Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Μια ιστορική αναδρομή

Α΄ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

Του Παναγιώτη Γέροντα
Ανθυποπλοιάρχου (ΕΦ/Ο) ΠΝ

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τεύχος 583, σελ. 30, ΔΕΚ 2012 – ΦΕΒ 2013, εκδ. ΥΙΝ/ΓΕΝ.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της «ΝΕ»






Η είσοδος του λιμανιού Μανδράκι της Ρόδου.
ΦΩΤΟ: Tolis Flioukas
http://www.panoramio.com/photo/49549549



Γενικά
Ο νομός Δωδεκανήσου ευρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του Νότιου Αιγαίου και περιλαμβάνει το νησιωτικό συγκρότημα που είναι γνωστό ως Δωδεκάνησα. Το συγκρότημα αυτό εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων  35⁰ 18΄Β και 37⁰ 15΄ Β και των μεσημβρινών 26⁰ 12΄ Α και 29⁰ 30΄ Α. Η ονομασία Δωδεκάνησα δεν είναι σωστή διότι στην πραγματικότητα το συγκρότημα αποτελείται από 18 μεγαλύτερα νησιά και ένα πλήθος από ακατοίκητα ξερονήσια και βραχονησίδες.

 Με τον όρο «Δωδεκάνησα» εννοούνται τα 11 μεγαλύτερα νησιά συν τη Μεγίστη ή  Καστελλόριζο. Η περιοχή του νομού αρχίζει στο Βορρά νότια της Σάμου και της Ικαρίας και φθάνει νοτιοδυτικά μέχρι την Κρήτη, ενώ δυτικά εκτείνεται από τις Κυκλάδες και ανατολικά μέχρι τις ακτές της Μ. Ασίας. Το σύνολο της χερσαίας επιφάνειας ανέρχεται σε 2.714 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ κατά την απογραφή του 2001 ο πληθυσμός ανερχόταν σε 190.071 ανθρώπους.

 Το έδαφος των νησιών είναι κυρίως ορεινό και ημιορεινό με ένα σημαντικό ποσοστό πεδινών εκτάσεων. Το κλίμα είναι από τα πιο ευχάριστα της Μεσογείου με ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια.

  Η οικονομία των νησιών δεν είναι ομοιόμορφη. Την μεγαλύτερη ανάπτυξη παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα νησιά Ρόδος και Κως ενώ τα μικρότερα και πιο απομονωμένα είναι λιγότερο αναπτυγμένα. Η οικονομία των Δωδεκανήσων στηρίζεται στην γεωργία, στη ναυτιλία, στη σπογγαλιεία, στον τουρισμό και στην βιοτεχνία-βιομηχανία. Τα μικρότερα νησιά του συγκροτήματος πάσχουν από την έλλειψη νερού και το φτωχό έδαφος με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, ενώ η μη ύπαρξη επαρκών μέσων συγκοινωνίας εμποδίζει την ανάπτυξη άλλων τομέων της οικονομίας τους. Έτσι η οικονομία των μικρότερων νησιών είναι κυρίως εμβασματική, ζουν δηλαδή από τα εμβάσματα των κατοίκων τους που έχουν μεταναστεύσει στα μεγαλύτερα νησιά ή την Αθήνα και τη ναυτιλία.

 Σημαντικό κομμάτι της οικονομίας των νησιών αποτελεί ο τουρισμός με την συρροή τουριστών από όλο τον κόσμο. Πραγματικά τα Δωδεκάνησα προσφέρουν «τροφή» σε κάθε πιθανό ενδιαφέρον του επισκέπτη. Από τις εξωτικές παραλίες, τη νυκτερινή ζωή και την επαφή με την φύση μέχρι την αρχαιολογία, την ιστορία και τον θρησκευτικό τουρισμό.

 

Τα Δωδεκάνησα στην αρχαιότητα
Από την αρχαιότητα τα νησιά των Δωδεκανήσων δρούσαν ως σύνολο και είχαν κοινή μοίρα, εν τούτοις στις αρχαίες πηγές αναφέρονται το κάθε ένα νησί ξεχωριστά με το όνομά του και όχι με τον όρο Δωδεκάνησα. Η ονομασία «Δωδεκάνησα» επικράτησε μόλις το 1908, όταν οι Νεότουρκοι επιχείρησαν να αφαιρέσουν από τα νησιά τα προνόμια που είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής κυρίως μάλιστα τα προνόμια στη Ρόδο και την Κω.

  Οι πρώτοι γνωστοί κάτοικοι της Ρόδου θεωρούνται οι Τελχίνες οι οποίοι συγγένευαν με τους Τελχίνες της Κρήτης και της Κύπρου. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στο νησί Αχαιοί και Κάρες [1], [2] και σημάδι της εγκατάστασής τους αυτής είναι η ονομασία της ακρόπολης της Ιαλυσού Αχαΐα [3]. Οι πηγές αναφέρουν ότι στη Ρόδο εγκαταστάθηκαν άποικοι από την Αίγυπτο οι οποίοι όμως την εγκατέλειψαν πιεζόμενοι από νεώτερους αποίκους με αρχηγό τον  Ίφικλο [4]. Αργότερα Αθηναίοι και Αργείοι με αρχηγό τον γιο του Ηρακλή και της Αστυοχείας Τληπόλεμο αποίκισαν εκ νέου τα νησιά [5],[6]. Στο «Νηών κατάλογο»[7],[8] αναφέρεται ότι τα Δωδεκάνησα πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με πολλές δυνάμεις. Μια από τις συνέπειες της άλωσης της Τροίας ήταν η  ναυτική ενδυνάμωση των Δωδεκανήσων και ο παραμερισμός των αντιπάλων τους στο εμπόριο Λυκίων.

  Μετά τον Τρωικό Πόλεμο, ο Αλθαιμένης [9], εγγονός του βασιλιά του Άργους Τημένου κατέλαβε τις τρεις πόλεις της Ρόδου, Κάμιρο, Ιαλυσό και Λίνδο εγκαθιστώντας Δωριείς. Από τα νησιά μόνο η Λέρος και η Πάτμος αποικίστηκαν από Ίωνες.

  Το μοναρχικό πολίτευμα των νησιών καταργήθηκε μετά τον Τρωικό Πόλεμο και μόνο στις τρεις πόλεις της Ρόδου Κάμιρος, Ιαλυσός και Λίνδος διατηρήθηκε ως τον 6ο αιώνα π.Χ.. Τον 6ο αιώνα τύραννος της Λίνδου ήταν ο Κλεόβουλος, νομοθέτης και ποιητής, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας [10]. Το 690 π. Χ. οι Λίνδιοι ίδρυσαν αποικίες: στη Σικελία την πόλη Γέλα, στα σύνορα της Λυκίας και Παμφυλίας την Φάσηλιν και πιθανότατα τους Σόλους στην Κιλικία. Έναν αιώνα αργότερα ίδρυσαν τον Ακράγαντα, ενώ οι Κώοι έγιναν συνοικιστές των σικελικών πόλεων Καμάρινας και Γέλας [11], [12].

  Κατά τον 6ο αιώνα οι τρεις πόλεις της Ρόδου ίδρυσαν μαζί με την Κω, την Αλικαρνασσό και την Κνίδο την «Δωρική Εξάπολιν», της οποίας το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο ήταν το ιερό του Ποσειδώνος που ευρισκόταν στο ακρωτήριο Τριόπιο [13]. Την περίοδο των Περσικών Πολέμων, τα νησιά περιήλθαν στους Πέρσες, εν τούτοις τα περισσότερα κατόρθωσαν να μην παράσχουν βοήθεια στους κατακτητές [14]. Μετά την ναυμαχία της Σαλαμίνας τα νησιά εντάχθηκαν στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο τάχθηκαν με το πλευρό των Αθηναίων και μόνο προς το τέλος του πολέμου η Ρόδος και η Κως αποστάτησαν [15], [16].


Ανάγλυφη τριημιολία. Λαξευμένη από τον διάσημο γλύπτη
Πυθόκριτο (τον δημιουργό τής Νίκης της Σαμοθράκης). Βρίσκεται
στην είσοδο της Ακρόπολης της Λίνδου (αφιέρωμα των Λινδίων
στον ναύαρχο Αγήσανδρο). ΦΩΤΟ: en.wikipedia.org

  Το 408 π.Χ. οι τρεις πόλεις της Ρόδου ενώθηκαν  σε ένα κράτος και έφτιαξαν την πόλη Ρόδο. Η πόλη Ρόδος εξελίχθηκε σε μια από τις πιο πλούσιες και όμορφες περιοχές της Ελλάδος. Η Ρόδος αφού απέκτησε μεγάλο εμπορικό στόλο, επέβαλε τους δικούς της νόμους, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν από τις ελληνικές πόλεις ως «ναυτικό δίκαιο» [17]. Το 378 π.Χ. οι Ρόδιοι συμμετείχαν στην Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία η οποία ήταν το αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης της ηγεμονίας της Σπάρτης και της ανάκτησης της ναυτικής υπεροχής μετά τη ναυμαχία στη Κνίδο [18]. Λόγω όμως της αυταρχικής συμπεριφοράς των Αθηναίων οι Ρόδιοι, οι Κώοι, οι Χίοι και οι Βυζάντιοι, ύστερα από προτροπή του σατράπη της Καρίας Μαύσωλου-ο οποίος εποφθαλμιούσε τη Ρόδο-θα αποστατήσουν με αποτέλεσμα το ξέσπασμα του λεγόμενου «Συμμαχικού Πολέμου» (357-6 π.Χ.) που οδήγησε σε ήττα των Αθηναίων και στη συνθηκολόγησή τους με την Περσία[19]. Στη συνέχεια όμως οι Ρόδιοι ήθελαν να απαλλαγούν από την κηδεμονία του Μαύσωλου και ζήτησαν την βοήθεια των Αθηναίων. Για αυτή την περίσταση ο Δημοσθένης, ο μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας, εκφώνησε λόγο «Υπέρ των Ροδίων Ελευθερίας» με το οποίο προέτρεπε τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Ρόδιους ν’ ανακτήσουν την ελευθερία τους. Η Ρόδος μαζί με την Κω και την Χίο θα μείνει για αρκετά χρόνια ακόμα υπό την κυριαρχία των Καρών [20].

  Επί της εποχής των Διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, τα Δωδεκάνησα ακολούθησαν τη συνετή πολιτική της ουδετερότητας με αποτέλεσμα την οικονομική και πολιτική τους πρόοδο. Στο πόλεμο του Αντιγόνου εναντίον του Πτολεμαίου της Αιγύπτου, η Ρόδος κράτησε ουδέτερη στάση με αποτέλεσμα την πολιορκία της πόλης από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Η πολιορκία αφού κράτησε ένα χρόνο (305-4 π.Χ.) λύθηκε ευνοϊκά για τους Ροδίους, οι οποίοι σε ανάμνηση της σωτηρίας τους έφτιαξαν τον «Κολοσσό της Ρόδου» [21].

Κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το καθεστώς των Δωδεκανήσων εξαρτιόταν από τις διαθέσεις του εκάστοτε αυτοκράτορα. Μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου, το 395 μ.Χ. το ρωμαϊκό κράτος χωρίζεται σε δυτικό και ανατολικό και τα Δωδεκάνησα περνάνε στην κυριαρχία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.






Τα Δωδεκάνησα στη βυζαντινή περίοδο
Στη βυζαντινή περίοδο τα Δωδεκάνησα ανήκαν αρχικά στην «Επαρχία των Νήσων» [22] που είχε συσταθεί από τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό με πρωτεύουσα την πόλη Ρόδο και αργότερα, όταν εφαρμόστηκε το σύστημα των θεμάτων[23], [24] τα Δωδεκάνησα μοιράστηκαν σε τρία θέματα: των Κιβυραιωτών [25], της Σάμου και του Αιγαίου Πελάγους. Λόγω της θέσεώς τους τα Δωδεκάνησα δέχθηκαν πολλές και καταστροφικές επιδρομές, από τους Πέρσες, τους Σαρακηνούς, τους Βενετούς, τους Γενουάτες, τους Σταυροφόρους, τους Άραβες [26] και τους Σελτζούκους Τούρκους. 

  Το 1309 τα Δωδεκάνησα περιήλθαν στην εξουσία των ιπποτών του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μέγας μάγιστρος  Φουλκ ντε Βιλαρέ, και έμειναν υπό την κυριαρχία τους μέχρι το 1522, οπότε ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής τους εξανάγκασε να αποχωρήσουν από τα Δωδεκάνησα και την Αλικαρνασσό.

  Οι Ιωαννίτες Ιππότες (ή Οσπιτάλιοι ή Ιππότες της Μάλτας ή της Ρόδου) ιδρύθηκαν ως τάγμα στα Ιεροσόλυμα κατά τον 11ο αιώνα για την εξυπηρέτηση προσκυνητών και ασθενών. Το τάγμα ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, είχε ως κέντρο έναν ξενώνα και ελεγχόταν από τους Αμαλφίτες εμπόρους. Τα μέλη του τάγματος ήταν κυρίως Βενεδικτίνοι μοναχοί, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με άλλα μέλη στην πρώτη ανανέωση του τάγματος όπου και πήρε την ονομασία «Οσπιτάλιοι (ξενοδόχοι) του Αγίου Ιωάννου». Γρήγορα όμως το τάγμα απέκτησε και στρατιωτικό σκέλος για την προστασία των χριστιανών προσκυνητών στην Παλαιστίνη [27].

  Κατά την εισβολή του Σαλαντίν στην Παλαιστίνη και την πτώση της Ιερουσαλήμ (1187), το τάγμα εγκαταστάθηκε στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας, αργότερα στην Κύπρο (1291) και τέλος στη Ρόδο (1309) και γι’ αυτό ονομάστηκαν και «Ιππότες της Ρόδου». Εκεί οργανώθηκαν στρατιωτικά και απέκρουσαν πολλές επιθέσεις και πολιορκίες. Παρόλα αυτά το 1522 αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την Ρόδο μετά από επίμονη πολιορκία των Οθωμανών και να καταφύγουν στη νήσο Μάλτα, όπου τους παραχωρήθηκε γη. Ο στόλος του τάγματος ήταν αρκετά ισχυρός και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στον έλεγχο των εμπορικών οδών  και την εξουδετέρωση της πειρατείας στη Μεσόγειο. Το 1565 οι Ιωαννίτες απέκρουσαν προσπάθεια κατάληψης της Μάλτας από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, ενώ ο στόλος των Ιωαννιτών  έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571).




Η πολιορκία της Ρόδου από τους
Οθωμανούς, 1480. Χειρόγραφο BNF
William Carousin, Εθνική Βιβλιοθήκη,
Παρίσι. ΦΩΤΟ: hermetism.free.fr



Τα Δωδεκάνησα υπό οθωμανική διοίκηση
Τα Δωδεκάνησα από την στιγμή που κατακτήθηκαν από τους Οθωμανούς ακολούθησαν την μοίρα όλου του υπόλοιπου υπόδουλου Ελληνισμού. Εξάλλου μέχρι το 1908 για τους Οθωμανούς δεν υπήρχε διαχωρισμός για τα Δωδεκάνησα από τα υπόλοιπα αιγαιοπελαγίτικα νησιά στα οποία η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Έλληνες [28]. 
 
 Σύμφωνα με το διοικητικό σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο ελλαδικός χώρος ήταν αρχικά χωρισμένος σε δύο μεγάλες διοικητικές περιφέρειες τα «Εγιαλέτ» της Ανατολής και της Ρούμελης. Αργότερα δημιουργήθηκαν περισσότερα «εγιαλέτια» τα οποία χωρίστηκαν σε «σαντζάκ» και «καζάδες». Στη συνέχεια τα «σαντζάκια» ενώθηκαν σε «πασαλίκια» και «βιλαέτια» και αργότερα υποδιαιρέθηκαν και πάλι στα «σαντζάκ» και στους «καζάδες». Το βιλαέτι το διοικούσε ο «βαλής», ενώ το «σαντζάκ» το διοικούσε ο «μουτεσαρίφης» ή «σαντζάκμπεης». Τον καζά διοικούσε ο καϊμακάμης με την βοήθεια ενός διοικητικού, συνήθως τετραμελούς, συμβουλίου απαρτιζόμενο συνήθως από ντόπιους κατοίκους του νησιού. Επικεφαλής της αστυνομίας, της εφορίας και της οικονομικής διαχείρισης ήταν Τούρκοι, ενώ υπήρχε και ένας ανώτατος δικαστής, ιεροδίκης, για τις αστικές, εμπορικές και ποινικές υποθέσεις των Μουσουλμάνων, ο «καδής». Οι δικαστές αυτοί ήταν αρμόδιοι και για τις ποινικές υποθέσεις μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων [29], [30].

  Η έδρα του βαλή ήδη πριν την επανάσταση του 1821, είχε μεταφερθεί στη Χίο και η Ρόδος έγινε σαντζάκι υπό τη δικαιοδοσία του «Καπουδάν Πασά», του μεγάλου ναυάρχου που ήταν και υπουργός των Ναυτικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σ’ αυτήν υπάγονταν τα νησιά Σύμη, Τήλος, Χάλκη, Νίσυρος και Κως.

  Με βάση τον ισλαμικό νόμο, όλες οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις πέρασαν στην κυριότητα του σουλτάνου, ο οποίος τις μοίραζε έναντι υπηρεσιών στους τιτλούχους άρχοντες της Αυτοκρατορίας (πολεμιστές, πασάδες, κ.λπ.). Οι Έλληνες εξαγόραζαν την ζωή τους με την καταβολή του κεφαλικού φόρου, το επονομαζόμενο «χαράτσι», ο οποίος ήταν φόρος εγγείου ιδιοκτησίας. Το μεγαλύτερο μέρος των εύφορων περιοχών της Ρόδου πέρασε στους Τούρκους, ενώ ένα άλλο τμήμα της γης δόθηκε σε θρησκευτικά ιδρύματα τα «βακούφια». Ελάχιστα ήταν τα κτήματα που πωλούσαν οι Τούρκοι σε ντόπιους Ρόδιους όταν έφευγαν από το νησί[31].

  Ο σουλτάνος με μια σειρά από φιρμάνια καθόριζε το σύστημα είσπραξης των φόρων ούτως ώστε να αποφεύγονται ατασθαλίες των τοπικών κρατικών αξιωματούχων οι οποίοι επέβαλαν περισσότερους φόρους στους ντόπιους [32].

  Στον θρησκευτικό τομέα η Ορθοδοξία δια μέσου του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως γίνεται εγγύηση της ομαλής ένταξης των Ορθοδόξων στο θρησκευτικό κοινωνικό σύστημα της Αυτοκρατορίας, το σύστημα των μιλλέτ. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν έχει μόνο θρησκευτικές εξουσίες, αλλά και διοικητικές-δικαστικές πάνω στους Ορθόδοξους χριστιανούς. Ο εκάστοτε μητροπολίτης στα Δωδεκάνησα γίνεται «ένας μικρός Πατριάρχης» για την μητροπολιτική του περιφέρεια καθώς ασκεί θρησκευτική και διοικητική εξουσία. Οι μητροπολίτες Δωδεκανήσου είναι κύριοι των εκκλησιών και των μοναστηριών της επικράτειάς τους, τηρούν τα ληξιαρχικά βιβλία και εκδίδουν άδειες γάμων και βαπτίσεων, εποπτεύουν και διευθύνουν τα ελληνικά σχολεία, προβαίνουν στη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων και προικοσύμφωνων, αναλαμβάνουν τους τομείς διοίκησης, εκπαίδευσης και δικαιοσύνης, την οποία απονέμουν με τα πνευματικά και μικτά δικαστήρια, στα οποία ο μητροπολίτης είναι πρόεδρος και μετέχουν στο Νομαρχιακό Συμβούλιο [33].

 
Το παλαιό λιμάνι της Ρόδου. Υδατογραφία του Hope Thomas
(1769 - 1831). Απεικονίζεται το οχυρό λιμάνι της πόλης, με τους
βραχίονες που απέληγαν δεξιά στον πύργο του De Naillac, που
κατέρρευσε το 1863 και αριστερά στον πύργο του Αγίου
Νικολάου, που σώζεται μέχρι σήμερα.  Μουσείο Μπενάκη,
Δωρεά Δαμιανού Kυριαζή (ΓΕ 27256). ΦΩΤΟ: www.benaki.gr
 

    Στην τελευταία περίοδο της οθωμανικής διοίκησης (1800-1911) των νησιών παρόλο που η διοίκηση παρουσιάζεται βελτιωμένη, εν τούτοις δεν θα λείψουν οι ακρότητες, οι σφετερισμοί, οι δημεύσεις περιουσιών και οι εξορίες εκ μέρους των κρατικών αξιωματούχων. Στα φιρμάνια του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839) και των διαδόχων του, θα εξαιρεθεί η Ρόδος και η Κως από τα προνόμια της αυτοδιοίκησης και των φορολογικών διευκολύνσεων, τα οποία παρέχονται στα άλλα νησιά. Παρόλα αυτά οι κάτοικοι αποκτούν σταδιακά κάποια πολιτικά δικαιώματα, όπως τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας σε ακίνητα, με αποτέλεσμα να επιδίδονται σε αγοραπωλησίες με τους Τούρκους [34].

  Με την επανάσταση των Νεότουρκων και την ψήφιση του Τουρκικού Συντάγματος το 1908 οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας θεώρησαν αρχικά ότι αυτή θα ήταν η αρχή της δικαιοσύνης και της ισοπολιτείας μεταξύ των εθνών της Αυτοκρατορίας. Οι ελπίδες τους όμως γρήγορα διαψεύστηκαν καθώς οι Νεότουρκοι άμεσα κινήθηκαν για την άρση των οποιωνδήποτε προνομίων είχαν παραχωρηθεί στις μειονότητες στα πλαίσια του οθωμανικού συστήματος των μιλλέτ. Σε αυτήν την περίοδο θα επικρατήσει και ο όρος Δωδεκάνησα καθώς οι Νεότουρκοι ήθελαν να άρουν τα προνόμια που απολάμβαναν αυτά τα νησιά [35].

  Το 1911 με τον ιταλοτουρκικό πόλεμο τα Δωδεκάνησα θα περάσουν στην κυριαρχία των Ιταλών.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Θουκυδίδου Ιστορία, τόμος Α΄ παρ 4-9.
[2] «Αμέσως μετά την παρακμή της Κρήτης οι Μυκηναίοι έσπευσαν να ιδρύσουν εμπορεία στον Τάραντα και στην Ουγκαρίτ και δύο αποικίες, μία στην Μίλητο που κτίστηκε επάνω στα καμένα ερείπια της παλαιοτέρας μινωϊκής πόλεως και άλλη μία στην Ιαλυσό της Ρόδου, που απερρόφησε τον γειτονικό κρητικό συνοικισμό.». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α΄, σελ 261,Εκδοτική Αθηνών, 1970.
[3] «Είναι πιθανόν ότι περί το 1400 π.Χ. εις την νήσον Ρόδον επέδραμον οι Αχαιοί της Πελοποννήσου και δη εξ Άργους , οίτινες  εδήωσαν την νήσον. Εκ της τοιαύτης επιδρομής πιθανόν  να διετήρησεν η ακρόπολις της Ιαλυσού [...] το όνομα Αχαΐα.» Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.  
[4] Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969
[5] Διόδωρου Σικελιώτη Βιβλίο Δ’ παρ 58.
[6] «Οι προσπάθειές τους να ανασυνδέσουν τις σχέσεις με το περιβάλλον τους και να ανασυγκροτήσουν τις παλαιές συναλλαγές τους μέσα στα πλαίσια του συγκλονισμένου κόσμου της Ανατολικής Μεσογείου (σ.σ. μετά την εισβολή των «Λαών της Θαλάσσης») κατέληξαν στη σύσταση μιας δευτέρας περιορισμένης και βραχύβιας μικρής Κοινής στην οποία περιλαμβάνονται  παραλιακά κέντρα της Αττικής και της ανατολικής Πελοποννήσου (Περατή, Ασίνη, Μονεμβασιά), η Νάξος, η Μήλος και πιθανώς μερικές ακόμη Κυκλάδες, η Κρήτη, όπου ιδρύθηκαν νέοι συνοικισμοί στη Φαιστό και τη Γόρτυνα και η Δωδεκάνησος (Ρόδος, Κως) με προχωρημένη βάση την Κύπρο που δέχθηκε το 1150 π.Χ. δεύτερο μεγάλο κύμα μεταναστών και έγινε πλέον ολότελα αχαϊκή». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α΄,σελ 291, Εκδοτική Αθηνών, 1970
[7] Ομήρου Ιλιάς ραψ. Β΄, στ 653 κ.ε., στ 676 κ.ε.
[8]  «Ο «Νηών Κατάλογος», όπως ονομάζεται, ανήκει στα παλαιότερα τμήματα του έπους και η πρώτη μορφή του πρέπει να είχε στιχουργηθεί  στα μυκηναϊκά χρόνια» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α΄, σελ 262, Εκδοτική Αθηνών, 1970) και «Με άλλα λόγια ο Κατάλογος, παρά τις διάφορες μικροπροσθήκες  και μεταβολές που υπέστη κατά καιρούς, αποτελεί βασικώς έργο της Μυκηναϊκής Εποχής και απηχεί την κατάσταση που επικρατούσε τότε. Οι πόλεις δηλαδή και οι περιοχές της κάθε εκστρατευτικής ομάδος ήταν περισσότερες από τους αντιστοίχους αρχηγούς (άρχους, ηγεμόνες, κοιράνους) που συνήθως ήταν ένας σε κάθε περίπτωση. Αυτό σημαίνει ότι ο Κατάλογος εκφράζει και πιστοποιεί τη διάρθρωση της μυκηναϊκής Ελλάδος όχι σε μεμονωμένες και αυτοκυβέρνητες πόλεις αλλά σε ευρύτερα κρατίδια, λίγο-πολύ αντίστοιχα σε φυσικές γεωγραφικές περιοχές, διοικούμενα ως επί το πλείστον από ένα ηγεμόνα, όπως ακριβώς προκύπτει από τα αρχαιολογικά δεδομένα. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι όσα από τα βασίλεια του Καταλόγου περιλαμβάνουν πόλεις και περιοχές γνωστές σήμερα και ταυτισμένες, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός τους, φαίνεται να ταιριάζουν πολύ καλά με τις ομάδες των συνοικισμών που γνωρίζουμε από την αρχαιολογική έρευνα». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Α΄, σελ. 264, Εκδοτική Αθηνών, 1970.
[9] Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλίο Ε΄, παρ. 59.
[10] «Σοφοί θεωρούνταν οι εξής: Θαλής, Σόλων, Περίανδρος, Κλεόβουλος, Χείλων, Βίας, Πιττακός. Σε αυτούς προσθέτουν επίσης τον Ανάχαρση τον Σκύθη, τον Μύσωνα τον Χηνέα, τον Φερεκύδη τον Σύριο και τον Επιμενίδη από την Κρήτη. Μερικοί προσθέτουν και τον τύραννο Πεισίστρατο, Αυτά λοιπόν για τους σοφούς». Διογένης Λαέρτιος, Βίων και Γνωμών των εν Φιλοσοφίαι ευδοκιμησάντων των εις Δέκα το Πρώτον,Προοίμιο, παρ. 13, Κάκτος.
[11] Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, λήμμα «Δωδεκάνησα».
[12] «… ο Αντίφημος από την Ρόδο και ο Έντιμος από τη Κρήτη οδηγώντας αποίκους έκτισαν από κοινού τη Γέλα· το όνομα στην πόλη εδόθη από τον ποταμό Γέλα, ενώ η θέση όπου κτίστηκε η πόλη  και τα τείχη ονομάζεται Λίνδιοι. Σε αυτούς νομοθετήθηκαν οι δωρικές συνήθειες (σ.σ. διότι οι Ρόδιοι και οι Κρήτες ήταν δωρικής καταγωγής). Εκατόν οκτώ  περίπου έτη μετά την εγκατάστασή τους οι Γελώοι έκτισαν τον Ακράγαντα…» Θουκυδίδης, Βιβλίο ΣΤ΄, παρ. 4.
[13] Ηρόδοτος, Ιστορία, Βιβλίο Ι (Κλειώ), παρ 144.
[14] Ηρόδοτος, Βιβλίο VIII (Ουρανία), παρ. 66.
[15] Ο Ρόδιοι συμμετείχαν και στην Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των αποίκων τους Γελώων. Θουκυδίδης, Βιβλίο Ζ΄, παρ. 57.
[16] Για την αποστασία της Ρόδου βλ. Θουκυδίδης, Βιβλίο Η΄, παρ. 43-44.
[17] Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, λήμμα «Δωδεκάνησα».
[18] Ξενοφών, Ελληνικά, Βιβλίο Δ΄ Κεφάλαιο ΙΙΙ.
[19] George Cawkwell «Notes on the Failure of the Second Athenian Confederancy», Journal of Hellenic Studies, Cambridge University Press. 
[20] Η Περσία ήταν οργανωμένη σε σατραπείες. Ο σατράπης συγκέντρωνε στα χέρια του τη στρατιωτική και πολιτική εξουσία για την περιοχή του με αποτέλεσμα να ομοιάζει σε πολλά με τον μεσαιωνικό φεουδάρχη.
[21] «Η Ρόδος ήταν σημαντική πηγή εφοδίων για τον Πτολεμαίο και ο Αντίγονος (σ.σ. ο επονομαζόμενος και «Μονόφθαλμος», στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο «των πολέμων των Διαδόχων», τότε κύριος των περιοχών της Μ. Ασίας και της Συρίας) έστειλε τον γιο του να την καταλάβει. Για ένα χρόνο ο Δημήτριος πολιορκούσε την πόλη, χρησιμοποιώντας πύργους με ύψος 30 περίπου μέτρα και δυνατές πολιορκητικές μηχανές που του χάρισαν τον τίτλο του «Πολιορκητή» παρά την αποτυχία του να την κυριεύσει. Οι Αιτωλοί, ενεργώντας ως διαιτητές, κανόνισαν ανακωχή που όριζε ότι η Ρόδος θα ήταν σύμμαχος του Αντιγόνου σε όλες τις υποθέσεις εκτός από εκείνες που έθιγαν τον καλό της πελάτη, τον Πτολεμαίο (304 π.Χ.). Botsford & Robinson«Αρχαία Ελληνική Ιστορία», Αναθεωρημένη έκδοση υπό του καθηγητούDonald Kagan, σελ 449, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2003.
[22] «Η παλαιότερη ρωμαϊκή διοικητική διαίρεση του κράτους σε μεγάλες περιφέρειες, που διοικούνταν είτε από την Σύγκλητο είτε από επιτρόπους δεν υφίσταται πλέον. Το κράτος διαιρείται σε λίγες, πολύ μεγάλες όμως, διοικητικές περιφέρειες που λέγονται επαρχότητες (praefecture praetorio).[…] Επικεφαλής κάθε επαρχότητας ήταν ο έπαρχος των πραιτωρίων (praefectus praetorio), που στα χέρια του είχε μόνο την πολιτική διοίκηση της επαρχότητάς του. Κάθε μία από τις επαρχότητες που αναφέραμε περιελάμβανε περισσότερες από μία διοικήσεις.[…]Οι επικεφαλείς των διοικήσεων ήταν πολιτικοί και αυτοί άρχοντες και ονομάζονταν βικάριοι (vicarii)[…]. Οι διοικήσεις, τέλος, υποδιαιρούνταν σε επαρχίες, που τις κυβερνούσαν άρχοντες ονομαζόμενοι στις λατινόφωνες πηγές χωρίς διάκριση iudices,consularespraesides ή rectores. Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος (έκδοση Δ΄)σελ 322-3, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001.
[23] «Τον 8ο αιώνα η στρατιωτικοποίηση της κρατικής διοικήσεως με τη λεγόμενη θεματική οργάνωση του κράτους είχε κατά μέγιστο μέρος συντελεστεί (σ.σ. είχαν προηγηθεί οι πόλεμοι με τους Πέρσες και τους Άραβες). Στη θεματική οργάνωση ο διοικητής κάθε θέματος (στρατιάς) που απαρτίζουν τον βυζαντινό στρατό αναλαμβάνει και την πολιτική διοίκηση της περιοχής στην οποία εκτεινόταν η στρατιωτική του δικαιοδοσία.
Η συνένωση όμως των δύο εξουσιών στα χέρια του στρατηγού δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αυτός διοικεί το θέμα μόνος του, ανεξέλεγκτος και υπεύθυνος μόνο απέναντι στον αυτοκράτορα. Απεναντίας, τόσο ο πολιτικός διοικητής του θέματος, ο πρωτονοτάριος του θέματος όσο και ο θεματικός δικαστής, ο πραίτωρ του θέματος, και ο στρατολόγος του θέματος, ο χαρτουλάριος του θέματος, είχαν το δικαίωμα, ή μάλλον την υποχρέωση να αναφέρονται απ’ ευθείας στον αυτοκράτορα για τις υποθέσεις του θέματός τους. Ο.π. σελ. 332.
[24] Παρά τις διαφωνίες που έχουν προκύψει για την ετυμολογία της λέξεως «θέμα» από το ελληνικό «θέσις», δεν έχουμε λόγο να την απορρίψουμε αφού επιβεβαιώνεται από τις πηγές. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος αναφέρει ότι το όνομα του «θέματος» είναι ελληνικό και προέρχεται από τη λέξη «θέσις» Κων. Πορφ. Περί θεμάτων, 13 (60.27).
[25] Είναι οριστικά γνωστό ότι για την αντιμετώπιση του κινδύνου (σ.σ. των Αράβων) ιδρύθηκαν στην Ανατολή τον 7ο αιώνα, οι εξής στρατιωτικές περιοχές που αργότερα ονομάστηκαν θέματα: 1) των Αρμενιακών, στη βορειο-ανατολική Μικρά Ασία, στα σύνορα της Αρμενίας, 2) των Ανατολικών, 3) το Οψίκινον, στη Μικρά Ασία, κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά και 4) το ναυτικό θέμα των Καραβησιάνων (μετέπειτα ονομαζόμενο, ίσως τον 8ο αιώνα, των Κιβυραιωτών) στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας και στα γειτονικά νησιά. […] Το τέταρτο-το ναυτικό θέμα- προοριζόταν για την άμυνα εναντίον του στόλου των Αράβων. […] Ο διοικητής των Κιβυραιωτών έφερε τον τίτλο δρουγγάριος (υποναύαρχος)[…]. Α.Α.Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453), Τόμος Α΄, σελ 290-1, Πάπυρος, Αθήνα 1995.
[26] Την εποχή του Κώνσταντος του Β΄ τα αραβικά πλοία του Μωαβία άρχισαν τις επιδρομές τους στην περιοχή του Βυζαντίου και κατέλαβαν την Κύπρο· το σπουδαίο αυτό ναυτικό κέντρο. Κοντά στις ακτές της Μικράς Ασίας νίκησαν τον στόλο του Βυζαντίου, που διοικείτο από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, κατέλαβαν την Ρόδο, καταστρέφοντας εκεί τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου και έφθασαν σχεδόν μέχρι την Κρήτη και τη Σικελία. Ο.π., σελ 271.
[27] Η διοίκηση του τάγματος είχε ως ανώτατη αυθεντία τον αρχηγό, ο οποίος εκλεγόταν και ασκούσε απόλυτη εξουσία. Από τους 77 αρχηγούς του τάγματος οι 48 ήταν Γάλλοι. Υπήρχε ακόμη και ένα Ανώτατο Συμβούλιο. Το τάγμα υποδιαιρούταν σε οκτώ γλώσσες ή έθνη (Προβηγκία, Ωβέρνη, Γαλλία, Ιταλία, Αραγώνα, Γερμανία, Καστίλη- Πορτογαλία). Ο αρχηγός το 1267 έλαβε τον τίτλο του «Μέγα Μαγίστρου», ο οποίος έπρεπε να είναι άγαμος ή χήρος, ενώ τα μέλη που τον εξέλεγαν ήταν οι ιππότες που είχαν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών. Ο αρχηγός ήταν ισόβιος και οι ιππότες του όφειλαν υποταγή και αφοσίωση.
[28] 24 νησιά με πληθυσμό 458.355 το 1911 και από αυτούς οι 426.899 ήταν Έλληνες. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 14 (Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως το 1913), σελ 382, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977.
[29] Ανδρέας Μαυρίδης, Η Ρόδος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Εθνική Ολοκλήρωση (1912-1947)- ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος (1913-1946), Εκκλησία και εκπαίδευση. (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009.
[30] Βασίλης Σ. Χατζηβασιλείου Ιστορία της νήσου Κω. Αρχαία – Μεσαιωνική – Νεότερη. Κως 1990, σ. 315.
[31] Ανδρέας Μαυρίδης, Η Ρόδος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Εθνική Ολοκλήρωση (1912-1947)- ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος (1913-1946), Εκκλησία και εκπαίδευση. (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009.
[32] Το φιρμάνι του σουλτάνου Οσμάν Γ΄ (1755) προς τον Καδή της Ρόδου, αναφέρεται σε αριθμό αξιωματούχων που εκβιάζουν τους ραγιάδες για την καταβολή πρόσθετων φόρων, συνιστώντας οι φόροι να εισπράττονται μόνο από τους υπαλλήλους του βακουφιού. (Ανδρέας Μαυρίδης, Η Ρόδος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Εθνική Ολοκλήρωση (1912-1947)- ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος (1913-1946), Εκκλησία και εκπαίδευση. (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009 και Κώστας Σακελλαρίδης Η Ιστορία των Προνομίων των Νοτίων Σποράδων, στα Νισυριακά, 3 (1969) σελ. 142-229.
[33] Ανδρέας Μαυρίδης, Η Ρόδος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Εθνική Ολοκλήρωση (1912-1947)- ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος (1913-1946), Εκκλησία και εκπαίδευση. (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009.
[34] Ο.π.
[35] Το όνομα Δωδεκάνησα, από το 1908 ως το 1912, αναφερόταν στα νησιά Ικαρία, Αστυπάλαια, Πάτμο, Λέρο, Κάλυμνο, Νίσυρο, Χάλκη, Τήλο (ή Επισκοπή), Σύμη, Κάρπαθο, Κάσο, Καστελόριζο. Τα 12 αυτά νησιά, στα οποία δεν ανήκαν η Ρόδος και η Κως, έμειναν γνωστά ως προνομιούχα, γιατί είχαν απαλλαγεί από την καταβολή φόρων, εκτός από την κατ’ αποκοπή ετήσια εισφορά, και αυτοδιοικούνταν σε βαθμό σχεδόν αυτονομίας. Βλ. Μιλτιάδης Λογοθέτης, Όψεις του πολιτικού και οικονομικού βίου των Δωδεκανησίων κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (1821-1912), Αθήνα 1994, σ. 94-123.

ΠΗΓΗ: http://perialos.blogspot.gr/2013/08/blog-post_23.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον