Στρασβούργου.
Ο Ρισελιέ, αμείλικτος στους εχθρούς του, αλλά και μεγάλος πολιτικός με εξαιρετικές ικανότητες, αποκατέστησε την ισχύ του γαλλικού στέμματος, χάρισε τάξη και ενότητα στη χώρα, εξασφάλισε για τη Γαλλία μιαν ηγετική θέση στα ζητήματα της Ευρώπης και προστάτεψε τις Καλές Τέχνες. Πίστευε ότι ο σκοπός για την ανάπτυξη του έθνους δικαιολογούσε τα μέσα, και αυτό τον οδήγησε να καταστρέψει χωρίς οίκτο πολλές από τις τοπικές ελευθερίες της Γαλλίας, να καταπιέσει τη χώρα με φόρους και να συντρίψει κάθε μορφή συνταγματικής διακυβέρνησης. Λογόκρινε τον Τύπο, θέσπισε ένα μεγάλο δίκτυο εσωτερικών κατασκόπων, απαγόρευσε τη συζήτηση πολιτικών θεμάτων στις δημόσιες συνελεύσεις, και όσοι τόλμησαν να συνωμοτήσουν εναντίον του οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη και εκτελέστηκαν.
Ωστόσο κανένα από τα συμφέροντα της Γαλλίας δε θυσιάστηκε ποτέ στις προσωπικές του φιλοδοξίες. "Υπήρξα αυστηρός σε μερικούς", έλεγε, "για να είμαι καλός σε όλους". Και πραγματικά, φαίνεται ότι ταύτιζε τον εαυτό του ολοκληρωτικά με το κράτος. Το 1642, λίγο πριν το θάνατό του, είπε: "Δεν είχα ποτέ κανέναν άλλον εχθρό, παρά μόνον τους εχθρούς του κράτους".
Οι «17 ώρες»της… ταλαιπωρίας του κ.Τσίπρα είναι βόλτα στο μικρό σπίτι στο λιβάδι συγκρινόμενες με τις 8.640 ώρες της κατάθλιψης και της αιθαλομίχλης στην ψυχή του καθενός από το ένα εκατομμύριο μακροχρόνια ανέργους σε αυτό τον τόπο. Κάθε ένας μακροχρόνια άνεργος, που ο κ.Τσίπρας με το Μνημόνιό του φρόντισε να παραμείνει μακροχρόνια άνεργος, για τόσο θα συνεχίσει να είναι άνεργος κάθε νέα χρονιά της ανεργίας του:8.640 ώρες…
Του Νίκου Μπογιόπουλου
Οι "17 ώρες" του κ. Τσίπρα
Ο κ.Τσίπρας για να το επαναλαμβάνει συνεχώς μάλλον θα του έχουν πει ότι είναι κάτι πολύ σπουδαίο και πολύ πιασάρικο. Αναφερόμαστε στη διαρκή υπόμνηση εκ μέρους του αυτών των περίφημων «17 ωρών» κατά την τελική διαπραγμάτευση των Βρυξελλών. Το είπε μια, το είπε δυο, το έχει πει καμιά διακοσαριά φορές από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, και δώστου οι «17 ώρες», και ξανά οι «17 ώρες», και μπίχτου οι «17 ώρες»…
Επειδή, λοιπόν, το θέμα κατάντησε αηδία – πολύ περισσότερο που το εν λόγω περήφανο «17ωρο» κατέληξε στο «περήφανο» και «αριστερό» τριετές Μνημόνιο - καλό θα ήταν οι κειμενογράφοι και οι επικοινωνιολόγοι του Τσίπρα να λάβουν υπόψη τους τα εξής:
Οι «17 ώρες» του… ηρωισμού του κ.Τσίπρα δεν αντισταθμίζουν τις 25.920 ώρες διάρκειας του Μνημονίου του κ.Τσίπρα που έπεσε κι αυτό στις πλάτες μισθωτών, συνταξιούχων και ανέργων. Τόσο αντιστοιχεί σε ώρες το τριετές Μνημόνιο Τσίπρα: 25.920 ώρες…
Οι «17 ώρες» των… βασανιστηρίων που υπέστη ο κ.Τσίπρας αποτελούν κόκκο στην άμμο της βαρβαρότητας των 43.200 ωρών των Μνημονίων της προηγούμενης πενταετίας που βίωσε η ελληνική κοινωνία. Τόσο αντιστοιχούν σε ώρες τα προηγούμενα Μνημόνια που ο κ.Τσίπρας θα… καταργούσε, αλλά τα παρέτεινε και τα επεξέτεινε: 43.200 ώρες…
Οι «17 ώρες» των… πιέσεων τις οποίες υπέστη (και στις οποίες ενέδωσε) ο κ.Τσίπρας αποτελούν εκδρομή στο πάρκο αν συγκριθούν με τον ατέλειωτο εφιάλτη των 276.480 ωρών που αντιστοιχούν για το λαό τα 32 χρόνια μέχρι την εξόφληση των δανείων τα οποία συνομολόγησε ο κ.Τσίπρας. Τόσο θα κρατήσουν τα βάρη με τα οποία έδεσε χειροπόδαρα τον ελληνικό λαό ο κ.Τσίπρας προσθέτοντας τα δικά του δάνεια υπέρ των τραπεζιτών, δίπλα σε εκείνα των προκατόχων του: 276.000 ώρες…
Οι «17 ώρες» της… ταλαιπωρίας του κ.Τσίπρα είναι βόλτα στο μικρό σπίτι στο λιβάδι συγκρινόμενες με τις 8.640 ώρες της κατάθλιψης και της αιθαλομίχλης στην ψυχή του καθενός από το ένα εκατομμύριο μακροχρόνια ανέργους σε αυτό τον τόπο. Κάθε ένας μακροχρόνια άνεργος, που ο κ.Τσίπρας με το Μνημόνιό του φρόντισε να παραμείνει μακροχρόνια άνεργος, για τόσο θα συνεχίσει να είναι άνεργος κάθε νέα χρονιά της ανεργίας του: 8.640 ώρες…
Οι «17 ώρες» της… αυτοθυσίας του κ.Τσίπρα είναι απύθμενο θράσος να προβάλλονται περίπου σαν τη μάχη των Θερμοπυλών για να προσπαθεί ο κ.Τσίπρας να κρύψει το δάσος του μαρτυρίου των 34,5 δισεκατομμυρίων ανθρωποωρών με το οποίο θα πληρώσουν το Μνημόνιο του κ.Τσίπρα τα 4 εκατομμύρια των Ελλήνων που ζουν στη φτώχεια. Ναι, σε τόσο αντιστοιχεί κατ’ έτος το Μνημόνιο του κ.Τσίπρα για τα 4 εκατομμύρια φτωχούς και απόκληρους: 34,5 δισεκατομμύρια ανθρωποώρες…
Και κάτι ακόμα: Οι «17 ώρες» της… άπαξ γενναιότητας του κ.Τσίπρα είναι κάτι λιγότερο από φρου – φρου κι αρώματα συγκρινόμενες με τα καθημερινά 12ωρα και 16ωρα του ιδρώτα και του αίματος που χύνουν όσοι άνθρωποι δουλεύουν (ακόμα) στην πατρίδα μας κάτω από τις «βέλτιστες εργασιακές συνθήκες» της ΕΕ.
Μιλάμε για 12ωρα και 16ωρα σαν αυτά στα ΕΛΠΕ όταν - επί πρωθυπουργίας Τσίπρα και στο πλαίσιο των «βέλτιστων εργασιακών συνθηκών» που μνημονεύονται και στο Μνημόνιό του – 6 άνθρωποι έγιναν κομμάτια…
Ο Ιωακείμ ήταν γιος του Ελιακείμ από τη φυλή του Ιούδα και απόγονος του Δαβίδ. Το όνομα Ιωακείμ είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει "ο υπό του Θεού ανυψωθείς". Έκπτωτος του θρόνου, ιδιώτευε στην Ιουδαία και το περισσότερο χρονικό διάστημα στην Ιερουσαλήμ, όπου είχε μέγαρο με βασιλικό κήπο. Παντρεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του ιερέως Ματθάν από τη φυλή του Λευΐ και της Μαρίας από τη φυλή του Ιούδα. Ήταν ευσεβείς και δίκαιοι άνθρωποι, με φόβο Θεού. Πρόσεχαν στη ζωή τους και ρύθμιζαν τις πράξεις τους σύμφωνα με το θείο νόμο. Έζησαν με ταπείνωση στην αφάνεια.
Η παράδοση μας πληροφορεί για την κατοικία τους, ότι ήταν εκεί κοντά στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά στα Ιεροσόλυμα. Αλλά το ζεύγος Ιωακείμ και Άννα δεν είχαν παιδιά και τα δώρα των άτεκνων δεν γίνονταν δεκτά στο Ναό. Με τη ντροπή αυτή της ατεκνίας ο Ιωακείμ και η Άννα πολιόρκησαν το θρόνο του Θεού. Οι προσευχές τους ήταν επίμονες, θερμές και χρόνιες. Χάρη στην υπεροχή της αρετής και της ευσεβείας τους έγιναν με θαυμαστό τρόπο σε προχωρημένη ηλικία γονείς, δίνοντας τον ωραιότερο καρπό, του οποίου η χάρις και η ευωδία έφερε τον ουρανό στη γη, τη Θεοτόκο Μαρία.
Όταν ήρθε ο προσδιορισμένος καιρός, ο Ιωακείμ και η Άννα εκπληρώνουν την υπόσχεσή τους προσφέροντας την τριετή θυγατέρα τους στο Ναό, ως αφιέρωμα στο Θεό. Η παράδοση μας πληροφορεί ότι ο Ιωακείμ πέθανε οκτώ χρόνια από τα Εισόδια της κόρης του Μαρίας σε ηλικία 92 ετών, η δε Άννα 11 μήνες μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, σε ηλικία 83 ετών. Την δε Θεοτόκο απέκτησαν θαυματουργικά σε ηλικία 80 ετών ο Ιωακείμ και 70 η Άννα. Η Θεοτόκος ήταν 11 ετών όταν έμεινε ορφανή και από τους δυο γονείς της. Βρισκόταν ακόμη στο Ναό των Ιεροσολύμων.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με την Αγία Άννα, την επομένη των γενεθλίων της Θεοτόκου (Βλ. Γενέθλιο Θεοτόκου ΕΔΩ), για τον λόγο ότι υπήρξαν οι πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας με την γέννηση της αγίας θυγατέρας τους.
Η Αγία Άννα ήταν σύμφωνα με την παράδοση η μητέρα της Παναγίας. Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Το εξελληνισμένο όνομα Άννα προέρχεται από το εβραϊκό Χάννα που σημαίνει «εύνοια, χάρη», εκείνη, στην οποία επεδείχθη η ευμένεια και η χάρις του Θεού. Η Αγία Άννα ανήκει στα ιερά πρόσωπα τα οποία κλήθηκαν να υπηρετήσουν ω τη θεία βουλή της σωτηρίας των ανθρώπων με τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Ήταν θυγατέρα του Ματθάν από τη φυλή Λευὶ και της Μαρίας. Είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή, μητέρα της Ελισάβετ, η οποία γέννησε τον Πρόδρομο. Η Άννα ήρθε σε γάμο με τον Ιωακείμ, ο οποίος καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα. Ήταν ευσεβείς και δίκαιοι άνθρωποι, με φόβο Θεού. Πρόσεχαν στη ζωή τους και ρύθμιζαν τις πράξεις τους σύμφωνα με το θειο νόμο. Έζησαν με ταπείνωση στην αφάνεια.
Η παράδοση μας πληροφορεί για την κατοικία τους, ότι ήταν εκεί κοντά στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά στα Ιεροσόλυμα. Αλλά το ζεύγος Ιωακείμ και Άννα δεν είχαν παιδιά και τα δώρα των άτεκνων δεν γίνονταν δεκτά στο Ναό.
Με τη ντροπή αυτή της ατεκνίας η Αγία Άννα πολιόρκησε μαζί με τον Ιωακείμ το θρόνο του Θεού. Οι προσευχές τους ήταν επίμονες, θερμές και χρόνιες. Ο Κύριος όμως δεν ανταποκρινόταν. Η Άννα κάνει τάμα. "Ἂν με αξιώσεις να γίνω μητέρα, το παιδί που θα μου δώσεις θα το προσφέρουμε εγώ και ο Ιωακείμ αφιέρωμα σε σένα Θεέ μου." Ο ουρανός εξακολουθεί να μη δίνει απάντηση. Η Θεία βουλή έχει το σχέδιό της. Η πανσοφία του Θεού, δοκιμάζοντας την υπομονή των δικαίων αυτών ανθρώπων, ετοιμάζει έργο θαυμαστό. Προετοιμάζει τον πατέρα και την μητέρα της μητέρας του Θεού. Αφήνει τον Ιωακείμ και την Άννα να δοκιμαστούν για να αναδειχθούν «εύχρηστα σκεύη ελέους», με τα οποία σκεύη, ως όργανα θα απεργασθεί ο Θεός τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Το ζεύγος Ιωακείμ και Άννα εξελέγη ως καλή ρίζα που θα δώσει το θαυμαστό βλαστό της Θεοτόκου Μαρίας, χάρη στην υπεροχή της αρετής και της ευσεβείας τους και γίνονται με θαυμαστό τρόπο σε προχωρημένη ηλικία γονείς. Η στείρα και γερόντισσα Άννα έδωσε τον πλέον καλλίκαρπο βλαστό του ανθρωπίνου δένδρου, τον ωραιότερο καρπό, του οποίου η χάρις και η ευωδία έφερε τον ουρανό στη γη.
Όταν ήρθε ο προσδιορισμένος καιρός, ο Ιωακείμ και η Άννα εκπληρώνουν το τάμα προσφέροντας την τριετή θυγατέρα τους στο Ναό, ως αφιέρωμα στο Θεό. Η παράδοση μας πληροφορεί ότι ο Ιωακείμ πέθανε οκτώ χρόνια από τα Εισόδια της κόρης του Μαρίας σε ηλικία 92 ετών, η δε Άννα 11 μήνες μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, σε ηλικία 83 ετών. Την δε Θεοτόκο απέκτησαν θαυματουργικά σε ηλικία 80 ετών ο Ιωακείμ και 70 η Άννα. Η Θεοτόκος ήταν 11 ετών όταν έμεινε ορφανή και από τους δυο γονείς της. Βρισκόταν ακόμη στο Ναό των Ιεροσολύμων.
Στον εορταστικό κύκλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας η Αγία Άννα έχει μία ιδιαίτερα τιμητική θέση. Τρεις φορές το χρόνο εορτάζεται η μνήμη της:
α) Στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με τον θεοπροπάτορα Ιωακείμ, την επομένη των γενεθλίων της Θεοτόκου, για τον λόγο ότι υπήρξαν οι πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας με την γέννηση της αγίας θυγατέρας τους,
β) Στις 9 Δεκεμβρίου εορτάζεται η σύλληψις της Αγίας Άννης, και
γ) Στις 25 Ιουλίου εορτάζεται η οσία κοίμησή της.
Άξιον σημειώσεως είναι ότι στο Άγιο Όρος, το περιβόλι της Παναγίας, όπως λέγεται, έχει και η Αγία Άννα μια ξεχωριστή θέση τιμής. Η μεγαλύτερη και αρχαιότερη εκεί Σκήτη είναι αφιερωμένη στην Αγία Άννα. Αριθμεί 50 περίπου ασκητικές καλύβες, ενώ το Κυριακό, που είναι μεγαλοπρεπέστατος Ναός πυκνά αγιογραφημένος είναι αφιερωμένος στο όνομά της. Στο Κυριακὸ της Σκήτης φυλάσσεται το αριστερό πόδι της Αγίας Άννης, ενώ στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου φυλάσσεται ολόκληρη η κνήμη του δεξιού ποδιού.
Την Αγία Άννα την τιμούσε η Εκκλησία από τα αρχαία χρόνια. Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου. Επίσης, το έτος 550 μ.Χ., ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κωνσταντινούπολη προς τιμήν της Αγίας Άννας. Ο λαός πιστεύει ότι είναι μεγάλη η δύναμη των προσευχών προς την Αγία Άννα και για αυτό καταφεύγει στη μεσιτεία της και στις προσευχές της.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η Σμύρνη ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1922 παραδίδεται στους Τούρκους, σηματοδοτώντας το τέλος του "ελληνοτουρκικού πολέμου του 1918-22", τη φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, (αμέσως μετά την ανακωχή του Μούδρου), όπως και τη σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη γενικευμένη πλέον εκδίωξη μεγάλου μέρους τους ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, που είχε όμως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.
Με τον όρο Μικρασιατική καταστροφή περιγράφεται περισσότερο η τελευταία φάση της Μικρασιατικής εκστρατείας (Βλ. Μικρασιατική Εκστρατεία ΕΔΩ), δηλαδή το τέλος του "ελληνοτουρκικού πολέμου του 1918-22", η φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, (αμέσως μετά την ανακωχή του Μούδρου), όπως και η σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου και η γενικευμένη πλέον εκδίωξη μεγάλου μέρους τους ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, που είχε όμως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (δείτε σχετικά Συνθήκη του 1914, που είχε συνομολογήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος) και που είχε διακοπεί με την "ανακωχή του Μούδρου".
Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, μετά τη Καταστροφή της Σμύρνης και της Ανακωχής των Μουδανιών, που συνομολογήθηκε στην ομώνυμη πόλη (11 Οκτωβρίου 1922), και την ένα μήνα μετά εκκένωση της χερσονήσου της Καλλίπολης (στις 11 Νοεμβρίου) από τους εκεί Έλληνες, καθώς και αργότερα με την "υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών" (1922-24) από όλη τη Μικρά Ασία και τον ερχομό 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων στην Ελλάδα, να επιφέρουν την τελεία καταστροφή του Θρακικού και Μικρασιατικού ελληνισμού μαζί με του Πόντου.
Θύματα στην προκυμαία της Σμύρνης
Ο πλήρης απολογισμός της καταστροφής αυτής που συντελέσθηκε ιστορικά σε δύο περιόδους, (αμφότερες τετραετίες), 1914-1918 και 1920-1924 είναι πράγματι πολύ δύσκολος. Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, η χρεοκοπία και καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας που περιλαμβάνονται μαρτυρικοί βασανισμοί αιχμαλώτων, βιασμοί και ηθική οδύνη υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και οι ατέλειωτες πορείες αιχμαλώτων, στα περιώνυμα "τάγματα εργασίας", με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ'αυτά, οι σφαγές, οι θηριωδίες μέχρι και οι εκτελέσεις επί των αποφάσεων των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.
Ι. Η εκστρατεία στην Μικρά Ασία
Αμέσως μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου πολέμου (1918) ξεκίνησαν οι εργασίες στη Σύνοδο Ειρήνης στο Παρίσι μεταξύ των νικητριών χωρών, ανάμεσα σε αυτές και την Ελλάδα. Ύστερα απο αγγλική και γαλλική συμφωνία, η 1η μεραρχία του Ελληνικού στρατού υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Ζαφειρίου αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2 Μαΐου του 1919 με σκοπό να εγκαθιστήσει ελληνική διοίκηση και να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Άλλωστε βρισκόταν ήδη από το 1913 διαδικασία εκκαθάρισης όλων των μη μουσουλμανικών στοιχείων. Ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα, θεωρώντας τα ως προμήνυμα για την παραχώρηση της πόλης στην Ελλάδα. Τους επόμενους μήνες συγκροτήθηκε στρατιωτική μεραρχία με έδρα την Σμύρνη υπό τον συνταγματάρχη Μαζαράκη. Τουρκικές αντάρτικες δυνάμεις αρνήθηκαν όμως να δεχθούν την ελληνική διοίκηση και ξεκίνησαν ανταρτοπόλεμο, με αποτέλεσμα η απόβαση του Ελληνικού στρατού να μετατραπεί σε μια μακρόχρονη εκστρατεία.
Οι Σύνεδροι στο Παρίσι ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Παράλληλα, στη Συμμαχική Συνδιάσκεψη στο Παρίσι συζητιόταν η τύχη της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των εδαφών της. Τον Μάρτιο του 1920 το ελληνικό στρατηγείο μεταφέρθηκε από την Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη υπό τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ύστερα από πιέσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου οι Μεγάλες δυνάμεις έδωσαν τη συγκατάθεση τους για προέλαση του Ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Τον Αύγουστο του 1920 υπογράφηκε τελικά η συνθήκη των Σεβρών, με την οποία γινόταν η οριστική παραχώρηση όλης της Θράκης (σχεδόν μέχρι την Κωνσταντινούπολη), καθώς και η παραχώρηση της διοίκησης της περιοχής της Σμύρνης για 5 έτη στην Ελλάδα (με το δικαίωμα ενσωμάτωσής της μετά από δημοψήφισμα). Μέχρι τις 10 Αυγούστου θα ακολουθούσε και η προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, αλλά και επίσημα των νησιών του Αιγαίου, τα οποία ήδη κατείχε η Ελλάδα από τους Βαλκανικούς. Επίσης ο Βενιζέλος με μυστική συμφωνία με την Ιταλία (Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι) ρύθμιζε και το ζήτημα της ενσωμάτωσης της Βορείου Ηπείρου στο ελληνικό κράτος, και την τύχη των Δωδεκανήσων που κατείχαν οι Ιταλοί.
Παράλληλα με τις επιτυχίες της ελληνικής διπλωματίας και του ελληνικού στρατού, στο τουρκικό στρατόπεδο επικρατούσε εμφύλια διαμάχη μεταξύ της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου και είχε συγκροτήσει, με την σύμφωνη γνώμη της Τουρκικής εθνοσυνέλευσης, κυβέρνηση. Μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας από την Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε καταληφθεί από τα συμμαχικά στρατεύματα, στην Άγκυρα. Από εκεί ο Ατατούρκ οργάνωσε συστηματικότερα την αντεπίθεση του. Επιπλέον είχε καταφέρει να υπογράψει ανακωχή με την Ρωσία και την Γαλλία έτσι ώστε να εξασφαλίσει τα νώτα του.
Γούναρης εναντίον Βενιζέλου (εκλογές 1920)
ΙΙ. Η πορεία στην Καταστροφή
Κρίσιμη καμπή για την εξέλιξη της Μικρασιατικής εκστρατείας αποτέλεσαν οι εκλογές του 1920. Το αποτέλεσμα των εκλογών, μέσα σε συνθήκες Εθνικού Διχασμού και δυσαρέσκειας του ελληνικού λαού για την παρατεταμένη παραμονή των ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία, ήταν καθοριστικό για την μετέπειτα ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές από τον Δημήτριο Γούναρη, ο οποίος στις προεκλογικές του δεσμεύσεις είχε περιλάβει την άμεση διακοπή των εχθροπραξιών. Μόλις ένα μήνα πριν, ο φιλο-Αντατικός Βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε αιφνιδίως.
Το Νοέμβριο του 1920, ο Κωνσταντίνος Α΄ επέστρεψε στο θρόνο ύστερα από Δημοψήφισμα. Ο Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά αντιπαθής στις Συμμαχικές δυνάμεις για το ρόλο που διαδραμάτισε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία, οι οποίες είχαν προειδοποιήσει την νέα κυβέρνηση για το τι θα σήμαινε μια πιθανή επιστροφή του Κωνσταντίνου στις σχέσεις τους με αυτή, παρέδωσαν διακοινώσεις με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του κράτους και πάγωσαν όλα τα δάνεια που είχανε δρομολογηθεί προς την Ελλάδα. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Μερικούς μήνες αργότερα το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Η Τουρκία με ηγέτη τον Κεμάλ Ατατούρκ (Βλ. Μουσταφά Κεμάλ ΕΔΩ) καταφέρνει να συνθηκολογήσει μετά την Γαλλία, Ρωσία και με την Ιταλία και να επιτύχει την προμήθεια του Τουρκικού στρατού με πολεμικό υλικό από τις προαναφερόμενες χώρες.
Την άνοιξη του 1921, ο Ελληνικός στρατός, ύστερα από στρατιωτικό συμβούλιο, αποφάσισε προέλαση προς την Άγκυρα και κατέλαβε καίρια στρατηγικά σημεία (Εσκί-Σεχίρ & Αφιόν-Καραχισάρ), χωρίς όμως να καταφέρει να εξαλείψει την τουρκική απειλή. Με το πέρασμα του χρόνου η εκστρατεία εξελίχθηκε οικονομικά δυσβάσταχτη για το Ελληνικό κράτος αφού κόστιζε 8.000.000 δραχμές ημερησίως. Ο Κεμάλ ως αρχιστράτηγος του τουρκικού στρατού με μυστική συμφωνία με τους Γάλλους ακύρωσε τη συνθήκη των Σεβρών, ενώ παράλληλα οι Γάλλοι εγκατέλειψαν την Κιλικία αφήνοντας άφθονο πολεμικό υλικό στα χέρια των Τούρκων. Στις 5 Απριλίου η Ιταλία εκκένωσε την περιοχή της Εφέσου, την οποία και κατέλαβε ο ελληνικός στρατός. Η προέλαση του ελληνικού στρατού τερματίστηκε στην ατυχή Μάχη στο Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921. Ακολούθησε στασιμότητα για περίπου ένα χρόνο, η οποία έφθειρε το ηθικό του στρατεύματος και αντίθετα έδωσε χρόνο στον Κεμάλ να αναδιοργανωθεί.
Τον Μαΐο του 1922 η κυβέρνηση Γούναρη παραιτήθηκε υπό το βάρος των εξελίξεων και την εξουσία ανέλαβε κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Στράτο. Επίσης, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας παραιτήθηκε λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να του στείλει ενισχύσεις. Στη θέση του ανήλθε ο Γεώργιος Χατζανέστης, ο οποίος διέπραξε μοιραίο λάθος, υπάγοντας απ'ευθείας στη στρατιά τα τρία σώματα στρατού. Την ίδια εποχή πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αλλαγές στο στράτευμα με αποτέλεσμα πολλοί έμπειροι αξιωματικοί να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Σε διπλωματικό επίπεδο, οι προσπάθειες που γινόντουσαν όλο αυτό το διάστημα (Συνέδρια του Λονδίνου), μεταξύ Δυνάμεων, Ελληνικής κυβέρνησης και Τούρκων εκπροσώπων για συμβιβαστική λύση, δεν κατέληγαν σε κάποια συμφωνία. Εν τω μεταξύ , η οικονομική κατάσταση της χώρας βρισκόταν σε τραγικό επίπεδο. Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός οικονομικών, εφήρμοσε ένα σύστημα παγκοσμίως πρωτότυπο: διχοτόμησε το χαρτονόμισμα επιβάλοντας αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο. Αν και το σύστημα απέδωσε, εντούτοις ενέτεινε τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Η νέα κυβέρνηση ζήτησε την άδεια των συμμάχων για στρατιωτική επιχείρηση στη Κωνσταντινούπολη. Οι Δυνάμεις όμως αρνήθηκαν και επισήμαναν ότι δόθηκαν εντολές στα συμμαχικά στρατεύματα στη Κωνσταντινούπολη και την Μ. Ασία να εμποδίσουν κάθε ελληνική κίνηση για την κατάληψή της.
Η τουρκική αντεπίθεση
Από τον Σεπτέμβριο του 1921 ο κύριος όγκος των δυνάμεων του Ελληνικού στρατού είχε συγκεντρωθεί στο Αφιόν Καραχισάρ. Οι ανώτεροι αξιωματικοί πίστευαν ότι ελέγχοντας το Αφιόν Καραχισάρ μπορούσαν να ανακόψουν την τροφοδοσία του τουρκικού στρατού. Η ανώτερη ηγεσία του ελληνικού στρατού είχε υποτιμήσει τα στρατιωτικά σώματα του Κεμάλ, με αποτέλεσμα να παραμελήσει την άμυνα των συνόρων και να αρχίσει να καταστρώνει σχέδια κατάληψης της Κωνσταντινούπολης.
Τουρκικά στρατεύματα πριν την αντεπίθεση
Σε αντίθεση με τους Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι βρίσκονταν σε πλάνη, ο Κεμάλ Ατατούρκ γνώριζε πολύ καλά τις δυνάμεις του στρατού αλλά και τις μαχητικές ικανότητες του αντιπάλου στρατοπέδου. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τους 177.000 Έλληνες στρατιώτες, μόνο οι 70.000 ήταν μάχιμοι ενώ οι υπόλοιποι απασχολούνταν σε διοικητικές υπηρεσίες. Ο τουρκικός στρατός είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με καινούρια ανεπτυγμένα πυροβόλα, τα οποία τελικά έκριναν την έκβαση της μάχης στο Αφιόν Καραχισάρ. Σε αντίθεση με τους Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν κερδίσει αξιώματα χωρίς να έχουν πολεμήσει σε πεδία μαχών, οι Τούρκοι αξιωματικοί είχαν λάβει μέρος σε πολλές δύσκολες μάχες και είχαν κερδίσει επάξια τον βαθμό τους. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το ιππικό του Κεμάλ του οποίου ο σκοπός ήταν να ανακόψει τον εφοδιασμό των Ελλήνων και ταυτόχρονα να ξεσηκώσει τους πληθυσμούς των υπό κατοχή περιοχών σε εξέγερση. Από την άλλη πλευρά ο Ελληνικός στρατός, ταλαιπωρημένος από τις μάχες, ήταν δυσκίνητος και ανοργάνωτος. Ο πολεμικός εξοπλισμός ήταν αρχαϊκός ενώ η τροφοδοσία των ενόπλων δυνάμεων δυσλειτουργούσε.
Το πρωί της 13ης Αυγούστου ο τουρκικός στρατός επιτέθηκε στις ελληνικές δυνάμεις στο Αφιόν Καραχισάρ. Η επίθεση των Τούρκων, την οποία διεύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ, ήταν αναμενόμενη παρόλ' αυτά αιφνιδίασε με την ποιότητα της την ηγεσία του Ελληνικού στρατού που περίμενε να αντιμετωπίσει άτακτα σώματα στρατού. Το πυροβολικό σε συνεργασία με το ιππικό συνέτριψαν σε ελάχιστο χρόνο την 1η & 4η μεραρχία στρατού. Οι ενισχύσεις δεν κατάφεραν να φτάσουν σύντομα, λόγω της ανασφάλειας που υπήρχε στο στράτευμα αφού η κατάλυση του νότιου μετώπου είχε ήδη διαδοθεί. Σημαντική αιτία αποδιοργάνωσης ήταν και η στρατολόγηση γεωργών και γενικά αμάχων χριστιανών οι οποίοι, εξαιτίας της απειρίας τους και του φόβου τους, αποσυντόνισαν πλήρως τα τακτικά σώματα στρατού. Παράλληλα η διακοπή κάθε μορφής επικοινωνίας, δηλαδή τηλεφώνου και τηλεγράφου, παγίδευσε τον ελληνικό στρατό σε μια εξ ολοκλήρου εχθρική περιοχή.
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ελεύθερο Βήμα
της 2 Σεπτεμβρίου 1922. Η κοινή γνώμη
αγνοούσε την ταχύτητα της κατάρρευσης
του ελληνικού στρατού στο μέτωπο. Τα νέα
για την εγκατάλειψη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας
στην τύχη τους και οι θηριωδίες που
ακολούθησαν έφτασαν σαν κεραυνός εν αιθρία.
ΚΛΙΚ για μεγέθυνση
Δύο μέρες αργότερα ο ελληνικός στρατός είχε αυτοκαταστραφεί. Στον νότο είχαν σχηματιστεί δύο σώματα στρατού, του Αθανασίου Φράγκου και του Νικολάου Τρικούπη. Στις 17 Αυγούστου ο στρατός του Νικολάου Τρικούπη περικυκλώθηκε από τους Τούρκους και σταδιακά διασπάστηκε με αποτέλεσμα στις 20 Αυγούστου ο Τρικούπης και η φάλαγγα του, η οποία συμπεριλάμβανε δύο στρατηγούς διοικητές Σωμάτων, ένα μέραρχο, 190 αξιωματικούς και 4.500 οπλίτες, να παραδοθούν. Στο Βορρά, το Γ΄ Σώμα Στρατού δεν είχε ιδιαίτερες απώλειες, επειδή το κύριο βάρος της τουρκικής επίθεσης το είχαν δεχτεί οι μεραρχίες του νότου. Στις 24 Αυγούστου έφτασε με όλα τους τα πολεμοφόδια στην Προύσα και συνέχισε την πορεία του προς τα παράλια. Βέβαια υπήρξαν περιστατικά διάλυσης, όπως η αποκοπή και η αιχμαλώτιση της 11ης μεραρχίας από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα πειθαρχίας επέδειξε η Ανεξάρτητη Μεραρχία υπό τον Δημήτριο Θεοτόκη, η οποία μέσα στον γενικό πανικό που υπήρχε διατήρησε την πειθαρχία της και κατευθύνθηκε με μηδαμινές απώλειες στα ελληνικά παράλια της Μικράς Ασίας. Ο κύριος λόγος της επιτυχίας της μεραρχίας ήταν η ειλικρίνεια που έδειξαν οι αξιωματικοί της απέναντι στους στρατιώτες για τις δυσκολίες της κατάστασης που αντιμετώπιζαν, γεγονός που επέδρασε σημαντικά στην ψυχολογία των στρατιωτών και τους συσπείρωσε. Εν τω μεταξύ η ελληνική ηγεσία βρισκόταν σε πλήρη άγνοια της κατάστασης αφού την ίδια στιγμή ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης βρισκόταν στην Αθήνα και κατέστρωνε σχέδιο κατάληψης της Κωνσταντινούπολης.
Στις 24 Αυγούστου η στρατιωτική ηγεσία συγκεντρώθηκε στη Σμύρνη και εξέδωσε διαταγές. Όμως οι διαταγές δεν είχαν ουσιαστικό αποδέκτη αφού όχι μόνο οι επικοινωνίες είχαν διακοπεί αλλά και οι στρατιώτες δεν υπάκουαν. Η αμυντική τακτική ήταν αδύνατη αφού πολλά σώματα στρατού είχαν αποκοπεί και κατευθύνονταν στα παράλια της Μικράς Ασίας.
Στις 5 Σεπτεμβρίου τα τελευταία τμήματα του Γ' Σώματος Στρατού εγκατέλειψαν την Μικρά Ασία από το λιμάνι της Αρτάκης αφήνοντας τους ανυπεράσπιστους Μικρασιάτες στο έλεος των Τούρκων, οι οποίοι ιδίως στην περιοχή της Σμύρνης μέχρι τέλους διαβεβαιώνονταν από τις Ελληνικές Αρχές οτι δεν υπήρχε κίνδυνος και λόγος ανησυχίας.
Τέσσερις μέρες αργότερα η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη παραιτείται και ύστερα από προσπάθειες του Παλατιού σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Ν. Τριανταφυλλάκο. Στις 8 Σεπτεμβρίου οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στη Σμύρνη και στις 13 ξεκίνησε η καταστροφή.
ΙΙΙ. Αναφορές σε κτηνωδίες
Σφαγές από την πλευρά Τούρκων
Συνολικά η μικρασιατική εκστρατεία είχε ως αποτέλεσμα 25.000 νεκρούς και τραυματίες στρατιώτες από ελληνικής πλευράς. Πάνω από 1.500.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες των προγόνων τους και να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 600.000 νεκρούς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Ελ. Βενιζέλος με το υπόμνημά του στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, στη Μικρά Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες. Στη Θράκη και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Αδανα 70.000. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής που κυριαρχούσε οικονομικά, είχε δε καταφέρει να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά παρ' ότι αποτελούσε μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον.
Οι Τούρκοι ήθελαν να εξαφανίσουν κάθε ελληνικό στοιχείο από την Μικρά Ασία, προβαίνοντας σε ανείπωτα εγκλήματα, σύμφωνα και με τις μαρτυρίες των Δυτικών αυτοπτών μαρτύρων: Μαζικές πυρπολήσεις κτηρίων και ανθρώπων, βιασμοί, σφαγές, εκτελέσεις, βασανιστήρια κ.π.α. Αμερικανοί μάρτυρες διηγούνται ιστορίες για πυρπολήσεις αρρώστων μέσα σε νοσοκομεία και παιδιών μέσα σε σχολεία. Σύμφωνα δε με τον ανταποκριτή των Τάιμς του Λονδίνου, πολλοί Χριστιανοί κάηκαν μέσα στις εκκλησίες τους, όταν αφού κατέφευγαν σε αυτές, οι Τούρκοι τούς έβαζαν επί τούτου φωτιά.
Η γνωστή εκείνα τα χρόνια αμερικανίδα ιατρός M. C. Elliott, που επί πολλά χρόνια είχε υπηρετήσει σε νοσοκομεία της Εγγύς Ανατολής, κατέθεσε τις εμπειρίες της, σύμφωνα με τις οποίες περιέθαλψε εκατοντάδες βιασμένες από Τούρκους χριστιανές κοπέλες και άκουσε για αμέτρητες άλλες τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν είδε ούτε μία Τουρκάλα σε αντίστοιχη κατάσταση.
Στα θύματα των Χριστιανών από τους Τούρκους συγκαταλέγεται και ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης , που πέθανε με ιδιαίτερα βασανιστικό θάνατο, καθώς και πολλοί άλλοι Επίσκοποι και ιερείς (342 μόνο στην Μητρόπολη Σμύρνης).
Αποκορύφωμα η πυρπόληση της αρμενικής και της ελληνικής συνοικίας της Σμύρνης. Το κάψιμο των σπιτιών ανάγκασε τους κρυμμένους σε αυτά Χριστιανούς να βγουν έξω στους δρόμους, με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι που είχαν γλυτώσει από τις προηγούμενες σφαγές, να πέφτουν στα χέρια των Τούρκων και να υφίστανται τρομερούς βασανισμούς πριν τον θάνατό τους. Μεταξύ των θυμάτων, υπήρξαν και μεμονωμένες περιπτώσεις Δυτικών (Αμερικανών, Ολλανδών κ.α.), παρ’ ότι οι Τούρκοι κατά κανόνα αυτούς δεν τους πείραζαν .
Οι σφαγές κατά Ελλήνων και Αρμενίων από τους Τούρκους έκαναν τον Αμερικανό Πρόξενο στην Σμύρνη Τζωρτζ Χόρτον (George Horton) να γράψει: «Ένα από τα δυνατώτερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου απ’ τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι άνηκα στο ανθρώπινο γένος».
Ο λευκός θάνατος της Τρίπολης
Οι Νεότουρκοι, αφότου της προέλασης των ρωσικών στρατευμάτων στις παραλιακές εκτάσεις του Χαρσιώτη ποταμού, δρομολόγησαν τις επιχειρήσεις εκτοπισμού του ελληνικού πληθυσμού, φέροντας το πρόσχημα της πιθανούς χριστιανικής σύμπραξης. Στις 8 Νοεμβρίου του 1916, ανακοινώθηκε το φιρμάνι και στις 13 Νοεμβρίου, τοιχοκολλήθηκε, δίδοντας χρονικό περιθώριο εγκατάλειψης, έως τις 16 Νοεμβρίου. Οι Έλληνες αρνήθηκαν την λιποταξία. Στις 17 Νοεμβρίου, οι Τούρκοι, προερχόμενοι από την Έσπια και τα πέριξ της Κερασούντας, εκκίνησαν τις διαδικασίες μαζικής διάλυσης κατοικιών. Τα φαινόμενα του αγροτικού σφετερισμού δεν έλλειπαν, καθ' όσον οι αποθήκες των γεωργικών καρπών πωλούνταν έναντι μηδαμινούς χρηματικής επιστροφής. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα ολημερίς, ώσπου στις 9 Δεκεμβρίου, ανακοινώθηκε πως το αρμενικό χωριό Μπιρκ θα αποτελούσε τον οριστικό τόπο διαμονής των διωχθέντων. Ωστόσο, οι συνθήκες διαβίωσης διατηρούνταν σε χαμηλά επίπεδα, παρατηρώντας το γλυφό και άνοστο νερό, δεδομένου ότι η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βάδιζε σε αμφίβολες κατευθύνσεις, έχοντας πολλούς αρρώστους υπό το χείλος του πυρετού, της ακαθαρσίας και της πείνας. Ο συνωστισμός δημιουργούσε επιδημίες και ψείρες, οι οποίες αργά ή γρήγορα κατακτούσαν περισσότερες ψυχές. Οι ασθενείς φυλάσσονταν από τις οικογένειες τους, καθυστερώντας την προώθηση προς τις νοσοκομειακές μονάδες, ούσες φορείς των μικροβίων και των αποσκελετωμένων σκιών. Εκτός αυτών, η ψυχική κατάσταση των Χριστιανών βύθιζε στον κλονισμό, καθ' ότι απαλείφονταν τα αισθήματα του σεβασμού και της αγαθοσύνης, επικυριαρχώντας, η αναλγησία και ο πνευματικός ατομικισμός.
Σφαγές από την πλευρά Ελλήνων
Ο Βρετανός ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι έγραψε ότι υπήρξαν οργανωμένες σφαγές κατά την διάρκεια της ελληνικής κατοχής της Σμύρνης. Ανέφερε ότι ο ίδιος και η γυναίκα του ήταν αυτόπτες μάρτυρες των «ελληνικών κτηνωδιών» - όπως τις περιγράφει - στις περιοχές Γιάλοβας (Yalova), Κίου (Gemlik) και Νικομήδειας (İzmit) και ότι όχι μόνο βρήκαν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις στην μορφή «καμένων και λεηλατημένων σπιτιών, πτωμάτων που είχαν σφαχτεί πρόσφατα και τρομοκρατημένους επιζώντες», αλλά είδαν επίσης Έλληνες πολίτες να ληστεύουν και στρατιωτικούς να προβαίνουν σε εμπρησμούς. Σύμφωνα με τον Τόινμπι με την άφιξη των ελληνικών δυνάμεων εκδιώχθηκε ο άμαχος τουρκικός πληθυσμός, εξαναγκάζοντας χιλιάδες άστεγους πλέον να φύγουν από τις κατεχόμενες περιοχές.
Αντιδιαμετρικά κινείται ο Τζωρτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Η Κατάρα της Ασίας», αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο «Η Θεωρία του 50-50», στο οποίο αντικρούει τη θεωρία περί σφαγών από Έλληνες, θεωρώντας ότι αποτελεί έξυπνη τούρκικη προπαγάνδα. Σαν αυτόπτης μάρτυρας στη Σμύρνη, γράφει ότι το σύνολο του ελληνικού στρατού τήρησε εξαιρετική στάση απέναντι στον τουρκικό λαό, ενώ κάνει ιδιαίτερη μνεία στην ελληνική διοίκηση της Σμύρνης για την αμερόληπτη εφαρμογή του νόμου, σε βαθμό που ο Κυβερνήτης Σεργιάδης, να χάσει τη δημοτικότητά του στο ελληνικό στοιχείο.
IV. Επίλογος
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή οι στρατιωτικοί επαναστάτησαν με το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922. Απαίτησαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου, θεωρώντας τον από τους κύριους υπαίτιους των τραγικών εξελίξεων, και τη σύσταση νέας κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Αντάντ. Με τον Βασιλιά να αποχωρεί στο εξωτερικό και την κυβέρνηση να παραιτείται, συστάθηκε στην Αθήνα έκτακτο στρατοδικείο ("δίκη των έξ", επειδή έξι τελικά καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν), με πρόεδρο τον στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο, όπου παραπέμφθηκαν οχτώ υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Γούναρη, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Παράλληλα ο Ελυθέριος Βενιζέλος τοποθετήθηκε επικεφαλής των διαπραγματεύσεων με τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και τους Τούρκους εκπροσώπους. Η ηττημένη Ελλάδα θα υπογράψει τελικά στις 24 Ιουλίου 1923 την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία αντικατέστησε τη Συνθήκη των Σεβρών.
Η δίκη των υπαιτίων πραγματοποιήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες και, χωρίς να αποδειχθεί η ενοχή των κατηγορουμένων, κατέληξε -κυρίως για την εκτόνωση της λαϊκής αγανάκτησης- με την καταδίκη σε θάνατο των: Δημητρίου Γούναρη, Νικόλαου Θεοτόκη, Γεώργιου Χατζανέστη, Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, Γεώργιου Μπαλτατζή και Νικόλαου Στράτου, στις 28 Νοεμβρίου 1922, απόφαση που θεωρήθηκε από πολλούς ως προαποφασισμένη. Οι κυριότερες κατηγορίες των μαρτύρων συνέγκλιναν στο ότι "οι κατηγορούμενοι τοποθέτησαν τα συμφέροντα του Θρόνου πάνω από τα Εθνικά συμφέροντα". Η εκτέλεση έγινε την ίδια μέρα στου Γουδή και προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στο εξωτερικό. 88 χρόνια αργότερα, το 2010, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του στρατοδικείου και αθώωσε τους καταδικασθέντες, μετά θάνατον.
V. Αποτίμηση
Η Μικρασιατική καταστροφή θεωρείται από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, συμφορά του ελληνισμού διαχρονικά. Με την Συνθήκη της Λωζάνης και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, ο ελληνισμός της Ανατολής εξαφανίστηκε ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια και περίπου 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες ήρθαν υπό άθλιες συνθήκες στην Ελλάδα. Το σχεδόν χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος έπρεπε τάχιστα να στεγάσει και να περιθάλψει αυτόν τον τεράστιο πληθυσμό.
Παράλληλα, με την αποχώρηση μουσουλμάνων στο θρήσκευμα από την ελληνική επικράτεια, η Ελλάδα κατέστη περισσότερο εθνικά και θρησκευτικά ομοιογενής, αλλά η Μεγάλη Ιδέα -κύριος συνεκτικός δεσμός της κοινωνίας και ο κύριος στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για σχεδόν 100 χρόνια- έλαβε τέλος.
Η καταστροφή θα επιφέρει βαθιές τομές εντός της ελληνικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό (δημιουργία πολυπληθούς εργατικής τάξης στα μεγάλα αστικά κέντρα), πολιτικό (ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών δυνάμεων), καθώς και πολιτισμικό (νέα μουσικά ακούσματα, κουζίνα, νέες πνευματικές αναζητήσεις και λογοτεχνικά ρεύματα, όπως η γενιά του ’30 κτλ).
H 8η Σεπτεμβρίου έχει ανακηρυχτεί Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη του Αναλφαβητισμού (αγγλικά: International Literacy Day) από την UNESCO στις 17 Νοεμβρίου1965. Εορτάστηκε για πρώτη φορά το 1966. Σκοπός της είναι να αναδείξει τη σημασία της καταπολέμησης του αναλφαβητισμού για τα άτομα, τις κοινότητες και τις κοινωνίες. Με αφορμή αυτήν την ημέρα διοργανώνονται εορτασμοί ανά τον κόσμο.
Εκτιμάται ότι 781 εκατομμύρια ενήλικοι ζουν χωρίς βασικές ικανότητας αλφαβητισμού, από τα οποίους τα 2/3 είναι γυναίκες. Επίσης, περίπου 103 εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν πρόσβαση σε σχολείο και, έτσι, δε μαθαίνουν να διαβάζουν, να γράφουν ή να μετρούν.
Σύμφωνα με την "Αναφορά Παγκόσμιας Παρατήρησης για την Εκπαίδευση για όλους -2006" (αγγλ.: "Global Monitoring Report on Education for All (2006)") της UNESCO, η Νότια και η Δυτική Ασία έχουν το χαμηλότερο περιφερειακό ποσοστό αλφαβητισμού (58.6%) και ακολουθούνται από την υποσαχάρια Αφρική (59.7%) και τα αραβικά κράτη (62.7%). Οι χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό αλφαβητισμού είναι η Μπουρκίνα Φάσο (12.8%), ο Νίγηρας (14.4%) και το Μαλί (19%). Η αναφορά δείχνει μια ξεκάθαρη σχέση ανάμεσα στον αναλφαβητισμό και τις χώρες με οξύ πρόβλημα φτώχειας, καθώς και τον αναλφαβητισμό και προκαταλήψεων εις βάρος των γυναικών.
Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη του
Αναλφαβητισμού 2006 - αφίσα της UNESCO
Ο ΟΗΕ ορίζει ως αναλφαβητισμό την αδυναμία να διαβάσει ή να γράψει κανείς μια απλή πρόταση σε οποιαδήποτε γλώσσα. Έτσι, αυτά τα ποσοστά αναφέρονται μόνο στο βασικό, και όχι τον περιεκτικότερο, αλφαβητισμό.
Στην Ελλάδα αναλφάβητος θεωρείται όποιος δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στο εξατάξιο δημοτικό σχολείο, ενώ άλλες χώρες για να χαρακτηρίσουν κάποιον εγγράμματο αρκούνται στη γνώση γραφής και ανάγνωσης.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό των εγγράμματων ενηλίκων φθάνει το 91% του πληθυσμού (94% άνδρες και 88% γυναίκες, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό για μια χώρα - μέλος της Ε.Ε., 560 χιλιάδες Eλληνίδες δεν έχουν τελειώσει το δημοτικό). Αντίθετα, το ποσοστό των εγγραμμάτων ανηλίκων ως 15 ετών κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα (99,5% στο σύνολο - 99,4% στους άνδρες και 99,5% στις γυναίκες).
Το θέμα του εορτασμού του 2006 είναι: "Η μόρφωση υποστηρίζει την ανάπτυξη". Στόχος είναι να αναδειχτεί ότι ο αλφαβητισμός δεν είναι μόνο ένα θετικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης αλλά είναι επίσης ένας μοχλός για την επίτευξη περαιτέρω κοινωνικής προόδου. Ο εορτασμός του 2006 συνδυάζεται με την Πρωτοβουλία Αλφαβητισμού για την Ενδυνάμωση της UNESCO (αγγλ.: "Literacy Initiative for Empowerment" (LIFE)), που ξεκίνησε το 2005 και που έχει ως στόχο να βοηθήσει να μειωθεί στο μισό ως το 2015 το ποσοστό του ενήλικου αναλφάβητου πληθυσμού στον κόσμο. Η πρωτοβουλία LIFE πραγματοποιεί δράσεις σε 35 χώρες με ποσοστό αλφαβητισμού λιγότερο από 50% ή με περισσότερους από 10 εκατομμύρια αναλφάβητους και είναι σχεδιασμένη για να φέρει σε πέρας τους στόχους της Δεκαετίας Αλφαβητισμού του ΟΗΕ (2003-2012).
Η ιστορία κατέληξε τελικά στην δολοφονία του. Σε μια επιθεώρησή του στο κάστρο του χωριού, κυκλοφορώντας χωρίς πανοπλία, δέχτηκε βέλη που τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Λίγο πριν ξεψυχήσει, διέταξε να του φέρουν μπροστά του το δολοφόνο του: ήταν ένα παιδί που ισχυριζόταν ότι ο Ριχάρδος σκότωσε τον πατέρα του και τους αδελφούς του. Ο Ριχάρδος το συγχώρησε και διέταξε να το αφήσουν να φύγει χωρίς να το πειράξουν. Ο εγκέφαλος του Ριχάρδου τάφηκε στο αββαείο του Σαρρού στο Πουατού, η καρδιά του τοποθετήθηκε στον Καθεδρικό ναό της Ρουέν και το υπόλοιπο σώμα του στο αββαείο του Φοντεβρώ.
Πορτρέτο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, Μερρύ-Ζοζέφ Μπλοντέλ, 19ος αιώνας
Ο Ριχάρδος Α΄ ο Λεοντόκαρδος (Οξφόρδη8 Σεπτεμβρίου1157 - 6 Απριλίου1199) ήταν βασιλιάς της Αγγλίας και δούκας της Ακουιτανίας (1189-1199). Ονομάστηκε Λεοντόκαρδος λόγω του θάρρους του στο πεδίο της μάχης. Ήταν τρίτος γιος και διάδοχος του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β΄ και της Ελεονώρας της Ακουιτανίας, από τους ηγέτες της Γ΄ Σταυροφορίας και ένας από τους διασημότερους μονάρχες της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Ήταν ο ευνοούμενος γιος της μητέρας του Ελεονώρας, από την οποία χρίστηκε δούκας της Ακουιτανίας (1168) και κόμης του Πουατιέ (1172). Ήταν Γάλλος, όπως όλη η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας, εκπαιδεύτηκε σαν Γάλλος και έγραψε στη γαλλική γλώσσα πολλά ποιήματα, ενώ αδιαφόρησε ακόμα και να μάθει την αγγλική γλώσσα. Χαρακτηρίζεται και ως ο απών βασιλιάς, επειδή από τα 10 χρόνια που βασίλεψε στην Αγγλία, έζησε μονάχα έξι μήνες σε αγγλικό έδαφος, κάτι το οποίο χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι συγγραφείς για να ασκήσουν έντονη κριτική για την πλήρη αδιαφορία του Ριχάρδου για την Αγγλία. Απεχθανόταν την Αγγλία λόγω του άσχημου καιρού της και απέφευγε με κάθε μέσο να βρεθεί σε αυτή, προτιμώντας να ζει σε γαλλικά εδάφη. Αισθανόταν Γάλλος βασιλιάς της Αγγλίας, όπως όλοι οι πρώτοι βασιλείς της δυναστείας των Πλανταγενετών.
Παρόλα αυτά παρέμεινε στην ιστορία σαν ένας από τους θρυλικότερους Άγγλους βασιλείς και η φήμη του φτάνει μέχρι και τις μέρες μας. Ήταν ελκυστικός από την παιδική του ηλικία, κοκκινομάλλης με λαμπερά μάτια και με ωραίες συμμετρικές σωματικές αναλογίες. Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα ηγετικά και τα στρατιωτικά του προσόντα. Πολέμησε πετυχημένα τους ευγενείς στο δουκάτο της Ακουιτανίας που είχε υπό την εξουσία του.
Ι. Εμφύλιος πόλεμος με τον πατέρα του
Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ερρίκος ο Νεώτερος, στέφθηκε το 1170 βασιλιάς της Αγγλίας σαν Ερρίκος Γ΄, τίτλο που τελικά δεν πήρε ποτέ. Γι' αυτό και οι ιστορικοί τον ονόμασαν Νεώτερο, προκειμένου να τον ξεχωρίσουν από τον αληθινό Ερρίκο Γ΄, τον ανιψιό του. Το 1173, συμμάχησε για πρώτη φορά με την μητέρα του και τους αδελφούς του, Ερρίκο και Γοδεφρείδο, προκειμένου να ανατρέψουν τον πατέρα του από τον θρόνο. Η επανάσταση καταστάλθηκε εύκολα, η μητέρα του αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε, ενώ ο μόλις 17χρονος Ριχάρδος αρνήθηκε λόγω αδυναμίας να δώσει συνέχεια στην διαμάχη και δήλωσε υποταγή στον πατέρα του.
Ο πατέρας του ήθελε να τον παντρέψει με την πριγκίπισσα της Γαλλίας Αλίκη, αλλά ο Ριχάρδος αρνήθηκε λόγω του ότι η Αλίκη ήταν αδελφή του πιο κοντινού του συμμάχου, βασιλιά της Γαλλίας, Φιλίππου Β΄. Μετά την αποτυχία του στην επανάσταση κατά του πατέρα του άρχισε, το 1179, να αντιμετωπίζει προβλήματα επαναστάσεων από τους υπηκόους του στην Ακουιτανία το 1179. Οι επαναστάτες οχυρώθηκαν στο απόρθητο φρούριο του Taillebourg, ενώ ο Ριχάρδος άρχισε να καταστρέφει τις περιοχές γύρω από το κάστρο, προκειμένου να τους αποκλείσει. Τελικά μόλις τελείωσαν τα τρόφιμα επιχείρησαν έξοδο, όπου ο Ριχάρδος τους συνέτριψε εύκολα. Ιστορικοί αναφέρουν ακρότητες του Ριχάρδου εναντίον των αιχμαλώτων και εξαναγκασμό των γυναικών στην πορνεία.
Μετά την καταστολή των βαρώνων της Ακουιτανίας, άρχισε να προκαλεί τον πατέρα του, προκειμένου να τον χρίσει διάδοχο στον θρόνο (1180 - 1183). Τότε ο πατέρας του τον προσκάλεσε να δώσει υποτέλεια στον διάδοχο του, Ερρίκο τον Νεώτερο, μεγαλύτερο αδελφό του, κάτι που έκανε τον Ριχάρδο να εξοργιστεί. Τότε (1183) ο Ερρίκος ο Νεώτερος και ο μικρότερος αδελφός του Γοδεφρείδος επιτέθηκαν στην Ακουιτανία, προκειμένου να καθυποτάξουν τον Ριχάρδο. Όμως, το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο Ερρίκος πέθανε και τότε ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄ έδωσε την άδεια στον μικρότερο από τους γιους του, Ιωάννη, να επιτεθεί στην Ακουιτανία, οπότε ο Ριχάρδος συμμάχησε με τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Β΄ Αύγουστο. Οι σχέσεις του με τον Φίλιππο Β΄ ήταν τόσο στενές που έτρωγαν και κοιμόντουσαν μαζί, κάτι που οι περισσότεροι το ερμήνευσαν σαν ομοφυλοφιλική σχέση μεταξύ τους. Ο Ριχάρδος υποσχέθηκε να του δώσει την Νορμανδία και το Ανζού, προκειμένου να τον βοηθήσει να καταλάβει τον αγγλικό θρόνο από τον πατέρα του.
Τον Ιούλιο του 1189, οι ενωμένες δυνάμεις Ριχάρδου και Φιλίππου συνέτριψαν τον στρατό του Ερρίκου στο Μπαλάνς. Ο ηττημένος Ερρίκος ταπεινωτικά δέχθηκε να υπογράψει την διαδοχή του από τον Ριχάρδο στον γαλλικό θρόνο και πέθανε από την λύπη του. Ο Ριχάρδος στις 3 Σεπτεμβρίου 1189 στέφθηκε βασιλιάς της Αγγλίας.
ΙΙ. Ταραχές με τους Εβραίους
Όταν ο Ριχάρδος στέφθηκε βασιλιάς διέταξε να βγουν έξω από την αίθουσα στέψης όλοι οι Εβραίοι, αλλά μερικοί επανήλθαν με δώρα στο βασιλιά προκειμένου να τους δεχτεί. Τότε οι αυλικοί άρχισαν να μαστιγώνουν τους Ιουδαίους και αμέσως διέρρευσε ψευδώς η φήμη στο Λονδίνο ότι ο βασιλιάς Ριχάρδος Α΄ διέταξε την σφαγή όλων των Ιουδαίων που υπάρχουν στην χώρα. Αμέσως έγινε μακελειό: οι περισσότεροι Ιουδαίοι βρήκαν βίαιο θάνατο ή κάηκαν ζωντανοί από τον όχλο και όσοι γλύτωσαν βαπτίστηκαν με τη βία χριστιανοί ή δραπέτευσαν. Ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι ονόμασε τον Ριχάρδο όργανο του σατανά.
Χάλκινος ανδριάντας του βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδου Α΄ στα ανάκτορα του Ουέστμινστερ στο Λονδίνο
ΙΙΙ. Προετοιμασίες για την τρίτη Σταυροφορία
Ο Ριχάρδος, προκειμένου να εξασφαλίσει την ειρήνη στο κράτος του, αφού ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για Σταυροφορία, διέταξε την εκτέλεση των μεγαλύτερων σφαγέων, υπογράφοντας και την ελευθερία των Εβραίων στην Αγγλία. Την ίδια ώρα που ο Ριχάρδος με τον Φίλιππο Β΄ της Γαλλίας νικούσαν τον Ερρίκο Β΄ (1188), ο μουσουλμάνος Σαλαντίν καταλάμβανε τα Ιεροσόλυμα. Αμέσως άρχισε να προετοιμάζεται πυρετωδώς για Σταυροφορία με τον Φίλιππο, συγκεντρώνοντας ισχυρό στρατό. Χρησιμοποίησε όλη την πατρική περιουσία, επέβαλλε υψηλούς φόρους και απελευθέρωσε τον Γουλιέλμο Α΄ της Σκωτίας για να τον θέσει υπό τις διαταγές του. Για 10.000 μάρκα πούλησε πολλούς τίτλους και αξιώματα. Ο Γουλιέμος Λόνγκσαμπ, επίσκοπος του Έλυ, πλήρωσε 3.000 λίρες, προκειμένου να διατηρήσει την θέση του σαν καγκελάριος.
Αναγνώρισε τον Γουλιέλμο Ραλφ, που είχε διορίσει ο πατέρας του ταξίαρχο της Νορμανδίας, και τακτοποίησε τις ταξιαρχίες σε όλες τις υπόλοιπες γαλλικές περιοχές. Τελικά διόρισε σαν αντιβασιλιά τον Γουλιέλμο Λόνγκσαμπ κάτι που δυσαρέστησε τον γιο του, Ιωάννη, ο οποίος άρχισε να συνωμοτεί εναντίον του.
Τελικά μετά από όλες τις προετοιμασίες συγκέντρωσε 4.000 άρματα, 4.000 στρατιώτες και 100 πλοία. Τον Σεπτέμβριο του 1190, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος έφτασαν στη Σικελία, όπου μετά τον θάνατο του βασιλιά Γουλιέλμου Β΄, ο εξάδελφός του σφετερίστηκε τον θρόνο και φυλάκισε τη χήρα του Γουλιέλμου Ιωάννα, που ήταν αδελφή του Ριχάρδου Α΄, σφετεριζόμενος την περιουσία της. Ο Ριχάρδος επιτέθηκε, κυρίευσε την Μεσσήνη (4 Οκτωβρίου 1190) και αφού την λεηλάτησε εγκατέστησε εκεί μια από τις κυριότερες βάσεις του. Έκλεισε συμφωνία με τον Τανκρέδο (4 Μαρτίου 1191) με τους ακόλουθους όρους:
Ο Τανκρέδος θα απελευθέρωνε την αδελφή του Ριχάρδου Ιωάννα και θα επέστρεφε την περιουσία της.
Ο Ριχάρδος θα αναγνώριζε τον Τανκρέδο νόμιμο βασιλιά της Σικελίας.
Θα πάντρευε μια από τις κόρες του μόλις έφθαναν σε κατάλληλη ηλικία με τον ανιψιό του, Αρθούρο, που τον είχε ορίσει και δικό του διάδοχο, και θα τον όριζε διάδοχο του στον θρόνο της Σικελίας.
Στη συνέχεια ο Ριχάρδος αναχώρησε από την Σικελία.
Τον Απρίλιο του 1191, λόγω θαλασσοταραχής, ναυάγησε στο νησί της Ρόδου, όπου φαίνεται συνάντησε την αρραβωνιαστικιά του Βερεγγαρία της Ναβάρρας, κόρη του Σάντσο ΣΤ΄ της Ναβάρρας. Παρακάλεσε τη μητέρα του, Ελεωνόρα της Ακουιτανίας, να μεσολαβήσει στον πατέρα της, προκειμένου να επιτρέψει να πραγματοποιηθεί ο γάμος τους. Μόλις άφησε το νησί της Ρόδου λόγω νέας θαλασσοταραχής, έπεσε στο νησί της Κύπρου, στο λιμάνι της Λεμεσού, και κατέλαβε την πόλη. Αποφάσισε να καταλάβει όλο το νησί, καθώς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν η καλύτερη βάση απέναντι στους Τούρκους. Την Κύπρο υπερασπίστηκε γενναία με ολιγάριθμους άνδρες ο ηγεμόνας Ισαάκιος (Κομνηνός) Καματηρός, που υπέκυψε γρήγορα στον καλά οργανωμένο στόλο του Ριχάρδου. Μετά την κατάκτηση αναχώρησε και πάλι αφήνοντας διοικητή τον Ριχάρδο Κάμβιλ.
IV. Αποτυχημένη τρίτη Σταυροφορία
Πριν αναχωρήσει από την Κύπρο, ο Ριχάρδος παντρεύτηκε επίσημα πλέον την Βερεγγαρία, ενώ δεν είχε σπάσει ακόμα ο αρραβώνας που του είχε κάνει ο πατέρας του με την Αλίκη της Γαλλίας. Ο γάμος του με την Βερεγγαρία του εξασφάλιζε την Ναβάρρα, που γειτόνευε με την Ακουιτανία, που είχε πάρει σαν προίκα από την Αλίκη, ελπίζοντας σε ένωση των εδαφών τους. Αλλά επέστρεψαν χωριστά και η Βερεγγαρία δεν πάτησε στην Αγγλία όσο ζούσε ο Ριχάρδος· μετά την αιχμαλωσία του ο Ριχάρδος επέστρεψε χωρίς την σύζυγο του.
Οι γνώμες διχάζονται σχετικά με την ομοφυλοφιλία του Ριχάρδου, πάντως οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ήταν όντως ομοφυλόφιλος. Επειδή είχε διαβάσει στην Παλαιά Διαθήκη σχετικά με τη βίαιη οργή του Θεού στις παράνομες σχέσεις και την καταστροφή των Σοδόμων που κατοικούνταν από ομοφυλόφιλους, φοβόταν να προχωρήσει σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Αναφέρεται ως εραστής του και ο νεότερος αδελφός της Βερεγγαρίας, η οποία στενοχωρήθηκε παρόλα αυτά έντονα όταν ο Ριχάρδος πέθανε (1199).
Ο Ριχάρδος Α΄ στρατοπέδευσε στην Άκρα (1191) και έδωσε την υποστήριξη του στον Γκυ των Λουζινιάν, που είχε φέρει στρατεύματα να τον υπερασπίσει στην Κύπρο. Ήταν χήρος μιας εξαδέλφης του πατέρα του, της Σιβύλλας των Ιεροσολύμων, και προσπάθησε να πάρει την ηγεμονία των Ιεροσολύμων. Τα δικαιώματα του Γκυ είχαν προέλθει από τον Κονράδο του Μομφερράτου, δεύτερο σύζυγο της ετεροθαλούς αδελφής της Σιβύλλας, Ισαβέλλας. Ο Κονράδος είχε υποστηρίξει με σθένος την Τύρο (1187).
Ο Ριχάρδος και οι άνδρες του συμμετείχαν στην πολιορκία της Άκρας, παρά την ασθένεια του βασιλιά τους από σκορβούτο. Τότε ο Ριχάρδος ήρθε σε έντονη ρήξη με τον Αυστριακό αυτοκράτορα Λεοπόλδο Ε΄ για το θέμα της εκθρόνισης του Ισαάκιου Κομνηνού, με την οποία ο Λεοπόλδος διαφωνούσε. Σε λίγο και ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Β΄ αρρώστησε από δυσεντερία και αναχώρησε για τη Γαλλία αφήνοντας τον Ριχάρδο μόνον του, χωρίς συμμάχους.
Ο Ριχάρδος είχε 2.700 μουσουλμάνους αιχμαλώτους, τους οποίους φοβόταν να κρατήσει ζωντανούς όσο ήταν αυτός απασχολημένος σε μάχες και διέταξε την θανάτωση τους. Νίκησε τις δυνάμεις του Σαλαντίν στην μάχη του Αρσούφ (1191). Προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τον Σαλαντίν, προσφέροντάς του το χέρι της χήρας αδελφής του, Ιωάννας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ένας εκλέκτορας πίεσε τον Ριχάρδο να δεχτεί τον Κονράδο του Μομφερράτου, βασιλιά των Ιεροσολύμων, με αντάλλαγμα να τοποθετηθεί βασιλιάς της Κύπρου ο Γκυ των Λουζινιάν, αλλά ο Κονράδος έπεσε θύμα δολοφονίας. Τότε ένας ευγενής, ο Ερρίκος Β΄ της Καμπανίας, στέφθηκε βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, αφού παντρεύτηκε την χήρα του, Ισαβέλλα.
V. Αιχμαλωσία στην Αυστρία
Ο Ριχάρδος είδε ότι η παραμονή του στους Αγίους Τόπους δεν μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο, αφού έμαθε ότι ο Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας και ο μικρότερος αδελφός του, Ιωάννης, συνωμοτούσαν εναντίον του. Έκανε μια τελευταία απόπειρα να κατανικήσει τον Σαλαντίν, ηττήθηκε όμως και αποφάσισε να έρθει σε συμφωνία μαζί του. Συμφώνησαν να καταστρέψουν τα τείχη της Ασκαλών και να επιτρέπεται ελεύθερα η είσοδος των προσκυνητών στα Ιεροσόλυμα.
Ο κακός καιρός τον έκανε να ναυαγήσει στην Κέρκυρα, που ήταν υπό την κατοχή του Ισαάκιου Β΄ Άγγελου, από όπου μεταμφιεσμένος σε Ναΐτη ιππότη βάδισε για την Κεντρική Ευρώπη. Στο δρόμο, ο γαμπρός του, Ριχάρδος, αιχμαλωτίστηκε (1192) κοντά στη Βιέννη από τον Λεοπόλδο Ε΄, που κατηγόρησε τον Ριχάρδο ότι είχε συμμετοχή στην δολοφονία του ξαδέλφου του, Κονράδου του Μομφερράτου. Ο πραγματικός λόγος ήταν ότι ο Γερμανός αυτοκράτορας ήταν έντονα προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο, γιατί κατά την διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας είχε σκίσει μια σημαία του. Ο Ριχάρδος, αν και μεταμφιεσμένος, αναγνωρίστηκε από κάποιο δακτυλίδι ή για το ότι έτρωγε ψητό κοτόπουλο, που θεωρείτο βασιλικό γεύμα. Ο βασιλιάς ήταν αιχμάλωτος του αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄, αλλά οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα καλές.
Αρχικά κρατήθηκε στο κάστρο Κουενρίγκερ, που διασώζεται ερειπωμένο και σήμερα ακόμα στην μικρή Αυστριακή πόλη Ντίρνσταϊν, πάνω στα βράχια. Ο θρύλος λέει ότι ο πιστός τροβαδούρος του, Μπλοντέλ, ψάχνοντας το αφεντικό του, περιφερόταν σε όλη την Ευρώπη τραγουδώντας έναν σκοπό που μόνο ο ίδιος και ο βασιλιάς ήξεραν. Περνώντας τυχαία από τα βράχια του Ντίρνσταϊν, ο Ριχάρδος ανταπέδωσε τον σκοπό, ο Μπλοντέλ τον αναγνώρισε και απελευθέρωσε τον αγαπημένο του βασιλιά. Τα ιστορικά δεδομένα όμως δεν συμφωνούν με αυτό, γιατί ο Ριχάρδος μετά από το κάστρο Κουενρίγκερ μεταφέρθηκε σε πολλές άλλες πόλεις της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως την απελευθέρωσή του. Η μητέρα του, Ελεονώρα, προσπάθησε να συγκεντρώσει τα 150.000 μάρκα που ζητούσε ο Ερρίκος με την βοήθεια κλήρου και λαού. Αργότερα ο Ερρίκος έριξε το ποσό στις 100.000, όσο είχε ζητήσει και για τον Σαλαντίν. Ο Ιωάννης ο Ακτήμων του έστειλε μυστικά 80.000 με την προϋπόθεση να εξακολουθήσει να κρατά όμηρο τον Ριχάρδο, αλλά ο αυτοκράτορας αρνήθηκε και του τα επέστρεψε. Τελικά ο Ριχάρδος στις 4 Φεβρουαρίου1194 ελευθερώθηκε.
VI. Επιστροφή στην Αγγλία
Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, ο Ιωάννης ο Ακτήμων είχε καταλάβει το θρόνο. Ο Ριχάρδος όχι μόνο τον συγχώρησε, αλλά και τον όρισε διάδοχό του στον θρόνο αντί για τον ανιψιό του Αρθούρο. Ετοιμάστηκε πυρετωδώς για εκστρατεία κατά του Φιλίππου Β΄ συγκεντρώνοντας συμμάχους, μεταξύ των οποίων τον Βαλδουίνο Θ΄ της Φλάνδρας και τον πεθερό του, Σάντσο ΣΤ΄ της Ναβάρρας. Έκανε επίθεση στον Φίλιππο από το νότο έχοντας σημαντικές επιτυχίες. Κατέλαβε και έκαψε την πόλη Λιμουζέν (1191). Στο Φρετεβάλ ο Γάλλος βασιλιάς τράπηκε σε φυγή αφήνοντας σημαντικά οικονομικά έγγραφα του κράτους του στα χέρια του Ριχάρδου (1194). Τέλος μετά τη νίκη του στην μάχη του Ζισόρ (1198), πρόσθεσε στους τίτλους του την φράση «Ο Θεός και το δικαίωμά μου» (Dieu et mon droit), εννοώντας ότι δεν είναι κανένας άλλος ανώτερος του παρά μόνο ο Θεός, φράση που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα ως το εθνικό σύνθημα της Αγγλίας.
Τάφος του Ριχάρδου Α΄ στον Καθεδρικό ναό της Ρουέν
Τάφος του Ριχάρδου Α΄ στο αββαείο του Φωντεβρώ
VII. Δολοφονία
Η ιστορία που κατέληξε τελικά στην δολοφονία του ξεκίνησε από την Ακουϊτανία, όπου κάποιος αγρότης βρήκε σε ένα χωράφι έναν μεγάλο θησαυρό από χρυσά νομίσματα και αγάλματα. Ο φεουδάρχης της περιοχής αρνήθηκε όπως όφειλε να παραδώσει τον θησαυρό στον βασιλιά Ριχάρδο, που αποφάσισε με στρατιωτικά μέσα να καταλάβει το χωριό. Τελικά σε μια επιθεώρησή του στο κάστρο του χωριού, κυκλοφορώντας χωρίς πανοπλία, δέχτηκε βέλη που τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Λίγο πριν ξεψυχήσει, διέταξε να του φέρουν μπροστά του το δολοφόνο του: ήταν ένα παιδί που ισχυριζόταν ότι ο Ριχάρδος σκότωσε τον πατέρα του και τους αδελφούς του. Ο Ριχάρδος το συγχώρησε και διέταξε να το αφήσουν να φύγει χωρίς να το πειράξουν. Ο εγκέφαλος του Ριχάρδου τάφηκε στο αββαείο του Σαρρού στο Πουατού, η καρδιά του τοποθετήθηκε στον Καθεδρικό ναό της Ρουέν και το υπόλοιπο σώμα του στο αββαείο του Φοντεβρώ.