Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Αποσπάσματα από το Ημερολόγιο ενός Μακεδόνα Αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης

Το ΟΧΙ το είπε σύσσωμος ο Ελληνικός Λαός, μαζί μ' εκείνους που είχαν την ΨΥΧΗ και τον ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ μαζεύοντας τα πεταμένα από τον Αλβανικό Πόλεμο όπλα και συνεχίζοντας τον Απελευθερωτικό Αγώνα μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ... για να διώξουν τους ΝΑΖΙ και το ΦΑΣΙΣΜΟ από την Πατρίδα μας. Αυτοί απελευθέρωσαν την Ελλάδα από τον ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΦΑΣΙΣΜΟ και κάποιους Έλληνες ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ τους - ΔΩΣΙΛΟΓΟΥΣ και ΤΑΓΜΑΤΑΣΦΑΛΙΤΕΣ. Σ' αυτούς τους ΑΝΤΑΡΤΕΣ αξίζει τιμή και δόξα! Σ' αυτούς τους ΑΝΤΑΡΤΕΣ αξίζει το ΖΗΤΩ! Αυτούς τους ΑΝΤΑΡΤΕΣ δεν τους αφορούν οι παρελάσεις που παρίστανται οι "ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ". Έδωσαν το δυναμικό, πατριωτικό τους παρόν, χωρίς να περιμένουν να τους καλέσει η πατρίδα γι' αυτό. Γιατί; Διότι η πατρίδα "λούφαξε" μετά το Αλβανικό Μέτωπο και σχεδίαζε με τις κυβερνήσεις Τσολάκογλου τί τρόπους θα βρει για να συνεργαστεί και να προσφέρει διευκολύνσεις στον ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ-ΝΑΖΙ! Το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι σημερινές Κυβερνήσεις: ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ και ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ "διευκολύνσεις" ... με αντιλαϊκά και βάρβαρα μέτρα σε βάρος των αδύναμων, εξαθλιωμένων συνανθρώπων μας. 
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940!
Φορτώνεται η φωτογραφία

Γράφει η Ελένη Δραμπάλα

Μου παρέδωσε το ημερολόγιό του, μαζί με τις φωτογραφίες, πριν από 4 χρόνια. Ένα μικρό τετράδιο της εποχής εκείνης του 1940-1941, με κιτρινισμένα φύλλα που τα είχε σαρώσει το πέρασμα του ανελέητου χρόνου. Γραμμένο με την πένα βουτηγμένη στο μελανοδοχείο, τις ώρες που είχε καταλαγιάσει ο όλεθρος της μάχης. Το μελάνι μισοσβησμένο κι αυτό, δεν γλύτωσε από τη φθορά του χρόνου. Ο γραφικός χαρακτήρας του δύσκολος και δυσνόητος σε αρκετά σημεία της αφήγησης, όπως ήταν και η προσωπικότητά του άλλωστε. Η ορθογραφία του άριστη, παρόλο που είχε φοιτήσει μέχρι τη Β΄ Γυμνασίου ως άριστος μαθητής. Ο λόγος του πληθωρικός, αληθινός, τίμιος, μ’ ένα κρυφό ταλέντο ερμηνείας των εικόνων που αναβίωναν μπροστά του μέσα απ’ τις λιγοστές λέξεις και που πρόδιδαν μια κρυμμένη και καλά φυλαγμένη ευαισθησία, την προσμονή ενός πιο λαμπερού ήλιου που θα έφερνε την ελευθερία και τη δικαιοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Συγκέντρωνε τις σκέψεις του, προσπαθώντας μέσα απ’ τις «σκιές στον ήλιο της σιωπής», που πλανώνταν και τον σκέπαζαν την ώρα της μάχης, να μεταφέρει την εικόνα του Αγώνα, όταν σταματούσε ο εκκωφαντικός ήχος των πολυβόλων.

Ξεκίνησε την Αντίσταση τον Απρίλη του 1941, φεύγοντας από την πλαγιά του Σινιάτσικου (Άσκιον όρος) που βρισκόταν το σπίτι του, στο μικρό ιστορικό χωριό Πέλκα Βοΐου Κοζάνης (Πελεκάνο μετονομάστηκε το 1927) και που το προστάτευαν απ’ τους αρχαίους χρόνους φρούρια και οχυρά, ένα μικρό καταφύγιο που αγκάλιαζε για αιώνες τους αρχαιολογικούς θησαυρούς του, περιβαλλόμενο απ’ τα 5 επιβλητικά του κάστρα, το οχυρωματικό συγκρότημα με την ονομασία Πέλεκον. Το «χωριό των θεών», που γεννούσε Τιτάνες και Τιτανίδες. Από κει ξεκίνησε ...

Σήμερα δεν βρίσκεται ανάμεσά μας. Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι ήρεμα, ειρηνικά, την 1η Μαρτίου 2016, λίγο μετά τη συμπλήρωση των 94 χρόνων του. Έφυγε να συναντήσει τον ήλιο, τον πραγματικό ήλιο, που δεν τον επισκιάζει η σιωπή, ούτε οι σκιές του πολέμου.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ...

Γράφει στο ημερολόγιό του:

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ
Φορτώνεται η φωτογραφία
19 ετών, βγήκα στην Αντίσταση, τέλος Απριλίου 1941. Πρώτοι αντιστασιακοί τις ημέρες εκείνες του Απριλίου, βγήκαν απ’ το χωριό της μητέρας μου … το Μελιδόνιον, επαρχίας Βοΐου του Ν.Κοζάνης. Το χωριό αυτό τότε είχε καμιά εικοσαριά οικογένειες. Αυτή η ομάδα της Αντίστασης, καλώς εξοπλισμένοι και στρατιωτικά ντυμένοι, ξεκίνησαν όλοι μαζί και οργάνωναν τα χωριά. Δεν είχε βγει ακόμα η οργάνωση του Ε.Α.Μ. Ήταν οι πρώτοι αντιστασιακοί στα μέρη μας, που εμφανίστηκαν πριν απ’ το Ε.Α.Μ. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί το Ε.Α.Μ., το Σεπτέμβριο του 1941 ιδρύθηκε. Είμασταν οι πρώτες ομάδες στη περιφέρειά μας που οργανώναμε και δρούσαμε εναντίον των Ιταλών και Βουλγάρων … Οι πρώτοι Αντάρτες, οι Αντιστασιακοί, ήταν στη Δυτική Μακεδονία, στην περιφέρεια Καστοριάς, Σιατίστης ή επαρχίας Βοΐου Ν.Κοζάνης. Μ’ αυτούς τους Αντιστασιακούς πολεμούσα κι εγώ μέχρι το Φεβρουάριο του 1945 ... η ΙΧη Μεραρχία του Ε.Λ.Α.Σ. δεν παρέδωσε τον οπλισμό της στον Σκόμπυ, στο Στρατηγό των Εγγλέζων. Τα όπλα μας, τα τοποθετήσαμε, για να είναι άθικτα, εκεί που θέλαμε, εκεί που ήθελε η Μεραρχία, δηλαδή τα κράτησαν τα όπλα μέχρι το Φεβρουάριο 1945 …

17 Απριλίου 1941: Η Ελλάς κατελήφθη υπό των φασιστών, Ναζίδων και Φρατέλων. Είναι οι άνθρωποι που γνώρισε ποτέ η Ελλάς, παντού σκορπούν τη δυστυχία, το μίσος και το θάνατο. Ο Ελληνικός Λαός τώρα εργάζεται, όπως και πρώτα, αλλά δεν υποτάσσεται κάτω από τη μπότα των φασιστών. Το δελτίο εφαρμόζεται, η ουρά συνεχίζεται κάθε μέρα στ’ αρτοποιεία και στις αποθήκες τροφίμων. Ο Ελληνικός Λαός δεν μπορεί ν’ ανθέξει τη σκλαβιά, αμέσως αλλάζει και αρχίζει να σκέπτεται διαφορετικά, γιατί τα πάντα βάφτηκαν μαύρα· κακομοιριά, δυστυχία, σκλαβιά. Απ’ άκρου εις άκρον της Ελλάδος φουντώνουν καπνοί. Όλα σκοτεινιάσαν, τα πάντα ζητούν καθαρό αέρα. Οι παλαιοί ψιθυρίζουν: «Παιδιά, φτάνει πιά! Έως εδώ! Πάμε ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα των προγόνων μας».  

Φορτώνεται η φωτογραφία
Δεκέμβριος 1941: Το Μεσόβουνο καίγεται απ’ άκρου εις άκρον. Οι φωτιές αποτέφρωσαν τις οικίες και 170 άνδρες του χωριού. Προηγουμένως σκοτώθηκαν στο λαχανόκηπο από σφαίρες Γερμανών και σε λίγο αποτεφρώθηκαν μαζί με τις οικίες των. Στη Δυτική Μακεδονία, οι Ιταλοί ατιμάζουν και σκοτώνουν αθώους Έλληνας, μικρούς και μεγάλους. Αρπάζουν χιλιάδες αιγοπρόβατα. Τους βοηθούν Έλληνες, που δυστυχώς δεν πρέπει να ονομάζονται Έλληνες, γιατί μολύνουν το Ελληνικό αίμα. Είναι από χωριά Ελληνικά και μάλιστα απ’ τα χωριά της Πίνδου. Ονομάζονται «Ρουμανόβλαχοι». Μιά μερίδα απ’ αυτούς ονομάζονται «υπερ-Εθνικόφρονες» ή «Πατριώτες»! Οι Ιταλοί στη Νεάπολη της Δυτικής Μακεδονίας, με τις διαταγές τους και με το κνούτο στο χέρι, υποχρεώνουν τους κατοίκους της περιφερείας των νάρχονται στην πόλη, βαδίζοντας επί τέσσερες ώρες ολόκληρες, να τους φτιάχνουν πεζοδρόμιον επάνω στο πεζοδρόμιον. Μεταξύ αυτών των κατοίκων, ήμουν κι εγώ, επί τρεις ημέρας. Το χιόνι ήταν σαράντα πόντους, η γη ήταν παγωμένη. Ε, πάνω στον πάγο και γω έφτιαξα πεζοδρόμιο και προφυλακτικούς τοίχους του καταβλυσμού των. Ευτυχώς, όμως, τα χέρια μου δεν παγώναν και τόσο απ’ τις πέτρες που πιάνω, γιατί φορώ δερμάτινα γάντια. Πολλοί απ’ τους εργάτες παθαίνουν κρυοπαγήματα, οι άλλοι, που για μιά στιγμή σταματούν να ξεκουραστούν λίγο, ξυλοκοπούνται απ’ τους Φασίστες. Στο Τσοτύλιον, ημέρα Σάββατο, συλλαμβάνονται απ’ την Καραμπινερία δύο κοπέλλες μέσα απ’ το πλήθος και διά της βίας σύρονται στο τμήμα, με τη δικαιολογία γιατί δεν έχουν μαζί τους ταυτότητα. Τα όργιά τους ξεπερνούν τα όρια! Ο Μάριο, αρχηγός του τμήματος και το φόβητρο της επαρχίας Βοΐου! Ο Απρίλης, φρούραρχος της πόλεως και ο παιχνιδιάρης των κοριτσιών!
Μιά σκηνή: Δύο στρατιώτες Ιταλοί πλησίον του φυτωρίου, ορμούν σε μιά μάνα και στην αδελφή της να τις ατιμάσουν. Η μάνα, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, γιατί πιστεύει στα ιδανικά της φυλής μας, αφήνει στη γη το βρέφος και τους πετροβολά. Η αδελφή της ετράπη εις φυγήν, ομοίως και οι Ιταλοί.
Στην κάθε πόλη, οι Ιταλοί πλαισιώνουν τας δυνάμεις των και οχυρώνονται, γιατί ξέσπασε κάποια επανάσταση, στ’ αφτιά τους έφθασε μήνυμα ότι ξεσηκώθηκε ο Ελληνικός Λαός εναντίον τους. Οι πρώτες ομάδες εμφανίζονται. Είναι οι Έλληνες που δεν μπόρεσαν ν’ ανθέξουν τη σκλαβιά. Όλοι αυτοί είναι αρματωμένοι, έχουν όπλα ελληνικά, τα οποία δεν παρέδωσαν στους Κατακτητάς, όταν η Ελλάς κατελήφθη απ’ αυτούς. Η πρώτη ομάδα της περιφερείας μας είναι πολύ μικρή. Μόλις ο αριθμός των ανδρών της ανέρχεται σε 12 άνδρες. Μεταξύ αυτών είμαι κι εγώ. Αρχηγός της ομάδος είναι ο Ιωάννης Τόσκας, ψευδώνυμο «Ορφανός». Όλοι ντυμένοι στο χακί, καλώς εξοπλισμένοι. Οι Ιταλοί τρομοκρατούνται, γιατί πιστεύουν ότι οι 12 είναι 120!

Φορτώνεται η φωτογραφία
Ιανουάριος 1942: Ο Λαός ξεσηκώνεται εναντίον του Κατακτητή, υπό την καθοδήγησιν του Ε.Α.Μ. (Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου). Σύσσωμος ξεκινά με τ’ όπλο στο χέρι να διώξει τον τύραννο, ο επαρχιώτης και ο πολίτης. Τώρα πλέον γίνεται γνωστόν στους Φασίστας πως ο Ελληνικός Λαός χάνει την εμπιστοσύνη του. Λίγοι μόνον άνθρωποι της Ελλάδος απομένουν στο πλευρό τους, ως συνεχισταί. Οι άνθρωποι του Πούλιου! Τα Τάγματα Ασφαλείας! Και σ’ αυτούς ακόμα, οι Γερμανοί δεν δίνουν εμπιστοσύνη, αλλά τους έχουν απόλυτη ελευθερία, γιατί γινόταν η δουλειά τους. Μ’ αυτούς, λοιπόν, ξεκίνησαν οι Γερμανοί να καταστείλουν δήθεν την Επανάσταση, αλλά αντιθέτως, μ’ αυτούς λεηλατούσαν, καίγαν, σφάζαν και ατιμάζαν. Την ίδια δουλειά κάνουν τώρα και οι Ιταλοί. Οργανώνουν τους Ρουμανόβλαχους και τους φυλούν τις πλάτες. Η Καραμπινερία δε, κοντά της, έχει τους μπράβους, που ονομάζονται «Έλληνες»! Είναι οι άνθρωποι που βάψαν τα χέρια τους με αίμα Ελληνικό, πιό μπροστά απ’ τον Κατακτητή.

Ιούνιος 1942: Επιδρομή Γερμανών στη Μόκρινα και Κλεισούρα. Συλλαμβάνονται στον ύπνο όλοι, οι 26 κομητατζήδες, στο λιβάδι του Μαυρόβου και Λίτσιστας, ακολουθούν μαζί με τον οπλισμό τους. Στην επιχείρηση ήμουν κι εγώ. Συλλαμβάνονται οι ταγματασφαλίτες με τους αξιωματικούς των μαζί, στο Άργος Ορεστικόν, υπό του γιατρού Καπετάνιου Κολοκοτρώνη.

Αύγουστος 1942: Η έδρα μας στο Κριμίνι Τσοτυλίου. Οίκος εκπαιδεύσεως το Σχολείον. Η εκπαίδευσις τελείωσε. Προ ημερών, οι Γερμανοί επανέρχονται στο Τσοτύλιον, είναι μόνον περίπου 40 άντρες. Είναι τώρα το προκεχωρημένο φυλάκιό τους. Ξημερώνει 20 Αυγούστου 1942. Προ ημερών, το πεδίο ρίψεως Ομαλής μετεφέρθη στους Φιλιππαίους της Πίνδου. Όλη τη νύχτα, το Συγκρότημα βρίσκεται στο δάσος της Ομαλής, με σκοπό να επιτεθούμε στο Τσοτύλιον. Δίπλα μας υπάρχουν δύο ακόμα Συγκροτήματα, του Υψηλάντη και Καραϊσκάκη. Ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει απ’ τις κορυφές του Σινιάτσικου, αλλά μέσα από βουρκωμένα σύννεφα και πολύ κοκκινωπούς καπνούς.

Φορτώνεται η φωτογραφία
20 Αυγούστου 1942: Ημέρα χαρακτηριστική. Οι 30 Γερμανοί, χαράματα θέλουν να εξαπολύσουν στην Ομαλή ή, μάλλον, να εφαρμόζουν τους ιδίους βάρβαρους τρόπους, όπως και σ’ άλλα μέρη ή χωριά της Ελλάδος. Απ’ άκρου εις άκρον βάζουν φωτιά, πρώτα στους αχυρώνας να φουντώσει ο καπνός και μετά στα σπίτια, κόσμος δεν υπάρχει. Μόλις οι καπνοί εμφανίστηκαν, έφυγαν στα βουνά οι χωρικοί. Βρισκόμαστε ακόμη στο δάσος, μόλις 10 λεπτά, αντιληφθήκαμε μόνον απ’ τους καπνούς και σε λίγα λεπτά ακούστηκαν ντουφεκιές. Αυτές ήταν το σύνθημα, το μέσον για να πιάσουν τα γουρούνια, κοινώς χοίρους, κόττες κ.λπ. Τα σπίτια καίγονται χωρίς κανένα λόγο, ειμή να φέρουν πανικό και να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να τους βλέπει κανείς. Οι λεκάνες απ’ τις γούρνες γέμισαν σκοτωμένους χοίρους. Αυτό το κάνουν οι Γερμανοί για να βγει το αίμα. Η μάχη συνεχίζεται με μανία. Οι Γερμανοί απωθούνται στον άνω συνοικισμό. Οι σφαίρες πέφτουν βροχή από τα Στάγιερ των Φασιστών. Προς το παρόν, θύματα δεν υπάρχουν. Τα δεμάτια των χωραφιών, απ’ τις τροχιοδεκτικές γερμανικές σφαίρες, παίρνουν φωτιά. Η μάχη συνεχίζεται. Οι Γερμανοί κινδυνεύουν να πιαστούν αιχμάλωτοι, τους μένουν ακόμα 10 λεπτά της ώρας. Οι τελευταίες τους σφαίρες είναι οι φωτοβολίδες, οι οποίες πέφτουν βροχή, κάθε μία απ’ αυτές σημαίνει κίνδυνο. Φωνάζουμε να παραδωθούν, μας απαντούν γερμανικά «προτιμούμε να πεθάνουμε», όπως κι έγινε. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά, φθάνουν 13 αυτοκίνητα, λίγοι όμως Γερμανοί, πετιούνται από μέσα, είναι δευτέρα δύναμίς των.
Μόλις έφθασαν και τρίτες γερμανικές ενισχύσεις εκ Κοζάνης, δύο τεθωρακισμένα τανκς και τέσσαρα αυτοκίνητα, ενός λόχου άνδρες. Αυτούς εδώ, τους βρήκε η χειρότερη μοίρα. Δεν πρόφτασαν καλά-καλά να κατεβούν και δεν έμειναν ζωντανοί, και πολλοί άλλοι βρήκαν τον ίδιο θάνατο από τις σφαίρες των Παρτιζάνων. Τώρα δρουν μόνον αποτελεσματικά τα δύο τάνκς. Μιά σφαίρα στο κρανίον υποδέχεται ο σύντροφός μας και ο Λιότσος Ευάγγελος είναι νεκρός. Η μάχη συνεχίζεται μέχρι το σούρουπο. Τα τάνκς προχωρούν περίπου ένα χιλιόμετρο και ανατινάσσονται. Ο εχθρός υποχωρεί κανονικώς, παίρνοντας μαζί του και τους νεκρούς μέσα σε κάρα χωρικών. Τώρα βάλλει ο δικός μας όλμος των 81 χιλιοστών. Εδώ πιστεύω στη ζωή μου. Στα 3 δευτερόλεπτα όλοι θάμασταν νεκροί. Η μάχη τελείωσε. Οι Γερμανοί συγκεντρωμένοι στη Νεάπολη, δίνουν προσκλητήριον. Απουσιάζει όμως ο ίλαρχος Φρίτς και 45 οπλίται και αξιωματικοί. Όλοι είναι νεκροί. Χαρακτηριστικόν! Το αίμα που πλημμύρισε, όταν στιβάστηκαν στα κάρα οι σκοτωμένοι, ο δημόσιος δρόμος καθαρίστηκε με βυτιοφόρα! Νεκροί ημετέρων τμημάτων 9. Ετάφησαν την δεύτερη ημέρα στις 21:08.

Σεπτέμβριος 1942: Συγκέντρωση εις Αυγερινόν.
24 Σεπτεμβρίου: ανασυγκρότηση συγκροτημάτων εις τοποθεσίαν Αγ. Παρασκευής. Σήμερα το Συγκρότημα παίρνει το όνομα και τον αριθμό: 7ος Λόχος του ΙΙ Τάγματος του 27ου Συντάγματος, Τμήμα Μακεδονίας. Σύνθεσις κατά λόχον, μία ομάς εξ 20 ανδρών αγυμνάστων, παίρνει το όνομα ΕΠΟΝ. Ο ομαδάρχης και Καπετάνιος ομάδος, ο υποφαινόμενος. Παρέλασις εις Αυγερινόν.

29 Φεβρουαρίου 1943: Στον Άγιο Νικόλαο (σύνθημα) οι Γερμανοί ξανάρχονται, η διμοιρία μου μπροστοφυλακή, στη θέση μου ο Καπετάνιος συναγωνιστής Χείμαρρος. Τα πολυβόλα στη θέση μας στραμμένα προς τον εχθρό πεδίου βολής εις Γέφυρα Ασπροποτάμου. Ο καιρός χαλαρά βροχερός.
Ώρα 8:30. Οι Γερμανοί εμφανίζονται, πλησιάζουν με αραιά διαστήματα και πολυβολισμούς. Βρίσκομαι μεταξύ δύο πολυβόλων στην πρώτη γραμμή στο παρατηρητήριον μαζί με τον Καπετάνιο Συντάγματος.
Παρατήρησις: Οι Γερμανοί στήνουν 2 πολυβόλα των 7,5 χιλιοστών όπισθεν των θάμνων, συγχρόνως τα πρώτα τμήματά μας προχωρούν για την καταστροφή. Μπροστά προχωρούν με όλα τα μέσα οι Μογγόλοι, προσπαθούν σύντομα και με αραιά διαβήματα να φθάσουν στα καμμένα ξενοδοχεία πλησίον της γέφυρας Μπούζας και Μελίσας. Όσο πλησιάζουν, επικρατεί ησυχία, η μπροστοφυλακή μας ανέρχεται σε 200 άντρες, πίσω ακολουθούν μεταγωγικά φορτωμένα πυρομαχικά και ατομικοί όλμοι. Αι δυνάμεις του εχθρού ανέρχονται εις 3 χιλιάδας περίπου, είναι η τελευταία αποφασιστική επιδρομή των Γερμανών στο Νομό Άρτας. Καιρός βροχερός. Με αγωνία, δεξιά μας το Τάγμα του ιππικού του Νομού Τρικάλων, αριστερά μας ο Μαύρος, ενισχυόμενος με τμήμα της Ηπείρου. Στο κέντρον εμείς 2/27 πεδίον βολής, ο μικρός καμπίσκος, οι δύο γέφυρες και ο δημόσιος δρόμος. Οι Μογγόλοι προχωρούν τώρα με μεγαλύτερο θάρρος, γιατί πλησιάζουν στα 300 μέτρα. Πιστεύουν ότι εχθρός δεν υπάρχει γι’ αυτούς. Λίγα λεπτά την ώρα κράτησε η αγωνία, δεν έχει την υπομονή όμως το χέρι που βρίσκεται στη σκανδάλη, ο εχθρός έφθασε στο σημείο που πρέπει να κτυπηθεί. Συντόμως πέφτουν οι σφαίρες βροχή κατά των Ούννων. Οι πρώτοι πέφτουν νεκροί! Γιατί δεν υπήρχεν ούτε προπέτασμα, αλλά ούτε και προκάλυμμα να καλυφθούν. Ο δημόσιος δρόμος γεμίζει πτώματα Μογγόλων και ζώων. Όσα είναι εν τη ζωή τρέχουν σαν τρελλά. Το χλιμίντρισμα των ζώων, μας φέρνει συγκίνηση. Ο καιρός βροχερός.
Ώρα πρωινή. Τα πολυβόλα μας ακόμα βάλλουν στους απομείναντας. Το εχθρικό πυροβολικό, μας επισημαίνει, ρίχνει με μανία, θαρρούν και τους κάψαμε ολόκληρη τη Γερμανία. Το δίκαιο όμως είναι με το μέρος μας, αυτό το δείχνουν και τα βλήματα του πυροβολικού μας. Έρχονται δύο κι ένα, σαμποταρισμένα, μπροστά μου σκασμένο κάθεται και γίνεται χαράκωμα. Τώρα βάλλουν με μεγαλύτερη λύσσα, προσθέτοντας και δύο όλμους των 61 ιντσών. Δεν προφταίνουν όμως και φεύγουν αμέσως, γιατί τους επισημαίνει ο δικός μας, των 81 ιντσών. Σκοπευτής, ο περιβόητος θάμνος. Νύχτα! Οι Γερμανοί διαθέτουν διπλασίους άνδρες και πολεμικό υλικό για να πάρουν τα θύματά τους. Ο εχθρός αποσύρεται στην αντικλιτή των υψωμάτων. Εκεί ανασυγκροτεί και οργανώνει το στράτευμά του. Ο καιρός βροχερός.

6 Απριλίου 1943: Εις Βλάτσι, εν όψει λάφυρα γερμανικά. Καταστροφή Κλεισούρας, εμπρησμός και σφαγή γυναικόπαιδων υπό Βαρβάρων.
14 Απριλίου 1943: Η διμοιρία μου, φρουρά διά την περιφορά του επιταφίου.
16 Απριλίου 1943: Το μεσονύκτιον ώρα 3, ο λόχος στην εκκλησία. Ανάσταση. Ξημέρωσε Πάσχα 1943 εις Ροδιά. Η παρουσίαση υποδειγματικού Λαοκράτη.

7 Ιουλίου 1943: Οι Γερμανοί διεξάγουν τις επιχειρήσεις εις ΙΧη. Ανέρχονται εις δυνάμεις 21 χιλιάδας. Αντικειμενικός σκοπός: σύμπτυξις Γερμανών, είναι το Αυγό ή Βάλια Κάλδα της Πίνδου. Καλοκαίρι. Ο 5ος λόχος και 2α διμοιρία Πεζικού, οπισθοφυλακή Τάγματος. Τα υπόλοιπα τμήματα της ΙΧης  μάχονται κατά των Γερμανών εις όλα τα σημεία, ο εχθρός πυρπολεί και προς χωριά και δάση. Χιλιάδες πυροβόλα των Γερμανών που με τα βλήματά των ισοπεδώνουν τα βουνά της Πίνδου. Οι επαρχίες Βοΐου, Γρεβενών, Καστοριάς και Κονίτσης καίγονται απ’ άκρου εις άκρον. Βρίσκομαι στην κορυφή του Αυγού στο Παρατηρητήριον, δεξιά και αριστερά μου έχω κρυμμένα τα δύο πολυβόλα (Φίατ) της διμοιρίας μου, παρακολουθώ τις κινήσεις του εχθρού. Στους πρόποδες του βουνού είναι παρατεταγμένος ο λόχος Πεζικού, με Διοικητή το Ζαμάνη, σε τάξεις μάχης. Ο εχθρός, μας αντελήφθη, χωρίς να το ξέρουμε. Είναι μεσημέρι, παρακολουθώ απ’ το παρατηρητήριο τον εχθρό από τρεις διαβάσεις, Σμόλικα, Γρεβενών και Ηπείρου, με κατεύθυνσιν Βάλια – Κάλδα. Ο εχθρός το περισφίγγει τον κλοιό. Χιλιάδες μυριάδες Μογγόλοι και Ταγματασφαλίτες προχωρούν με μανία να σφάξουν ό,τι έψυχο βρουν. Καλοκαίρι.

9 Ιουλίου 1943: Πρωί, ο εχθρός με λύσσα καταλαμβάνει το Αυγό, είναι το τελευταίον σημείον και τέλος των επιχειρήσεων. Είναι πρωί, μαζί με τη διμοιρία μου βρίσκομαι στις προηγούμενες θέσεις του εχθρού. Τα δύο πολυβόλα μου βρίσκονται κρυμμένα στη σπηλιά, τα ζώα των πολυβόλων κι αυτά εν ασφαλεία σε κάποια κρυφή χαράδρα της Πίνδου. Χιλιάδες εχθρού εξερευνούν το παν κι εκεί σκορπούν τον όλεθρο και την καταστροφή. Τώρα πια, σύντροφός μας είναι μόνον τ’ ατομικά μας όπλα. Βρίσκομαι στο ύψωμα της Μηλιάς ΒΑ. Χιλιάδες γυναικόπαιδα τρομαγμένα μέσα στα δάση, κοντά σ’ αυτά και μιά άρκτος αδέσποτη, άγρια, προσπαθεί να βρει γαλήνη, ησυχία. Τροφή δεν υπάρχει σε κανέναν άντρα της διμοιρίας, τελείωσε εδώ και δύο ημέρες, γιατί σκοτώθηκαν οι επικελευσταί του λόχου και συνελήφθησαν τα ζώα υπό του εχθρού φορτωμένα. Ναι! Υπάρχουν στο σακκίδιο μόνον λίγα ψίχουλα από κεφαλοτύρι. Καλοκαίρι. Είναι βράδυ, με ομαδικά πυρά σπάζουμε τον πρώτο κλοιό του εχθρού, μεταξύ Μηλιάς και Κρανιάς Γρεβενών. Στρατοπέδευση νότια της Μηλιάς, ανατολικά Καταφυγίου, ΒΑ Κουτσούφλιανη.

26 Αυγούστου 1943: Ολομέλεια Τάγματος. Κατόπιν αποφάσεως ετιμωρήθη ο στρατιώτης Μαυροθαλασσίδης με αφοπλισμό και απόλυσιν υπό του ΕΛΑΣ, γιατί επανειλημμένως έκλεβε σταφύλια από κληματαριές ιδιωτικές. Ο καιρός κάθε ημέρα είναι βροχερός.

29 Αυγούστου 1943: Διαταγή, το Τάγμα μας εκινήθη προς βορράν, εις Λαύδανη στρατοπέδευσις Στρατίνιστα, επαρχία Πογωνίου.
Παρατήρησις: Στρατίνιστα, είναι μεσημέρι. Μόλις προ 5 λεπτών βάλαν φωτιά στο χωριό το βασανισμένο απ’ άκρου εις άκρον, ακόμη καπνίζουν τ’ αποτεφρωμένα σπίτια και τα πτώματα των γυναικών του χωριού, τα οποία αποτέφρωσαν οι Γερμανοί την προηγούμενη ημέρα με τη βοήθεια Ελλήνων ανδρών του ΕΔΕΣ.
Απ’ ότι πρόσεξα, δεν μπορούσα καλύτερα, γιατί η πυρά της φωτιάς δεν μου επέτρεπε. Ρωτώ, ξανά ρωτώ, τον εαυτόν μου: Τί άραγε νάχει το καζάνι, το οποίο καζάνι ήταν στρατιωτικό; Ίσως να είχε μείνει εκεί στην αχυρώνα απ’ τον πόλεμο της Αλβανίας ή θα το είχαν αφήσει τα Ελληνικά στρατεύματα όταν υποχωρήσαν. Εκεί που βασάνιζα το μυαλό μου να καταλάβω, τί άραγε έχει το καζάνι μέχρι το χείλος, να και μου πλησιάζουν δύο μαυροφορεμένες γυναίκες, με κλάματα με τσιρίγματα, πέφτουν στα πόδια μου φωνάζοντας ...... Ναι! Η μία εξ αυτών είδε το δρόμο και το απαίσιο έγκλημα. Είδε τον άντρα της να μπαίνει μέσα σ’ αυτό το απαίσιο καζάνι. Οι δράσται είναι οι Γερμανοί, με είπε, με τη βοήθεια Ελλήνων πατριωτών του ΕΔΕΣ. Αυτό το φωνάζαν μπροστά μου όλοι οι κάτοικοι του χωριού και η γυναίκα του θύματος, επί λέξιν «αχ! Παιδί μου» ...... είναι ο άνδρας μου. Τον υπέδειξαν οι δοσίλογοι και οι Γιατροί Γερμανοί κάνουν το πείραμα ...!!!».

Στο κατάστρωμα του πλοίου. Άφιξις εις Μακρόνησον. 1947.
Φορτώνεται η φωτογραφία
... επάνω στα φορτηγά οι οδηγοί των αυτοκινήτων προχώρησαν προς την πόλη Καβάλα και επιβιβαστήκαμε στο φορτηγό καράβι με κατεύθυνση το νησί Μακρόνησο. Την ίδια μέρα το απόγευμα φτάσαμε στη Μακρόνησο, μας πήγαν στο 3ο Τάγμα Σκαπανέων. Έτσι μας είχαν ονομάσει στη Μακρόνησο. Ήταν και άλλα δύο Τάγματα. Το πρώτο προς Βορράν της Μακρονήσου, το δεύτερο στο κέντρο, δηλαδή, του νησιού και προς Νότον που ανήκα εγώ. Μόλις αποβιβαστήκαμε, πήραμε και τα πράγματα μαζί μας και ακολουθήσαμε τους «Γραμματείς και Φαρισαίους» προς τη Διοίκηση του Τάγματος. Μας υποδέχθηκε ο Ταγματάρχης κύριος Σκαλούμπακας ...

10.4.1949 εις κατάστρωμα πλοίου. Άφιξις εις Μακρόνησον.
Φορτώνεται η φωτογραφία
Τί ήταν το καμουτσίκι; Είχε πλέξει τρία καλώδια και είχε φτιάξει ένα καμουτσίκι και το χρησιμοποιούσε για να δέρνει τους αντιστασιακούς. Όταν εκτίναζε το κνούτο, δεν τον ενδιέφερε πού θα σε πάρει, στο λαιμό, στο πρόσωπο, όπου. Ήρθε και η δική μου σειρά ... Αφού πλησίασε, μας σταμάτησε και ρώτησε ποιός είναι ο ομαδάρχης της ομάδος. Αποκρίθηκα  «Εγώ είμαι, τί θες;». Επειδή με γνώρισε, έπρεπε να βγάλει και σε μένα το μίσος που έτρεφε μέσα του, με ρωτάει  «Πόσα χρόνια ρε, ήσουν αντάρτης, κομμούνα;». Εάν τούλεγες ότι ήμουν ένα χρόνο, θα σε χτυπούσε μία με το βούρδουλα, με αυτόν με κόμπους, που είχε από άγρια ελιά. Εάν έλεγες δύο ή τρία, ανάλογα πέφταν και οι βουρδουλιές. Αυτό ήταν το σύστημα στη Μακρόνησο και πολλά άλλα χειρότερα ... Όταν δεν είχαμε αγγαρία, φεύγαμε πολλοί στρατιώτες κάθε μέρα και πηγαίναμε δύο χιλιόμετρα δρόμο, εκεί κοντά στη θάλασσα, στην άμμο, σκάβαμε με τα χέρια την άμμο και έβγαινε γλυφό νερό και γεμίζαμε τα παγούρια ...

Νοσηλεία στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο τέλη 1949.
Φορτώνεται η φωτογραφία
Τις ημέρες των Χριστουγέννων του 1949, έκανα Χριστούγεννα με την οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς μου. Ύστερα από 10 χρόνια έκανα Χριστούγεννα με οικογένεια! Όλα αυτά τα περασμένα δέκα χρόνια, τα έκανα με το αυτόματο στο χέρι, τη μπερέτα, με το Στάγιερ, με το Μάουζερ το Γερμανικό, το Στέιν, και τελευταίο μαζί μου το Ελληνικό του ιππικού Μάλινχερ, τρέχοντας. Εναλλακτικά, μ’ όλα αυτά τα όπλα των κατακτητών που τάχαμε πάρει σαν λάφυρα, και με τα δικά μας τα όπλα, τους κυνηγούσαμε στα βουνά και στα λαγκάδια της Ελλάδος, για να ελευθερώσουμε αυτή την σκλαβωμένη Πατρίδα απ’ τον κατακτητή και από κάποιους συνεργάτες του κατακτητή. Λέγαν μερικοί ότι όπλα μας δίναν οι σύμμαχοί μας οι Εγγλέζοι και πολεμούσαμε τον κατακτητή. Ψέμματα τους λέγαν! Με τα όπλα που πολεμούσαμε τον κατακτητή, Ιταλό και Γερμανό, ήταν αυτά τα πρώτα ελληνικά όπλα, που πέταξε ο Ελληνικός Στρατός όταν υποχωρούσε απ’ το μέτωπο της Αλβανίας και τα πέταξε στα δικά μας τα Ελληνικά χωριά, στο Νομό Κοζάνης, για να τα πάρουμε εμείς οι νεώτεροι, να μην τα πάρει ο εχθρός και μ’ αυτά τα όπλα χτυπούσαμε τον κατακτητή και μ’ αυτά τους πιάναμε από τις ενέδρες που στήναμε στους Γερμανούς και απ’ όλες τις μάχες που κάναμε μαζί τους. Οι μάχες είναι αμέτρητες. Τις αναφέρω στο ημερολόγιό μου ...

Φορτώνεται η φωτογραφία
Από το 1941 έως το 1950, με το αυτόματο στο χέρι, κυνηγώντας τα στρατεύματα κατοχής. Και μετά; Αλληλοσκοτωμός! Αυτός ο «Άγνωστος Βρώμικος Πόλεμος» να μη ξανάρθει ποτέ στη χώρα μας.

Φορτώνεται η φωτογραφία
Η Ελένη
(απεβίωσε 20 ετών)
(Ελένη 11.2.1953)
Όταν έφτασα στο σπίτι που γεννήθηκα, η μητέρα μου με ανοιχτές τις αγκάλες με υποδέχθηκε χαρούμενη και για να με ευχαριστήσει μου έδωσε ένα μαχαίρι της κουζίνας να σφάξω έναν κόκκορα και το αρνήθηκα.  «Όχι!», της λέω,  «εμείς δεν σφάζαμε ανθρώπους, ούτε κοτόπουλα, εμείς πολεμούσαμε τον κατακτητή και τους προδότες της πατρίδας. Το σπίτι μας μητέρα, όπως βλέπω, είναι καμμένο. Ποιός τόκαψε μητέρα;»  «Αχ, παιδί μου, οι παληάνθρωποι, αυτοί φέραν τους Γερμανούς να μας κάψουν το σπίτι μας, τους άκουσα με τ’ αυτιά μου. Να, κι αυτό το σπίτι έχει γυιό στο βουνό, ήμουνα πιό πέρα τις άλλες χωριανές που το λέγαν και κλαίγαμε. Αν είμασταν εκεί κοντά μπορεί να μας σκοτώναν κιόλας. Το καϋμένο το κοριτσάκι μου ήταν 10 χρονών και προσπαθούσε να σβύσει τη φωτιά μ’ ένα κουβά νερό, έπαιρνε από ένα μεγάλο χαρανί που είχε μαζέψει απ’ τη βροχή νερό και ήταν εκεί στην αυλή κάτω απ’ την αστρέχα, είχε αρκετό νερό, αλλά μάταια». Τη φοβερίζαν κιόλας την αδελφή μου ότι θα τη ρίξουν μέσα στη φωτιά. Μεγάλη ψυχή η αδελφή μου ... Αυτό το μικρό κοριτσάκι ήταν η Ελένη  ....

ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΓΡΑΦΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΛΙΠΟΝΤΑ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΔΡΑΜΠΑΛΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΜΟΥ ΤΑ ΠΑΡΕΔΩΣΕ Ο ΙΔΙΟΣ ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ.  ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΗΔΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «μεταφόρτωση» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, ολική, μερική ή περιληπτική του περιεχομένου του παρόντος άρθρου μου, με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της κατόχου του Ελένης Κωνσταντίνου Δραμπάλα. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Ελένη Δραμπάλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον