Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Ο προφήτης Αββακούμ, αποκαλούμενος και ως προφήτης της πίστης (2 Δεκεμβρίου)

«ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεώς του ζήσεται»


Τάττει Θεὸς σοι τοὺς πόδας τεθνηκότι,
Εἰς συντέλειαν Ἀββακούμ, καθὼς ἔφης.
Δευτερίῃ Ἀββακοὺμ ἀνεβήσατο εἰς Θεοῦ ἄστυ.

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ 
Από τις ελάχιστες πληροφορίες που έχουμε από το βιβλίο για τον προφήτη, γνωρίζουμε ότι ονομάζετο Αμβακούμ ή Αββακούμ, λόγω του ότι οι Ο΄ (Εβδομήκοντα) απέδωσαν έτσι το εβραϊκό όνομα Χαβακκούκ, το οποίο σημαίνει εναγκαλισμός, περίπτυξις, ενώ κάποιοι άλλοι το συσχετίζουν με το ασσυριακό Χαμβακκούκου, το οποίο είναι όνομα φυτού. Επίσης, από το ίδιο βιβλίο πληροφορούμεθα το αξίωμά του Νεβ’ι, δηλ. προφήτης. Η απόδοση των Ο΄ (Εβδομήκοντα), διά του Αμβακούμ, προήλθε από το ουσιαστικό λαός και το ρήμα εγείρομαι, δηλ. ο λαός ανέστη, ενώ, διά του Αββακούμ, από το αραμαϊκό ουσιαστικό πατήρ και το ρήμα ανέστη, δηλ. ο πατήρ ανέστη. Οι πατέρες της Εκκλησίας το μεταφράζουν διά του «πατήρ ἐγέρσεως».

Ο προφήτης πιθανώς κατήγετο από την Παλαιστίνη και συγκεκριμένα από την Ιουδαία, ενώ υπήρξε σύγχρονος των προφητών Ιερεμία, Ιεζεκιήλ, Ναούμ και Δανιήλ, δηλ. μεταξύ των ετών 625 -575 π.Χ., μία εποχή κρίσιμη για το βασίλειο του Ιούδα, και προγενέστερος των προφητών Αγγαίου και Ζαχαρία. 

Την εποχή εκείνη το νότιο βασίλειο απώλεσε την εθνική του ανεξαρτησία και το θρησκευτικό του κέντρο, τον ναό του Σολομώντα, και υποδουλώθηκε στους Χαλδαίους ή Νεοβαβυλωνίους, την πανίσχυρη κατά την εποχή εκείνη παγκόσμια δύναμη. Έδρασε πιθανότατα επί των βασιλέων του Ιούδα Μανασσή (696 – 642 π.Χ.) ή Ιωσίου (639 – 609 π.Χ.) ή Ιωακείμ (608 – 598 π.Χ.), ενώ έτυχε επιμελημένης παιδείας, καθώς αυτό διακρίνεται από τις ιδέες, την γλώσσα και το ύφος του. 

Ο προφήτης διακρίνεται για τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο, το πνευματικό του πάθος, τα μεγάλα ψυχικά του αποθέματα, τα προσωπικά του βιώματα και τις σπάνιες πνευματικές του εμπειρίες, ενώ παρουσιάζεται ως άγρυπνος φρουρός του λαού του, διότι έχει συναίσθηση της κλήσης και της αποστολής του, επισημαίνοντας τα αίτια των δεινοπαθημάτων του λαού του και κάνοντας προσπάθεια να τους βοηθήσει, εμψυχώνοντας και ενθαρρύνοντας τον δοκιμαζόμενο και χειμαζόμενο και ταλαιπωρημένο λαό, χωρίς να παραμένει αδιάφορος θεατής και παθητικός αποδέκτης των γεγονότων. 

Δεν είναι ένας απλός αγγελιαφόρος και απεσταλμένος του Θεού, αλλά ευχέτης και οραματιστής. Κι αυτό καταφαίνεται από την εντολή που λαμβάνει από τον Θεό να καταγράψει την όραση, αλλά και την υπό μορφή ύμνου θεοφάνεια. Ο Αββακούμ παρίσταται ως «ὁρῶν» με την πλήρη έννοια του όρου, συγκλονίζεται όλο το είναι του στη θέα του Θεού, δίνει το πνευματικό του «παρών» διεξάγοντας πνευματικό αγώνα προς πάσα κατεύθυνση, συνιστώντας πίστη στον ένα και μόνο ζώντα αληθινό Θεό, με τη ρήση του «ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεώς του ζήσεται» (Ο΄2,4), συνοψίζει όλη τη διδασκαλία της Βίβλου, για να αποκαλείται δικαίως μαζί με τον Ησαΐα προφήτης της πίστης. 


ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Η κατάδειξη της επί του κόσμου κυριαρχίας του Θεού: Κι αυτό γίνεται, επιλέγοντας ο Θεός τον χαλδαϊκό λαό ως μέσον και όργανό του προς τιμωρία, μεταξύ των άλλων λαών και του ιουδαϊκού, αποσκοπώντας να καταδείξει την αποκατάσταση της διασαλευθείσας ηθικής τάξης, χωρίς όμως να αφήνει ατιμώρητους τους Χαλδαίους, οι οποίοι όταν αντιλήφθηκαν την χρησιμοποίησή τους από τον Θεό, θεοποίησαν την υλική τους δύναμη. Ο προφήτης ικανοποιείται απόλυτα για την μέλλουσα παραδειγματική τιμωρία των Χαλδαίων και διατρανώνει την ακλόνητη πίστη του στον Θεό, αναμένοντας τη σωτηρία και βοήθειά Του.

Η διδασκαλία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως θεοκεντρική, αφού ο Θεός παρίσταται κύριος των πάντων. Όμως, ο Αββακούμ ως εκπρόσωπος του ισραηλιτικού λαού απευθύνεται στο Θεό με τα γνωστά ονόματα: Γιαχβέ, Καδώς (Άγιος) και Τσουρ (πέτρα). Τα ονόματα αυτά αποδίδουν μερικά από τα γνωρίσματα του Θεού ως αγίου, ζώντος και δημιουγού των πάντων, ενώ ο προφήτης Τον εκλαμβάνει ως άγιο εν οντολογική και ηθική εννοία και αιώνιο, ως κυρίαρχο και ρυθμιστή της ιστορίας που εξελίσσεται κατά τις θείες βουλές Του. 

Ο προφήτης παραπονείται για το γνωστό πρόβλημα της θεοδικίας, δηλ. πώς είναι δυνατόν ο άγιος και δίκαιος Θεός να χρησιμοποιεί ως όργανο τιμωρίας των κατοίκων του νοτίου βασιλείου τους σκληρούς, απάνθρωπους, άδικους και αιμοσταγείς Χαλδαίους, οι οποίοι χρησιμοποιώντας την υλική τους δύναμη αιχμαλωτίζουν λαούς. Όμως, ο Θεός εμφανίζεται κατ’ εξοχήν δίκαιος και τιμωρός συνάμα, εκλαμβάνοντας ως παράβαση του νόμου του, γραπτού και αγράφου, του θελήματός Του, απονέμοντας στον καθένα σύμφωνα με τις πράξεις του τα ανάλογα. Παρίσταται ως παγκόσμιος Θεός, ως δημιουργός, ο οποίος θα κρίνει ανεξαιρέτως όλους τους λαούς. 

Η απάντηση του Θεού στο παράπονο του προφήτη είναι «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (2,4), είναι και ο πυρήνας, ο άξονας και η κεντρική ιδέα του βιβλίου του Αββακούμ και ολόκληρης της Βίβλου και αποτελεί τον locus classicus στην περί δικαίωσης διδασκαλία του αποστόλου Παύλου. 

Αναφορικά με το θέμα της αμαρτίας στο βιβλίο, η έννοια είναι διττή, αφ’ ενός ως καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και ηθικής, και αφ’ ετέρου ως ανταρσία εναντίον του Θεού και θεοποίηση της υλικής δύναμης ατόμων ή λαού, όπως με τους Χαλδαίους (1,11). 

Ο Αββακούμ προετοιμάζεται πνευματικά, αυτοσυγκεντρώνεται και ανεβαίνει ως άλλος φρουρός στη σκοπιά του για να δεχθεί την αποκάλυψη, ζητά την απάντηση του Θεού για τα συμβαίνοντα και διερωτάται γιατί ο Θεός δεν επεμβαίνει άμεσα και δραστικά προκειμένου να αποκαταστήσει την ηθική τάξη. Τα ανάμεικτα συναισθήματα του προφήτη χαράς, φόβου, δέους και πίστης συνθέτουν ύμνο προς τον Θεό, ενώ η προσευχή λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας ανθρώπου και Θεού, ως έκκληση, ως ικεσία προς βοήθεια. 

Οι βασικές θεολογικές ιδέες που δεσπόζουν στο βιβλίο του είναι ο νόμος και το δίκαιο, που δηλώνουν το άθροισμα των θρησκευτικών και ηθικών ιδεών, οι οποίες είναι ρυθμιστικά πίστης και ζωής με καθολική ισχύ στον ιστορικό χωροχρόνο, ενώ η κυρίαρχη ιδέα είναι η σταθερή και ακλόνητη πίστη στον Θεό, ο οποίος είναι και ο ρυθμιστής του ιστορικού γίγνεσθαι. 


ΣΗΜΕΡΑ, όπως και τότε, πανίσχυρες παγκόσμιες δυνάμεις «θεοποιούν» την υλική τους δύναμη, προκειμένου να υποδουλώσουν λαούς, υφαρπάζοντας την εθνική τους ανεξαρτησία και τον πλούτο τους, διασαλεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την παγκόσμια ηθική τάξη. Οι κατ’ εξακολούθησιν και κατά συρροήν παραβάσεις Νόμων, γραπτών και αγράφων, από τους «Άρχοντες», αποτελεί καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και ηθικής, ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμαρτία». Η νομιμοφάνεια της επιβολής των νόμων, η ασυδοσία των αδίκων επί των δικαίων, η απάθεια, η αδιαφορία και η αλαζονεία είναι γνωρίσματα αυτών που καταδυναστεύουν τους αδυνάτους. Χαρακτηριστικό του «εχθρού» είναι η πλεονεξία και η αδικία που τον ωθεί να αποκτά εδάφη και κατοικίες που δεν του ανήκουν. Παραθέτω τον 1ο από τους πέντε ταλανισμούς του Βιβλίου του Αββακούμ:

2,6 β
Αλίμονο στον πληθύνοντα με όσα δεν τού ανήκουν, μέχρι πότε θα φορτώνει τόν εαυτό του με ενέχυρα.

2,7 
Μήπως δεν θα εξεγερθούν ξαφνικά οι οφειλέτες σου και δεν θα αφυπνισθούν αυτοί τους οποίους καταπιέζεις; Και θα γίνεις λεία τους.

2,8 
Επειδή σύ λεηλάτησες έθνη πολλά θα σε λεηλατήσουν όλοι οι υπόλοιποι λαοί, εξ αιτίας των αιμάτων των ανθρώπων και της βιαιότητας κατά της γης, της πόλης και όλων των κατοίκων της.

Ἀπολυτίκιον 
Ὡς ὄρος προέγραψας τὴν Θεοτόκον ἁγνήν, ἐξ ἧς ἡμῖν ἐλάμψεν ὁ τῶν ἁπάντων Θεός, σαρκὸς ὁμοιώματι. Ὅθεν σὲ ὡς προφήτην θεηγόρον τιμῶντες, χάριτος οὐρανίου μετασχεῖν δυσωποῦμεν, πρεσβείαις σου θεοδέκτοις, Ἀββακοὺμ ἔνδοξε.

Ελένη Δραμπάλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον