Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Μποτιτσέλι, ο ζωγράφος της Άνοιξης

Γεννήθηκε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ το 1445
Ο αρχαίος κόσμος τον ενδιαφέρει μόνον αν είναι φορέας ηθικών διδαγμάτων, όπως στο έργο του «Συκοφαντία». Αρνείται τους νεωτερισμούς της εποχής του ... ο Μικελάντζελο και ο Ντα Βίντσι τον περιφρονούν που δεν ακολουθεί την νέα μόδα, αλλά αυτός δεν μπορεί παρά να σεβαστεί την αλήθεια της ψυχής του. 

Αλεσσάντρο ντι Μαριάνο Φιλιπέπι (Alessandro di Mariano di Vanni Filipepi, 1 Μαρτίου 1445 – 17 Μαΐου 1510), γνωστός περισσότερο ως Σάντρο Μποττιτσέλλι, (Sandro Botticelli).

Γεννήθηκε το 1445 στην Φλωρεντία. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν βυρσοδέψης. Ο μικρός Μποτιτσέλι είχε φυσική κλίση στα γράμματα και ήταν από τους πιο επιμελείς μαθητές. Κάποια στιγμή θα τον ελκύσει η ζωγραφική και θα έχει για δάσκαλο του τον Φίλιππο Λίππι.
Ο Μποτιτσέλι κάνει την εμφάνιση του καλλιτεχνικά μετά τον Βερόκιο και πριν τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. Το περιβάλλον της Φλωρεντίας τότε ήταν σε μια περίοδο ακμής, άνθισης στα πάντα και κυριαρχούσαν οι πλούσιοι Μέδικοι, όπου ο Σάντρο γύρω στα 30 του χρόνια θα γίνει ο αγαπημένος τους ζωγράφος.
λεπτομ. απο "Ο θρίαμβος της Άνοιξης"
Πορτρέτο νεαρής γυναίκας (1480-85)
Αυτοπροσωπογραφία με ένα μετάλλιο (1474)

Προσκύνημα των μάγων (1487) Μποτιτσελι


Η ιστορία της Λουκρητίας (1496-1504), Μποτιτσέλι


"Προσκύνημα των μάγων (1500)" Μποτιτσέλι


"Ο θρίαμβος της Άνοιξης»- 1476-1480, Μποτιτσέλι

λεπτομ. απο «Η γέννηση της Αφροδίτης»
Το 1475 αναλαμβάνει να ζωγραφίσει για τον μικρό αδελφό του Λορέντζο του Μεγαλοπρεπή, που ήταν αρχηγός της λεγόμενης «χρυσής νεολαίας», ένα λάβαρο για την πασίγνωστη τότε «Κονταρομαχία» που τραγουδούσε ο ουμανιστής ποιητής και δάσκαλος των Μεδίκων, ονόματι Άντζελο Πολιτσιάνο. Θα ζωγραφίσει και για τον συγγενή του ηγεμόνα, για τον Λορέντζο ντι Πιερφραντσέσκο. Θα γνωρίσει ακόμα όλο τον κύκλο των ουμανιστών που βρίσκονται στη Φλωρεντία. Αυτό θα έχει αντίκτυπο στη ζωγραφική του όπου οι ιδέες του νεοπλατωνισμού θα εκφραστούν στο πιο γνωστό έργο του «Ο θρίαμβος της Άνοιξης»- 1476-1480, όπου απεικονίζει την Αφροδίτη, τις 3 Χάριτες αριστερά, την Άνοιξη σκεπασμένη με λουλούδια δεξιά και δεξιότερα της μια γυναίκα την Φλώρα που σπρώχνεται από τον Ζέφυρο-Θάνατο κρατώντα την από το χέρι, ενώ αυτή έχει στο στόμα της ένα κλαδί σπασμένο 3 φορές (σύμβολο των κτυπημάτων της ζωής). Αυτό το κομμάτι του έργου παρουσιάζει μια πραγματική και ωραία γυναίκα, την Σιμονέττα Βεσπούτσι και τον επικείμενο θάνατο της.


Παλλάς και Κένταυρος (1482), Μποτιτσέλι
Πορτρέτο νεαρού άνδρα (1483)
Σκηνές απο τη ζωή του Μωυσή (1481-82)
Το 1481 ο Μποτιτσέλι θα πάει στη Ρώμη με κάλεσμα του Πάπα Σίξτου ΄Δ για να διακοσμήσει μαζί με άλλους διάσημους ζωγράφους το παρεκκλήσι της Καπέλα Σιξτίνα (για παρουσίασή της πατήστε ΕΔΩ). Ο Μποτιτσέλι διαλέγει στα θέματα του να ζωγραφίσει σκηνές από την ζωή του Μωυσή και του Χριστού. Το 1482 επιστρέφει στη Φλωρεντία και ζωγραφίζει θέματα που αγαπούσε. Αυτά ήταν αρχαίες αλληγορίες, Παναγίες και εικόνες βωμών. Αυτή ήταν και η πιο παραγωγική του περίοδος με πολλά και αξιόλογα έργα, όπως «Η γέννηση της Αφροδίτης», «Παναγία με το ρόδι», οι κυκλικοί πίνακες του (tondi), οι τοιχογραφίες της έπαυλης Τορναμπουόνι, οι εικόνες για εκκλησίες και μοναστήρια όπως «Η στέψη της Παρθένου» για την εκκλησία του Αγ. Μάρκου, «Ο Ευαγγελισμός» για το μοναστήρι του Καστέλο.

«Η γέννηση της Αφροδίτης» 1485, Μποτιτσέλι

"Ο Ευαγγελισμός της Παρθένου" 1481, Μποτιτσέλι

Παναγία με το ρόδι, 1487, Μποτιτσέλι

"Οι τρεις πειρασμοί του Χριστού" 1481-82, Μποτιτσέλι

Πεθαίνοντας ο Μεγαλοπρεπής Λορέντζο, την εξουσία την παίρνει ο γιός του Πιέρο που όμως δεν καταφέρνει ούτε με νίκες, ούτε με ισορροπίες να κρατήσει τη θέση του, και σε ένα πόλεμο με τους Γάλλους την χάνει οριστικά. Έτσι, από το 1494 ανεβαίνει στην εξουσία ο δικτάτορας Σαβοναρόλα. Ο Ιερώνυμος Σαβοναρόλα (και εδώ είναι η έκπληξη) ήταν δομινικανός καλόγερος!
Αυτή η κρίση θα έχει μεγάλο αντίκτυπο και στο έργο του Μποτιτσέλι γιατί επιπλέον ο αδελφός του όπου ζούσαν μαζί ήταν φανατικός μαθητής του καλόγερου δικτάτορα.

"Ο Αγιος Ιωάννης στη Πάτμο" 1490, Μποτιτσελι

Ο Σαβοναρόλα έχει δυναμικότατη εμφάνιση και κατηγορεί τη προηγούμενη ζωή που προωθούσε και επιδείκνυε ο Μεγαλοπρεπής Λορέντζο με τα ελεύθερα ήθη και έκανε φλογερά κηρύγματα υπέρ της εγκράτειας.

"Η Αγία Τριάδα, 1491, Μποτιτσέλι

Ο Μποτιτσέλι αρχίζει πια να αισθάνεται τύψεις και ενοχές για την προηγούμενη ζωή του και για τα έργα του. Φθάνει σε σημείο να απεχθάνεται την πολυτέλεια, τους μύθους και τις μάσκες στα έργα τέχνης και στα βιβλία που είχαν αυτό το πνεύμα (και που τότε οι φανατικοί του Ιερώνυμου τα έκαιγαν στη φωτιά).

Ο Μποτιτσέλι ήταν τότε 50 χρονών. Όντας από τη φύση του πιο κλειστός άνθρωπος, αυτή η εξωτερική αλλαγή τον μεταμόρφωσε και εσωτερικά. Κατάρρευσε μέσα του ο κόσμος που πίστευε και υπηρετούσε με την ζωή και το έργο του. Η πτώση του κόσμου του, του άφηνε ένα αίσθημα ματαιότητας. Όλες οι τιμές, η αγάπη που τις συνόδευαν, όλες οι διακρίσεις για τις όμορφες και γαλήνιες μορφές με τις αρχαίες αλληγορίες ήταν πια χωρίς περιεχόμενο γι 'αυτόν. Ένα τίποτα. Πίστευε πια πως αυτά τα έργα του δεν είχαν την αλήθεια της ζωής.

"Η Παναγία με το Θείο Βρέφος" 1493, Μποτιτσελι

Τη χαριστική βολή σε όλα αυτά, σε αυτή την αλλαγή θα δώσει η πτώση και η εκτέλεση του Σαβοναρόλα το 1498. Από τότε ο Μποτιτσέλι και μέχρι να πεθάνει αποσύρεται στον εσωτερικό του κόσμο. Αποτάσσεται κάθε θέμα ζωγραφικής που ζωγράφιζε πριν την εμφάνιση του Ιερώνυμου και από εδώ και πέρα ζωγραφίζει αποκλειστικά ιερές εξιστορήσεις και συμβολικές παραστάσεις με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Η Φλωρεντία όμως σαν σύνολο, είχε ξεχάσει μονομιάς τα κηρύγματα του Ιερώνυμου και αναζητούσε με μανία την πρότερη ζωή. Τότε κάνει την εμφάνιση του ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι και ο Μικελάντζελο (για τη βιογραφία του πατήστε ΕΔΩ). Σαν αποτέλεσμα, ο Μποτιτσέλι δέχεται όλο και λιγότερες παραγγελίες και όλο και πιο σπάνια. Στα τελευταία του χρόνια ζωγράφιζε μόνο για ταπεινούς ιδιώτες.

"Θρήνος για το νεκρό Χριστό και Άγιοι" 1490, Μποτιτσέλι

"Το θαύμα του Αγίου Eligius" (1490-92) Μποτιτσέλι

17 Μαΐου του 1510, ο Σάντρο πεθαίνει. Ενταφιάζεται στην εκκλησία των Αγ. Πάντων, ξεχασμένος από όλους.

Το έργο του θα επανεκτιμηθεί τον 19ο αιώνα από τους άγγλους τεχνοκριτικούς Τζόν Ράσκιν και Ουώλτερ Πέητερ, τότε που παρήκμαζε η αριστοκρατία και αυτό τους θύμισε κάπως την παρήκμαση του ζωγράφου. Βέβαια, ο Μποτιτσέλι μπορεί να έβγαινε στο προσκήνιο ξανά σε πολλά επίπεδα, όμως εξελισσόταν με βάση την ΕΙΛΙΚΡΙΝΙΑ του στο έργο του.

Αφροδίτη και Άρης (1480), Μποτιτσέλι

Ο Μποτιτσέλι πρέπει να ξεκίνησε να ζωγραφίζει περίπου 20 χρονών. Τα πρώτα του έργα του ήταν κάπως βαριά. Τα επόμενα άρχισαν να γίνονται πιο γραμμικά, όπως είχαν αρχίσει να κάνουν όλοι λίγο πολύ εκείνη την εποχή. Ο Μποτιτσέλι μελετούσε τα έργα των προγενέστερων του, όπως ο Βερόκιο, ο οποίος τον επηρέασε σε αυτή τη γραμμικότητα, όπως το έργο του δασκάλου του Φίλιππο Λίππι που οι μορφές του έχουν σχεδόν λαϊκή, πληθωρική ζωτικότητα. Οι μορφές του Μποτιτσέλι έχουν μια μελαγχολία. Αυτό φαίνεται από την παθητική κλίση των κεφαλιών τους, το ότι δεν χαμογελούν σχεδόν ποτέ αλλά μοιάζουν να σκέφτονται, αλλά και στο ότι οι γραμμές του έχουν μια νωχελικότητα.

Η τιμωρία του Κορέ (1481-82), Μποτιτσελι

Ο Μποτιτσέλι δεν ψάχνει τις αναλογίες της τελειότητας και των μορφών όταν εμπνέεται από τους ουμανιστές και την αρχαιότητα (Πλάτωνα κτλ.) αλλά εμπνέεται ποιητικά από αυτήν και την αποδίδει όχι σαν ένα κόσμο χαμένο για πάντα στο παρελθόν, αλλά σαν ένα κόσμο που επικρατεί στον χρόνο χάρη μιας θαυμάσιας μοναδικότητας που τον χαρακτηρίζει. 
Το ταξίδι του στη Ρώμη για την Καπέλα Σιξτίνα δεν είχε καμιάν επίδραση μέσα του και στην τέχνη του. Απλά, έφερε σε πέρας την υποχρέωση του να φτιάξει έργα όπως «Η τιμωρία των επαναστατών» και «Οι πράξεις του Χριστού και του Μωυσή». Εκεί έπρεπε να δουλέψει μέσα σε ένα κλίμα φθόνου και ζήλειας μεταξύ των καλλιτεχνών. Ο Μποτιτσέλι κάνει τα ωραιότερα του πορτρέτα με λεπτομέρειες που ζωντανεύουν τις σκηνές.
Τον γοήτευε η κυκλική αρμονία εμπνεόταν από αυτήν και έφτιαξε θαυμάσιους στρογγυλούς πίνακες (tondi), που συνηθίζοταν μια εποχή. 

Συκοφαντία, Αλήθεια και Τύψεις - Συκοφαντία του Απελλή (1495), Μποτιτσέλι

Όταν ήρθε η θρησκευτική κρίση, βασάνισε τον κλειστό και μελαγχολικό του χαρακτήρα. Ο αρχαίος κόσμος πια τον ενδιαφέρει μόνον αν είναι φορέας ηθικών διδαγμάτων όπως στο έργο του «Συκοφαντία». Είναι μια πολύπλοκη σκηνή και εμπνευσμένη από ένα κλασικό κείμενο. Την έφτιαξε στο αποκορύφωμα των κηρυγμάτων του Ιερώνυμου. Έχει διαστάσεις μόνο 0,62 Χ 0,91. Βλέπουμε την Συκοφαντία που σέρνει έναν νέο εμπρός στον βασιλιά Μίδα. Την συνοδεύουν η Απάτη, η Δολιότητα και ο Φθόνος. Πιο πέρα η Άγνοια και η Υποψία ψιθυρίζουν στα αυτιά του βασιλιά που είναι όμοια του γαιδάρου. Όλες οι μορφές είναι μέσα σε μιαν ένταση. Όμως στα αριστερά ξεχωρίζει η μορφή της γυμνής και μόνης Αλήθειας σε αντίθεση με την μαυροντυμένη Τιμωρία που βρίσκεται δίπλα της.

Σε αυτή την εποχή, ο Μποτιτσέλι αρνείται τους νεωτερισμούς της εποχής του που ξεφεύγουν από την εκκλησία και κυριότεροι φορείς του ήταν ο Μικελάντζελο και ο Ντα Βίντσι. Και αυτοί οι δυο τον περιφρονούν που δεν ακολουθεί την νέα μόδα, αλλά αυτός δεν μπορεί παρά να σεβαστεί την αλήθεια της ψυχής του. 

ΜΑΡΙΑ ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Κυριακή της Ορθοδοξίας ή Α΄ Κυριακή των Νηστειών (42 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα)

«ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει»
ΣΗΜΕΡΑ εορτάζει η Ορθοδοξία την αναστήλωση των ιερών εικόνων, μετά την μεγάλη εικονομαχική έριδα που συντάραξε την Εκκλησία για περισσότερα από 100 χρόνια

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Η σημερινή αγία ημέρα είναι ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Αποτελεί δε, ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής ιστορίας μας, της αναστήλωσης των ιερών εικόνων, γεγονός που συνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασίλισσας και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 - 843 μ.Χ.).

Η αναφορά γίνεται στη μεγάλη Εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια.

ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ ΚΑΙ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ 

(α) Η παράδοση της Εκκλησίας για τις ιερές εικόνες
Ο Χριστιανισμός κάτω από την επίδραση του Ιουδαϊσμού και των διατάξεων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες απαγορεύουν την εξεικόνιση του θείου, αρχικώς δεν θεώρησε αναγκαία την δημιουργία εικονικής ή γλυπτικής χριστιανικής τέχνης, αλλά περιορίσθηκε μόνο σε απλά σύμβολα και συμβολικές παραστάσεις, τα οποία συνεδέοντο αναγωγικά με θεμελιώδεις διδασκαλίες της χριστιανικής πίστης. Ακόμη και αυτές οι απλές παραστάσεις από την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη είχαν διδακτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τις εικόνες του Χριστού ήταν οι Γνωστικοί και ειδικότερα οι Καρποκρατιανοί. Οι Γνωστικοί προέβαλλαν τις εικόνες ως αντικείμενο προσκυνήσεως μαζί με τις εικόνες των φιλοσόφων Πυθαγόρα, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κ.ά. Παρ’ όλα αυτά και παρά την πολεμική, η οποία ασκήθηκε από τους Μοντανιστές εναντίον των γνωστικών εικόνων, η Εκκλησία ήδη είχε αρχίσει από τον Γ΄ αι. να υιοθετεί την ιδέα της εξεικονίσεως του προσώπου του Χριστού, ενώ η χριστιανική εικονογραφία συνδέθηκε αρχικώς μόνον με τις ακμάζουσες μεγάλες τοπικές εκκλησίες και δεν επεκτάθηκε στις επαρχίες. Κατά τον 4ο αι. διαδόθηκε ευρέως η διακόσμηση των ναών με εικόνες, παρά τις μεμονωμένες αντιδράσεις. Ο Ευσέβιος Καισαρείας υπήρξε πολέμιος της παραστάσεως του Ιησού Χριστού σε εικόνες, διότι θεωρούσε αφ’ ενός μεν αδύνατη την εξεικόνιση της θείας δόξας με νεκρά και άψυχα χρώματα, αφ’ ετέρου δε αξιολογούσε τις εικόνες του Ιησού Χριστού ως ξένες προς την εκκλησιαστική παράδοση. Η θέση του αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους εικονομάχους για την ιστορική θεμελίωση της εχθρικής τους διαθέσεως έναντι των εικόνων, γι’ αυτό και πολεμήθηκε με σφοδρότητα από τους εικονοφίλους. Τον 4ο αι. οι ι. Εικόνες εισήχθησαν όχι μόνο στους ναούς, αλλά και στις οικίες πολλών χριστιανών και επεβλήθησαν τελικώς στην εκκλησιαστική συνείδηση και τους αποδιδόταν ιδιαίτερη τιμή, ενώ ο διδακτικός χαρακτήρας των εικόνων τονίσθηκε κατά τον 5ο αι. από τον άγιο Νείλο «ὅπως ἄν οἱ μή εἰδότες γράμματα, μηδέ δυνάμενοι τάς θείας ἀναγιγνώσκειν γραφάς, τῇ θεωρίᾳ τῆς ζωγραφίας μνήμην τε λαμβάνωσι τῆς τῶν γνησίως τῷ ἀληθινῷ θεῷ δεδουλευκότων ἀνδραγαθίας καί πρός ἅμιλλαν διεγείρωνται τῶν εὐκλεῶν καί ἀοιδίμων ἀριστευμάτων, δι’ ὧν τῆς γῆς τόν οὐρανόν ἀντηλλάξαντο, τῶν βλεπομένων τά μή ὁρώμενα προτιμήσαντες». Με την επίλυση του δογματικού ζητήματος της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων, θεμελιώθηκε σαφέστερα η θεολογία των ι. Εικόνων και η προβολή της δυνατότητας ακτινοβολίας του θείου επί των δημιουργημάτων. Τόσο η θεολογική, όσο και η παιδαγωγική ερμηνεία της ι. Εικόνας, ευνόησαν την πλήρη σύνδεσή τους με την χριστιανική ευσέβεια, παρά την εναντίον τους πολεμική των αιρετικών Παυλικιανών, των Ιουδαίων και των Αράβων, ενώ η ευσέβεια αυτή ενισχύετο συνήθως από τους μοναχούς. Εικονομάχοι υπήρξαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων αιρέσεων (Αρειανισμού, Απολιναρισμού, Νεστοριανισμού και Μονοφυσιτισμού).

(β) Τα αίτια της Εικονομαχίας (1η και 2η περίοδος εικονομαχικών ερίδων 727-787 και 813-843). 
Οι εικονομαχικές έριδες συντάραξαν την Εκκλησία και την αυτοκρατορία επί έναν και πλέον αιώνα (727-843), ενώ τα αίτιά τους δεν είναι σαφή. Διατυπώθηκαν διάφορες υποθέσεις, οι οποίες δημιουργούσαν πολλές φορές σύγχυση αιτίων και συνεπειών, που οφείλονταν στην πενιχρότητα των εικονομαχικών πηγών. Υποστήριζαν ότι η εικονομαχία αποτελούσε μία απλή αναζήτηση πνευματικότερης έκφρασης της λατρευτικής ζωής των χριστιανών με την καταπολέμηση οποιασδήποτε παγανιστικής τάσεως. Άλλοι υποστήριζαν ότι η εικονομαχία υποκρύπτει ταξικό αγώνα, λόγω των τάσεων των ισχυρών της εποχής να σφετερισθούν την εκκλησιαστική περιουσία. Άλλοι συνέδεσαν την εικονομαχία προς την τάση μιάς ριζικής αναθεωρήσεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, με κριτήριο τις θεοκρατικές αντιλήψεις του Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου, οι οποίες διακηρύχθηκαν με την επίσημη δήλωσή του προς τον πάπα Γρηγόριο Β΄, ότι ήταν φορέας τόσο της βασιλικής, όσο και της ιερατικής εξουσίας («Βασιλεύς εἰμι καί ἱερεύς»). Άλλοι περιόριζαν τις τάσεις αυτές σε μία απλή αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία έπληττε κυρίως την μοναστηριακή περιουσία, χαρακτηρίζοντας την εικονομαχία ως μία μορφή «Μοναχομαχίας». Άλλοι υποστήριξαν την άποψη ότι η σταθερή απόφαση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ για την αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού επεκτάθηκε απλώς και στην Εκκλησία, ενώ άλλοι διείδαν στην εικονομαχία μία προσπάθεια περιορισμού των θρησκειακών αντιθέσεων ή μία τάση συνδιαλλαγής μεταξύ των τριών μεγάλων βιβλικών θρησκειών, δηλ. του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού. Άλλοι θεώρησαν την εικονομαχία ως μία προσπάθεια βιαίου εξανατολισμού του ελληνοχριστιανικού Βυζαντίου, με την υποβάθμιση της εκκλησιαστικής παράδοσης, η οποία είχε διαμορφωθεί κυρίως επί τη βάσει του ελληνικού πνεύματος. Τέλος, άλλοι τόνισαν τον ακραιφνή θεολογικό χαρακτήρα της εικονομαχικής έριδας. Όμως, όλες αυτές οι θέσεις δεν δύνανται να εξηγήσουν επαρκώς την αιφνίδια κήρυξη της εικονομαχίας από τον Λέοντα Γ΄. Οπωσδήποτε, όμως, τα πολιτικά και τα κοινωνικά κίνητρα ανεφάνησαν μετά την κήρυξη της εικονομαχίας, η οποία αρχικώς υπήρξε μία απλή θρησκευτική έριδα, καίτοι εξελίχθηκε αργότερα σε θεολογική διαμάχη και τελικώς συνδέθηκε με πολιτικές, κοινωνικές και γενικότερες εκκλησιαστικές τάσεις, ώστε να μεταβληθεί σε προσπάθεια ολοκληρωτικής κυριαρχίας του πνεύματος της Ανατολής στην ελληνοχριστιανική παράδοση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Υπέρμαχος της τιμής των ι. Εικόνων αναδείχθηκε ο μοναχός και πρεσβύτερος της Λαύρας του αγ. Σάββα στην Παλαιστίνη Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος, στο ζήτημα της εικονομαχίας, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του με τους τρεις περίφημους αντιρρητικούς λόγους «Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας», όπου υποστηρίζει με έμφαση ότι οι εικόνες δεν τιμώνται οι ίδιες, όπως συμβαίνει με τα είδωλα, αλλά η τιμή προς αυτές ανάγεται στο πρωτότυπο («ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», και ότι το εικονιζόμενο στην εικόνα πρόσωπο είναι υπαρκτό και όχι ανύπαρκτο, όπως στα είδωλα, παρά το γεγονός ότι η απόδοση του φυσικού προσώπου του εικονιζομένου αγίου δεν ήταν αυστηρός κανόνας στη σκέψη του αγιογράφου. Η εικονομαχική Σύνοδος της Ιέρειας (754) δεν είχε κανονικό συνοδικό χαρακτήρα, οπότε το κύρος της δεν έγινε δεκτό αφού δεν συμμετείχε κανείς από τους πέντε πατριάρχες, ενώ η περίφημη επιχειρηματολογία του Ιωάννη Δαμασκηνού αναιρούσε την θεολογική θεμελίωση των αποδοκιμασθέντων αποφάσεων της Συνόδου. Μετά τον θάνατο και του Λέοντα Δ΄, η εξουσία περιήλθε στην εικονόφιλλη Ειρήνη την Αθηναία (780), η οποία ήταν επίτροπος του ανηλίκου γιού της Κωνσταντίνου ΣΤ΄ του Πορφυρογέννητου. Προκάλεσε την αντίδραση των πανίσχυρων εικονομάχων αξιωματούχων της αυλής, οι οποίοι οργάνωσαν συνωμοσία εναντίον της, ενώ η ίδια πέτυχε την εξουδετέρωσή της, σπεύδοντας να θέσει αμέσως ζήτημα αναστηλώσεως των ι. Εικόνων και προετοιμάζοντας το έδαφος με την ενίσχυση των τάξεων των εικονοφίλων της Κωνσταντινουπόλεως. Συγκάλεσε Σύνοδο τον Σεπτέμβριο του 787 (Ζ΄ Οικουμενική) στην Νίκαια της Βιθυνίας, όπου ο Όρος της Συνόδου αποτελούσε πλέον την επίσημη απόφαση της Εκκλησίας για το ζήτημα των ι. Εικόνων, θεμελιώνοντας την θεολογία των σχετικών έργων του Ιωάννη Δαμασκηνού. Έγινε επίσημη τελετή γιά την αναστήλωση της εικόνας του Χριστού της Χαλκής από τη βασίλισσα Ειρήνη και τέθηκε η επιγραφή «Ἥν καθεῖλε πάλαι Λέων ὁ Δεσπόζων, ἐνταῦθα ἀνεστήλωσεν Εἰρήνη πάλιν». 

Ο Λέων Ε΄ από πολιτική σκοπιμότητα ανανέωσε τις εικονομαχικές έριδες, ενώ εικονόφιλοι βασιλείς διώχθηκαν ή έπεσαν στον πόλεμο. Η έναρξη της 2ης περιόδου της εικονομαχίας έγινε με την καθαίρεση της εικόνας του Χριστού της Χαλκής από τον Λέοντα Ε΄, με το πρόσχημα της δήθεν διαφύλαξης από την εικονομαχική μανία των στρατιωτικών. Υπέρμαχοι των ι. εικόνων αναδείχθηκαν εκείνη την περίοδο ο εκθρονισθείς πατριάρχης Νικηφόρος και ο Θεόδωρος Στουδίτης, οι οποίοι υπήρξαν και οι ηγέτες των πανίσχυρων πλέον μοναχών και των εικονοφίλων. Οι μοναχοί αναμίχθηκαν ενεργά στα πνευματικά και θρησκευτικά ζητήματα της αυτοκρατορίας με επικεφαλής τον Θεόδωρο, ο οποίος εξορίσθηκε αλλά συνέχισε ακλόνητος τον αγώνα, ενώ πέθανε στην εξορία το 826 σε ηλικία 67 ετών και τάφηκε στη νήσο Πρίγκηπο. Διακρίθηκε για την αναδιοργάνωση της μονής Στουδίου, όπου υπήρξε ηγούμενος για πολλές δεκαετίες, αλλά και για τους αγώνες του υπέρ της τιμής των ι. εικόνων. 

(γ) Οι συνέπειες των εικονομαχικών ερίδων 
Ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα σε πολλούς τομείς του εκκλησιαστικού βίου, αφού η εικονομαχία δεν επέζησε μετά την θριαμβευτική αναστήλωση των ι. εικόνων (843). Συνεπώς: 

(1) Διακανονίσθηκε το ζήτημα της σχέσεως των δύο εξουσιών, δηλ. της Ιερωσύνης και της Βασιλείας, απαγορεύθηκε στους εικονομάχους αυτοκράτορες να παρεμβαίνουν με διατάγματα για να καθορίζουν την πίστη της Εκκλησίας, διότι αναπότρεπτα θα οδηγούσε στην καθιέρωση ενός θεοκρατικού καθεστώτος. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος προσδιορίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα του Βασιλέως και του Πατριάρχη στην «Επαναγωγή», βασιζόμενος στο προοίμιο της ΣΤ΄ Νεαράς του Ιουστινιανού περί της αρχής της «συμφωνίας» Βασιλείας και Ιερωσύνης, όμως προσαρμόζεται πλέον στις νέες συνθήκες. 

(2) Ενίσχυση του Μοναχισμού: τα μοναστήρια κατέστησαν κατά την εικονομαχία και μετά από αυτήν τα κύρια πνευματικά κέντρα της πατερικής πνευματικότητας, η εκκλησιαστική γραμματεία, η υμνολογία, η λειτουργική παράδοση και η εκκλησιαστική ιεραρχία συνδέθηκαν στενότερα πλέον με την μοναστική αναγέννηση. 

(3) Η χριστιανική ζωγραφική και αρχιτεκτονική συνδυάσθηκαν αρμονικότερα, θεμελιώθηκαν νέες θεολογικές προοπτικές για την ζωγραφική με σαφέστερο θεολογικό χαρακτήρα και κριτήριο τη σχέση της εικόνας προς την χριστολογία, σύμφωνα με την Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο (δογματικός κύκλος, λειτουργικός κύκλος, ιστορικός κύκλος). 

(4) Για την θεία Λατρεία συντάχθηκαν οι Κανόνες, ύμνοι κ.λπ., με έντονο δοξολογικό χαρακτήρα. Οι Στουδίτες ανεμόρφωσαν λειτουργικά βιβλία, όπως Οκτώηχος ή Παρακλητική, Τριώδιον, Πεντηκοστάριον, Μηναία και Θεοτοκάριον. 

(5) Απομάκρυνση και διαφοροποίηση του παπικού θρόνου από το Βυζάντιο και την Ανατολή κατά την περίοδο της εικονομαχίας, κυρίως λόγω της ρήξης του παπικού θρόνου προς τον βυζαντινό αυτοκράτορα για το ζήτημα των ι. εικόνων. Βέβαια, οι επιλογές αυτές εξασθένησαν την βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία.

(6) Ενισχύθηκε το «παπικό πρωτείο» με τις ψευδο-Ισιδώρειες διατάξεις, τα νοθευμένα συνοδικά κείμενα από την ήδη νοθευμένη συλλογή Hispana Gallica, τα παπικά δεκρετάλια εκ των οποίων τα 115 είναι εξ ολοκλήρου πλαστά και τα 125 έχουν υποστεί νοθείες, τροποποιήσεις και προσθαφαιρέσεις. Η προϋπάρχουσα, βεβαίως, διαφοροποίηση του παπικού θρόνου από την Ανατολή και η εξάρτησή του από το Φραγκικό κράτος κατέστησαν πλέον τη ρήξη Ανατολής και Δύσεως ζήτημα χρόνου. Το σχίσμα της εποχής του Φωτίου (863-867) και το Μέγα Σχίσμα (1054) συνδέονται άρρηκτα με τις μεταβολές, οι οποίες επήλθαν κατά την περίοδο της εικονομαχίας στις σχέσεις των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως. 


Ἀπολυτίκιον
Τήν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρεσιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν βουλήσει γάρ ηὐδόκησας ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ ἵνα ρύσῃ οὕς ἔπλασες ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμεν χαρᾶς ἐπλήρωσας τά πάντα ὁ σωτήρ ἡμῶν ὁ παραγενόμενος εἰς τό σῶσαι τόν κόσμον.

Ελένη Δραμπάλα

ΠΟΙΗΣΗ: Κωνσταντίνος Καβάφης "Μάρτιαι Ειδοί" και η πολύτιμη συμβουλή του ποιητή

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ, Φίλοι μου Αγαπημένοι!
"Όσο ψηλά κι αν έχει φτάσει κάποιος δε θα πρέπει ποτέ και για κανένα λόγο να περιφρονήσει ή να υποτιμήσει τους συνανθρώπους του. Τίποτε και καμία εξουσία δεν προφυλάσσει τον άνθρωπο από την εύθραυστη θνητότητά του, από την εύκολα μεταβαλλόμενη εύνοια των άλλων ανθρώπων, αλλά κι από το μίσος των αντιπάλων του".

C. L. Doughty

Κωνσταντίνος Καβάφης «Μάρτιαι Ειδοί»

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Aρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν’ αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Aρτεμιδώρου.

Στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονείται από μια μεγάλη ομάδα συνωμοτών. Τη χρονιά εκείνη και μετά από μια σειρά στρατιωτικών και πολιτικών επιτυχιών ο Καίσαρας είχε ανακηρυχτεί ισόβιος δικτάτορας της ρωμαϊκής δημοκρατίας, γεγονός που είχε προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια σε αρκετούς συγκλητικούς, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν απελευθερωτές κι οι οποίοι σχεδίασαν τη δολοφονία του. 

 

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο και τον Σουητώνιο καθώς πλησίαζε η μέρα της δολοφονίας υπήρξαν αρκετοί οιωνοί που προμήνυαν το τραγικό γεγονός, ωστόσο ο Καίσαρας δεν έδωσε τη δέουσα σημασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια ενός μάντη να προειδοποιήσει τον Καίσαρα, λέγοντάς του να φοβάται τις Ειδούς του Μαρτίου (Ειδοί είναι κατά το ημερολόγιο των Ρωμαίων το μέσο περίπου του μήνα, η 15η ημέρα για τους μήνες που είχαν 31 ημέρες και η 13η για εκείνους που είχαν 30). Ο Καίσαρας αδιαφόρησε γι’ αυτή την προφητεία κι όταν εκείνη τη μέρα συνάντησε τυχαία τον μάντη του είπε ειρωνικά πως έφτασαν οι Ειδοί του Μαρτίου, λαμβάνοντας ως απάντηση απ’ τον μάντη πως έφτασαν αλλά δεν πέρασαν.

Μια ύστατη προσπάθεια έγινε από τον Έλληνα σοφιστή Αρτεμίδωρο, ο οποίος έχοντας ενημερωθεί για τα σχέδια δολοφονίας του Καίσαρα, έγραψε ένα σημείωμα και του το παρέδωσε λίγο προτού εκείνος φτάσει στη Σύγκλητο, λέγοντάς του πως πρέπει να το διαβάσει αμέσως γιατί περιέχει σημαντικά πράγματα που τον ενδιαφέρουν. Ωστόσο ο Καίσαρας απασχολημένος με το πλήθος ανθρώπων που του εξέφραζαν το θαυμασμό τους ή επιχειρούσαν να του εκθέσουν δικά τους αιτήματα, δεν κατόρθωσε να διαβάσει το σημείωμα του Αρτεμίδωρου. Μπήκε, μάλιστα, στη Σύγκλητο κρατώντας το σημαντικό αλλά αγνοημένο αυτό σημείωμα. 

Ο Καβάφης επιλέγει το συγκεκριμένο συμβάν με τον Αρτεμίδωρο για να παρουσιάσει τη στάση του Ιούλιου Καίσαρα, ο οποίος έχοντας παρασυρθεί από την υπεροψία της αποθέωσης που του προσέφερε ο ρωμαϊκός λαός, δε δίνει σημασία σ’ εκείνους που επιχειρούν να τον προφυλάξουν. Ο Καίσαρας μέσα στο γενικότερο ενθουσιασμό της καταξίωσής του, θεωρεί εαυτόν υπεράνω κινδύνου και φόβου, γεγονός που δεν του επιτρέπει να λάβει επαρκώς υπόψη του τις προειδοποιήσεις που του γίνονται. Η υπεροψία κι η μέθη της απόλυτης εξουσίας υπονομεύουν τη δυνατότητα του Καίσαρα ν’ αντιληφθεί τον κίνδυνο που τον απειλεί.


[Granger]

«Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.»

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης αξιοποιεί την ιστορία του Ιούλιου Καίσαρα ως παράδειγμα για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εμμονική προσήλωση στο κυνήγι της εξουσίας και της δόξας. Οι υπέρμετρες φιλοδοξίες, άλλωστε, κι η αγάπη για τα μεγαλεία αποτελούν στοιχεία που συναντώνται διαχρονικά στους ανθρώπους, γεγονός που προσδίδει καθολικότητα στον προβληματισμό του ποιητή.

Οι άνθρωποι θα πρέπει να φοβούνται τα μεγαλεία∙ υπόδειξη που απευθύνεται προς την ίδια την ψυχή από τον ποιητή, μιας και η επιθυμία για προσωπική ανάδειξη είναι πολλές φορές μια εσώτατη ανάγκη του ατόμου. Μια ανάγκη, ωστόσο, που ενέχει πολλούς κινδύνους, υπό την έννοια πως ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να επιτύχει την αναγνώριση και την καταξίωση που τόσο επιθυμεί, φτάνει στο σημείο να θυσιάσει την ακεραιότητα και την ηθική αξία της προσωπικότητάς του. Προκειμένου να αποκτήσει εξουσία και να υπερισχύσει των άλλων ανθρώπων, καταφεύγει κάποτε σε πράξεις ακραίας βίας ή ανηθικότητας, υπονομεύοντας έτσι δραστικά την ανθρωπιά και τον αυτοσεβασμό του.

Ενώ, ακόμη κι αν δε λάβουμε υπόψη το προσωπικό αυτό κόστος, η διεκδίκηση των φιλοδοξιών φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο μ’ έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο∙ τον φέρνει αντιμέτωπο με τους άλλους ανθρώπους.

Ο ποιητής γνωρίζει καλά πως όσο περισσότερο επιτυγχάνει κάποιος την εκπλήρωση των φιλοδοξιών του, τόσο περισσότερους εχθρούς αποκτά, τόσο πιο μισητός γίνεται. Γι’ αυτό και συμβουλεύει την ψυχή, αν δεν μπορεί να υπερνικήσει την επιθυμία της να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες της, τουλάχιστον να τις διεκδικεί με δισταγμό και με κάθε δυνατή προφύλαξη. Κάθε νέα επιτυχία του ατόμου, κάθε βήμα προς την καταξίωση, υποδαυλίζει ολοένα και περισσότερο τον φθόνο των άλλων ανθρώπων και ενισχύει το μίσος τους. Άλλωστε, η ανάδειξη του ατόμου δε γίνεται στο κενό∙ οι επιτεύξεις του ενός προσκρούουν στις επιδιώξεις του άλλου, ακυρώνοντας τις δικές του βλέψεις. Ό,τι κερδίζει κι ό,τι κατακτά ο ένας, είναι σίγουρα κάτι που το επιδίωκε και το διεκδικούσε και κάποιος άλλος.  

«Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Aρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν’ αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Aρτεμιδώρου.»

Ο κίνδυνος μάλιστα γίνεται πιο έντονος, όταν το άτομο έχει φτάσει πια στο αποκορύφωμα της δόξας του. Κι είναι τότε που θα πρέπει να προφυλάσσει τον εαυτό του περισσότερο από τους πιθανούς αντιπάλους του. Ενδεικτική ως προς αυτό η λανθασμένη στάση του Καίσαρα, ο οποίος έχοντας γνωρίσει την αποθέωση από το ρωμαϊκό λαό αφήνεται στη μέθη της υπεροψίας και δεν δίνει σημασία σ’ εκείνους που προσπαθούν να τον ειδοποιήσουν για τη φονική εις βάρος του συνωμοσία.

Ο ποιητής συνιστά με τρόπο εμφατικό στον κάθε φιλόδοξο άνθρωπο πως όταν θα έχει φτάσει πια στην ακμή του, να μην περιφρονήσει τον φαινομενικά ασήμαντο συνάνθρωπό του που θα επιχειρήσει να τον προστατέψει. Ο Καίσαρας έχασε τη ζωή του γιατί δεν έδωσε σημασία στα λόγια του Αρτεμίδωρου και δεν αφιέρωσε λίγες στιγμές για να διαβάσει το σωτήριο σημείωμα που του έδωσε εκείνος. Ο Καίσαρας θεώρησε αφελώς πως βρισκόταν πια πάνω από τους άλλους ανθρώπους κι αυτό το πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή. Αντιστοίχως, κάθε άνθρωπος που βλέπει τις επιδιώξεις του να εκπληρώνονται δε θα πρέπει να χάνει το μέτρο και να περιφρονεί τους γύρω του, καθώς μέσα σ’ αυτούς βρίσκονται τόσο οι φιλότιμοι υποστηρικτές του, όσο και οι εν δυνάμει καταστροφείς του.

Όσες επιτυχίες κι αν έχει κάποιος, όση εξουσία κι αν συγκεντρώσει στα χέρια του, όσες τιμές κι αν του αποδοθούν, δεν παύει να είναι ένας ακόμη άνθρωπος, ευάλωτος και αδύναμος όπως όλοι. Κι όπως ακριβώς έλαβε τις τιμές από άλλους ανθρώπους, μπορεί εξίσου εύκολα να γνωρίσει και το θάνατο ή την πλήρη καταστροφή από αυτούς.

Η συμβουλή, λοιπόν, του ποιητή σαφής και πολύτιμη∙ όσο ψηλά κι αν έχει φτάσει κάποιος δε θα πρέπει ποτέ και για κανένα λόγο να περιφρονήσει ή να υποτιμήσει τους συνανθρώπους του. Τίποτε και καμία εξουσία δεν προφυλάσσει τον άνθρωπο από την εύθραυστη θνητότητά του, από την εύκολα μεταβαλλόμενη εύνοια των άλλων ανθρώπων, αλλά κι από το μίσος των αντιπάλων του.  

[Andrew Drozdowicz]

Η ζωή του Γάιου Ιούλιου Καίσαρα

Ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας (CIulius Caesar) γεννήθηκε το έτος 100 π.Χ. και αποτελεί το μοναδικό γέννημα-θρέμμα της πόλης Ρώμης μεταξύ των σημαντικών συγγραφέων που έγραψαν σε λατινική γλώσσα. Η μητέρα του Καίσαρα, Αυρηλία, μαζί με την Κορνηλία, τη μητέρα των Γράκχων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναίκας η οποία επιτηρεί και κατευθύνει προσωπικά την ανατροφή του παιδιού της σε όλες τις λεπτομέρειες, αντί να την αφήνει σε υπηρέτες, όπως συνηθιζόταν τότε. Επομένως, τα Λατινικά της πρωτεύουσας είναι κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο για τον Καίσαρα μητρική γλώσσα (και όχι μόνον sermo patrius), ένας πνευματικός θησαυρός, ο οποίος πολλαπλασιάζεται μέσα από τις συζητήσεις με τον γεμάτο ευαισθησία θείο του, τον Καίσαρα Στράβωνα, και με τα μαθήματα κοντά στον Αντώνιο Γνίφωνα. Η μητέρα του επίσης φαίνεται πως ήταν ο μόνος άνθρωπος στον οποίο υποτασσόταν ο Καίσαρ. Δίπλα της δεν μπορούσαν να σταθούν εύκολα νεότερες γυναίκες – λ.χ. η σύζυγός του, Πομπηία∙ ωστόσο ανάμεσα στις πολυάριθμες κατακτήσεις του βρίσκονται διακεκριμένες προσωπικότητες. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την Κλεοπάτρα ή τη Σερβιλία, τη μητέρα του Μ. Βρούτου, ή επίσης την Μουκία Τέρτια, τη σύζυγο του Πομπηίου, ο οποίος τη χωρίζει το έτος 62 π.Χ. εξαιτίας της σχέσης της με τον Καίσαρα∙ πολλά χρόνια αργότερα αυτή η όχι ασήμαντη γυναίκα επιχειρεί να μεσολαβήσει ανάμεσα στο γιο της, Σέξτο Πομπήιο, και τον Οκταβιανό.

Η μητέρα του Καίσαρα υποδαυλίζει τη φιλοδοξία του. Ως ανιψιός του Μαρίου και γαμπρός του Κίννα, ο Καίσαρ έτρεφε φιλικές διαθέσεις προς τα λαϊκά στρώματα, που τον αναδεικνύουν flamen Dialis (ιερέα του Διός) σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών. Ο Σύλλας μάταια του ζητάει να χωρίσει από την κόρη του Κίννα, την Κορνηλία. Μετά από αυτό ο Καίσαρ αρχικά μένει κρυμμένος∙ τελικά όμως αμνηστεύεται από τον Σύλλα. Από το 81 μέχρι το 79 π.Χ. βρίσκεται ως αξιωματικός στην Ασία και αναλαμβάνει μια διπλωματική αποστολή στο βασιλιά της Βιθυνίας Νικομήδη∙ οι στενές του σχέσεις με τον τελευταίο δίνουν αφορμή για διαδόσεις. Μετά το θάνατο του Σύλλα καταγγέλλει στη Ρώμη δύο ανθυπάτους για εκβιασμό. Οι σπουδές της ρητορικής στη Ρόδο κοντά στον περίφημο Μόλωνα (που υπήρξε επίσης δάσκαλος του Κικέρωνα), επιβραδύνονται λόγω της επιτυχημένης εκδικητικής εκστρατείας εναντίον των πειρατών, από την αιχμαλωσία των οποίων ο Καίσαρ είχε ξεφύγει προηγουμένως πληρώνοντας λύτρα. Με παρόμοια αυθαίρετο τρόπο ο γεννημένος στρατηγός παίρνει την απόφαση να υπερασπιστεί κάποιες πόλεις στην επαρχία της Ασίας εναντίον του Μιθριδάτη (74 π.Χ.).

Ο Καίσαρ γίνεται ποντίφηκας (73 π.Χ.) και ταμίας (περίπου 69/68 π.Χ.)∙ ως κουρούλιος αγορανόμος (aedilis curulis) 65 π.Χ. διοργανώνει μεγαλοπρεπείς αγώνες∙ τελικά αποκτά τα αξιώματα του Μεγίστου Ποντίφηκα (63 π.Χ.) και του πραίτωρα (62 π.Χ.). Αυτά τα χρόνια γίνεται έκδηλη η ρήξη με την αριστοκρατία. Από το 70 π.Χ. ο Καίσαρ μετέχει σε λαϊκές εκδηλώσεις κατά της Συγκλήτου και μεριμνά για όσους είχαν περιληφθεί στους καταλόγους των προγραφών. Κατά τα έτη 65-63 π.Χ. βρίσκεται ίσως μαζί με τον Κράσσο στο παρασκήνιο των πολιτικών ταραχών αυτών των χρόνων. Στις υπατικές εκλογές υποστηρίζει τους συνυποψηφίους του Κικέρωνα, τον Κατιλίνα και τον Αντώνιο, επειδή τους θεωρούσε όργανα των σχεδίων του. Μεταξύ 67 και 62 π.Χ. τάσσεται επανειλημμένα υπέρ του Πομπηίου. Τελικά στις 5 Δεκεμβρίου του 63 π.Χ. προτείνει να μην εκτελεσθούν  οι πέντε φυλακισμένοι οπαδοί του Κατιλίνα, αλλά να καταδικαστούν σε ισόβια δεσμά∙ επικρατεί όμως η αντιπρόταση του Κάτωνα. Στην Hispania Ulterior (όπου είχε παραμείνει παλαιότερα ως ταμίας) διαπρέπει (61/60 π.Χ.) ως propraetor (στρατιωτικός διοικητής) και, όπως συνηθιζόταν στις περιπτώσεις αυτές, αποκτά πλούτη για να χρηματοδοτήσει την καριέρα του. Σε λίγο συμμαχεί με τον Πομπήιο και τον συμφιλιώνει με τον Κράσσο (60 π.Χ.)∙ αυτή η λεγόμενη Πρώτη Τριανδρία επιβάλλει ό,τι δεν θα μπορούσε να καταφέρει κανένας μόνος του: δυο αγροτικούς νόμους, ένα νόμο για τις καταχρήσεις, κυρίως όμως την επικύρωση των πεπραγμένων του Πομπήιου στην Ανατολή και την ανάθεση της διοίκησης της Γαλατίας στον Καίσαρα, κάτι που του επιτρέπει να θέσει τα θεμέλια της δικής του προώθησης στην κορυφή της εξουσίας. Έτσι, σε αντίθεση προς την ως τότε ρωμαϊκή πολιτική της ειρηνικής διείσδυσης στη Γαλατία, ο Καίσαρ αρχίζει με εντελώς δική του πρωτοβουλία και διεξάγει έναν πόλεμο –δήθεν για την υπεράσπιση των φίλων του ρωμαϊκού λαού – τον οποίο στη συνέχεια και διευρύνει. Πολλά από τα μέτρα που αναφέρθηκαν επικυρώνονται βίαια και με νομικές παραβιάσεις, παρά την αντίσταση της πλειοψηφίας της Συγκλήτου – ιδίως του Μ. Πορκίου Κάτωνα και του συνυπάτου του Καίσαρα (59 π.Χ.), Μ. Καλπουρνίου Βιβούλου. Ακόμη και ως ύπατος ο Καίσαρ δε φροντίζει ούτε καν να τηρήσει τις δημοκρατικές διαδικασίες. Τον Απρίλιο του 59 π.Χ. ο Πομπήιος νυμφεύεται τη θυγατέρα του Καίσαρα, την Ιουλία. Η εξουσία (imperium) του Καίσαρα παρατείνεται με βάση τις διαπραγματεύσεις στη Λούκα (56 π.Χ.)∙ έτσι ο Καίσαρ κατά τα έτη 58-51 π.Χ. κατακτά ολόκληρη τη Γαλατία μέχρι το Ρήνο. Προτού ακόμη αναλάβει το αξίωμά του στη Γαλατία, είχε ισχυροποιηθεί στη Σύγκλητο η αντιπολίτευση κατά του Καίσαρα. Με τη φυγή του λοιπόν απέφυγε την κλήτευση ενώπιον δικαστηρίου, ενώ παράλληλα είχε εξασφαλίσει την αρωγή των δημάρχων καθώς και του Κλωδίου. Μετά το θάνατο του Κράσσου (53 π.Χ.) και την εκλογή του Πομπήιου ως consul sine collega (52 π.Χ.) αλλάζει ο συσχετισμός των δυνάμεων. Από το έτος 51 π.Χ. προωθείται η ανάκληση του Καίσαρα. Χάρη στη μεσολάβηση του Κουρίωνα (τα χρέη του οποίου ξεπλήρωσε με γενναιοδωρία ο Καίσαρ) δεν πραγματοποιείται το 51 π.Χ. και το 50 π.Χ. η έκδοση απόφασης. Τελικά, τον Ιανουάριο του 49 π.Χ., επιβάλλεται κατάσταση ανάγκης και ο Πομπήιος αναλαμβάνει έκτακτες εξουσίες. Ο Καίσαρ μετά απ’ αυτό, αντί να διαλύσει τα στρατεύματά του, όπως είχε εντολή, εισβάλλει στην Ιταλία (διάβαση του Ρουβικώνα). Αυτό σημαίνει εμφύλιο πόλεμο. Ο Πομπήιος διαφεύγει στη βαλκανική χερσόνησο∙ ο Καίσαρ χτυπάει αρχικά τους Πομπηιανούς στην Ισπανία. Τώρα ανακηρύσσεται αυτός δικτάτωρ και εκλέγεται ύπατος για το 48 π.Χ. Μετά από έναν πόλεμο χαρακωμάτων στο Δυρράχιο, ο Καίσαρ νικά στη Φάρσαλο (Αύγουστος του 48 π.Χ.) και καταδιώκει τον Πομπήιο στην Αίγυπτο, όπου εκείνος δολοφονείται πριν από την άφιξη του αντιπάλου του. Οι αποφάσεις για την απόδοση τιμών στον Καίσαρα μετά από αυτή του την επιτυχία παραβιάζουν κατάφωρα το αρχαίο ρωμαϊκό πολίτευμα. Ο Καίσαρ επιλύει τη διαμάχη για τον αιγυπτιακό θρόνο κατά τρόπο ευνοϊκό για την Κλεοπάτρα, αφού πολιορκείται το χειμώνα του 48/47 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια από τους οπαδούς του αδελφού της, Πτολεμαίου. Μία ανεπανόρθωτη πλέον συνέπεια αυτού του ασήμαντου αδελφικού πολέμου υπήρξε ο εμπρησμός της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Μόλις την άνοιξη ο Καίσαρ νικά οριστικά και εγκαθιστά στο θρόνο την Κλεοπάτρα, η οποία μετά από λίγο του χαρίζει ένα γιο. Αστραπιαία χτυπά τον Φαρνάκη του Πόντου στα Ζήλα της Μικράς Ασίας (venividivici) και το φθινόπωρο του 47 π.Χ. επιστρέφει στη Ρώμη. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου αποβιβάζεται στην Αφρική, όπου την άνοιξη του 46 π.Χ. νικά στη Θάψο τους αριστοκρατικούς (optimates). Μετά από αυτό αυτοκτονεί στην Υτίκη ο μακροχρόνιος αντίπαλός του, ο δημοκρατικός Κάτων. Τον επόμενο χειμώνα ο Καίσαρ διεξάγει στην Ισπανία έναν πόλεμο εναντίον των γιων του Πομπηίου. Το τέλος του εμφυλίου πολέμου αποτελεί η νίκη στη Μούνδα (45 π.Χ.). Από δω και στο εξής ο Καίσαρ είναι απόλυτος κυρίαρχος. 



 [Andrew Drozdowicz]

Από το 45 π.Χ. φέρει τον τίτλο imperator∙ το 44 γίνεται ισόβιος δικτάτωρ∙ αποφασίζεται η αποθέωσή του. Δεν θα μπορέσει όμως πλέον να διεξαγάγει την εκστρατεία κατά των Πάρθων που είχε σχεδιάσει και με την οποία ήθελε να ξεφύγει από τις εσωπολιτικές δυσκολίες, γιατί, αφότου γίνεται φανερή η επιδίωξή του να περιβληθεί βασιλικές εξουσίες, μια ομάδα ρωμαίων δημοκρατών, κάποιοι από τους οποίους μάλιστα συνδέονταν πολύ προσωπικά μαζί του, νιώθει την ανάγκη να δολοφονήσει τον τύραννο (15 Μαρτίου του 44 π.Χ.). Ο Καίσαρ μολονότι ήταν γραφτό να επιμεληθεί την εσωτερική τάξη του κράτους για πολύ λίγα μόνο χρόνια, καταπιάστηκε με σπουδαία σχέδια: την ημερολογιακή μεταρρύθμιση με την προσαρμογή από το σεληνιακό στο ηλιακό έτος (Σωσιγένης), κάτι που άφησε εποχή, τη χορήγηση του δικαιώματος του πολίτη σε όσους κατοικούσαν πέρα από τον Πάδο καθώς και σε άλλες ομάδες πληθυσμών, κοινωνικά μέτρα όπως η ανακούφιση από τα χρέη, η εγκατάσταση βετεράνων στην Ιταλία και προλετάριων στις επαρχίες. Στις προθέσεις του ήταν ακόμη και μια κωδικοποίηση του ρωμαϊκού δικαίου.

Μια αξιολόγηση του Καίσαρα ως συγγραφέα αφορά μόνον έναν επιμέρους τομέα της προσφοράς του, τον οποίον ο ίδιος δεν αντιμετώπιζε ως αυτοσκοπό. Ως άνθρωπος της πράξης, ο Καίσαρ γνωρίζει βέβαια και τη δύναμη του λόγου∙ για ένα στρατηγό τα λόγια ισοδυναμούν με πράξεις και στα πλαίσια της ηγετικής τέχνης του Καίσαρα εντάσσεται και η ικανότητά του να βρίσκει την κατάλληλη λέξη στην κατάλληλη στιγμή.


[Τα βιογραφικά στοιχεία του Καίσαρα έχουν αντληθεί από την Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας του Michael Von Albrecht

ΠΗΓΗ: http://latistor.blogspot.gr